16.ΔΟΡΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

 Η αληθινή εκκλησία

22 Μαρτίου 1840

 Έτσι μίλησε ο Κύριος σε μένα και μέσα από μένα για τον καθένα και αυτό είναι αληθινό, βέβαιο και αξιόπιστο:

Η Χάρη Μου είναι ένας πλούσιος θησαυρός και όποιος την αποκτήσει, δεν πρόκειται να έχει ποτέ καμιά έλλειψη, ούτε εφήμερα ούτε αιώνια.

Γι’ αυτό θα πρέπει και ο καθένας να καταβάλει τον κόπο να την κάνει δική του. Γιατί Εγώ τη δίνω σ’ οποιονδήποτε θέ­λει να την έχει. Γιατί κοίτα, εάν θέλετε όντως να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας, αυτό θα γίνει εάν δείξετε αληθινή μετάνοια ακολουθώντας έμπρακτα τον Ιησού, ο οποίος είναι ο ζωντα­νός Μου Λόγος και η Αγάπη μέσα Μου. Τότε οι πύλες του Ου­ρανού σας ανοίγουν διάπλατα και αν θέλετε να μπείτε μέσα, μπορείτε να έρθετε και να δείτε το πρόσωπο του άγιου Πατέ­ρα σας, που είμαι Εγώ, ο αιώνιος Θεός Ιεχωβά.

Τούτο μπορείτε να το κάνετε χάρη στο ζωντανό Λόγο, ο οποίος είναι ο Ιησούς Χριστός ή η αιώνια Αγάπη και η Σοφία μέσα Μου, απ’ όπου απορρέει καθετί καλό και αληθινό. Η αγάπη που είναι μέσα σας, σας δόθηκε από την αρχή, γιατί αυ­τή είναι στην ουσία η ζωή που έχετε. Ενώ η ζωτική δύναμη μέσα στα δημιουργήματα Μου προέρχεται επίσης από την Α­γάπη Μου, αλλά δεν είναι η ίδια η Αγάπη. Γιατί εκείνη δεν έ­χει καμιά ελευθερία, παρά είναι μόνο το αποτέλεσμα της Α­γάπης Μου, το οποίο όμως από μόνο του είναι δίχως ζωή. Για το λόγο αυτόν, το καθετί που προέρχεται από τη δύναμη αυ­τή στην ουσία δεν είναι παρά νεκρή ύλη, που ζει μόνο φαινο­μενικά, αλλά στην πραγματικότητα είναι ο θάνατος.

Αυτός είναι ο λόγος που όταν κανείς συνδέει την αγάπη του με τον κόσμο της ύλης, η αγάπη του τελικά συνθλίβεται από τη δύναμη του θανάτου και το αποτέλεσμα είναι τότε η μοίρα της ύλης, δηλαδή ο θάνατος.

Όποιος όμως στρέφει την αγάπη του σε Μένα και τη συν­δέει μαζί Μου, ενώνει πάλι την αγάπη του με την Αγάπη ή με τη Ζωή κάθε ζωής, και τότε γίνεται ζωντανός πέρα για πέρα.

Κοίταξε όμως τώρα, η αγάπη στην ουσία είναι τυφλή και συσκοτιεσμένη και επομένως για τούτο το λόγο ελεύθερη και ανεξάρτητη, αλλά για τον ίδιο λόγο ακριβώς κινδυνεύει σοβαρά να χάσει τον προσανατολισμό της καινά χαθεί εντελώς.

Για το λόγο αυτό σε όποιον Με αγαπάει,-δίνω ανάλογα με το μέγεθος της αγάπης του και το αντίστοιχο Φως και αυτό εί­ναι ένα δώρο που ονομάζεται Χάρη. Και με αυτήν τη Χάρη εισρέω στον κάθε άνθρωπο ανάλογα με το βαθμό της αγάπης του.

Έτσι λοιπόν, εάν κανείς έχει αγάπη στο βαθμό που να κά­νει ζωντανό μέσα του το Νόμο Μου, ο οποίος είναι η ύψιστη. Αγάπη, πάνω του θα χυθούν ποτάμια από Φως και το μάτι του θα διαπεράσει τη γη και θα ατενίσει τα βάθη του Ουρανού.

Πες το στα παιδιά και πες το σε όλους, ό,τι θρησκεία κι αν θέλουν να έχουν, είτε καθολικοί είτε προτεστάντες, ιουδαίοι, τούρκοι, βραχμάνοι ή σκοτεινοί ειδωλολάτρες, με λίγα λόγια ας το μάθουν όλοι: Στη γη υπάρχει μόνο μια αληθινή Εκκλη­σία κι αυτή η Εκκλησία είναι η Αγάπη για Μένα στο πρόσω­πο του Υιού Μου, η οποία Αγάπη είναι το άγιο Πνεύμα που έχετε μέσα σας και σας εκφράζεται μέσω του ζωντανού Μου Λόγου και ο Λόγος αυτός είναι ο Υιός και ο Υιός είναι η Αγά­πη Μου και είναι μέσα σ’ Εμένα κι Εγώ” τον διαπερνώ εντε­λώς και είμαστε ένα κι έτσι είμαι και μέσα σας και η ψυχή σας, που η καρδιά της είναι η κατοικία Μου, είναι η μοναδι­κή αληθινή Εκκλησία στη γη. Μόνο σ’ αυτήν υπάρχει η αιώ­νια Ζωή και μόνο αυτή μπορεί να σας κάνει μακάριους.

Γιατί κοίτα, Εγώ είμαι ο Κύριος πάνω σε όλα όσα υπάρ­χουν. Είμαι ο Θεός, ο αιώνιος και ισχυρός, και ως τέτοιος εί­μαι επίσης και ο Πατέρας σας, ο άγιος και γεμάτος αγάπη. Και όλα αυτά είναι μέσα στο Λόγο. Ο δε Λόγος είναι μέσα στον Υιό και ο Υιός είναι μέσα στην Αγάπη και η Αγάπη είναι μέ­σα στο Νόμο και ο Νόμος σας έχει δοθεί. Εφόσον τον σέβε­στε και τον εφαρμόζετε, τον έχετε πλέον αφομοιώσει. Τότε ζω­ντανεύει μέσα σας και σας ανυψώνει και σας κάνει ελεύθε­ρους, οπότε δεν υπόκειστε πια στο Νόμο, παρά είσαστε από πάνω του, μέσα στη Χάρη και το Φως, το οποίο είναι η Σοφία Μου.

Κι αυτή είναι η μακαριότητα ή το Βασίλειο του Θεού μέ­σα σας ή η μοναδική Εκκλησία στη γη που μπορεί να σας κά­νει μακάριους και σε καμιά άλλη δεν υπάρχει η αιώνια Ζωή, παρά μόνο αποκλειστικά σ’ αυτήν.

Ή μήπως νομίζετε λοιπόν ότι Εγώ κατοικώ στους τοίχους ή στη λατρεία; Ω, όχι. σ’ αυτό κάνετε μεγάλο λάθος, γιατί εκεί δεν είμαι πουθενά, παρά μόνον όπου είναι η Αγάπη, εκεί είμαι κι Εγώ. Γιατί Εγώ είμαι η Αγάπη, δηλαδή η ίδια η Ζωή. Εγώ σας δίνω Αγάπη και Ζωή και άρα συνδέομαι μόνο με την αγά­πη και τη ζωή, ποτέ όμως με την ύλη ή με το θάνατο.

Γιατί γι’ αυτόν το λόγο νίκησα το θάνατο και έκανα τη Θε­ότητα δική Μου, ώστε να εξουσιάζω όλα όσα υπάρχουν και η Αγάπη Μου να κυβερνάει αιώνια και να ζωντανεύει όλα όσα γίνονται δικά της.

Πώς το εννοείτε λοιπόν ότι μπορώ Εγώ να περιέχομαι μέ­σα στο θάνατο, τη στιγμή που είμαι η ίδια η Ζωή; Γι’ αυτό πη­γαίνετε πρώτα στην αληθινή Εκκλησία, που είναι η ζωή μέσα σας, και μετά στη νεκρή εκκλησία, ώστε να ζωντανέψει κι αυ­τή χάρη σε σας!

                                                      ***

 Αποκαλύψεις για τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό

Στο δεκάτομο «Μεγάλο Ευαγγέλιο τον Ιωάννη», το κυρίως έργο της νέας αποκάλυψης, σε ένα σημείο του, ο αρχάγγελος Ραφαήλ διδάσκει τους παρευρισκόμενους μαθητές του Ιησού για τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό και ιδιαίτερα για το ναό του Jabusimbil, τη Σφίγγα, τους κολοσσούς τον Μέμνωνα, τους αστερισμούς κ.ά.

…Στο σημείο αυτό, πέντε από τους νέγρους που κάθονταν στο τραπέζι, κοιτάζουν κάτω απ’ αυτό και βλέπουν, προς με­γάλη τους έκπληξη, τα γνωστά τους, αρκετά μεγάλα, δέματα, τ’ ανεβάζουν πάνω στο τραπέζι και τότε εμφανίζονται τέσσε­ρις μεγάλοι βώλοι χρυσού, που όλοι μαζί ζυγίζουν πάνω από εκατό λίβρες. Όμως στο πέμπτο δέμα υπάρχουν επτά σχετικά μεγάλες ποταμίσιες πέτρες, τις οποίες ο Μάρκος, που στέκε­ται δίπλα στον άγγελο, θέλει να θεωρήσει εντελώς χωρίς αξία.

Αλλά ο άγγελος λέει: «Περίμενε, και γρήγορα θα καταλά­βεις ότι αυτές ακριβώς οι επτά πέτρες έχουν, από γήινη σκο­πιά, τη μεγαλύτερη, ανυπολόγιστη αξία! Φέρε τώρα ένα γερό, σιδερένιο σφυρί και θα τις εξετάσουμε!»

Ο Μάρκος τρέχει γεμάτος περιέργεια εκεί όπου φυλάει τα εργαλεία του. Γρήγορα επανεμφανίζεται με ένα γερό, σιδερέ­νιο σφυρί, και το δίνει στον άγγελο. Εκείνος παίρνει στο χέρι του μία από τις πέτρες και της δίνει μερικά προσεκτικά χτυ­πήματα, οπότε η λευκωπή επικάλυψη που μοιάζει ν’ αποτε­λείται από χαλίκια πέφτει και αποκαλύπτεται ένα μαργαριτά­ρι μεγάλο σαν κεφάλι ανθρώπου, πράγμα που προκαλεί σε όλους τεράστια έκπληξη.

Στην πάνω επιφάνεια αυτού του θαυμαστού μαργαριταριού ήταν χαραγμένα ιερογλυφικά και άλλα σύμβολα. Μετα­ξύ άλλων, υπήρχε και ένα αρκετά καλό σκίτσο του ναού του JA BU SIM BIL την ώρα που χτιζόταν, και συγκεκριμένα όταν οι τέσσερις γιγαντιαίες φιγούρες είχαν μόλις τελειώσει μετά από εργασία εκατόν εβδομήντα ετών, γεμάτη ιδρώτα και αυ­τοθυσία. Οι εργασίες στα βάθρα συνεχίζονταν ακόμη με ζωη­ρό ρυθμό, τεράστιες, ανάγλυφες επιγραφές και άλλα σύμβολα χαράζονταν στις μεγάλες επίπεδες επιφάνειες, ενώ παράλ­ληλα άρχιζε η κατασκευή της μεγάλης πύλης που βρισκόταν ανάμεσα στα δύο ζεύγη των τεράστιων μορφών. Όποιος μπο­ρούσε να διαβάσει αυτά τα σύμβολα και τις επιγραφές, που φαίνονταν πολύ καθαρά, είχε μπροστά του την προέλευση αυ­τού του ναού και το λόγο που τον κατασκεύασαν τότε οι Αι­γύπτιοι, και μάλιστα κοντά στο Νείλο.

Επομένως, το μαργαριτάρι αυτό δεν είχε μόνο ανυπολόγι­στη αξία ως γιγαντιαίος εκπρόσωπος του είδους του, αλλά εί­χε και μια ιστορική σημασία. Παράλληλα, όμως, καταγόταν από μια περίοδο της ζωής της Γης που τη χωρίζουν πάρα πολ­λοί αιώνες από την εμφάνιση του πρώτου ενσαρκωμένου αν­θρώπου στο έδαφος της.

Στην περίοδο εκείνη της ζωής της Γης, όπου στη θάλασσα κατοικούσαν τέτοια γιγαντιαία οστρακοειδή, τα κύματα του μεγάλου ωκεανού κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της κάτω Αφρικής. Οι πρώτοι Αιγύπτιοι βρήκαν το όστρακο-μητέρα όταν έσκαβαν για να θεμελιώσουν την πρώτη πυραμίδα, και όταν το άνοιξαν, βρήκαν μέσα αυτά τα επτά μαργαριτάρια, που το ένα τώρα ο άγγελος το απάλλαξε από το επίστρωμα του.

Φυσικά, τώρα όλοι πολιορκούσαν τον άγγελο με ερωτή­σεις, κι εκείνος εξήγησε τι συνέβη, έτσι όπως εξηγήθηκε με λίγα λόγια εδώ.

Όταν ο Ραφαήλ τελείωσε την, επιφανειακή βέβαια, ερμη­νεία γύρω από το μαργαριτάρι που είχε αποκαλυφθεί, είπε: «Μόλις τώρα σας είπα όσα σας χρειάζονται σε πρώτη φάση να ξέρετε, όσο πιο κατανοητά γίνεται. Τώρα ας περάσουμε στην αποκάλυψη του δεύτερου μαργαριταριού, που θα είναι κάπως μικρότερο από το πρώτο.»

Τώρα, ο άγγελος πήρε το δεύτερο μαργαριτάρι και το απε­λευθέρωσε με τον ίδιο τρόπο από το περίβλημα του. Ήταν κι αυτό γεμάτο σημάδια κι επιγραφές. Σε μια από τις πιο λείες του επιφάνειες ήταν αρκετά καλά σχεδιασμένος ο μικρός ναός του JA BU SIM BIL και δίπλα του ένα κεφάλι που έμοιαζε μ’ αυτό της μεγάλης Σφίγγας. Πάλι όλοι έπεσαν πάνω στον άγγελο ζητώντας του να ερμηνεύσει όλ’ αυτά τα σύμβολα και τις επιγραφές.

Κι εκείνος είπε: «Φίλοι μου, μάλλον κανένας από τους ανθρώπους που ζουν σήμερα δεν μπορεί, χωρίς την αφύπνιση του πνεύματος μέσα στην ψυχή, να διακρίνει τι σημαίνουν όλα όσα είναι γραμμένα και χαραγμένα πάνω σ’ αυτό το μαργα­ριτάρι!

Μολονότι κι αυτό είναι της ίδιας ηλικίας με το πρώτο και μεγαλύτερο, οι επιγραφές και τα χαρακτικά του έγιναν, ωστόσο, εκατό χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα τον καιρό που τελείωσε ο μικρός ναός των βράχων, κατά τον οποίο όμως δεν είχε ακόμη αποπερατωθεί το εσωτερικό του μεγάλου να­ού. Γι’ αυτό, άλλωστε, η παράσταση δείχνει το μικρό ναό εντε­λώς έτοιμο.

Το κεφάλι παριστά τον έβδομο ήδη τότε βασιλιά-ποιμένα, που είχε δώσει στον εαυτό του το όνομα SHIVINZ, (εσφαλμέ­να “σφιγξ”), που σημαίνει τον ζωηρό, τον δραστήριο. Έφθα­σε σε ηλικία σχεδόν τριακοσίων ετών, και το κεφάλι του το έφτιαξαν τεράστιο, από ένα μεγάλο βράχο από γρανίτη, που μπορεί κανείς να το δει ακόμη και σήμερα σε σχετικά καλή κατάσταση.

Αυτός ο SHIVINZ εγκαινίασε μεγάλες βελτιώσεις στα σχο­λεία, καθώς και στη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ ο λαός του τον λάτρευε σχεδόν σαν θεό. Τα χαρακτικά και οι επιγρα­φές μαρτυρούν τα πολυάριθμα καλά, τις βελτιώσεις που προσέ­φερε σ’ αυτήν τη χώρα χάρη στο εξαιρετικά ζωηρό πνεύμα του.

Δεν ήταν εκείνος που είχε ξεκινήσει την κατασκευή του μεγάλου ναού. Αυτό το έκαναν δύο πρόγονοι του πολύ αφο­σιωμένοι στο αόρατο πνεύμα του Θεού. Από το μεγάλο του σεβασμό προς αυτούς, έβαλε να τους απεικονίσουν ως αγάλ­ματα σε καθιστή στάση, όχι μακριά από το μεγάλο ναό, σε μια όμορφη κοιλάδα, και να τα στήσουν κοντά στο Νείλο ώστε να παραμείνει η ανάμνηση τους αιώνια. Μια και αυτοί οι δυο δεν είχαν όνομα κι ούτε ήθελαν, από την πολλή τους μετριοφρο­σύνη, να αποκαλούνται με κάποιο όνομα, τους βάφτισε εκεί­νος “Εκείνοι χωρίς όνομα” (ME MAINE ON, που κακώς αργότερα έγινε “ΜΕΜΝΩΝ”). Αυτές οι δυό αγαλμάτινες στήλες δια­τηρούνται σχετικά καλά μέχρι και σήμερα.»

Ο αρχηγός των Νουβίων λέει: «Ναι, όλ’ αυτά τα είδαμε και τα θαυμάσαμε! Όμως, πόσο παλιά να είναι όλ’ αυτά τα θαυμάσια πράγματα;»

Ο άγγελος απαντά: «Είναι κοντά τριών χιλιάδων ετών, και τα ίχνη τους δεν θα εξαφανιστούν εντελώς ούτε στις επόμενες τρεις χιλιετίες! Περιμένετε όμως λίγο’ τώρα θ’ αποκαλύψου­με το τρίτο μαργαριτάρι. Στην επιφάνεια του θα δείτε, εκτός από τους δύο προγόνους του SHIVINZ ως τελειωμένα αγάλμα­τα, και κάτι άλλο πολύ αξιομνημόνευτο, που θα σας βάλει σε μεγάλες σκέψεις!»

Τότε, ο Ραφαήλ πήρε το τρίτο μαργαριτάρι και το ελευθέ­ρωσε από το περίβλημα του.

Όταν πια αυτό απογυμνώθηκε, ο Ραφαήλ επέστησε την προσοχή των παρόντων, που τους έκαιγε η ανυπομονησία, στα καλά σχεδιασμένα αγάλματα του Μέμνωνα, και είπε: «Νάτοι λοιπόν, οι δυο ανώνυμοι! Επάνω όμως βλέπετε, σαν να στέ­κονται μπροστά από τους ανώνυμους, επτά τεράστιες φιγού­ρες με μορφή ανθρώπου ντυμένου με ρούχα, και γύρω από αυ­τούς πολλές εξαιρετικά μικρές ανθρώπινες μορφές! Τι ήθελε άραγε να πει μ’ αυτό ο σοφός SHIVTNZ, που χάραξε όλα τα μαργαριτάρια με τα ίδια του τα χέρια;

Ακούστε! Την ίδια εκείνη εποχή, περίπου εκατόν επτά χρό­νια πριν από τον πρώτο από τους δύο ανώνυμους προγόνους, μία τεράστια γήινη σφαίρα καταστράφηκε και έγινε πολλά κομμάτια στα βάθη της Δημιουργίας, με την έγκριση του Κυρίου. Εκεί κατοικούσαν πάρα πολλοί γιγαντιαίοι άνθρωποι.

Η καταστροφή ήταν ξαφνική και κανείς δεν την περίμενε, μολονότι πολλές φορές την είχαν προφητέψει στους ανθρώ­πους εκείνους. Τότε, επτά από τους ανθρώπους του πλανήτη που αναφέραμε έπεσαν στην Άνω Αίγυπτο, σε διάφορα ανοιχτά μέρη της μεγάλης αυτής χώρας, και προκάλεσαν με την ισχυρή πτώση τους πολύ μεγάλους σεισμούς.

Αυτή η ανθρώπινη βροχή διήρκησε πάνω από δέκα μέρες, δηλαδή από τότε που έπεσε ο πρώτος μέχρι να πέσει κι ο τε­λευταίος. Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και τρόμαξαν πολύ όλο αυτό το διάστημα. Ιδιαίτερα φοβόντουσαν ότι θα μπορούσε να πέσει ένας τέτοιος γίγαντας τη νύχτα πάνω τους και να τους καταπλα­κώσει όλους. Γι’ αυτό, ατένιζαν με σφιγμένη την καρδιά τον ουρανό, μήπως κάποιος τέτοιος απρόσκλητος επισκέπτης από τα σύννεφα τους κάνει ξανά μια ανεπιθύμητη επίσκεψη.

Για τα επόμενα δέκα χρόνια περίπου, είχαν εγκαταστήσει μόνιμες σκοπιές να παρατηρούν μήπως πέσει πάλι κανένας πα­ρόμοιος τρομερός ταξιδιώτης από τον ουρανό πάνω τους. Μια και, όμως, μετά από τις δέκα εκείνες μέρες, δεν υπήρχε πια ού­τε ίχνος απ’ αυτούς, οι ψυχές των κατοίκων σιγά-σιγά ηρέμη­σαν. Τόλμησαν μάλιστα να πλησιάσουν τα γιγαντιαία, αποξη­ραμένα πτώματα που ήταν σπαρμένα σε απόσταση, που για να την διασχίσει κανείς ήθελε ένα τέταρτο της ημέρας.

Οι σοφοί που υπήρχαν ανάμεσα σ’ εκείνους τους πρώτους Αιγυπτίους πίστευαν, βέβαια, ότι οι γίγαντες ήταν κάτοικοι μιας μακρινής χώρας, που τιμωρήθηκαν από το πνεύμα του Θεού επειδή είχαν διαπράξει ιεροσυλία εναντίον του. Ακόμη, πίστευαν ότι τότε ο Θεός, μέσα στη δίκαιη οργή Του, είχε ανα­θέσει στα ισχυρά Του πνεύματα να τους πάρουν από τη γη τους και να τους ρίξουν εδώ πέρα, για να δείξει στους Αιγυπτίους ότι Εκείνος δεν κάνει εξαίρεση ούτε για τους δυνατότερους γί­γαντες, αν δράσουν ενάντια στο θέλημα Του. Με δυο λόγια, στο τέλος άρχισαν να καίνε κομμάτι-κομμάτι τους γίγαντες, και σε πενήντα χρόνια δεν μπορούσε κανείς πια ν’ ανακαλύ­ψει πουθενά ούτε ένα ίχνος τους.

Αυτό, όμως, που παρ’ όλ’ αυτά συγκράτησαν οι Αιγύπτιοι από αυτές τις τεράστιες ανθρώπινες μορφές, ήταν το εξής: Επειδή οι γίγαντες είχαν χαραχτεί πολύ καλά στη μνήμη τους, πέρασαν σιγά-σιγά σ’ ένα πνεύμα τεράστιου για όλα τα πράγ­ματα, πράγμα για το οποίο τα πρώτα γλυπτά τους αποτελούν κάτι περισσότερο από μια χειροπιαστή απόδειξη.

Στο ναό του JA BU SIM BIL, σε καθένα από τα τρία τμή­ματα του υπάρχουν επτά αγάλματα γιγάντων που φέρουν την οροφή, φορούν μάλιστα την ενδυμασία εκείνων των μεγάλων ταξιδιωτών που ήρθαν από τον αέρα. Και οι Αιγύπτιοι, που έως τότε κυκλοφορούσαν σχεδόν γυμνοί, άρχισαν να ντύνο­νται με τον ίδιο τρόπο, και για το λόγο αυτόν όλα τα παλιά λεί­ψανα που βρίσκονται μέχρι τη σημερινή μέρα, είναι επίσης έτσι ντυμένα. Οι μούμιες και οι σαρκοφάγοι τους είναι γεμά­τες τέτοια παραδείγματα.»

Ο αρχηγός ρωτάει τι νόημα είχαν για τους αρχαίους Αιγυ­πτίους οι σαρκοφάγοι και γιατί ονόμαζαν έτσι τόσο τα μεγά­λα, όσο και τα μικρότερα συμπαγή αυτά φέρετρα.

Ο Ραφαήλ απαντά: «Αυτό θα σας το πω αμέσως και μάλι­στα αναλυτικά! Ξέρετε ότι σ’ αυτήν τη χώρα η ταφή των νε­κρών γίνεται τις περισσότερες φορές με πολύ ιδιαίτερο τρό­πο, γιατί μέσα στο ξηρό έδαφος, το σώμα του νεκρού πολύ δύ­σκολα μπορεί ν’ αποσυντεθεί και να καταστραφεί. Από την άλλη μεριά, ούτε κοντά στο Νείλο, που έχει περισσότερη υγρα­σία, ήθελαν να θάβουν τους νεκρούς, ώστε να μη μολύνεται το νερό του ποταμού. Όμως, για τους αρχαίους Αιγυπτίους ήταν απαράδεκτη η ιδέα ν’ αφήσουν εκτεθειμένους τους νεκρούς ή, ακόμη χειρότερα, να τους δώσουν ως βορά στα άγρια ζώα. Σέβονταν πολύ τις σορούς των νεκρών αδελφών, ώστε δεν μπορούσαν να ενεργήσουν με τέτοιο ατιμωτικό τρόπο. Αλ­λά τι άλλο μπορούσαν να κάνουν;

Τότε τους ήρθε μια πολύ έξυπνη ιδέα! Κατασκεύασαν από πέτρα τεράστια φέρετρα, αργότερα δε και πολύ μικρότερα, στα οποία χωρούσαν άνετα έως τρεις σοροί. Κάθε φέρετρο είχε ένα σχετικά μεγάλο και βαρύ κάλυμμα. Αφού τοποθετούσαν σ’ ένα τέτοιο φέρετρο έναν ή περισσότερους νεκρούς, που προ­ηγουμένως τους είχαν αλείψει καλά με MUM (MUMA ή MUΜΙΕ = πίσσα), πύρωναν κατόπιν το κάλυμμα και έκλειναν μ’ αυτό το φέρετρο, κατά κάποιον τρόπο, αιώνια. Με τον τρόπο αυτό, οι σοροί αποξηραίνονταν εντελώς μέσα στο φέρετρο και, αν τα καλύμματα ήταν πολύ μεγάλα και ζεστά, καμμιά φορά απανθρακώνονταν ή αποτεφρώνονταν εντελώς.

Όμως, σε μεγαλύτερα μέρη και κοινότητες υπήρχαν επί­σης κοινά φέρετρα που τα άνοιγαν ξανά μετά από επτά χρό­νια. Έτσι, τα γέμιζαν πάλι σιγά-σιγά με σορούς και τα έκλει­ναν εντελώς. Μετά άναβαν μια μεγάλη φωτιά πάνω στο κά­λυμμα, με αποτέλεσμα, βέβαια, οι σοροί ν’ αποτεφρώνονται. Όταν ένα τέτοιο φέρετρο είχε πια γεμίσει με τέφρα, δεν το άνοιγαν ξανά παρά έμενε έτσι ως λατρευτικό μνημείο για να θυμίζει πόσο εφήμερο είναι κάθε τι το επίγειο.

Με τον καιρό, έχτισαν πάνω από τα φέρετρα θόλους και πυραμίδες. Έτσι, ακόμη και σήμερα βρίσκουμε στην περιοχή των πυραμίδων ένα σωρό τέτοια φέρετρα, μέσα σε μικρότερους ή μεγαλύτερους θόλους (KAITU COMBA, δηλαδή, κρυμμένος θάλαμος). Αυτά λοιπόν τα φέρετρα ονομάστηκαν σαρκοφά­γοι, επειδή στην αρχαία γλώσσα των Αιγυπτίων SARKO ση­μαίνει πυρακτωμένος και VAGA (Vascha) βαρύ.κάλυμμα.

Να, λοιπόν, τα σχετικά με τις σαρκοφάγους σου. Τώρα όμως θα αποκαλύψουμε το τέταρτο μαργαριτάρι και θα δού­με τι θα μας αποκαλύψει!»

Ο άγγελος το παίρνει προσεκτικά στο χέρι του και αφαι­ρεί το περίβλημα.

Ο αρχηγός τον ρωτάει: «Θαυμαστέ νέε, δάκτυλε που υπη­ρετείς τον Ύψιστο, μη θυμώσεις που θα σου κάνω μια παρεν­θετική ερώτηση! Επειδή γενικά έχεις θαυματουργές δυνάμεις, προβληματίζομαι με το σφυρί. Σου είναι απόλυτα απαραίτη­το ή το χρησιμοποιείς μόνο για να μας φανείς πιο φυσικός, ώστε να μπορέσουμε να σε βλέπουμε και να σ’ ακούμε με λι­γότερο φόβο και περισσότερη ηρεμία;»

Ο άγγελος λέει: «Ούτε το ένα, ούτε το άλλο! Το κάνω απλά για να σας δείξω τι πρέπει να κάνετε εσείς σε παρόμοιες περι­πτώσεις αν τύχει να βρείτε τέτοιες πέτρες, ώστε να τους αφαι­ρέσετε το περίβλημα τους. Ιδιαίτερα στην Άνω και στην Κε­ντρική Αίγυπτο υπάρχουν πολλές τέτοιες πέτρες, και μάλιστα σπαρμένες μέσα στην έρημο. Φυσικά, λίγες πια θα κρύβουν μαργαριτάρια. Μα και οι άλλες έχουν διάφορα σύμβολα, επι­γραφές και απεικονίσεις. Γιατί οι αρχαίοι Αιγύπτιοι δεν είχαν ακόμη χαρτί για να γράφουν. Για το λόγο αυτό, χρησιμοποιού­σαν πέτρινες επιφάνειες, όπου έγραφαν διάφορα για να μην ξεχαστούν, χαράσσοντας τες αρχικά με εργαλεία από κόκκαλα κι αργότερα από χαλκό.

Όπως είναι φυσικό, οι πρώτες καταγραφές κυρίως αφορούν απλά στοιχεία σχετικά με τα κοπάδια τους. Οι κατοπινές, όμως, περιλαμβάνουν -όπως αυτά τα μαργαριτάρια- πληροφορίες μεγάλες και σημαντικές, όχι μόνο γι’ αυτήν τη μεγάλη χώρα και το λαό της, μα συνάμα για ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί ήταν θέλημα του Κυρίου αυτή η χώρα ν’ αποτελέσει ένα καλό προ­παρασκευαστικό σχολείο για την κάθοδο Του στη Γη, και γι1 αυτό έστειλε τον εκλεκτό του λαό, τους Εβραίους, για πολλά χρόνια στο σχολείο αυτό της Αιγύπτου. Και ο Μωϋσής, ο μεγά­λος προφήτης του Κυρίου, εκπαιδεύθηκε στις σχολές του ΚΑΗΙ (KAHIRO), στις Θήβες (ΤΗΕΒΑI ή THEBSAI = ψυχιατρείο, που αργότερα έγινε, βέβαια, μια μεγάλη πολυάνθρωπη πόλη), στο KAR NAG στο KORAK, καθώς και στις αρχαιότερες πόλεις Μέμφις, Διαθίρα (DIA DAIRA = τόπος υποχρεωτικής εργα­σίας) και Ελεφαντίνη (EL ΕΙ FANTI = οι απόγονοι των παιδιών του Θεού). Μόνο όταν έγινε πενήντα επτά χρονών οδηγήθηκε στο Μαντάν πάνω από το Σουέζ, κατά τη φυγή του εξαιτίας ενός σκληρού VARION (PHARAO), όπου έλαβε από το πνεύ­μα του Θεού μία ανώτατη μύηση. Την υπόλοιπη ιστορία του μετά από αυτό μπορείτε να την διαβάσετε στη Γραφή.

Η Αίγυπτος είχε οριστεί, με δυο λόγια, να είναι ένα προ­καταρκτικό σχολείο, οι δε κάτοικοι της χώρας αυτής, που εί­ναι από τις πρώτες που κατοικήθηκαν, διέθεταν από πάρα πο­λύ παλιά το χάρισμα της σοφίας, έκαναν εμπόριο και είχαν επαφή με σχεδόν όλους τους αναπτυγμένους λαούς της Γης. Τώρα, λοιπόν, καταλαβαίνετε γιατί όλα όσα έχουν βρεθεί στη χώρα αυτή έχουν συχνά βαθύ νόημα.

Τώρα σχετικά με το τέταρτο μαργαριτάρι που αποκαλύ­ψαμε:

Εδώ βλέπουμε αρκετές εικόνες κυνηγών με φαρέτρες, τό­ξα και βέλη, καθώς κι ένα μεγάλο κοπάδι περικυκλωμένο από λιοντάρια. Αυτό εννοεί ένα μεγάλο αγώνα των Αιγυπτίων ενά­ντια στα λιοντάρια, που εκείνη την εποχή ήταν πολλά και απει­λούσαν τα παχιά κοπάδια της Αιγύπτου.

Δεξιότερα από τη σκηνή αυτή, βλέπετε τους βοσκότοπους να είναι ήδη περικυκλωμένοι από τείχη, που-πάνω τους βρί­σκονται κεφαλές ταύρων με τα κέρατα στραμμένα άλλοτε προς τα πάνω, άλλοτε προς τα κάτω ή προς το πλάι. Όλ’ αυτά υπο­δηλώνουν ότι τα κοπάδια ήταν πάντα εξαιρετικά ανυπερά­σπιστα σε μεγάλο κίνδυνο πριν περιτοιχιστούν οι βοσκότοποι. Στις γωνίες των τοίχων βλέπετε επίσης ένα μεγάλο σκυλί έτοι­μο να επιτεθεί, άλλοτε όρθιο κι άλλοτε ξαπλωμένο. Το όνομα που έδιναν στο φύλακα αυτόν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είναι PAS ή PASTSHIER (φύλακας του βοσκότοπου).

Εδώ, ακόμη πιο δεξιά, βλέπετε και πάλι τον βασιλέα-ποι-μένα SHIVINZ (SPHINX), στο πλευρό του ένα τεράστιο σκυλί και μπροστά σ’ αυτό πολλά κομμάτια του λιονταριού. Όμως ακόμη δεξιότερα και πιο ψηλά βλέπουμε το ίδιο σκυλί και κά­τω απ’ αυτό την εικόνα του ήλιου και της σελήνης. Τι σημαί­νει αυτό;

Ακούστε! Ο Shiyinz μας είχε στ’ αλήθεια, ως βασιλιάς των βοσκών, ένα από τα μεγαλύτερα σκυλιά, που μπροστά του ού­τε λιοντάρι ούτε πάνθηρας ήταν ασφαλή. Αυτό το σκυλί φύ­λαγε για πολύ καιρό τα κοπάδια του SHIVINZ. Όταν, όμως, με τον καιρό το σκυλί αυτό γέρασε και πέθανε, ο SHIVINZ απο­φάσισε, από σεβασμό στη μνήμη του, να απαθανατίσει συμ­βολικά την εικόνα του ζώου αυτού σε έναν αστερισμό του Νό­του. Έδωσε στον αστερισμό το όνομα του μεγάλου σκύλου που φύλαγε για χρόνια πιστά τα κοπάδια του βασιλιά. Το ότι ο βασιλιάς έδωσε στο σκύλο του μια θέση ανάμεσα στ’ αστέ­ρια φαίνεται από το ότι κάτω από την κοιλιά του βρίσκονται ο ήλιος και η σελήνη. Κάθε τι που από κάτω του βλέπουμε τον ήλιο και τη σελήνη, περιλαμβάνεται συμβολικά στ’ αστέρια σε ανάμνηση κάποιου εξαιρετικά σημαντικού γεγονότος.

Σήμερα, ειδικά στη χώρα εδώ όπου δεν υπάρχουν πλέον σχεδόν καθόλου αρπακτικά ζώα, ένα πολύ μεγάλο ζώο-φύλακας προφανώς δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία. Αλλά στην αρχαία Αίγυπτο, όπου υπήρχαν – κι ακόμη υπάρχουν κάποιες φορές- αγέλες ολόκληρες αρπακτικών θηρίων, ένα μεγάλο, δυνατό και θαρραλέο σκυλί ήταν πάρα πολύ αναγκαίο. Πρώτα-πρώτα γιατί ήταν ο πιο πιστός φύλακας των κοπαδιών. Η συντήρηση του ήταν πολύ εύκολη, γιατί συνήθως αυτή η με­γαλόσωμη ράτσα τρεφόταν με ποντίκια του αγρού που υπήρ­χαν αμέτρητα στη χώρα. Έτρωγαν επίσης τις μεγάλες ακρίδες, χιλιάδες σε μια μέρα. Μόνο μια φορά την ημέρα έπιναν λίγο γάλα, κι αυτό τα έκανε να παραμένουν πιστά στο κοπάδι.

Παράλληλα όμως με τα μεγάλα σκυλιά, στους Αιγυπτίους ήταν αγαπητό και ένα πιο μικρόσωμο είδος. Το όνομα του ή­ταν MAL PAS (μικρό σκυλί). Αυτά έκαναν πολλή φασαρία. Στην αρχαία γλώσσα, POROSHIT σημαίνει “αυτός που δίνει σήματα ή κάνει φασαρία”. Αν ένα ξένο στοιχείο πλησίαζε έ­να σπίτι ή ένα κοπάδι, αμέσως τα μικρά σκυλιά άρχιζαν να γαυγίζουν, τραβώντας έτσι την προσοχή των μεγάλων, που άρ­χιζαν το δικό τους, επιβλητικό γαύγισμα, προκαλώντας το σε­βασμό των άγριων θηρίων στην περιοχή και κάνοντας τα ν’ αποσυρθούν.

Συχνά, τα μικρά σκυλιά ήταν επίσης φύλακες των πουλε­ρικών και των νεοσσών, πράγμα για το οποίο τους έκαναν ει­δική εκπαίδευση. Όλ’ αυτά τα είχε επινοήσει ο SHIVINZ, που πρώτος έκανε τα πουλιά αυτά χρήσιμα κατοικίδια κι έδειξε στους Αιγυπτίους πόσο καλό ήταν το κρέας τους και πόσο νόστιμα τα αυγά τους, τηγανητά ή βρασμένα. Έτσι, έδειξε στους κατοίκους της μεγάλης αυτής χώρας, που στο μεταξύ εί­χαν γίνει εξαιρετικά πολυάριθμοι, καινούργια τρόφιμα και κο­πάδια, που αργότερα τα έβρισκαν εξαιρετικά νόστιμα, τόσο το ψητό όσο και το αυγό, διαφορετικά δεν θα είχε ξεσπάσει αρ­γότερα ένας μεγάλος πόλεμος πουλερικών, τον οποίο αναφέ­ρει με μυθολογικό τρόπο ακόμη και ο Έλληνας Ιστορικός Ηρό­δοτος.

Ο SHIVINZ μας, που στερέωσε στον ουρανό το μεγάλο σκύλο, έδωσε και στον μικρό μια θέση ανάμεσα στ’ άστρα και μου έδωσε το όνομα PORISHION (PROZION). Κοντά του βρί­σκεται η γριά KOKLA (κλώσσα). Αργότερα, ο αστερισμός αυ­τός έχει επίσης το όνομα PELEADA ή PELEADZA, και από έ­να λανθασμένο μύθο τους οι Έλληνες του έδωσαν το όνομα Πλειάδες.

Εδώ, στο ανώτατο σημείο του μαργαριταριού, τα βλέπετε κι αυτά καλά σχεδιασμένα και μπορείτε να καταλάβετε απ’ αυτά πόσο έξυπνος ήταν ο SHIVINZ. Δεν τον ένοιαζε τόσο να θυμούνται πάντοτε οι μαθητές του, χάρη στους αστερισμούς αυτούς που εύκολα διακρίνονται, τα σκυλιά και τις κότες του, αλλά περισσότερο να τους διδάξει να γνωρίζουν την πορεία του χρόνου με βάση τα άστρα.

Ο ίδιος έφτιαξε στη DIADAIRA (Διαθίρα) τον πρώτο ζω­διακό (SA DIAZC = για τους εργάτες). τον βρήκε πρώτα στο στερέωμα κι έδωσε στους αστερισμούς ονόματα σύμφωνα με όσα συνέβαιναν παράλληλα στη χώρα, όπως θα δούμε αμέσως στο πέμπτο μαργαριτάρι».

(Ραφαήλ): «Τώρα, προσέξτε καλά! Να το πέμπτο μαργα­ριτάρι! Σας έχω δείξει ήδη πώς πρέπει να χρησιμοποιείτε πα­ρόμοια ευρήματα από την αρχαία εποχή και πώς να τα αποκα­λύπτετε, γι’ αυτό θα αποκαλύψω τα υπόλοιπα τρία μόνο με τη δύναμη της θέλησης μου κοιτάξτε, να το και το πέμπτο μαρ­γαριτάρι γυμνό μπροστά μας!

Εδώ, αμέσως βλέπετε ένα ζωδιακό από τη Διαθίρα, χαραγ­μένο στην ωραιότερη και μεγαλύτερη επιφάνεια του μαργαρι­ταριού. Εκεί είναι ένας κολοσσιαίος ναός. 365 κίονες, από τους μεγαλύτερους του είδους τους, κρατούν μία εξίσου βαριά αψί­δα από κοκκινωπούς γρανιτένιους ογκόλιθους, κατασκευασμέ­νη σύμφωνα με τους κανόνες της αρχιτεκτονικής και πολύ στα­θερή. Η κορυφή του τόξου απέχει από το έδαφος όσο το ύψος εξήντα έξι αντρών. Η αψίδα έχει συνολικά 365 ανοίγματα έτσι διευθετημένα, ώστε όσο ο ήλιος βρίσκεται κάτω από έναν α­στερισμό, το φως του αναγκαστικά έπεφτε, ακριβώς στη μέση της ημέρας, στο κέντρο ενός κίονα που στεκόταν στη μέ­ση του ναού. Το φως που περνούσε από τα άλλα ανοίγματα, έπεφτε, βέβαια, επίσης σε διάφορες ώρες της ημέρας, πάνω στον βωμό, ποτέ όμως δεν περνούσε από το κέντρο, παρά απέ-κλινε κατά μία ή περισσότερες μοίρες πλαγίως.

Η πολύ καλά σχεδιασμένη αυτή αψίδα υπάρχει ακόμη στις μέρες μας, αν και κάπως ταλαιπωρημένη από το χρόνο, και θα υπάρχει για πολύ καιρό ως οδηγός εκείνων που ξέρουν τ’ άστρα.

Θα ρωτήσετε για ποιο σκοπό κατασκεύασε άραγε ο SHIV­INZ την αψίδα αυτή, σίγουρα με πολύ μεγάλο κόπο. Πριν από αυτό, δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη διαίρεση του χρόνου. Οι άνθρωποι δεν πρόσεχαν σχεδόν καθόλου το ότι οι ημέρες μίκραιναν και μεγάλωναν. Το φεγγάρι ήταν ακόμη το πιο ασφα­λές και αξιόπιστο μέσο για τη μέτρηση του χρόνου. Στη Διαθίρα, ως τόπο καταναγκαστικής εργασίας, είχαν ανάγκη μία συγκεκριμένη διαίρεση του χρόνου τόσο την ημέρα, όσο και τη νύχτα. Για το σκοπό αυτόν και για να υπάρξει μια συγκεκρι­μένη τάξη, ο SHIVINZ κατασκεύασε την αψίδα. Αυτό διήρκησε δέκα ολόκληρα χρόνια και απασχόλησε εκατό χιλιάδες εργάτες.

Φυσικά, η αψίδα είχε μεγάλο πλάτος. Κάθε 30 και 31 τρύ­πες απεικονιζόταν το σύμβολο ενός από τα δώδεκα σημεία του ζωδιακού, πάνω δε από αυτές τις εικόνες, που συνήθως ήταν ζωγραφισμένες με κόκκινο χρώμα, απεικονίζονταν στο λευκό και με μεγάλη ακρίβεια οι ίδιοι οι αστερισμοί. Εδώ, στο μαργα­ριτάρι, βλέπετε σχεδιασμένο το εσωτερικό τμήμα της αψίδας, με λεπτές γραμμές που ύστερα τρίβονταν με σκούρο κόκκινο χρώμα, και μπορείτε να καταλάβετε πόσο αφυπνισμένο πνεύμα ήταν ο SHIVINZ και πόσο απεριόριστο σεβασμό του έδειχναν οι λαοί της Αιγύπτου. Αυτό είχε, βέβαια, ως αποτέλεσμα το ό­τι με ένα μόνο νεύμα του, χιλιάδες άνθρωποι άρχιζαν να κινη­τοποιούν όλη τους την ενεργητικότητα προκειμένου να ξεφυ­τρώσει πάνω στο έδαφος ένα εξαιρετικά μεγαλόπρεπο έργο!

Τους πιο σοφούς ανάμεσα στο λαό τους έκανε δάσκαλους και ιερείς και έφτιαξε παντού σχολεία, όπου διδάσκονταν διάφοροι τομείς ωφέλιμοι για την ανθρώπινη δραστηριότητα. Όμως, τη βαθύτατη γνώση γύρω από τα θεία μπορούσε κανείς να την κερδίσει μόνο στο KAR NAG του KORAK και, τέλος, στο JA BU SIM BIL, μυστικά και μετά από πολλές και σκληρές δοκιμασίες».

Στο σημείο αυτό, ο γέρο-ξενοδόχος Μάρκος ρώτησε, διακόπτοντας τις εξηγήσεις του αγγέλου: «Αγαπημένε φίλε, μια και μας αποκαλύπτεις τώρα τα μαργαριτάρια σου, δεν θα ήθελες να μας εξηγήσεις τι συμβαίνει μ’ αυτή την ιδιαίτερα παράξενη Σφίγγα, που όντας μισή γυναίκα, μισή ζώο, έβαζε στους ανθρώπους το γνωστό αίνιγμα με τίμημα τη ζωή τους; Ρωτούσε δηλαδή τι ζώο είναι αυτό που το πρωί περπατάει με τα τέσσερα, το μεσημέρι με τα δύο και το βράδι με τρία πό­δια. Η μυστηριώδης Σφίγγα σκότωνε όποιον δεν έλυνε το αί­νιγμα, ενώ υποτίθεται ότι θα την σκότωνε εκείνος που θα έβρι­σκε την απάντηση. Υπάρχει σ’ όλ’ αυτά κάτι το πραγματικό ή όχι;»

Ο Ραφαήλ λέει: «Κοίτα- το έκτο μαργαριτάρι-θα δώσει απάντηση σ’ αυτό που ρωτάς. Νάτο, αποκαλυμμένο! Τι βλέ­πεις με την πρώτη ματιά;»

Ο Μάρκος απαντά: «Βλέπω και πάλι τη γιγαντιαία απει­κόνιση του SHIVINZ και αρκετές πυραμίδες. Μπροστά στη με­γαλύτερη ορθώνονται δύο μυτεροί κίονες που ονομάζονται OUBELISKE και στο πλάι, σε πραγματική απόσταση κάπου με­ρικών εκατοντάδων βημάτων, πράγμα που βέβαια δεν διαπι­στώνεται από την εικόνα, υπάρχει άλλο ένα τεράστιο άγαλμα. Έχει κεφάλι γυναίκας, γυναικεία χέρια και στήθος. Εκεί όπου τελειώνει το στήθος κι αρχίζει η κοιλιά, υπάρχει ένα ακαθόρι­στο σώμα ζώου. Πίσω από αυτό το παράξενο άγαλμα βρίσκε­ται ένα μεγάλο κυκλικό τείχος που περιβάλλει έναν εκτεταμέ­νο βοσκότοπο. Όλ’ αυτά φαίνεται ότι αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. Τι σημαίνουν;»

Ο Ραφαήλ λέει: «Η τεράστια προτομή είναι του SHTVINZ. Την έφτιαξε ο λαός με δική του πρωτοβουλία και με δικά του έξοδα, επιστρατεύοντας τους καλύτερους γλύπτες και χτίστες, για να τιμήσει τον μεγάλο ευεργέτη. Η μεγάλη πυραμίδα με τους δύο οβελίσκους ήταν ένα σχολείο αυτογνωσίας. Στο εσω­τερικό της υπήρχαν μεγάλοι χώροι και μακριοί διάδρομοι προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπήρχαν διάφορες περίεργες εγκατα­στάσεις για ν’ αποκτήσει κανείς αυτογνωσία και, μέσα απ’ αυ­τήν, τη γνώση του ύψιστου θείου Πνεύματος. Μερικές φορές έμοιαζαν φοβερές, σπάνια όμως δεν πετύχαιναν το στόχο τους. Οι υπόλοιπες πυραμίδες είναι συνήθως απλά σημάδια των υπο­γείων εκείνων σημείων όπου υπάρχουν πολλές σαρκοφάγοι, κι έχουν χτιστεί πάνω τους, όπως ήδη σας έδειξα.

Αυτή την εποχή, όμως, στην πλατιά και μακριά κοιλάδα του Νείλου υπάρχουν πολλές ακόμη πυραμίδες και διάφοροι ναοί χτισμένοι από τους Φαραώ πολύ αργότερα, στον καιρό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Εδώ δεν θα γίνει λό­γος γι’ αυτές, παρά μόνο για όσες χτίστηκαν από τον SHIV­INZ.

Το ουσιαστικό, αρχαίο τους όνομα ήταν PIRAMIDAI, που σημαίνει “δώσε μου γνώση”, ενώ το όνομα των δύο οβελί­σκων, OUBELOISKA, σημαίνει “ο καθαρός αναζητεί το ανώτερο, το ωραίο, το καθαρό”. Βασικά, BELO σήμαινε “λευκό”, επειδή όμως στην αρχαία Αίγυπτο το κατάλευκο ήταν σύμβο­λο του καθαρού, του ωραίου και του ανώτερου, γι’ αυτό η λέ­ξη απέκτησε κι αυτήν τη σημασία.

Η φήμη της καλής επιρροής των σχολών αυτών γρήγορα εξαπλώθηκε, οπότε σύντομα ήρθαν ξένοι να τις επισκεφτούν. Ήταν μάλιστα τόσο πολλοί, που δεν υπήρχε χώρος για τη φι­λοξενία τους. Τότε ο SHIVINZ, κατά τον τελευταίο καιρό της διακυβέρνησης του, επινόησε ένα μάλλον καταστροφικό τρό­πο να εμποδίσει τις υπερβολικά συχνές επισκέψεις των ξένων στις σχολές που είχε ιδρύσει. Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που επι­νόησε;

Στο μαργαριτάρι βλέπετε το άγαλμα που είναι μισό άνθρω­πος, μισό ζώο. Ήταν κούφιο και ένας άνθρωπος μπορούσε, ανεβαίνοντας μια γυριστή σκάλα στο εσωτερικό του, να φθά­σει στο κεφάλι και να μιλήσει από το στόμα του, που είχε ένα κωνικό άνοιγμα προς τα έξω, δυνατά και καθαρά. Η δυνατή αυτή φωνή έδινε την εντύπωση ότι το άγαλμα ήταν που μιλού­σε. Όταν, λοιπόν, οι ξένοι έφθαναν εκεί ζητώντας να γίνουν δεκτοί στη σχολή, τότε ένας υπηρέτης του αγάλματος τους εξη­γούσε ότι έπρεπε να σταθούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο μπροστά από αυτό το άγαλμα, που ήταν εξωτερικά μεν νεκρό, εσωτερικά όμως ζωντανό, και μάλιστα ο ένας μετά τον άλλον. Τότε, ο SHIVINZ έκανε, στον καθένα απ’ όσους ήθελαν να γί­νουν μαθητές στις πυραμίδες, μια αινιγματική ερώτηση ζωής και θανάτου. Αν ο ερωτώμενος απαντούσε σωστά, γινόταν δε­κτός, μαζί δε με την εισδοχή του, του παραχωρούσαν το δικαί­ωμα να κάνει κι αυτός μια ερώτηση στο άγαλμα. Αν εκείνο δεν ήταν σε θέση να του δώσει μια ικανοποιητική απάντηση, θα είχε το δικαίωμα να το καταστρέψει, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο να το δολοφονήσει.

Όμως, την ερώτηση την γνωστοποιούσαν τρεις μέρες πριν, ώστε ο ερωτώμενος να έχει καιρό να σκεφτεί. Αλλά την τρί­τη ημέρα, όταν εκείνος άκουγε την ερώτηση από το στόμα του αγάλματος και παιζόταν η ζωή ή ο θάνατος του, ασφαλώς κα­νένας δεν το διακινδύνευε, παρά αποσυρόταν, πλήρωνε το απαιτούμενο τέλος για την προκαταρκτική ερώτηση και επέ­στρεφε στη συχνά μακρινή πατρίδα του.

Ένας κατοπινός μύθος λέει ότι κάποιος Έλληνας κατάφε­ρε να απαντήσει στο παλιό αίνιγμα. Αυτό όμως είναι, μαζί με εκατοντάδες άλλα, ένας μύθος απογυμνωμένος από κάθε πραγ­ματικότητα. Γιατί το φημισμένο αίνιγμα το απάντησε ο Μωϋσής, χωρίς ωστόσο να καταστρέψει το άγαλμα, αφού κι αυ­τό μπορούμε να το δούμε σήμερα, αν και κάπως φθαρμένο από το χρόνο.

Φυσικά, η εσωτερική εγκατάσταση δεν μπορεί πια να βρε­θεί, επειδή έχει σκεπαστεί από άμμο και λάσπη. Γιατί ο Νεί­λος κάθε εκατό ή καμιά φορά κάθε διακόσια χρόνια υπερχει­λίζει ασυνήθιστα, τόσο πολύ, ώστε τα κύματα του ανεβαίνουν στα στενότερα μέρη της κοιλάδας περισσότερο από τριάντα πήχεις πάνω από τη συνηθισμένη του στάθμη. Έτσι καταστρέ­φονται και γίνονται άχρηστα πολλά, γιατί πέτρες, άμμος και λάσπη κυλούν και δημιουργούν ίζημα πάνω στα παλιά, όμορ­φα λιβάδια.

Μετά την εποχή του SHIVINZ έγιναν δύο πλημμύρες του Νείλου, και τότε τα κύματα έφθασαν πολύ ψηλότερα από τις κορυφές των πυραμίδων. Μια άλλη τέτοια πλημμύρα έγινε 870 χρόνια πριν από σήμερα, κι εξαιτίας της ο ναός του JA BU SIM BIL καταστράφηκε σχεδόν κατά το ήμισυ και καλύφθηκε από λάσπη. Από τότε, δεν κατάφεραν να καθαρίσουν εντελώς ού­τε αυτόν ούτε πολλά άλλα μνημεία από τη λάσπη και την άμ­μο. Το ίδιο συμβαίνει και με το μυστηριώδες μας άγαλμα: εσω­τερικά είναι γεμάτο με ξεραμένη λάσπη και με άμμο, που προ­φανώς κανείς δεν θα μπορέσει πια να απομακρύνει! Αυτή είναι, αγαπητέ μου Μάρκο, η αλήθεια για τη μυστηριώδη Σφίγγα! Κατάλαβες τώρα;»

Ο Μάρκος λέει: «Και μέσα σε περίπου χίλια χρόνια δεν βρέθηκε κανένας τόσο γενναίος, ώστε να ακούσει από τη Σφίγ­γα το γνωστό αίνιγμα με κίνδυνο να χάσει τη ζωή του; Κι αν κάποιος το έκανε, τι θα του συνέβαινε, αφού εννοείται ότι δεν θα μπορούσε να απαντήσει στο αίνιγμα;»

Ο Ραφαήλ είπε: «Στο σημείο όπου στεκόταν ο ερωτώμε­νος υπήρχε μία καταπακτή, από την οποία ήταν εύκολο να ρι­χτεί σε ένα πηγάδι. Όταν δε κατέβαινε εκεί, θα τον έπιαναν αρκετοί υπηρέτες και μέσα από υπόγειους διαδρόμους θα τον οδηγούσαν, χάρη στο θάρρος του, ακόμη κι αν δεν είχε λύσει το αίνιγμα, στη σχολή, την οποία δεν θα εγκατέλειπε πριν γί­νει ολοκληρωμένος άνθρωπος. Όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Και τον καιρό που απαντήθηκε το αίνιγμα, αυτή η πα­νάρχαια εγκατάσταση ήταν κιόλας τόσο θαμμένη στη λάσπη και στην άμμο, που είχε καταντήσει ολότελα άχρηστη, ενώ οι πρώτοι βασιλείς-ποιμένες και ο λαός τους είχαν τότε νικηθεί από καιρό από ένα φοινικικό λαό και οι ίδιοι οι Φαραώ ήταν ήδη τον καιρό του Μωϋσή Φοίνικες.

Τώρα, λοιπόν, ξέρεις τα πράγματα εν συντομία, και γι’ αυ­τό θα περάσουμε στο έβδομο και τελευταίο μαργαριτάρι.»

(Ραφαήλ:) «Κοιτάξτε! Νάτο κιόλας! Τι βλέπετε πάνω σ’ αυτό; Σίγουρα κάτι διακρίνετε, αλλά δεν το αναγνωρίζετε. Πά­νω στο πολύ ωραίο αυτό μαργαριτάρι είναν σχεδιασμένοι όλοι οι αστερισμοί κι έχουν τριφτεί με καφεκόκκινο χρώμα, έχουν δε μείνει καλά διατηρημένοι μέχρι αυτή την ώρα.

Από αυτό το μαργαριτάρι δεν μαθαίνουμε πολλά άλλα ή ιδιαίτερα σημαντικά πράγματα. Πάντως, μπορούμε να κατα­λάβουμε ένα τουλάχιστον: ότι ο SHIVINZ γνώριζε καλά τον έναστρο ουρανό και ασφαλώς είναι ο πρώτος που κατέταξε τους αστερισμούς σε ένα συγκεκριμένο σύστημα. Και εκείνοι ακόμη φέρουν το όνομα που τους έδωσε, .μέχρι την ώρα που μιλάμε!

Πριν από τη βασιλεία του, οι Αιγύπτιοι δεν είχαν ακόμη καταφέρει πολλά ούτε ως προς τα σύμβολα και τα γράμματα που προέρχονται από αυτά, ούτε ως προς την αυτογνωσία τους, πολλώ δε μάλλον ως προς τη γνώση του Θεού. Όμως ο SHIV­INZ τα έβαλε όλ’ αυτά με ανείπωτο κόπο σε τάξη και έκανε τον μέχρι τότε νομαδικό λαό έναν από τους πιο μορφωμένους και σοφότερους λαούς ολόκληρης της Γης, πράγμα που, όπως είναι φυσικό, με τον καιρό προκάλεσε το φθόνο πολλών. Γιατί οι ξένοι πολύ γρήγορα έβρισκαν αξιοζήλευτο το μεγαλοπρεπή πολιτισμό της χώρας και του λαού της. Όλα όσα έβλεπαν τους φαίνονταν ουράνια θαύματα, έτσι ώστε σαν έφταναν μια φορά εκεί, δεν μπορούσαν να τ’ αποχωριστούν πια.

Όσο περισσότεροι πήγαιναν στη χώρα, τόσο περισσότεροι εγκαθίσταντο με τον καιρό εκεί. Έτσι, η πρώτη υποδούλωση των αρχαίων λαών και των κυβερνητών τους τις πιο πολλές φορές συνέβαινε με έναν εντελώς ειρηνικό τρόπο.

Οι απόγονοι του SHIVINZ γίνονταν προοδευτικά όλο και πιο λεπτεπίλεπτοι και μαλθακοί, αρέσκονταν στην καλοπέρα­ση, καυχιόνταν για τη δόξα του προγόνου τους και παραμε­λούσαν τη διακυβέρνηση της χώρας. Συνέπεια αυτού ήταν να επιλέξουν σύντομα και χωρίς δυσκολία τους ξένους μετανάστες ως ηγέτες και κυβερνήτες, και μάλιστα χωρίς άσκηση βίας.

Αυτό ήταν, βέβαια, από μια άποψη καλό, ωστόσο οι αρ­χαίοι αυτόχθονες δεν κέρδισαν και πολλά απ’ αυτή την αλλα­γή. Γιατί οι ξένοι φύλακες (VARION, εσφαλμένα PHARAON) πολύ σύντομα αποτέλεσαν μια ένοπλη εξουσία κι έγιναν αλη­θινοί τύραννοι και καταπιεστές του λαού. Τα σχολεία ήταν τώ­ρα πια προσιτά μόνο σε λίγους, κι αυτά που διδάσκονταν εκεί απείχαν πάρα πολύ από την παλιά διδασκαλία. Αυτό είχε ως συνέπεια να διαμορφωθούν από την κάποτε καθαρότατη αλή­θεια οι πιο παράλογες ειδωλολατρείες μαζί με το βαθύτερο σκότος. Πίσω απ’ όλ’ αυτά, ακόμη και μεγάλοι σοφοί δύσκο­λα θα μπορούσαν πλέον να διακρίνουν τον αρχέγονο πολιτι­σμό της χώρας αυτής.

Τα επτά αυτά μαργαριτάρια έχουν τόσο μεγάλη αξία, ακρι­βώς επειδή έρχονται από μια εποχή όπου η Αίγυπτος βρισκό­ταν στη μεγαλύτερη πνευματική της άνθηση, γι’ αυτό πρέπει να φυλάσσονται με μεγάλη προσοχή!»

Ένας από τους νέγρους ρώτησε πώς έφθασαν τα μαργαρι­τάρια στην άμμο του Νείλου και χάθηκαν εκεί μέσα.

Ο Ραφαήλ λέει: «Αφού σας έδειξα πώς ο Νείλος κατά και­ρούς υπερχειλίζει πλημμυρίζοντας τη χώρα! Περίπου 567 χρόνια μετά τον SHWINZ, τα νερά του Νείλου ανέβηκαν ανεξή­γητα. Στα στενά μέρη, η στάθμη του είχε ανέβει πάνω από ε­κατόν εξήντα πήχεις. Όλες οι πόλεις που βρίσκονταν στα χαμηλά μέρη της κοιλάδας έμειναν πλημμυρισμένες για πέντε εβδομάδες. Τότε, τα μαργαριτάρια μαζί με τα σπίτια όπου φυ­λάσσονταν, παρασύρθηκαν από την ορμή των κυμάτων και καλύφθηκαν από άμμο και λάσπη, όπως και οι ογκόλιθοι από τους οποίους ήταν κατασκευασμένα τα κτίρια.

Μέσα στις περίπου τρεις χιλιάδες χρόνια που έμειναν θαμ­μένα, σχηματίστηκε πάνω στην επιφάνεια τους η επίστρωση που είδατε και από την οποία εγώ τα ελευθέρωσα μπροστά στα μάτια σας, πρώτα με εντελώς φυσικό τρόπο κι ύστερα με τον θαυματουργό τρόπο που διαθέτω.

Τώρα το μάθατε κι αυτό, ενώ τα επτά μαργαριτάρια είναι για σας επτά βιβλία με σημαντικές πληροφορίες, για τώρα και για πάντα, γύρω από αυτήν τη χώρα όπου αρκετοί από σας κα­τοικείτε. Γι’ αυτό, να τα φυλάτε καλά, γιατί καθένα απ’ αυτά αξίζει πολύ περισσότερο από ένα μεγάλο βασίλειο!

Προς το παρόν, ας τα κρατήσει για να τα φυλάξει ο Oubra-touvishar, που είναι προφανώς ο σοφότερος απ’ όλους σας. Κι όταν κάποτε φύγει απ’ αυτό τον κόσμο, ας ορίσει εκείνος ποιος θα είναι κατόπιν άξιος να φυλάσσει αυτόν τον ανεκτίμητο θη­σαυρό. Αλίμονο σε κάθε ανάξιο που θα θελήσει να τον αποκτήσει από πλεονεξία!

Εγώ, ως αγγελιαφόρος Εκείνου που κάθεται εκεί, πιστεύ­ω ότι έχω πια κάνει αρκετά θαυμαστά πράγματα για την ανα­ζωογόνηση τους πίστης σας. Αν αυτά δεν σας είναι αρκετά, τότε δεν θα σας αρκούσαν ούτε ακόμη περισσότερα! Πιστεύετε τώρα ότι Εκείνος που κάθεται εκεί είναι Αυτός, για τον οποίο ο μεγάλος SHIVINZ και οι δύο προγονοί του κατασκεύασαν από βράχο το μεγάλο ναό του JA BU SIM BIL;»

Όλοι είπαν: «Ναι, ναι, θαυματουργέ άγγελε του Κυρίου, το επιβεβαιώνουμε απόλυτα μέσα από τα βάθη τους ζωής μας!»

Τότε, ο άγγελος τους εγκατέλειψε και ο Κυρήνιος Με ρώ­τησε αν ήταν αναγκαία αυτή η ουσιαστικά καθαρά ιστορική περιγραφή τους Αιγύπτου, από το δικό Μου στόμα στα πλαίσια του Ευαγγελίου.

Κι Εγώ του είπα: «Είναι εξαιρετικά αναγκαία! Γιατί μετά από αρκετούς αιώνες, επιστήμονες κάθε είδους θα πάνε σ’ αυ­τήν τη χώρα και θα εξετάσουν τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια, θα βρουν δε πολλά ακόμα από αυτά για τα οποία μίλησε ο Ρα­φαήλ. Αυτό θα τους μπερδέψει πολύ, όπως θα μπέρδευε πολύ κι εσάς και τους άμεσους απογόνους τους. Όμως αυτή η αλη­θέστατη αποκάλυψη θα σας δείξει και σ’ αυτά την πραγματι­κότητα. Σε κατοπινές εποχές, όμως, θα αφυπνίσω και πάλι αν­θρώπους που θα αποκαλύψουν εκ νέου αυτά τα παλιά αινίγ­ματα σε όσους ψάχνουν και αναζητούν. Τώρα, όμως, ας πάμε οι ίδιοι σ’ αυτούς τους Νούβιους κι ας τους δώσουμε το αλη­θινό Ευαγγέλιο από τους ουρανούς.»

                                                         ***

Ο Ιησούς και οι Ινδοί

Σε ένα άλλο σημείο του «Μεγάλου Ευαγγελίου του Ιωάν­νη», ο αρχάγγελος Ραφαήλ και ο Ιησούς στη συνέχεια μιλούν με κάποιους Ινδούς ιερείς-μάγους που τον επισκέφτηκαν για τη θεί­α καθοδήγηση του ινδικού λαού και γενικά για την αποκάλυψη στην Ινδία.

Ο Ραφαήλ είπε: «Σου λέω λοιπόν πως ο Αληθινός Θεός, στην αρχή, της ανθρωπότητας, για μια ολόκληρη χιλιετία φα­νερωνόταν μόνο στους γεροντότερους από σας και στους πα­τριάρχες σας. Για κάποιο διάστημα, όλα πήγαιναν καλά. Μα όταν οι γεροντότεροι και οι πατριάρχες έγιναν σιγά-σιγά πο­λύ πλούσιοι και απέκτησαν γόητρο, άρχισαν να εισάγουν πα­ράλληλα με τις εντολές του Θεού και δικούς τους νόμους, που τους παρουσίαζαν σαν να ήταν κι αυτοί αποκαλύψεις του Θεού. Ο λαός το πίστεψε και τους τηρούσε.

Πολύ γρήγορα, όμως, οι εγκόσμιοι νόμοι τους άρχισαν να παραμερίζουν εντελώς τους θείους. Οι ιερείς και οι πατριάρ­χες, πάλι, είχαν γίνει τόσο αρχομανείς και πλεονέκτες, ώστε όλες οι προτροπές να επιστρέψουν στον αληθινό Θεό δεν έφε­ραν κανένα αποτέλεσμα. Τότε, ο Θεός αφύπνισε ενορατικούς και προφήτες μέσα απ’ .το λαό. Αυτοί συμβούλευαν τους με­γάλους και ισχυρούς, που είχαν απομακρυνθεί εντελώς από τον Θεό εξαιτίας των υλικών πόθων τους και είχαν καταπιέσει σε ανυπόφορο βαθμό το λαό με τους εγκόσμιους νόμους τους.

Αλλά εκείνοι έπιαναν τους προφήτες, πρώτα τους μαστί­γωναν κι ύστερα τους απειλούσαν με σκληρότερες ακόμη τι­μωρίες, αν ποτέ τολμούσαν να εμφανιστούν ξανά στους ίδιους ή σε άλλους ανθρώπους και να κηρύξουν ως αφυπνισμένοι α­πό τον υποτιθέμενο αληθινό Θεό προφήτες και επιλεγμένοι ενορατικοί.

Οι ενορατικοί και οι προφήτες έδιναν σημάδια και προέλεγαν τι θα συμβεί στους μεγάλους και ισχυρούς, αν παραμεί­νουν μέσα στην αθεΐα. Μα ούτε κι αυτό βοήθησε. Οι ενορα­τικοί και οι προφήτες συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και σκοτώνονται. Αρκετοί, όμως, έφυγαν μακριά, και το πνεύμα του Θεού τους οδήγησε σε ένα μέρος όπου κανείς δεν μπορού­σε να τους ανακαλύψει. Απ’ αυτούς δημιουργήθηκαν αργότε­ρα οι Pirmanjen,* μολονότι οι απρόσιτες κοιλάδες τους είχαν κατοικηθεί και παλιότερα, από πρωτόγονους ανθρώπους.

Έτσι, λοιπόν, γινόταν και πάρα πολύ καιρό πριν από τη δι­κή σας εποχή. Επειδή, λοιπόν, έχετε εγκαταλείψει εντελώς τον Θεό, γι’ αυτό και ο Θεός σας εγκατέλειψε. κι αυτή είναι η αι­τία της μακράς νύχτας της καταδίκης και του θανάτου των ψυ­χών σας!

Εσείς, βέβαια, βρήκατε για τον εαυτό σας το φως της ζωής, αυτό όμως θ’ αργήσει πολύ ακόμη να φωτίσει τη χώρα και το βασίλειο σας. Γιατί αν εσείς οι ιερείς χρησιμοποιήσετε το φως αυτό μονάχα για τον εαυτό σας, λίγο θα σας ωφελήσει. Μα αν θελήσετε να αφήσετε το φως να φθάσει στο λαό, θα συναντή­σετε μεγάλη αντίδραση, τόσο από το λαό, όσο και από τους η­γέτες του. Δεν θα σας ακούσουν, κι αν επιμείνετε, τότε θα διω­χθείτε ακριβώς όπως εσείς καταδιώξατε όλους τους ενορατι­κούς και προφήτες.»

Ο μάγος απάντησε: «Παραδεχόμαστε ότι όλα όσα λες εί­ναι απόλυτα αληθινά. Όμως, ασφαλώς, εμείς οι τρεις και η ακολουθία μας έχουμε στ’ αλήθεια την πιο μικρή ευθύνη γι’ αυτή την αλλοίωση της διδασκαλίας που δόθηκε από τον Θεό. Γιατί εμείς καταλάβαμε εδώ και πολύ καιρό το κακό και γι’ αυτό πήγαμε σε όλο τον κόσμο για ν’ αναζητήσουμε και να βρούμε την αλήθεια, την οποία ανακαλύψαμε εδώ με τον πιο θαυμαστό τρόπο.

Αφού λοιπόν τα πράγματα στη χώρα μας και στο βασίλειο μας είναι τόσο άσχημα -πράγμα που τώρα πια δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε ούτε για μια στιγμή- τότε, το ερώτη­μα είναι τι να κάνουμε όταν επιστρέψουμε εκεί. Να κρατήσου­με για τον εαυτό μας όσα βρήκαμε εδώ ή να ανακοινώσουμε ένα μέρος τους, στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, στους συ­ντρόφους μας; Γιατί αφού τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια κι ασφαλώς θέλουμε να ζήσουμε και να ενεργούμε σύμφωνα μ’ αυτήν, φθάνοντας όμως στην πατρίδα μας, θ’ αναγκαστούμε, παρ’ όλ’ αυτά, να συμμετάσχουμε σ’ αυτά τα κακά και ανόη­τα πράγματα, θα είμαστε έτσι ακόμη χειρότεροι εξαπατώτες του λαού απ’ ό,τι πρωτύτερα που δεν ξέραμε ακόμη την αλή­θεια.

Τότε νομίζαμε πως κάνουμε καλό στο λαό εξαπατώντας τον και λέγοντας του ψέματα όσο περισσότερο γίνεται. Τώρα όμως η κατάσταση έχει αλλάξει εντελώς. Γνωρίζουμε και κατέ­χουμε το αληθινό φως της ζωής. Πρέπει τάχα να εξακολουθή­σουμε να είμαστε για το λαό οι παλιοί ψεύτες και απατεώνες – και λες ότι μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε μόνο για μας τους ίδιους, στα κρυφά, το φωτεινό δρόμο της ζωής; Όχι, όχι, φίλε μου, αυτό σε καμία περίπτωση δεν θα συνεχιστεί έτσι! Καλύ­τερα να πάμε μαζί με τους θησαυρούς μας, τις γυναίκες, τα παιδιά και τους υπηρέτες μας ως τη δυτική άκρη του κόσμου για να ζήσουμε εκεί σύμφωνα με την αλήθεια που αναγνωρίσα­με! Τι λες γι’ αυτό, ισχυρέ και σοφέ μου φίλε; Δώσε μας λοιπόν μια καλή συμβουλή, εσύ που έχεις θεία δύναμη και σοφία!»

Ο Ραφαήλ είπε: «Κι εσείς έχετε γίνει τώρα αγαπημένοι φί­λοι για μένα. Ωστόσο, στην περίπτωση σας είναι δύσκολο ακό­μη και για έναν από μας να δώσει μια καλή συμβουλή. Φυσι­κά, στη χώρα σας υπάρχουν σίγουρα, πολλοί ,ακόμη που θέλουν ν’ αποκτήσουν αυτό το οποίο εσείς βρήκατε τουλάχιστον κατά ένα μικρό του μέρος εδώ. Αν, όμως, το πάρουν από σας, τότε ούτε αυτοί θα μπορούν πια να ζήσουν στις χώρες και στα βασίλεια της Ινδίας. Γιατί η πατρίδα σας είναι σκέτη κόλαση, και στην κόλαση δύσκολα είναι εφικτός ο ουρανός μέσα στον άνθρωπο, επειδή εκείνος που θέλει να ενστερνιστεί την αλή­θεια, σκοντάφτει σε κάθε του βήμα σε χιλιάδες εμπόδια που καιροφυλακτούν, του αντιτίθενται εχθρικά και τον καταδιώ­κουν απ’ όλες τις πλευρές.

Συνεπώς, μπορείτε βέβαια να επιστρέψετε στην Ινδία και να δοκιμάσετε πολύ προσεκτικά αν εκείνοι από τους συντρό­φους σας που τους γνωρίζετε καλύτερα αντέχουν μια τέτοια αλήθεια. Όποιος την δεχθεί, αυτός σε καμία περίπτωση να μη μείνει πια για πολύ στη χώρα της νύχτας και της καταδίκης της κόλασης, διαφορετικά αυτή θα τον καταπιεί μεμιάς ξανά. Μα αν δεν θέλετε να επιστρέψετε στη χώρα σας, χάρη στην τελεί­ωση της δικής σας ζωής τότε αύριο και μεθαύριο θα βρείτε εύκολα πολλές λύσεις για το πού να πάτε να εγκατασταθείτε . Αυτή είναι, λοιπόν, η συμβουλή μου, να κάνετε είτε το ένα εί­τε το άλλο. Αποφασίστε τι σας φαίνεται καλύτερο.»

Ο μάγος αποκρίθηκε: «Τότε, λοιπόν, δεν θα είναι δύσκο­λο να διαλέξουμε! Αν για τους συντρόφους μας το αληθινό φως της ζωής είναι τόσο σημαντικό όσο και για μας κι αν δια­βλέπουν ότι κάπου στη μακρινή Δύση μπορούν να βρουν ένα παρόμοιο φως, τότε σίγουρα θα πάνε να το αναζητήσουν. Αν, πάλι, δεν νοιάζονται τόσο πολύ για ένα τέτοιο φως, ας μείνουν στη νύχτα τους και στο θάνατο τους! Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, θα κάνουμε ένα πράγμα για το καλό τους: Έχουμε μαζί μας πολ­λούς υπηρέτες. Μπορούμε να στείλουμε κάποιους απ’ αυτούς στην πατρίδα, δίνοντας τους μυστικά γράμματα σε μια γραφή που μόνον οι ιερείς καταλαβαίνουν. Αν οι σύντροφοι μας ασπα­σθούν όσα θα γράψουμε, τότε ας μας ακολουθήσουν φθάνο­ντας κι οι ίδιοι στο φως- αν όχι, ας μείνουν στη νύχτα τους! Έκρινα σωστά ή όχι;»

Ο Ραφαήλ απάντησε: «Αυτή τη φορά, έκρινες σωστά! Στα σπίτια σας έχετε, όμως, ακόμη, πολλούς μεγάλους υλικούς θη­σαυρούς. Τι θα γίνει μ’ αυτούς;»

Ο μάγος είπε: «Θεϊκέ μου φίλε! Τους σημαντικότερους θη­σαυρούς τους έχουμε μαζί μας- τον μεγαλύτερο τον βρήκαμε εδώ, αυτόν που μας είναι πολυτιμότερος απ’ όλες τις χώρες, τα βασίλεια και τους θησαυρούς ολόκληρης της γης! Όμως ό,τι έχει μείνει εκεί, ας το πάρουν οι υπηρέτες που θα στείλου­με πίσω στην Ινδία κι ας το μοιραστούν σύμφωνα με το θέλη­μα μας, για να μη γεννηθούν ανάμεσα τους διχόνοια και τσα­κωμοί. Ύστερα, βέβαια, μπορούν να έρθουν να μας βρουν. Θα μάθουν εδώ προς τα πού θα έχουμε πάει. Νομίζω ότι έτσι όλα θα είναι δίκαια!»

Ο Ραφαήλ είπε: «Ναι, είναι αρκετά καλά! Κάντε τα, και θα ευλογηθείτε! Τώρα, όμως, σκεφτείτε όσα ακούσατε από μέ­να και ετοιμαστείτε μέσα στην καρδιά σας για ακόμη μεγαλύτερα. Εγώ και ο φίλος μου θα πάμε τώρα να φροντίσουμε για ένα καλό δείπνο.»

Και ο Ραφαήλ μαζί με το Λάζαρο μπήκαν στο σπίτι και κα­νόνισαν τα πάντα, γιατί είχε πια σκοτεινιάσει αρκετά.

 

Σε ένα άλλο σημείο ο Ιησούς μιλάει για την αποκάλυψη στην Ινδία:

Τότε ο Αγκρίκολα Μου είπε: «Μα, Κύριε, φανταζόμουν την Ινδία σαν μια χώρα θαυμάτων και μεγάλης μόρφωσης, όπως ήταν η αρχαία Αίγυπτος, σαν μια χώρα γεμάτη από τέ­χνες και διαφωτισμό. Και τώρα, κοίτα! Είναι εντελώς το αντί­θετο απ’ αυτό που πίστευα παλιά για τη μεγάλη Ινδία! Κύριε, πότε άραγε θα φθάσει αυτός ο λαός στο φως της ζωής;»

Εγώ απάντησα: «Θα ληφθεί μέριμνα και γι1 αυτόν το λαό. Μα ακόμη δεν είναι αρκετά ώριμος γι’ αυτό. Βέβαια, ο απλός λαός είναι πολύ υπάκουος, υπομονετικός και ευσεβής με τον τρόπο του, έχει δε πολύ σταθερή πίστη. Αν του την στερούσε κανείς, θα ήταν σαν να τον σκότωνε, κι αυτό θα ήταν κακό για τις ψυχές του. Γι’ αυτό, είναι ακόμη πιο σημαντικό να μη διαφωτιστεί πολύ η Ινδία, πριν έρθει η σωστή ώρα. Πρέπει, ωστόσο, από καιρό σε καιρό να της δίνονται κάποιες σταγόνες, όπως άλλωστε ήδη έχει συμβεί και γι’ αυτό υπάρχουν ανάμεσα, στο λαό εντελώς ιδιαίτεροι σοφοί και ενορατικοί, που παρό­μοιοι προφανώς δεν βρίσκονται πια μεταξύ των καθαυτό Ιου­δαίων. Αυτοί δε οι σοφοί και οι ενορατικοί ήδη διαδίδουν το φως της αυγής σε μερικούς ανθρώπους. Χωρίς αυτό το λυκαυ­γές, τούτοι οι τρεις ιερείς δεν θα είχαν βρει το δρόμο ως εδώ.

Όταν γεννήθηκα στο σταύλο της Βηθλεέμ, τότε είχαν έρ­θει επίσης τρεις σοφοί από την ίδια χώρα της Ανατολής. Μου έφεραν τον πρώτο χαιρετισμό και Μου προσέφεραν χρυσό, λι­βάνι και μύρο, κι ύστερα γύρισαν στη χώρα τους. Και πριν λί­γο καιρό ήρθαν ξανά, αυτός δε ο ξενοδόχος, ο γείτονας του Λάζαρου, τους είδε και τους περιποιήθηκε. Επομένως, υπάρ­χουν κιόλας εκεί κάποιοι σοφοί, μα είναι μόνο λίγοι!

Επιπλέον, το ινδικό ιερατείο δεν είναι πια τόσο αυστηρό για τους μυστικούς σοφούς κι ενορατικούς όπως πριν από εκατό, κι ακόμη περισσότερο, πριν από τριακόσια, τετρακόσια έως πεντακόσια χρόνια. Γιατί αρκετές μεγάλες επιδημίες, που ι ενορατικοί τις είχαν προβλέψει και που αποδεκάτισαν τα δύο τρίτα των Ινδών και μάλιστα των μεγάλων και δυνατών, ισχυρών καθώς και μεγάλοι σεισμοί, καταιγίδες και πλημμύρες έκαναν ιερείς και βασιλείς περισσότερο ήπιους και ανεκτικούς, μολονότι διατηρούν γενικά ακόμη τις παλιές αρχές της μη ανοχής και των σκληρών τιμωριών ως μέσα για την εξιλέωση τους. Έτσι, ο αισθησιακός αυτός λαός έχει ακόμη πολύ καιρό μπροστά του μέχρι να ωριμάσει αρκετά για ένα ανώτερο φως».

 

Ο σκοπός της Νέας Αποκάλυψης

 21 Αυγούστου 1840

Όσον αφορά στο σκοπό όλων αυτών των αποκαλύψεων, αυτός συνίσταται στο εξής: πρώτον, να δείξει στον πολυμαθή, κοσμικό νου σας πόσο ανόητη είναι η επιδίωξη του να ερευ­νά τα πράγματα και να τα βάζει με το ζόρι μέσα στην ανείπω­τα περιορισμένη ικανότητα του να σκέφτεται με αναλογίες. Γιατί αυτά τα πράγματα, εξαιτίας του βάθους, της σημασίας και της ιερότητας τους, θα μένουν αιώνια πάνω από τη δική του σφαίρα. Αποκαλύπτονται μονάχα στην ευσεβή καρδιά των απλών ανθρώπων, καθώς και των παιδιών που ακόμη είναι στην κούνια τους, πράγμα, που είναι σημάδι ντροπής για τη σοφία αυτού του κόσμου, αφού Εγώ μπορώ να τα μεταδώσω ακόμη και στις πέτρες.

Δεύτερος σκοπός των αποκαλύψεων είναι να δείξει σε σας και σ’ όλο τον κόσμο τον αληθινό δρόμο που ακολουθεί η γε­μάτη ευσπλαχνία αγάπη Μου, προκειμένου να θεμελιώσει την αιώνια σωτηρία όλων των όντων, καθώς και το πώς, πότε και γιατί υπάρχουν και συμβαίνουν όλ’ αυτά -ώστε να πάψουν να υπάρχουν αμφισβητίες και να μπορέσουν οι άνθρωποι να δουν τις πρωταρχικές, αληθινές σχέσεις σχετικά με όλα τα πράγμα­τα. Γιατί όπως ασφαλώς ένας καλός μηχανικός ξέρει καλύτε­ρα απ’ όλους τους άλλους γιατί χρειάζεται τούτο ή εκείνο κα­τά την κατασκευή ενός μεγάλου έργου, έτσι, επίσης, μόνον Εγώ μπορώ να γνωρίζω την αιτία, τον τρόπο, το χρόνο και τα μέσα αναφορικά με όλα τα πράγματα.

Όποιος, λοιπόν, ερευνά και συλλογίζεται μακριά από τη χάρη Μου, πάντα θα σφάλλει. Όποιος, αντίθετα, έρχεται σε Μένα και δέχεται από Μένα τη γνώση μέσα στην καρδιά του, λαμβάνει ολόκληρη την αλήθεια, που ούτε το παραμικρό δεν θ’ αλλάξει αιώνια σ’ αυτήν.

Ο τρίτος σκοπός, πάλι, είναι να γίνει φανερή η πολυπρό­σωπη κακία των ανθρώπων κάθε κοινωνικής τάξης και να κα­τανοηθεί με ποιο τρόπο αυτοί, τυφλωμένοι από την κακία τους, σέρνουν επίμονα ό,τι πιο άγιο και καθαρό μέσα στον εγκόσμιο βούρκο των αισθήσεων, παραμορφώνοντας το φρικτά για χά­ρη των εγωιστικών σκοπών τους.

Με δύο λόγια, είναι αναγκαίο κι επιβεβλημένο να γίνουν τα πάντα φανερά στον κόσμο, για να ξέρει ο καθένας πού βρί­σκεται. Ακόμη και το κέντρο της Γης πρέπει ν’ αποκαλυφθεί τόσο ανοιχτά στα μάτια όλου του κόσμου, όπως ξεσκεπάζεται το φαγητό μπροστά στους καλεσμένους για ν’ αποτελέσει τη δυναμωτική τροφή τους. Έτσι, κανένας ήλιος δεν θα πρέπει να βρίσκεται τόσο μακριά, ώστε να μην μπορεί ν’ αναλυθεί στο μικροσκόπιο της ζωντανής πίστης της αθωότητας, ακόμη κι αν η περιφέρεια του ήταν μεγαλύτερη από την πιο μεγάλη σκέψη που μπορείτε να κάνετε. Κι ούτε πρέπει να υπάρχει που­θενά νήμα τόσο μικρό και λεπτό, που να μην το μεγεθύνει φω­τίζοντας το ο ήλιος του ελέους Μου! Ναι, Εγώ θα κάνω τα ση­μεία να γίνουν διαφανή ουράνια σώματα και θα διασπάσω τους κεντρικούς ήλιους σε αποκαλυμμένα σημεία, ώστε να δει ο κό­σμος ότι τελικά Εγώ και μόνον είμαι το παν.

Όταν, με όλ’ αυτά, ο κόσμος θα καταλάβει ότι έξω από Μένα δεν υπάρχει και δεν μπορεί ν’ ανευρεθεί σωτηρία, τότε θα έρθει ειρήνη στη Γη κι ο καθένας θα έχει εξασφαλίσει τη θέση του, τόσο επίγεια όσο και αιώνια, μέσα στην αγάπη για Μένα.

Μόνο τότε ο αυτοκράτορας θα είναι στ’ αλήθεια αυτοκρά­τορας, έχοντας σαν σημάδι το δικό Μου χρίσμα κι ο ηγέτης θα είναι ηγέτης, χωρίς κανέναν καταδικαστέο συνταγματικό νό­μο εκτός από το νόμο της αγάπης που προέρχεται από Μένα και της χάρης που πλημμυρίζει τα πάντα. Και τότε ο λύκος θα φυλάει τα πρόβατα!

Έτσι θα εξομαλύνω τα πάντα, για να μην υπάρξουν ποτέ ξανά «νεροποντές» και «κατολισθήσεις», παρά μονάχα ο ωκε­ανός της αγάπης Μου και οι ποταμοί της χάρης Μου. Όλα τ’ άλλα πρέπει να γίνουν «επίπεδη γη».

Όλ’ αυτά πρέπει να γίνουν, για να εξαγνιστεί η αληθινή εκκλησία των ανθρώπων και η νίκη της να λάμψει περισσότε­ρο από το φως όλων των ήλιων, ενωμένη μέσα στο Ένα. Τό­τε θα υπάρχει «ένας ποιμένας και ένα ποίμνιο», που θ’ ακού­ει αιώνια τη φωνή Μου, μέχρι το τέλος των καιρών. Τότε, κά­θε ύλη θα εκμηδενιστεί μέσα στη φωτιά της Θείας αγάπης. ή, αντίθετα, αν αυτά Μου τα προειδοποιητικά λόγια πέσουν στο βούρ­κο του κόσμου και σαπίσουν αντί να καρποφορήσουν, μέσα στη φωτιά της δίκαιας οργής Μου!

Βλέπετε, τώρα ήρθε η ώρα της «μικρής εποχής»!1

Όποιος της δώσει τη σημασία που πρέπει, θα κερδίσει με­γάλα πράγματα στην αιωνιότητα. Όποιος, αντίθετα, θυμώνει εξαιτίας της και αμφιβάλλει για την υπόσχεση Μου, αυτός γρή­γορα θα χάσει τη «μικρή εποχή» μεσ’ από τα χέρια του και θα μπει στη μεγάλη εποχή της αιώνιας οργής. Γι’ αυτό, επιλέξτε! Ο καθένας ας κάνει αυτό που θέλει! Εμείς, όμως, πάντοτε θα συναντιόμαστε. Αμήν. Αυτά λέω Εγώ, η Αιώνια Αγάπη και Σοφία. Αμήν, αμήν, αμήν!

                                                            ***

«Μη Μ’ αγγίζεις!»

16 Δεκεμβρίου 1840

Παράκληση: «Κύριε, σε παρακαλούμε ταπεινά να μας ερμηνεύσεις τα ακόλουθα χωρία της Γραφής: Στο κατά Ιωάννη 20, 17 γράψει: «Ο Ιησούς της είπε (στη Μαρία Μαγδαληνή): Μη Μ’ αγγίζεις! Γιατί δεν ανέβηκα ακόμη στον Πατέρα Μου.  

Πήγαινε όμως στους αδελφούς Μου και πες τους: Ανε­βαίνω στον Πατέρα Μου, στον Πατέρα σας, στον Θεό Μου και Θεό σας.»

Όμως στο κατά Ιωάννη 20, 27 γράφει: «Έπειτα λέει στον Θωμά: Φέρε το δάκτυλό σου εδώ και κοίταξε τα χέρια Μου, και φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου! Και να μην είσαι άπιστος αλλά πιστός!» Δεν υπάρχει άλλο θέλημα από το δικό Σου ούτε στα ύψη ούτε στα βάθη! Κι ό,τι συμβαίνει τόσο στα ύψη όσο και στα βάθη, ας γίνεται σύμφωνα με το Άγιο θέλημα Σου! Αμήν.

 

Έτσι ας γίνει, λοιπόν, κι εσύ γράφε: Δεν θα έπρεπε όμως να παραδεχθείτε ότι, όσο κοντύτερα σας είναι κάτι, τόσο λιγότερο το αντιλαμβάνεστε; Γιατί αυτά τα δύο χωρία σας είναι τόσο οικεία, όσο είναι δυνατόν! Μα εσείς, αντί να ψάχνετε κο­ντά, ψάχνετε την κατανόηση τόσο απλών πραγμάτων όσο πιο μακριά μπορείτε, τόσο στο χώρο, όσο και στο χρόνο και ασφαλώς ποτέ δεν βρίσκετε τίποτα εκεί, όπου τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει.

Άραγε ποιος θ’ αναζητούσε το σπίτι του μέσα στο νερό και το διαμέρισμα του μέσα στη φωτιά και δεν θα καταλάβαινε ότι βρίσκεται στο σπίτι του και στο διαμέρισμα του, ενώ την ίδια ώρα τα ψάχνει τυφλά εκεί όπου ούτε βρίσκονται, ούτε θα μπο­ρούσαν να είναι;

Σε ποια εκκλησία είσαστε και ποια ήταν η Μαγδαληνή; Ποια εκκλησία αντιστοιχεί, αντίθετα, στ’ αδέλφια Μου και ποιος είμαι Εγώ; Στα ερωτήματα αυτά βρίσκεται όλο το μυ­στικό!

Ή μήπως νομίζετε ότι η πρώην πόρνη και χορεύτρια εμπρός σε όλους τους μεγάλους του κόσμου και τους ειδωλολάτρες -που είχε από δώδεκα χρονών επτά δαιμόνια της σάρκας μέσα της και κατόπιν Εγώ την απελευθέρωσα από αυτά, έκανε δε πολλά έργα αγάπης κι αργότερα μετανόησε ειλικρινά- ήταν κατάλληλη ν’ αγγίξει την αγιότητα Μου, ενώ ούτε καν τα δάκρυα και τα μαλλιά της δεν θα ήταν άξια ν’ αγγίξουν τα πόδια Μου;

Κοιτάξτε τη δική σας εκκλησία, και θα βρείτε σίγουρα κα­θαρά το «Μη Μ’ αγγίζεις!» Κι όμως, λέω και σ’ αυτήν, όπως είπα στη Μαγδαληνή: Πήγαινε και πες στους αδελφούς Μου ότι αρκετές φορές αναστήθηκα ανάμεσα στα παιδιά σου και τώρα έρχομαι σ’ αυτά, για να Με δουν καινά βάλουν την αγά­πη τους στην από αγάπη διατρυπημένη Μου πλευρά και ν’ αντι­ληφθούν εκεί, όπως ο Θωμάς, τη στενή πύλη και τη στενή ατραπό που οδηγεί στην αιώνια ζωή και, μέσα απ’ αυτήν, στον Πατέρα, που είναι ο Πατέρας Μου και μέσω Εμού επίσης Πα­τέρας σας και που είναι ο Θεός Μου κι έτσι και ο Θεός σας.

Γι’ αυτό, πρέπει επίσης όλοι εσείς να «θέσετε τας χείρας επί τον τύπον των ήλων», ώστε να πιστέψετε ότι Εγώ είμαι η αιώνια Ζωή από τη δική Μου δύναμη, όπως είμαι επίσης η ίδια Ανάσταση και δεν έχω τη Ζωή από τον Πατέρα, αλλά είμαι η Ζωή μέσα στον ίδιο τον Πατέρα, όπως ο Πατέρας δεν υπάρχει έξω από Μένα, αλλά είναι από την αιωνιότητα ο Θεός μέσα σε Μένα κι όπως κάθε πνεύμα αγιότητας με κάθε δύναμη και εξουσία εκπορεύεται από Μένα και συγχρόνως από τον Πατέρα ως ένα και το αυτό πνεύμα.

Όμως, εφόσον μετά την Ανάσταση ήμουν όλα αυτά που είμαι τώρα και που θα είμαι αιώνια, έπρεπε λοιπόν να καταστρα­φεί εξαιτίας αυτού μια μετανιωμένη πόρνη μόλις Μ’ αγγίξει, αφού ακόμη δεν ήταν αρκετά εξαγνισμένη μέσω της αληθινής μετάνοιας;

Κάτι τέτοιο επιτρέπεται μονάχα σ’ εκείνους που έχουν προ­ηγουμένως αφήσει να τους πλύνω τα πόδια και ήταν μαζί Μου στο Μυστικό Δείπνο.

Τώρα, όμως, σας λέω: Αφήστε κι εσείς να σας «πλύνω τα πόδια» ή να σας οδηγήσω, για ν’ αποκτήσετε θέση στο τρα­πέζι Μου της αληθινής αγάπης! Και μη νοιαζόσαστε για τη Μαγδαληνή, αλλά πιστέψτε ότι Εγώ είμαι εκείνος που τώρα έρχεται σιωπηλά κοντά σας. Βάλτε την καρδιά σας στην πλη­γωμένη πλευρά Μου, για να ενισχυθεί και να φθάσει στην αιώνια ζωή!

Γιατί σε σας δεν λέω: «Μη μου άπτου!», αλλά ό,τι είπα στο Θωμά, γιατί ο καθένας σας είναι, περισσότερο ή λιγότε­ρο, ένας Θωμάς, ώστε να γίνετε κι εσείς κάποτε ζωντανοί όπως εκείνος! Προσέξτε όμως: Εγώ μονάχα, κι όχι η Μαγδαληνή, έχω τη ζωή. Γι’ αυτό, δεν αρκεί το μήνυμα της Μαγδαληνής, παρά μόνον όταν θα έρθω πλήρως στην καρδιά σας θα εκπλη­ρωθεί για σας η προφητεία πως «ανεβαίνω» στον Πατέρα Μου και Πατέρα σας και Θεό Μου και Θεό σας, κι εσείς μέσα σε Μένα και μαζί με Μένα. Αμήν. Αυτά λέω Εγώ, η Ανάσταση και η Αιώνια Ζωή. Αμήν!

                                                       ***

 Και πάλι: «Μη Μ’ αγγίζεις!»

17 Δεκεμβρίου 1840

Ερώτηση: «Στο κατά Ματθαίον 28, 1 γράφει: Την αυγή της πρώτης ημέρας μετά το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδα­ληνή και η άλλη Μαρία πήγαν να δουν τον τάφο.

Και πιο κάτω, στο 28, 9, συνεχίζει: «Και ο Ιησούς τις συνάντησε και είπε: Χαίρετε! Αυτές πλησίασαν, έπεσαν στα πόδια Του και Τον προσκύνησαν.» Σύμφωνα με το κατά Ιωάννην, 20, 27, Κύριε, η Μαγδαληνή ήθελε να Σε αγγίξει, Εσύ όμως της είπες: «Μη Μ’ αγγίζεις!» Σύμφωνα με το κατά Ματθαίον 28, 9, αντίθετα, τόσο η Μα­ρία η Μαγδαληνή όσο και η άλλη Μαρία αγκάλιασαν τα πόδια Σου. Όμως, στην ερμηνεία που μας έδωσες χθες αναφέρεται: «Έπρεπε μία μετανιωμένη πόρνη να κατα­στραφεί μόλις Μ’ αγγίξει;»

Κύριε, στείλε μας το φως Σου να φωτίσει αυτό το σκο­τάδι! Δεν υπάρχει ούτε στα ύψη ούτε στα βάθη άλλο θέ­λημα από το δικό Σου! Κι ό,τι συμβαίνει και στα ύψη και στα βάθη, ας γίνει σύμφωνα με το Άγιο Σου θέλημα! Αμήν. Για να δοξάζεται, να υμνείται και να λαμπρύνε­ται έτσι πάντα το Όνομα Σου! Αμήν. Αμήν.»

 

Ο άνθρωπος που δεν τα καταλαβαίνει αυτά, είναι τυφλός, κουφός και μουγγός ή, επίσης, είναι σαν τη συκιά που δεν έκα­νε καρπούς: Ο κηπουρός την φρόντιζε μέσα στο περιβόλι για πολύ καιρό, μα αφού δεν έβγαζε τίποτ’ άλλο από φύλλα, οι ερ­γάτες το είπαν στον κύριο και του συνέστησαν να κόψει το δέ­ντρο που δεν βγάζει καρπούς, ώστε να μην καταλαμβάνει μά­ταια χώρο στον όμορφο κήπο. Όμως όταν ο κύριος τ’ άκουσε αυτά, είπε: «Αφήστε το δέντρο ένα χρόνο ακόμη, κλαδέψτε το και βάλτε του λίπασμα, κι αν ούτε τότε κάνει καρπούς, τότε κόψτε το και κάντε το καυσόξυλα!»

Βλέπεις, εσύ που ρωτάς για τόσο απλά πράγματα εξαιτίας της δικής σου εσωτερικής αντίφασης, σου λέω ότι είναι δύ­σκολο να υπηρετείς δύο κυρίους έτσι, ώστε να είναι κι οι δύο ευχαριστημένοι, τόσο ο φίλος όσο ο εχθρός. Αν νοιάζεσαι για Μένα, τότε γιατί νοιάζεσαι για τον κόσμο; Αφού όμως φρο­ντίζεις ν’ ανοίξεις το δρόμο του υλικού κόσμου, πώς περιμέ­νεις πνευματικούς καρπούς;

Η δική Μου θέληση βρίσκεται ψηλότερα από τη θέληση του κόσμου! Αν, βέβαια, θέλεις και τα δύο, δηλαδή και μία εγκόσμια ευτυχία αντιτιθέμενη στη χάρη Μου, άκου; αυτό δεν γίνεται! Άλλωστε, το πρώτο θα έρθει έτσι κι αλλιώς όταν φτά­σει η ώρα του. Όμως, η πορεία η δική σου και των παιδιών σου πρέπει να συμφωνούν απόλυτα με τη χάρη Μου- τότε, Εγώ θα φροντίσω για όλα! Μα αν σου αρέσει να νοιάζεσαι άσκο­πα για τα πράγματα του κόσμου, τότε κάνε το, πρόσεχε όμως να μη χαθείς εκεί μέσα!

Η γονική αγάπη είναι πάντα τυφλή. Οι γονείς δεν βλέπουν ποτέ το σπόρο, παρά μονάχα το δέντρο και δεν αναλογίζονται πόσα πράγματα είναι κρυμμένα μέσα σ’ ένα σπόρο. Αλλά ο καλός σπόρος, που φέρνει χιλιάδες καρπούς, βλαστάνει μόνο στη δική Μου γη, ενώ στη γη του κόσμου σύντομα πνίγεται. Εκεί, πάλι, φυτρώνει και μεγαλώνει ο σπόρος του κόσμου, βγά­ζοντας κάθε είδους ζιζάνια. Ρώτησε, λοιπόν, τον εαυτό σου: προς τι; Πάντως όχι για το δικό Μου βασίλειο και για τις δικές Μου αποθήκες!

Σου τα είπα όλ’ αυτά εξαιτίας της αντίφασης που υπάρχει μέσα σου, ώστε να καταλάβεις την αντίφαση του Ευαγγελίου. Όμως, να θυμάσαι πολύ καλά το εξής: Όπως τώρα ξέρεις ποιος είναι αυτός που στα μάτια του δεν υπάρχουν μυστικά, έτσι πρέ­πει και να γνωρίζεις, αν εσύ ή τα παιδιά σου πάρετε λάθος δρό­μο σε επίγεια πράγματα, ότι μόνον Εγώ γνωρίζω το σωστό δρό­μο. Γι’ αυτό, για την ώρα φρόντισε εσύ τα τρία σου παιδιά κι άσε Εμένα να φροντίσω για τα υπόλοιπα θέματα!

Και για να μην κατηγορείς μέσα σου το Ματθαίο, δες τη δική σου αντίφαση και κατανόησε τα λόγια Μου προς τη Μα­γδαληνή έτσι: «Μη Μ5 αγγίζεις, αλλά πρώτα γονάτισε μπρο­στά Μου, αγκάλιασε τα πόδια Μου και λάτρεψε Με πνευμα­τικά και αληθινά, και πήγαινε ύστερα απ’ αυτό στους αδελ­φούς Μου να τους αναγγείλεις ότι αναστήθηκα!»

Το ίδιο πρέπει να κάνετε κι εσείς και να μην επιδιώκετε τη σοφία, παρά την αληθινή, αγνή αγάπη, που αντιστοιχεί στα πόδια Μου και (μετά τον εξαγνισμό σας) στην αγάπη σας. Για­τί αυτή, ακόμη και στην καθαρότερη μορφή της, πάντα διατη­ρεί κάτι αισθησιακό (κι επομένως αντιστοιχεί στα «πόδια» που σας δίνω, που είναι τα μόνα με τα οποία μπορείτε να βαδίσε­τε προς τη ζωή). Γι’ αυτό, προς το παρόν, δεν σας επιτρέπεται να «αγγίξετε» τη σοφία Μου, παρά μονάχα αφού αγκαλιάσε­τε με όλη σας την αγάπη τα πόδια Μου.

Αν τώρα ρωτήσετε: «Πώς πρέπει, τότε, να εννοήσουμε το ότι ο Θωμάς Σε άγγιξε;» σας απαντώ: Κι εκείνος έπρεπε να κα­τευθύνει το βλέμμα του πρώτα στις πληγές των χεριών και των ποδιών Μου, πριν του πω ν’ αγγίξει την πλατιά πληγή του στή­θους Μου. Όμως, για να καταλάβεις καλύτερα, εσύ που ρωτάς, την αντίφαση σου, θα σου πω έναν ακόμη λόγο, για τον οποίο είπα αρχικά στη Μαγδαληνή «Μη Μ’ αγγίζεις!», ενώ μετά την άφησα ν’ αγκαλιάσει μαζί με τους άλλους τα πόδια Μου.

Ξέρεις, η Μαγδαληνή ήταν και αισθησιακά ερωτευμένη μαζί Μου τόσο, ώστε ζήλευε και Με θεωρούσε κυριολεκτικά ως τον επιλεγμένο αγαπημένο της. Πίστευε ότι ήμουν ένας μεγάλος προφήτης, αλλά η θεία φύση Μου της ήταν ακόμη ξένη. Εξαιτίας της ερωτευμένης της καρδιάς, κανένας άλλος δεν είχε χάσει τόσα πολλά με τα πάθη και το θάνατο Μου όσα εκείνη, αφού δεν είχε στερηθεί μονάχα τον Σωτήρα και Δά­σκαλο και Κύριο της, αλλά, όπως πίστευε βαθιά στην καρδιά της, και τον μοναδικό αγαπημένο της. Γι’ αυτό ήταν τόσο απα­ρηγόρητη.

Για τον ίδιο λόγο, ήταν η πρώτη που ρώτησε για Μένα μπροστά στους άλλους, που ρωτούσαν περισσότερο από βα­θύ πένθος παρά από μια τέτοια ακαταμάχητη αγάπη.

Όταν, λοιπόν, εκείνη είδε άξαφνα Εμένα, τον χαμένο της αγαπημένο, να στέκει μπροστά της, η καρδιά της ελευθερώ­θηκε από όλα τα δεσμά της. Έβγαλε μια κραυγή και ήθελε αμέ­σως, μέσα στο ξέσπασμα της παθιασμένης αγάπης της, να πέ­σει πάνω Μου. Αναλογίσου, όμως, (ποιος και) πώς είμαι, και τότε θα καταλάβεις το «Μη Μ’ αγγίζεις!» Μα πρέπει επίσης να λάβεις υπ’ όψιν σου τη” δυνατή αγάπη της Μαγδαληνής, και τότε θα καταλάβεις το αγκάλιασμα των ποδιών Μου.

Ακόμη, σκέψου ότι ο αγαπημένος Μου Ιωάννης έγραφε μέσα από την ψυχή Μου, ενώ ο Ματθαίος από τα «πόδια» Μου. Τότε, όλα αυτά θα γίνουν για σένα ακόμη πιο κατανοη­τά όπως επίσης και η μεγάλη μετάνοια της Μαγδαληνής με­τά την Ανάληψη Μου, αφού μόνον όταν συνέβη αυτό κατά­λαβε ποιος ήταν στ’ αλήθεια εκείνος που νόμιζε αγαπημένο της. Μετά απ’ αυτό, χάρη στη μετάνοια της μέσα σε πνεύμα ταπεινότητας, άρχισε να Μ7 αγαπά στ’ αλήθεια.

Σου λέω όμως επίσης πως αν κάποιος δεν Μ’ αγαπήσει όπως η Μαγδαληνή, δεν θα Με βρει αργότερα, δεν θα περά­σει στη ζωή που στηρίζεται στα «πόδια» Μου, ούτε ποτέ θα λυθεί η διαρκής αντίφαση του ως προς την εγκόσμια ζωή. Να ξέρεις ότι το βασίλειο Μου είναι ιερή καθαρότητα και διαύ­γεια και τίποτα μη αγνό δεν μπορεί να μπει εκεί μέσα. Γι’ αυ­τό, σκέψου τη συκιά που δεν καρποφορεί και τον υπηρέτη δύ­ο κυρίων, και λύσε την εσωτερική σου αντίφαση! Μελλοντι­κά, ποτέ μην ξεχάσεις για χάρη του κόσμου ποιος είμαι Εγώ, ο Θεός σου, ο Πατέρας σου, ο μοναδικός σύμβουλος σου!

Κοίτα- σήμερα μιλάω, αύριο θα δράσω και μεθαύριο θα έρθω! Αν δεν βρω κάποιον σπίτι του, θα προσπεράσω! Αμήν. Αυτά λέει Εκείνος που πάντα αφήνει να αγκαλιάσετε τα πό­δια Του!

 

Ο αληθινός ιερέας, γιατρός και ποιμένας

Φως και παρηγοριά για τους αδύνατους

25 Ιανουαρίου 1841

Γράψε τώρα λίγα λόγια γεμάτα υψηλή παρηγοριά στην ψυ­χή που πάντα έχει άρρωστη καρδιά και μέσα στην αδυναμία της δεν μπορεί να βρει τι να κάνει και πώς να βοηθήσει τον εαυτό της. Βρέθηκε, χωρίς να το συστήσω Εγώ ή να το ζητή­σει η καλύτερη μερίδα του κλήρου, εξαιτίας μίας άχρηστης εξομολόγησης (ή κάποιου άλλου εκκλησιαστικού, ιερατικού ή δογματικού εξαναγκασμού) σε δύσκολη θέση και η πίεση που ασκείται απ’ αυτό στην ευαίσθητη καρδιά της είναι δυ­σβάσταχτη. Μοιάζει τώρα μ’ έναν άρρωστο, στον οποίο έχουν έρθει δύο γιατροί. Ο ένας επιτίθεται με εχθρότητα στον άλλο: ο μικρός εξεγείρεται ενάντια στον μεγάλο, μη γνωρίζοντας τον τρόπο που εκείνος θεραπεύει εύκολα και σίγουρα τους ασθε­νείς του, ενώ ισχυρίζεται πως μόνον ο ίδιος κατέχει την οικου­μενική ιατρική που θεραπεύει τα πάντα, ενώ κάθε τι άλλο εί­ναι εσφαλμένο και απορριπτέο.

Πες στην ασθενή αυτήν ότι μόνον Εγώ είμαι ο σωστός για­τρός και μπορώ να βοηθάω ελεύθερα όποιον θέλω. Πες ακό­μη ότι Εγώ ποτέ δεν θα δεσμευθώ από κανένα χολερικό, μι­κρό ιερέα, που νοιάζεται πολύ περισσότερο μήπως περικοπεί, κατά τη γνώμη του, η θρησκευτική του εξουσία απ’ ό,τι ενδια­φέρεται για την πραγματική σωτηρία της ψυχής των υποτιθέ­μενων «παιδιών» του που εξομολογεί.

Κάτι τέτοιοι έμμισθοι δεν ταιριάζουν με το δικό Μου ποί­μνιο! Διώχνουν τους λύκους από τα πρόβατα μόνο για χάρη του μαλλιού, όχι όμως για χάρη της ίδιας της πνευματικής ζωής των προβάτων. Ο «σωστός ποιμένας», αντίθετα, βόσκει και προστατεύει τα πρόβατα για χάρη της ζωής τους, αφού απο­τελούν ιδιοκτησία του και νοιάζεται λιγότερο για το μαλλί τους, γνωρίζοντας ότι η ζωή, αν κερδηθεί, ασφαλώς θα συνο­δεύεται και από το μαλλί.

Κοίτα λοιπόν την απέραντη δημιουργία Μου! Όλα αυτά υπάρχουν από την αγάπη και τη σοφία Μου, την ευσπλαχνία και τη χάρη Μου! Λες να τα κάνω όλα αυτά δυνάμει της υπο­τιθέμενης εξουσίας των ιερέων και της έγκρισης τους κι ότι έτσι ανανεώνω, συντηρώ και εποικίζω τη Γη κι όλους τους αναρίθμητους κόσμους; Ή μήπως πρέπει να ζητήσω από κά­ποιον ιερέα την άδεια και τη συμβουλή του για το πόσο φως πρέπει να δίνει ο ήλιος και πότε πρέπει ν’ ανατέλλει και να δύει; Και ποιος ιερέας δέθηκε ποτέ μαζί Μου στο σταυρό; Ή μήπως, αντίθετα, τότε ειδικά οι δικοί Μου ιερείς δεν Με σταύ­ρωσαν και δεν Με βλασφήμησαν, σαν να ερχόμουν από τον διάβολο ενάντια σ’ αυτό που εκείνοι θεωρούσαν βασίλειο του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα είχε γίνει βασίλειο του Σατανά και εν μέρει έτσι είναι τώρα και πάλι;

Ακόμη: όταν ζει ένας άνθρωπος, ζει από Μένα ή από τους ιερείς; Σου λέω ότι είμαι ένας απόλυτα ελεύθερος και παντο­δύναμος Κύριος, Θεός και Πατέρας και δεν εξαρτώμαι στο ελάχιστο από το ιερατείο, αλλά μπορώ’ μόνος να συγχωρήσω τα αμαρτήματα οποιουδήποτε στραφεί μετανοημένος και με αγάπη σε Μένα! Γιατί είμαι επίσης κύριος όλων των αμαρτω­λών! Κι αν θελήσω να συγχωρήσω το σφάλμα κάποιου χάρη στην πλήρη μεταστροφή του, καθόλου δεν θα μ’ εμποδίσει η ανόητη άρνηση άφεσης κάποιου ιερέα που νοιάζεται για το μαλλί των προβάτων του!

Γιατί στ’ αλήθεια, όταν πολύ σύντομα επιστρέψω, πιο γρή­γορα θα Με αναγνωρίσουν οι σκύλοι και οι γάτες από τέτοιους αρχομανείς ιερείς, που πάντα αυτό που τους ένοιαζε ήταν το μαλλί και ποτέ ή μόνο σπάνια η ίδια η ζωή!

Αν, λοιπόν, κάποιος ιερέας δεν θέλει να σου δώσει την έτσι κι αλλιώς μικρής σημασίας άφεση του, πήγαινε σε άλλον, ύστε­ρα πάλι σε άλλον κ.ο.κ. Κι αν δεν βρεις κανέναν να σου δώ­σει άφεση, τότε έλα σε Μένα και σκέψου τον «άσωτο υιό», να είσαι δε βέβαιη ότι Εγώ, ως αληθινός κι ο καλύτερος Πατέ­ρας, ασφαλώς θα δεχθώ στο σπίτι και στην καρδιά Μου όλα Μου τα παιδιά πριν απ’ ό,τι τέτοιοι άκαρδοι ιερείς.

Γι’ αυτό, να μην έχεις έγνοια στην καρδιά σου, παρά να Μ’ ακολουθήσεις! Κι Εγώ δεν θα σ’ αφήσω να χαθείς ποτέ στην αιωνιότητα. Φέρε μονάχα και τα παιδιά σου σε Μένα, πράγμα για το οποίο θα σε υποστηρίξω. Και να θυμάσαι ότι ο Κύριος κάθε Δημιουργίας είναι, πολύ περισσότερο, και Κύ­ριος του πνεύματος και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.

Βλέπεις, σε οδηγώ και θα σε οδηγώ αιώνια! Γι’ αυτό, μη σκοτίζεσαι τόσο πολύ για τους-τυφλούς ηγέτες. Αμήν. Αυτό λέω Εγώ, ο καλός σου Πατέρας, ευλογώντας σε. Αμήν. Αμήν.

                                                       ***

 

Η κατάληψη

30 Ιανουαρίου 1841

Παράκληση: «Κύριε, ας γίνει το θέλημα Σου! Ξέρεις τι επιθυμώ! Ας είναι πάντα Άγιο το όνομα Σου εν πνεύματι και εν αλήθεια!»

 

Γράψε λοιπόν δύο λόγια γι’ αυτό που σε απασχολεί! Για­τί ιδιαίτερα αυτή την εποχή υπάρχουν τόσοι πολλοί που τε­λούν υπό κατάληψη, ώστε αυτή η αξιοθρήνητη κατάσταση του ανθρώπου έχει καταντήσει «φυσιολογική».

Όταν το σώμα ασθενεί σε κάποιο σημείο, αυτό έχει την εξής αιτία: ότι με κάποια αφορμή έχουν εισχωρήσει στο σώμα ξένα στοιχεία. Τότε, αμέσως το σώμα προσπαθεί με την οργανική του δραστηριότητα να βγάλει έξω τα ξένα αυτά στοιχεία (μέσω του πνεύματος των νεύρων). Όμως, συμβαίνει κι εδώ το ίδιο με κάποιον που μπήκε ανεμπόδιστα σ’ ένα τεχνη­τό λαβύρινθο, μα δεν μπορεί να βγει από κει τόσο εύκολα όσο μπήκε. Έτσι κι ένα τέτοιο ξένο στοιχείο δεν μπορεί ν’ απομα­κρυνθεί από το σώμα εξίσου εύκολα όσο μπήκε.

Όμως εκεί όπου βρίσκεται στον οργανισμό ένα τέτοιο ξένο στοιχείο, εμποδίζει την κανονική λειτουργία των οργάνων και προκαλεί διάφορες διαταραχές στην κυκλοφορία του αίματος και όλων των χυμών που προέρχονται από αυτό. Αυτοί πάλι δεν μπορούν πια να φθάσουν έγκαιρα στα διάφορα όργανα για τη διατροφή τους, με αποτέλεσμα τα όργανα που δεν τρέφονται να συρρικνώνονται, προκαλώντας ένα επώδυνο, όλο συσπάσεις σπασμό και να εξασθενούν όλο και περισσότερο. Στο τέλος, το σώμα χάνει την τάση του και τα όργανα χάνουν επίσης, μαζί με τον ηλεκτρισμό τους, το ηλεκτρικό τους δυναμικό. Η συνέ­πεια είναι να γίνει το σώμα ευπαθές και ν’ αρρωστήσει.

Τέτοια ξένα στοιχεία, όπως τα δηλητήρια, υπάρχουν σε όλα τα στοιχεία. Μπορούν να φτάσουν με διάφορους τρόπους στο σώμα, είτε από το στόμα, τη μύτη, τ’ αυτιά ή τα μάτια, είτε από τους πόρους του δέρματος.

Υπάρχουν επίσης, εκτός από τα κάθε είδους δηλητήρια, και τα λεγόμενα στοιχεία μόλυνσης, που μπαίνουν από τους πόρους στο σώμα με την επαφή ή και, συχνά, ήδη με το πλη­σίασμα, και αρχίζουν αμέσως ν’ αφομοιώνονται. Τότε το σώμα συχνά αρρωσταίνει βαριά, γιατί αναγκάζεται να δεχθεί στοιχεία εντελώς ξένης προς αυτό σύστασης. Αν το σώμα δεν τύ­χει σύντομα βοήθειας, θα πεθάνει.

Ακόμη, υπάρχει ένας τρίτος τρόπος πρόκλησης ασθενειών, ο τραυματισμός, που επίσης είναι επικίνδυνος και συχνά μοιραίος για τον οργανισμό. Εννοείται, βέβαια, ότι οι τραυματι­σμοί είναι δύο ειδών εσωτερικοί κι εξωτερικοί.

Συνεπώς, με δύο λόγια, κάθε ασθένεια του σώματος δεν είναι τίποτ’ άλλο από την κατάληψη του από ξένα στοιχεία που δεν ταιριάζουν με το σώμα!

Μολονότι το σώμα από τη φύση του περιέχει όλα τα στοι­χεία, ωστόσο (στην υγιή κατάσταση) περιέχει από το καθένα μόνο τόση ποσότητα, όση είναι σύμφωνη με τη φυσική τάξη. Επομένως, το ξένο συνίσταται στις διαταραγμένες αναλογίες, δηλαδή στο πλεόνασμα ή το έλλειμμα των στοιχείων.

Αν λοιπόν ένας άνθρωπος έχει διαβρωθεί ήδη από τη γέν­νηση του, επειδή οι γονείς με τον άτακτο τρόπο ζωής τους του έδωσαν πριν τη γέννηση ξένα στοιχεία, τότε εσείς ονομάζετε την ασθένεια που προκύπτει (εκ γενετής ή) χρόνια. Όταν όμως μια τέτοια κατάσταση καταλαμβάνει μια ολόκληρη γενιά, τό­τε Εγώ λέω ότι γίνεται «φυσιολογική»1 και δεν μπορεί πια ν’ απομακρυνθεί με φυσικό τρόπο από το σώμα, παρά μόνο από Μένα, ως θαύμα. Αυτό αποτελεί μία πράξη βίας από μέρους Μου, αφού αναγκάζομαι να δράσω μέσω της αγάπης Μου ενά­ντια στην τάξη Μου. Αλλιώς, το κακό αυτό πρέπει να βγει προς τα έξω και τότε εμφανίζεται ως διάφορα εξανθήματα, υψηλός πυρετός και διάφορες επιδημίες. Τότε, φεύγοντας, καθαρίζει τον άρρωστο άνθρωπο, συχνά όμως εμφανίζεται με μεγάλη ένταση και παίρνει μαζί του τον ασθενή, αλλά και γενιές ολό­κληρες, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό στο γιατρό ότι δεν υπάρ­χουν πολλά θεραπευτικά μέσα ενάντια σε τόσο παλιές βλάβες.

Αν κανείς θέλει να δει μήπως υπάρχει και σ’ αυτόν κάποια κρυφή κληρονομική, χρόνια ή προξενημένη από τον ίδιο πά­θηση, αρκεί να κάνε; νηστεία, παίρνοντας παράλληλα πότε-πότε με μέτρο ένα ανάλογο φάρμακο, και τότε θα εμφανιστούν: οι κληρονομικές παθήσεις στα νεύρα, οι χρόνιες στα μέλη και αυτές που αποκτά κανείς μόνος του, στα σπλάγχνα. Αυτός εί­ναι ο δρόμος της λεγόμενης ομοιοπαθητικής, που είναι και η προτιμότερη για το πρώτο είδος παθήσεων.

Βλέπεις, δείχνοντας σου εδώ τις καταλήψεις του σώματος, σου έδειξα ταυτόχρονα την πνευματική κατάληψη του ανθρώ­που. Γιατί μ’ αυτή συμβαίνει ό,τι και με τη σωματική κατάληψη.

Αυτή δε η κατάληψη έχει γίνει τόσο συνηθισμένη, για το λόγο ότι οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ποια κακοήθη πράγματα τους κάνουν τα κακά πνεύματα. Οι άνθρωποι είναι τώρα, μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό υπό κατάληψη, ώστε η δική τους πνευματική φύση και εκείνη του κακού πνεύματος έχουν πια γίνει ένα.

Ο χορός, η λαγνεία, η μνησικακία, η ύβρις, η ληστεία, η κλοπή, το ψέμα, η περηφάνια, η αλαζονεία, η επίδειξη, η συ­κοφαντία, ο φθόνος, η φιλαργυρία, η ματαιοδοξία, η λαιμαρ­γία, η αμετροέπεια, η ειρωνεία και ο χλευασμός απέναντι σε όσα Με αφορούν, η πολυτέλεια, η μόδα και οι παρόμοιες ιδιαι­τερότητες δεν είναι παρά απόλυτα, αδιάψευστα δείγματα της πιο έντονης κατάληψης.

Όποιος δεν το πιστεύει αυτό, ας δοκιμάσει γρήγορα τη συνιστώμενη πνευματική δίαιτα της αυταπάρνησης, κι ας παίρνει ως φάρμακο πολλές μικρές δόσεις του Λόγου Μου, και σας λέ­ω αληθινά πως σύντομα θα πεισθεί για το ποιος «Κύριος» κα­τοικεί μέσα του. Κι αν Εγώ τον αναγκάσω να βγει έξω, τότε ε­κείνα τα κτήνη θα στρέψουν αμέσως ολόκληρο τον κόσμο ενά­ντια στον άνθρωπο που απελευθερώθηκε μ’ αυτό τον τρόπο.

Όποιος, λοιπόν, δεν πιστέψει αυτά τα λόγια, ας δοκιμάσει την «ομοιοπαθητική του πνεύματος», και σύντομα θα πεισθεί ότι Εγώ, η αιώνια αλήθεια, είμαι αξιόπιστος σε όλα όσα λέω.

Όμως, δεν είναι μακριά η γενική αποκάλυψη. Τότε, τρεις φορές αλίμονο σ’ εκείνον που κατέχει τέτοια αγαθά! Αμήν. ‘Αυτό λέω Εγώ, η ίδια η προαιώνια Αλήθεια!

 

 Η σωστή λατρεία των Αγίων

20 Μαρτίου 1841

Οι τέσσερις κόρες του Άνσελμ Χυττενμπρέννερ έκαναν ερωτήσεις, παρακαλώντας να τους απαντηθούν μέσω του Γιάκομπ Λόρμπερ.

Συγκεκριμένα, η Μαρία ρώτησε: «Με ποιον τρόπο πρέ­πει να λατρεύουμε τους Αγίους;» Η Βιλελμίνη: «Πώς πρέπει να αγαπάμε σωστά τον Κύριο;» Η Πωλίνα: «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην παρά τω Θεώ και Θεός ην ο Λόγος – τι σημαίνει αυτή εισαγωγή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου;» Η Ιουλία: «Σε τι συνίσταται η αλη­θινή ταπεινότητα;»

Αγαπημένα Μου παιδιά! Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να βρει κανείς αυτό που θέλει; Όταν κάποιος πεινάει, θα χρεια­στεί άραγε μεγάλο διάστημα για να βρει κάτι να φάει και να χορτάσει; Ή εκείνος που διψάει θα πηγαίνει, λοιπόν, από πη­γή σε πηγή δοκιμάζοντας ποιο νερό θα ήταν κατάλληλο για να σβήσει τη δίψα του; Όχι βέβαια, αλλά θα σταματήσει στην κο­ντινότερη πηγή και θα σβήσει εκεί τη δίψα του. Βλέπετε, το ίδιο ισχύει και για σας!

Ασφαλώς θα νιώσετε το ότι είσαστε ακόμη όλοι πνευματι­κά πολύ διψασμένοι και πεινασμένοι, αρκεί να συμβουλευτείτε την κατανόηση της καρδιάς σας, που είναι το «στομάχι» του πνεύματος, και να αναρωτηθείτε λίγο για την ουσία των αναρίθ­μητων πραγμάτων που σας περιβάλλουν και για την εσωτερική ζωή του πνεύματος, που σας είναι ακόμη παντελώς άγνωστη.

Κοιτάξτε έξω το μεγάλο κατάλογο φαγητών της Δημιουρ­γίας και κατόπιν τη μεγάλη αποθήκη τροφίμων του πνεύμα­τος, και τότε στο μέλλον δεν θα σας είναι πια δύσκολο, κυρίως μάλιστα αν αναλογιστείτε ότι στο δικό Μου φως, που σας χα­ρίζεται, με το ζωντανό νερό από το πηγάδι του Ιακώβ, ένας κόκκος ηλιόσκονης μεγεθύνεται και γίνεται ένας κόσμος!

Όταν, όμως, ένας τέτοιος κόκκος γίνεται τόσο μεγάλος και γεμάτος θαύματα άγνωστα ακόμη σε σας, πόσο μεγάλα θα σας φαίνονται εκείνα τα πράγματα μπροστά στα οποία ένας κόκκος ηλιόσκονης χάνεται εντελώς, όπως είναι ένας κόκκος άμμου ή, ακόμη περισσότερο, ένα φυτό, ένα δέντρο, ένα βουνό, ένα ζώο ή τέλος ένας άνθρωπος!

Αφού, λοιπόν, τώρα σας δείχθηκε πώς μπορείτε στο μέλ­λον να βρείτε πιο εύκολα κάτι για να χορτάσετε την πείνα σας, θα σας δώσω τώρα αυτό που ζητάτε μετά από κοπιαστική ανα­ζήτηση.

Όσον αφορά τη λατρεία των Αγίων, δεν σας λέω παρά αυ­τό: Να λατρεύετε με την αγάπη και την ταπεινή υπακοή σας μόνο τον Παναγιώτατο. έτσι, με αυτήν τη μοναδική έγκυρη λατρεία, τιμώνται με το σωστότερο τρόπο και όλοι οι γνωστοί και άγνωστοι σε σας Άγιοι! Γιατί σε Μένα μονάχα αρμόζει κά­θε λατρεία, κάθε έπαινος, κάθε ευχαριστία, κάθε ύμνος και κά­θε προσκύνηση. Μόνο μέσω Εμού και μέσα από Μένα δοξά­ζονται όλοι οι άνθρωποι, αν προηγουμένως έχουν δοξάσει το., όνομα Μου μέσα στην καρδιά τους μέσω της αληθινής αγά­πης και της ζωντανής πίστης εν πνεύματι και εν αλήθεια.

Για να καταλάβετε αυτό βαθύτερα και καλύτερα, σκεφτείτε ακόμη ότι μονάχα Εγώ είμαι η πύλη της ζωής. Όποιος δεν μπαί­νει εκεί από αυτή την πύλη, είναι κλέφτης και ληστής. Γι’ αυτό, όποιος είναι φορτωμένος με βάσανα ή άρρωστος, ας έρθει σε Μένα για να τον ανακουφίσω και να τον ενδυναμώσω. Γιατί αυτά δεν θα τα βρει ποτέ αλλού εκτός από Μένα και σε Μένα!

Όσον αφορά στο δεύτερο ερώτημα, εκείνος που Με αγαπά με το σωστό τρόπο είναι όποιος αγαπά μόνο Εμένα και τον πλη­σίον του χάρη σε Μένα. Όποιος Με αγαπά έτσι, Με αγαπά εν πνεύματι και εν αλήθεια. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να Μ’ α­γαπά διαφορετικά, αφού Εγώ ο ίδιος είμαι το αιώνιο πνεύμα κάθε αγάπης, κάθε ισχύος και δύναμης, κι επίσης η αιώνια αλήθεια;

Όμως, όποιος Μ’ αγαπά έτσι, τηρεί τις εντολές Μου. Και σε όποιον τηρεί τις εντολές Μου, σ’ αυτόν θα έρθω με την τριαδικότητά Μου μέσα στη Μονάδα ως Πατέρας, Υιός και Πνεύμα, και θα κατοικήσω μέσα στην καρδιά του και θ’ απο­καλυφθώ εκεί με τον ζωντανό Λόγο, που ήταν στην αρχή και ήταν (αιώνια) (και είναι) μέσα στο Θεό. Γιατί ο ίδιος ο Θεός ήταν, είναι και θα είναι αιώνια ο Λόγος, που υπάρχει στη φύ­ση όλων των πραγμάτων ως αιώνια Ζωή, Αγάπη, Φως, Δύνα­μη και Ισχύς στους αιώνες των αιώνων.

Όποιος Με αγαπά έτσι με το σωστό τρόπο, είναι επίσης ταπεινός με όλη του την καρδιά. Μπορεί, άραγε, ένας υπερό­πτης ν’ αγαπήσει κανέναν; Ή μήπως δεν είναι θεμέλιο της υπε­ροψίας του η περιφρόνηση όλων όσων τον περιβάλλουν; Ο υπερόπτης δεν θέλει να δει τίποτα ανώτερο πάνω από τον ίδιο. Κι αν ακόμη δεν μπορεί ν’ ανέβει στο ψηλότερο σημείο, αλλά είναι αναγκασμένος να υπακούει σε κάποιον άλλο, ανώτερο, και πάλι το κάνει για δικό του όφελος. Όταν δε περιβάλλει κά­ποιον μ£ μια φαινομενική αγάπη, αυτό είναι σαν να λέει: «Αφού δεν μπορώ να κυριαρχήσω πάνω σου με τη βία, θα σε πιάσω με πονηριά και θα σε κάνω σκλάβο μου!».

Με παρόμοιο τρόπο μιλάει επίσης ο άπληστος στους φί­λους του και οι ματαιόδοξοι γαμπροί του κόσμου στις ανόητες νύφες τους. Όλοι αυτοί ανυψώνουν τους ευνοούμενους τους απλώς με την πρόθεση που ανυψώνει ο αετός τη χελώνα, δη­λαδή για να κερδίσουν αργότερα κάτι από την πτώση τους!

Αγαπημένα Μου παιδιά, βλέπετε ότι απ’ όλα αυτά γίνεται φανερό πως μόνο ο πραγματικά ταπεινός μπορεί να Μ’ αγα­πήσει αληθινά, δηλαδή εν πνεύματι και εν αλήθεια!

Όποιος Μ’ αγαπά έτσι, Μ’ αγαπά, φυσικά, ως τον ζωντα­νό, αιώνιο Λόγο που είναι ο Ιησούς Χριστός και ως την αιώ­νια Ζωή και όλα τα πράγματα του δίνονται μέσω Αυτού. Ε­κείνον, όμως, που αγαπά τον Ιησού Χριστό τον Εσταυρωμέ­νο και τον δοξάζει μπροστά στον κόσμο και ομολογεί με χαρά στην καρδιά του την πίστη του σ’ Αυτόν, θα τον δοξάσω κι Ε­γώ, ως αυτός ο Ιησούς Χριστός, και θα τον αναγνωρίσω μπρο­στά στον Πατέρα, δηλαδή θα λαμπρυνθεί στο πρόσωπο της Θεότητας Μου και όλης της Αγιότητας της.

Συνεπώς, αφού όποιος Με αγαπά και Με δοξάζει, δοξάζε­ται εν συνεχεία ο ίδιος εξαιτίας αυτού, ασφαλώς όλα τα μέλη Μου, που είναι οι Άγιοι στον ουρανό, θα έχουν τη μερίδα τους από τη δόξα αυτή! Γιατί όσα παίρνω, δεν τα παίρνω για Μέ­να, παρά για σας και τ’ αδέλφια σας.

Όποιος δίνει κάτι σε Μένα, το δίνει σε όλους! Όποιος, όμως, το δίνει σε κάποιον άλλον, αυτός είναι ανόητος! Γιατί δεν θα πάρει πίσω αυτό που δίνει, ούτε όμως η προσφορά του θα φθάσει σ’ εκείνους που απευθύνεται, παρά θα καταπατη­θεί σαν άγουρος καρπός κάτω από το δέντρο της ζωής.

Αγαπημένα Μου παιδιά, να μη βλέπετε την προσφορά αυ­τή σαν ανθρώπινη αλλά σαν μια προσφορά γεμάτη ζωή! Βάλ­τε τη μέσα στην καρδιά σας και πράξτε σύμφωνα μ’ αυτήν και τότε θα καταλάβετε ότι ο Λόγος είναι τα πάντα, καθώς και πως ο Λόγος είναι κοντά στο Θεό και ο ίδιος ο Θεός είναι αιώνια ο Λόγος! Αμήν.

Αυτά σας λέει ο ίδιος ο Λόγος μέσα από τον εαυτό Του! Αμήν.

                                                          ***

 Πάθη του Χριστού, νηστεία, φτώχεια, αγάπη

Τέσσερις ερωτήσεις στο πνευματικό φως

9 Απριλίου 1841

Καλά κάνετε και τα ρωτάτε αυτά! Γιατί μέσα σε τέτοιες ερωτήσεις περιέχονται εκείνα που έχει περισσότερη ανάγκη ο κάθε άνθρωπος.

Βέβαια, δεν διατυπώσατε το αίτημα σας ως ερώτηση, παρ’ όλα αυτά όμως, τα λόγια σας δεν είναι άλλο από ερωτήσεις, στις οποίες τώρα θα δοθεί χωριστά απάντηση. Τη μεγάλη απά­ντηση, όμως, θα τη βρείτε μέσα σας μόνον όταν θα έχετε τηρή­σει όσα λένε οι ξεχωριστές απαντήσεις. Δηλαδή οι ξεχωριστές απαντήσεις είναι μία πυξίδα που θα σας δείξει πώς πρέπει να είναι η ανθρώπινη ζωή εν πνεύματι και εν αλήθεια, γεμάτη αγά­πη και ζωντανή πίστη, προκειμένου να μπορέσει κανείς να φθά­σει, ζώντας έτσι, με ασφάλεια στην εσωτερική ζωή του. πνεύ­ματος και τελικά μέσα από αυτή σε Μένα. Όποιος, όμως, φθά­σει σε Μένα, θα φθάσει μ’ αυτό επίσης στη γενική απάντηση όχι μόνο των τεσσάρων ερωτήσεων που υποβάλατε, αλλά και εκείνων των άπειρων ερωτήσεων που περιέχονται σ’ αυτές.

Γιατί στ’ αλήθεια, αν καταλαβαίνατε μέσα στην καρδιά σας το μεγάλο μυστήριο των παθών Μου, τότε όλοι οι άγγε­λοι του ουρανού θα έρχονταν με χαρά και σεβασμό να διδα­χθούν από σας, για να επιστρέψουν μετά τη διδασκαλία πλου­σιότεροι κατά αμέτρητα θαύματα.

Αν ξέρατε μέσα στην καρδιά σας πώς να νηστεύετε σωστά, τότε στ’ αλήθεια δεν θα ρωτούσατε ξανά γι’ αυτό! Γιατί με τέ­τοια νηστεία, θα είχα γίνει εδώ και καιρό για σας ένας ορατός Πατέρας, αφού τότε θα μπορούσα να σας δώσω με την πιο ελα­φριά πνοή περισσότερα απ’ ό,τι διαφορετικά με χίλια λόγια.

Αν κατανοούσατε μέσα στην καρδιά σας τι είναι η αληθι­νή φτώχεια, τότε θα ήσασταν από τώρα πλουσιότεροι από πολ­λούς ουράνιους ηγεμόνες. Γιατί μέσα στην αληθινή φτώχεια βρίσκεται ένας πολύ μεγάλος θησαυρός, που δεν μπορεί να με­τρηθεί με κανένα ανθρώπινο μέτρο! Η αληθινή φτώχεια είναι που θρέφεται πάντα με το Λόγο Μου. διαβάζετε άλλωστε ότι το Ευαγγέλιο πρέπει να κηρυχθεί στους φτωχούς. Επίσης, η αληθινή φτώχεια πρέπει να νοείται ως όμοια με τους «πεινα­σμένους» και τους «διψασμένους», που κι αυτοί χορταίνουν εντελώς με το Λόγο Μου.

Αν, τέλος, κατανοούσατε μέσα στην καρδιά σας την αγά­πη, τότε στ’ αλήθεια θα είχατε εκπληρώσει τη μεγάλη αξίωση που προέβαλα στους Απόστολους Μου λέγοντας τους: «Να εί­σαστε τέλειοι, όπως είναι τέλειος ο Πατέρας σας στον ουρανό!» Αγαπημένα Μου παιδιά! Τι νομίζετε πως σημαίνει αυτή η αξί­ωση; Δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο α­πό το ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι σε όλα όμοιος με Μένα! Αν μπορείτε να σχηματίσετε την παραμικρή εικόνα του μεγα­λείου Μου, της ισχύος και της δύναμης Μου, καθώς και όλων των άλλων άπειρων τελειοτήτων Μου, τότε ασφαλώς θα μπο­ρείτε επίσης να καταλάβετε κάπως τι εννοώ λέγοντας σας ότι πρέπει να γίνετε κι εσείς τόσο τέλειοι, όσο είναι ο Πατέρας σας στους ουρανούς. Γιατί εφόσον ο «Υιός» κατέστησε τους δικούς του συγκληρονόμους για να μοιράσει αδελφικά τη μεγάλη κλη­ρονομιά του Πατέρα, αυτό σημαίνει ότι οι δικοί του πρέπει να επιτύχουν την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια δύναμη και ισχύ του πνεύματος του Θεού που ενυπάρχουν στον Υιό μέσα στον Πα­τέρα και στον Πατέρα μέσα στον Υιό από την αιωνιότητα.

Πριν, όμως, σας τα αναλύσω περισσότερο αυτά, ας επι­στρέψουμε στις ξεχωριστές απαντήσεις των τεσσάρων κυρίων ερωτημάτων σας.

Όσον αφορά τα πάθη Μου, σωματικά υπέφερα όπως κάθε άλλος άνθρωπος και μάλιστα με τη σειρά που αναφέρεται στα Ευαγγέλια. Επειδή, όμως, το ανθρώπινο Εγώ που υπέφερε έκλεινε μέσα του ένα άλλο, Θείο Εγώ, τα πάθη αυτά ήταν δι­πλά- δηλαδή εξωτερικά, σωματικά και εσωτερικά, Θεία.

Τι ήταν τα εξωτερικά πάθη, το ξέρετε. Όμως, σε τι. συνίσταντο τα Θεία Πάθη, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Για να μπορέ­σετε να το συλλάβετε, φανταστείτε τι σημαίνει το ότι ο άπει­ρος Θεός κατά τη διάρκεια των παθών, αποσύρθηκε από την άπειρη κι αιώνια ελευθερία Του και κατοίκησε μέσα στην καρ­διά του πάσχοντος «Υιού»!

Ξέρετε ότι το εξωτερικό Μου έφθασε μέσα από τα πικρά πάθη έως το σημείο του θανάτου. Μα η Θεότητα που έδρευε στην καρδιά έπρεπε να νικήσει από το εσώτατο σημείο το θά­νατο και την κόλαση. Σκεφτείτε τώρα τον πάσχοντα Θεάνθρω­πο να βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πυρά: Από έξω, ο θάνατος και η κόλαση Με πίεζαν με όλη τους τη δύναμη, μέχρι που η φυσική Μου ζωή ωθήθηκε έως το εσώτατο σημείο της καρ­διάς Μου. Από μέσα, όμως, η Θεότητα δρούσε με όλη την άπει­ρη ισχύ και δύναμη της ενάντια στην πίεση αυτή και άφησε μονάχα την αγάπη να την συγκεντρώσει σε ένα μόνο σημείο. Τώρα σκεφτείτε και πάλι: Η ίδια ισχύς και δύναμη που θα μπορούσε να καταστρέψει στη στιγμή με μια πνοή της όλα όσα υπάρχουν μέσα στο άπειρο, αυτή η ισχύς και δύναμη που δεν μπορούν να συλλάβουν όλες οι αιωνιότητες και όλα τα άπειρα, αυτή που έκανε να γίνει από τον εαυτό της η άπειρη Δημιουρ­γία -ακούστε!- αυτή η δύναμη και η ισχύς στην πληρέστερη ολότητα της αφέθηκε να περιοριστεί, όπως είπαμε, από την απειρότητά της σε ένα σημείο. Και αυτός ο περιορισμός ήταν η μεγαλύτερη εκούσια ταπείνωση της Θεότητας μέσα σε Μένα! Αν μπορείτε να το καταλάβετε αυτό έστω και λίγο μέσα στην καρδιά σας, δηλαδή τι παθιασμένο αγώνα έπρεπε να διε­ξαγάγω ως Αιώνια Αγάπη, τότε θα μπορείτε επίσης να σχημα­τίσετε μια μικρή εικόνα για το τι σημαίνουν τα πάθη Μου.

Τα πάθη αυτά διήρκησαν μέχρι τη στιγμή που αναφώνη­σα πάνω στο σταυρό: «Τετέλεσται! Πατέρα, στα χέρια Σου πα­ραδίδω το πνεύμα μου!» ή, με άλλα λόγια: «Κοίτα, Πατέρα! Η Αγάπη Σου επιστρέφει σε Σένα!» Κι αμέσως, η άπειρη ισχύς του Θεού κατέλυσε όλα τα δεσμά του θανάτου και της κόλα­σης. Η αιώνια ισχύς όρμησε προς τα έξω με άπειρα πολλαπλα­σιασμένη δύναμη. Ολόκληρη η γη σείστηκε από το άγγιγμα της Θείας παντοδυναμίας, κι άνοιξε εκούσια τα μνήματα, στέλνοντας αυτούς που ήταν φυλακισμένοι εκεί, πίσω στη ζωή.

Και αυτή η παντοδυναμία συνέχισε να ορμά προς τα έξω, πέρα από όλη την ορατή Δημιουργία. Εκείνη τη στιγμή, γέμι­σε ξανά το άπειρο. Κι όλοι οι ήλιοι σε όλους τους απέραντους χώρους απέσυραν το φως τους, συγκεντρώνοντας το μέσα στον εαυτό τους, από το μεγάλο τους δέος μπροστά στη Θεία πα­ντοδυναμία που τους άγγιζε εκ νέου. Όμως, το ότι η Θεότητα κατ’ αυτήν της τη νέα έξοδο δεν κατέστρεψε και δεν εκμηδέ­νισε εκείνη τη στιγμή τα πάντα, οφείλεται αποκλειστικά στην Αγάπη, που είχε τότε και πάλι ενωθεί πλήρως μαζί της.

Αυτά σημαίνουν, λοιπόν, αγαπημένα Μου παιδιά, τα πάθη Μου, στο μέτρο που μπορείτε να τα καταλάβετε. Όμως, υπάρχουν άπειρα πράγματα κρυμμένα ακόμη εκεί και μάλιστα διαρκώς πιο μεγάλα και πιο απέραντα, που θα έχετε αρκετές αιωνιότητες στη διάθεση σας για να τα διερευνήσετε. Γιατί ‘ όσα σας είπα τώρα, είναι, ως προς το σύνολο, όπως το σημείο σε σχέση με το άπειρο.

Όταν πάλι νηστεύετε, τότε να νηστεύετε με γνήσια αυτα­πάρνηση, από καθαρή αγάπη σε Μένα, αρνούμενοι όλα όσα σας προσφέρει ο κόσμος. Με μια τέτοια σωστή νηστεία θ’ απο­κτήσετε τον «άρτο του ουρανού».

Την ημέρα του γάμου, η νύφη βγάζει όλα τα ρούχα που φο­ρούσε μέχρι τότε, πλένει ολόκληρο το σώμα της, βάζει ύστε­ρα το νυφικό της και στολίζεται με λουλούδια και πολύτιμες πέτρες, ώστε ν’ αρέσει στο γαμπρό όταν εκείνος έρθει για να την οδηγήσει στο σπίτι του. Έτσι κι εσείς πρέπει, με τη σωστή νηστεία, να βγάλετε όλα σας τα κοσμικά (εγωιστικά) «ρούχα», να πλυθείτε με το ζων ύδωρ, το νερό της ζωής και να φορέσετε ύστερα ενδύματα αληθινής αγάπης, αθωότητας και ολοκληρωτικής τα­πεινοφροσύνης και να στολιστείτε με τα λουλούδια και τις πο­λύτιμες πέτρες των έργων αγάπης!

Όταν, κατόπιν, έρθει ο μεγάλος γαμπρός και σας βρει έτσι πανέτοιμους, τότε Εκείνος θα κάνει ό,τι και ο αλληγορικός γα­μπρός. Και μόλις βρεθείτε στο σπίτι του, Εκείνος θα σας ανοί­ξει ένα θησαυροφυλάκιο και θα σας χαρίσει τους ανεκτίμητους θησαυρούς της αιώνιας ζωής. η οποία είναι συνέπεια των παθών Μου ή της λύτρωσης.

Ό,τι δε είναι η νηστεία, το ίδιο είναι και η φτώχεια. Γιατί πραγματικά, όποιος δεν υπήρξε φτωχός σε όλα όσα είναι του «κόσμου», δεν πρόκειται να μπει στο βασίλειο Μου πριν εξοφλήσει μέχρι τέλους όλα όσα χρωστάει στον κόσμο. Αυτή είναι, λοιπόν, η πραγματική φτώχεια εν πνεύματι και εν αλήθεια!

Όμως, το ότι η εθελοντική φτώχεια έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από την αναγκαστική, εννοείται τόσο καλά από μόνο του, που μια μακρύτερη ανάλυση γι’ αυτό θα ήταν εντελώς περιτ­τή. Γιατί η αναγκαστική φτώχεια μπορεί να εξισωθεί με την εθελοντική μόνο με την απόλυτη παράδοση στη θέληση Μου και στην αγάπη Μου.

Αναρωτηθείτε, όμως, τώρα; Ποια είναι η σχέση μιας νύφης με το γαμπρό, όταν δεν έχει γι’ αυτόν αγάπη στην καρδιά της; Άραγε, θα στολιστεί κι εκείνη τόσο ωραία για την ώρα εκεί­νη, αφού ξέρει ότι τότε θα έρθει εκείνος που τον περιφρονεί; Θα περιμένει την ώρα αυτή με την καρδιά γεμάτη επιθυμία; Σας διαβεβαιώνω πως όχι! Αντίθετα, θα την καταριέται και θα την βλαστημά. Αντί να πλυθεί, θα λερωθεί με διάφορες βρωμιές, θά εξακολουθήσει να φοράει τα καθημερινά της ρούχα και θα ρίξει στάχτη πάνω της, πιστεύοντας ότι έτσι, όταν έρθει ο γα­μπρός, θα νιώσει φρίκη και θα εγκαταλείψει την επιθυμία του. Και αληθινά, αν έρθει ο γαμπρός και βρει τη νύφη σ’ αυ­τή την κατάσταση, σας λέω ότι δεν θα την πάρει (αν Μου μοιά­ζει), αλλά θα την παραχωρήσει ευχαρίστως σ’ εκείνον στον οποίο έχει χαρίσει την αγάπη της.

Βλέπετε, αφού η νύφη δεν στολίζεται για το σωστό γαμπρό παρά μόνον αν τον αγαπά, εύκολα καταλαβαίνετε ότι δεν εί­ναι νοητή καμία νηστεία και καμία φτώχεια δίχως αγάπη για Μένα, άρα και κανένας στολισμός για το γάμο. Στην περίπτω­ση αυτή, όμως, δεν θα ακολουθήσει ούτε η είσοδος της νύφης στο σπίτι του γαμπρού, γιατί αυτή δεν είναι τίποτ’ άλλο από τη λύτρωση από το θάνατο προς τη ζωή.

Δείτε πόσο σχετίζονται τα ερωτήματα σας το ένα με το άλλο! Στα πάθη Μου βρίσκεται η αγάπη. Η νηστεία και η φτώχεια είναι τα πάθη της αγάπης. Και τα πάθη της αγάπης είναι τα στολίδια της. Και στο στολισμό αυτόν, που είναι τα πάθη, βρίσκεται η λύτρωση. Συνεπώς, η αγάπη, τα πάθη και η λύ­τρωση είναι ένα και το αυτό.

Επομένως, όποιος αγαπά όπως σας έδειξα, έχει κερδίσει τη λύτρωση και το μερίδιο του θα είναι ίδιο με το δικό Μου. Αλλά όπως ο γαμπρός μοιράζεται όλα του τ’ αγαθά με τη νύφη έτσι θα γίνεται και στο δικό Μου σπίτι. Τότε θα μάθετε τι σημαίνει: «Να είσαστε τέλειοι, όπως είναι τέλειος ο Πατέρας σας στον ουρανό!»

Αμήν! Αυτά λέω Εγώ, ο Πατέρας στον ουρανό! Αμήν.

***

 

 

 

Θάνατος και επιθανάτια αγωνία

29 Απριλίου 1841

Ο θάνατος του σώματος είναι το τελευταίο δεινοπάθημα της ζωής και είναι κατά κάποιον τρόπο μία σταύρωση.

Αν δεν υπήρχε ο σωματικός θάνατος, τότε κάθε ζωή θα χα­νόταν. Με το σωματικό θάνατο, όμως, συγκεντρώνεται και σταθεροποιείται η ζωή, για να μπορέσει μετά την αποβολή του σώματος να διατηρήσει, ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση, κάποια μορφή ύπαρξης.

Η αγωνία που προηγείται του θανάτου είναι ακριβώς αυτή η πράξη συνένωσης της ζωής, η οποία, πολλές φορές, μέχρι τό­τε ήταν διασκορπισμένη στους τέσσερις ανέμους του κόσμου.

Για το λόγο αυτό συμβαίνει, είναι μάλιστα απόλυτα ανα­γκαίο, οι άνθρωποι οι προσκολλημένοι στον κόσμο να έχουν συχνά εξαιρετικά οδυνηρό θάνατο. Γιατί αν δεν γινόταν έτσι, χάρη στη μεγάλη Μου ευσπλαχνία, τότε εκείνοι θα χάνονταν αιώνια.

Επίσης, το ότι τέτοιοι άνθρωποι καταλήγουν, μετά από το δύσκολο επίγειο θάνατο τους, σε μία εξαιρετικά ανελεύθερη κατάσταση, συμβαίνει προκειμένου η ζωή τους, που μετά δυσκολίας συγκεντρώθηκε κατά το σωματικό τους θάνατο, να μη διασκορπιστεί ξανά και καταστραφεί στο τέλος ολοκληρωτικά. Έτσι, ακόμη και ο γεμάτος αγωνία και βάσανα επονομα­ζόμενος αιώνιος θάνατος δεν είναι παρά μία διατήρηση της ζωής που θέσπισα χάρη στη μεγάλη Μου ευσπλαχνία.

Μα οι άνθρωποι εκείνοι που είχαν, από τότε που ζούσαν, συνενώσει τη ζωή τους μέσα σε Μένα με την αυταπάρνηση, την ταπεινότητα και την αγάπη για Μένα, στ’ αλήθεια, δεν θα νιώσουν και πολύ την επιθανάτια αγωνία του σώματος. Κι όταν κάποτε το γήινο σκάφος τους θα τσακιστεί στις απατηλές ακτές του κόσμου, τότε θα πουν χωρίς πόνο και έγνοια: «Εγώ είμαι με τα υπάρχοντα μου στην ξηρά!»

Γι’ αυτό, πρέπει να προσπαθείτε ήδη όσο είσαστε εδώ να συγκεντρώνετε τη ζωή σας μέσα σε Μένα, και τότε ο σωματι­κός θάνατος θα σας φανεί όπως θα φαινόταν τη νύχτα στον οδοιπόρο ένας μεγάλος ήλιος που ανατέλλει και φωτίζει μια ακτή γεμάτη απόκρημνα βράχια και γκρεμούς.

Πιστέψτε Με, πιστέψτε ότι έτσι είναι και κανείς πια δεν θα σας στερήσει την εσωτερική σας γαλήνη!

Αυτά λέει ο Κύριος της ζωής και του θανάτου! Αμήν.Αμήν. Αμήν.

                                                        * * *

 Η πιο καλή συμβουλή και αληθινή παρηγοριά

 5 Μαΐου 1841

Όλοι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν όχι για τον κόσμο αυ­τόν αλλά για το μεγάλο οίκο του Πατέρα στον άλλο κόσμο -και μάλιστα είτε έτσι είτε αλλιώς: Όπως είναι η ζωή τους σ’ αυτό τον κόσμο, έτσι θα είναι και η κατάσταση τους σ’ εκεί­νο το μεγάλο, αιώνιο οίκο!

Όποιον βάζω σε δοκιμασίες -και πραγματικά, αυτό δεν το κάνω χωρίς λόγο-, αυτόν θέλω να κάνω κάτι και θα του κάνω όντως, γιατί ήδη βρίσκεται στο σχολείο Μου. Ένας φοι­τητής, όμως, πρέπει να δέχεται τις εξετάσεις, αν θέλει να γί­νει κάτι.

Στις δικές Μου εξετάσεις, κανείς δεν κόβεται, αλλά ο κα­θένας μπορεί να επιτύχει, είτε ήδη εδώ είτε οπωσδήπο­τε στον άλλο κόσμο.

Εκείνος, όμως, που αποφεύγει τις ήπιες εξετάσεις Μου και γίνεται λιποτάκτης, θα δοκιμαστεί κατόπιν από τον κόσμο και από τον Σατανά, για να δουν αν αξίζει για την κακία.

Δέχομαι τον καθένα οποιαδήποτε στιγμή στο σχολείο Μου. Μα όποιος δεν θέλει να γίνει παρά χοιροβοσκός ή αγωγιάτης και βρίσκει την ευτυχία μέσα στην βρώμα, στ’ αλήθεια, ποτέ δεν θα εμποδιστεί ούτε στη θέση ούτε στην ευτυχία του!

Εσείς όμως -ακούστε το και καταλάβετε το- βρισκόσαστε στο «Πανεπιστήμιο» Μου.1 Θέλω να σας κάνω κάτι σημαντι­κό! Γι’ αυτό, δεν πρέπει να σας φαίνονται παράξενες κάποιες (ιδιαίτερες) εξετάσεις στο πανεπιστήμιο αυτό.

Πήρα κοντά Μου τη λεπρή για την οποία Μου είχατε ζη­τήσει βοήθεια, και την αφύπνισα στη ζωή, με το να την απαλ­λάξω από το σάπιο σώμα της. Θέλετε να την αφυπνίσετε και πάλι στο θάνατο;

Γιατί πενθείς που πήρα κοντά Μου την αδελφή σου; Μή­πως της συνέβη τίποτα κακό; Πόσο μικρή είναι η πίστη σας! Νομίζετε ότι η απώλεια της αδελφής σας είναι που θλίβει την καρδιά σας; Όχι, βέβαια, σας λέω! Η αδύναμη πίστη σας εξα­κολουθεί να είναι η μεγαλύτερη δυστυχία σας!

Γιατί όποιος πιστεύει και αγαπά εν πνεύματι και εν αληθεία, πάντα θα έχει την καρδιά γεμάτη χαρά κι ευγνωμοσύνη, αφού θα βλέπει κατακάθαρα ότι Εγώ, ο αιώνιος, άγιος, γεμά­τος αγάπη Πατέρας του κάνω σίγουρα πάντα το καλύτερο!

Παιδιά Μου, αναγνωρίστε, επιτέλους, ότι Εγώ, ο γεμάτος αγάπη Πατέρας σας, είμαι που ανυψώνω και πολλαπλασιάζω χιλιάδες φορές τη ζωή σας μέσα από κάθε δοκιμασία!

Ευχαριστήστε Με με χαρά στην καρδιά που έδωσα δωρεάν

στην αδελφή σας τη χάρη της αιώνιας ζωής στο βασίλειο των παιδιών Μου και της ανοίγω από κει ένα φωτεινό δρόμο προς το μεγάλο ιερό της αιώνιας Πατρικής αγάπης Μου!

Στ’ αλήθεια, έτσι είναι! Ποιος μπορεί να συνεχίζει να πεν­θεί, όταν Μ’ αγαπά και εμμένει στο όνομα Μου;

Να είσαστε λοιπόν χαρούμενοι και καλοδιάθετοι! Γιατί η αδελφή σας είναι πια πανευτυχής κοντά Μου! Αν όμως έμενε εδώ (στον υλικό κόσμο), θα χανόταν σε πέντε μήνες για πά­ντα μαζί με τον άντρα της. Το πώς και το γιατί, θα τo δείτε με τον καιρό.

Μα τώρα, όλα είναι και θα μείνουν αιώνια καλά! Γι7 αυτό να χαίρεστε και να δοξάζετε πάντα το όνομα Μου!

Αυτά λέω Εγώ, ο αληθινός Πατέρας και αδελφός σας. Αμήν!

                                                       ***

Ο Θεός τους σιχαίνεται

30 Μαΐου 1847

«Τότε Εκείνος τους είπε: Είσαστε άνθρωποι που εμφα­νίζονται μπροστά στους άλλους ως δίκαιοι. Μα ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας! Γιατί αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν μεγάλο, ο Θεός το σιχαίνεται!» (ΚατάΛουκάν 16,15).

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε ήδη πρόβλημα για πολλούς με­γάλους και μικρούς. Γιατί φυσικά αυτή η δήλωση αφορά τους ανθρώπους κι όχι τα ζώα ή τα πράγματα. Έτσι, αυτό το κείμε­νο ακούγεται πιο κακό στους ανθρώπους που κατέχουν υψηλή θέση στον κόσμο απ’ ό,τι η πιο παράφωνη μουσική.

Πάντως, το κείμενο αυτό δεν μπορεί πια ποτέ ν’ αναιρεθεί και να πάψει να ισχύει. Είναι ένας ακρογωνιαίος λίθος, που οι συνηθισμένοι χτίστες πραγματικά απορρίπτουν και συχνά σκο­ντάφτουν πάνω του με βία και χτυπούν φρικτά κάνοντας το. Ή, πάλι, πράγμα χειρότερο, ο ακρογωνιαίος αυτός λίθος τους καταπλακώνει και τότε εκείνοι συνθλίβονται εντελώς!

Σε πολλές χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, οι Κάτω Χώρες και κάποιες ακόμη, πολλές φορές μέχρι τώρα ο λίθος αυ­τός έπεσε στα κεφάλια εκείνων των χτιστών που νόμιζαν τους εαυτούς τους μεγάλους -φυσικά και πνευματικά- και τους συνέθλιψε μαζί με τη μεγαλομανία τους. Diabolus autem non in pace suam habet requiem!1 Έτσι, αυτοί δεν μαθαίνουν ποτέ απ’ αυτή τους την εμπειρία, παρά είναι σαν τα κουτά σπουργίτια που ξανακάθονται στο ίδιο κλαδί, όπου προηγουμένως ένας κυνηγός σκότωσε πυροβολώντας περισσότερα από τα μισά απ’ αυτά.

Φυσικά, αν δεν είχα κάνει τη συγκεκριμένη δήλωση, οι με­γάλοι θα Με υπολόγιζαν περισσότερο. Εφόσον όμως, παρ’ όλα αυτά, την έκανα, ξέροντας ότι δεν θ’ άρεσε στους μεγάλους του κόσμου, έτσι Εγώ ο ίδιος δεν χαίρω μεγάλης εκτίμησης απ’ αυτούς. Γι’ αυτό, Με αντιμετωπίζουν μόνο σαν ένα ηθικό και πολιτικό πρόσωπο, στο οποίο αφήνουν τη θεϊκότητά του για χάρη του λαού και του «όχλου», κάνουν μάλιστα προς τι­μήν του και τις αποκαλούμενες χρυσές λειτουργίες, συχνά δε εκτελούν οι ίδιοι αυτή την υπηρεσία επ’ αμοιβή, για χάρη αυ­τού ακριβώς του λαού και «όχλου». Συνήθως όμως η καρδιά τους είναι τόσο απομακρυσμένη από Μένα, όσο και οι πιο μα­κρινοί πολικοί αστέρες της Δημιουργίας.

Γι’ αυτό, πάντα τους λέω: Αλίμονο σας αλαζόνες Φαρισαίοι που διυλίζετε τις σκνίπες και καταπίνετε τις καμήλες! Ο λί­θος θα πέσει με ορμή τρεις φορές πάνω σας. Αλίμονο σας κα­κόπιστοι μεγάλοι, που πιστεύετε τους εαυτούς σας μεγάλους και ισχυρούς και με το βάρος της σκληρότητας σας καταπιέ­ζετε τους μικρούς και φτωχούς! Εσάς ο λίθος θα σας χτυπή­σει δέκα φορές και θα σας λιώσει όπως η μυλόπετρα λιώνει το σιτάρι, και θα σας σκορπίσει όπως η καταιγίδα το ελαφρύ, άχρηστο άχυρο!

Περίμενε, πλούσιε και ισχυρέ, χάρη στην περιουσία σου, που απολαμβάνεις ανεξέλεγκτα τις εγκόσμιες απολαύσεις, εσύ που χτυπάς και σκοτώνεις τους υπηρέτες σου αν σου ομολογήσουν ότι είναι κι εκείνοι άνθρωποι! Η τιμωρία σου θα ξεχυ­θεί πάνω σου σαν το καυτό μέταλλο και θα φανεί αν έχεις να Μου απαντήσεις ένα στα χίλια που θα πω!

Εκείνοι όμως που πρέπει να είναι μεγάλοι στον κόσμο για χάρη του λαού, όπως οι βασιλείς και οι ηγέτες, δεν αποτελούν αντικείμενο αυτής της δήλωσης, αν δεν την περιφρονούν. Αν όμως την περιφρονούν, τότε τους αφορά, μολονότι είναι οι επι­λεγμένοι αντιπρόσωποι Μου επί της Γης!

Όμως όλοι εκείνοι που θεωρούν τους εαυτούς τους μεγά­λους και δεν είναι χρισμένοι -ούτε επίγεια ούτε και πνευματι­κά- όπως όσοι έχουν μεγάλη περιουσία ή είναι πλούσιοι χά­ρη σε διάφορες εγκόσμιες επιστήμες και ταλέντα που φέρνουν χρήματα και διακρίσεις, όπως οι διάφοροι δόκτορες, καθηγη­τές, ηθοποιοί, ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοί και άλλοι παρό­μοιοι, αν ζηλεύουν και συκοφαντούν τους όμοιους τους, όσο πιο μεγάλοι και σεβαστοί νομίζουν πως είναι κι όσο περισσό­τερο προσπαθούν να εκμηδενίσουν τους ομοίους τους, τόσο περισσότερο τους σιχαίνομαι Εγώ, ο Κύριος!

Κάθε τι το τέλειο έρχεται από Μένα και πρέπει να θεω­ρείται δώρο του πνεύματος Μου. Όποιος το χρησιμοποιεί με μετριοφροσύνη προς όφελος των συνανθρώπων του και όχι για ν7 αποκτήσει χρήματα και εγκόσμια τιμή, αυτός θα είναι ευλογημένος και τώρα και στην αιωνιότητα! Όποιος όμως κά­νει το αντίθετο, αμαρτάνει ενάντια στο Άγιο Πνεύμα και έτσι Εγώ, που του έδωσα ένα τέτοιο χάρισμα, κυριολεκτικά τον σι­χαίνομαι.

Οι κυβερνήτες και οι διοικητικοί υπάλληλοι πρέπει να προ­σπαθούν να είναι όπως Εγώ επιθυμώ, εν πνεύματι και αλήθεια! Οι πλούσιοι πρέπει απλώς να είναι οι διαχειριστές των φτω­χών! Οι επιστήμονες θα πρέπει να προσπαθούν να λάβουν τη χάρη Μου! Οι καλλιτέχνες να Με γνωρίσουν μέσα από την τέ­χνη τους! Κι όλοι, οι άλλοι επίγειοι δάσκαλοι πρέπει ν’ ανα­γνωρίσουν Εμένα ως το μόνο δάσκαλο σε όλα, κι έτσι αυτό που είναι οι ίδιοι, θα συμφωνεί με την τάξη Μου. Τότε δεν θα τους αποστρέφομαι πια αιώνια! Αμήν. Αμήν. Αμήν.

                                                         ***

Διάφοροι φυγόπονοι

8 Ιουνίου 1847

Ποιος είναι τεμπέλης και θα λάβει την ανταμοιβή του γι’ αυτό, δηλαδή την αμοιβή εκείνου που έθαψε το τάλαντο του;

Καθαρός φυγόπονος είναι όποιος δεν σέβεται τον Λόγο της ζωής από την αρχή μέχρι το τέλος, ώστε να βρει το πηγάδι του Ιακώβ μέσα του, όπου φυλάσσεται το νερό της ζωής για το σω­στό βάπτισμα -την πνευματική αναγέννηση- στην αιώνια ζωή.

Όποιος επιδιώκει ν’ αποκτήσει πολλά επίγεια αγαθά και δραστηριοποιείται έντονα γι’ αυτό, είναι ο μεγαλύτερος φυ­γόπονος του βασιλείου Μου. Κι αν ακόμη ήξερε όλη την Αγί­α Γραφή απέξω, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν παρά κακό γι’ αυτόν, αν παρ’ όλα αυτά προτιμά να κάνει ό,τι θεωρεί ο κόσμος «αξιό­λογο» και «τιμητικό» και από το οποίο προκύπτει επίγειο κέρ­δος, ενώ τον Λόγο Μου τον σέβεται μόνο στο μέτρο που μπο­ρεί να συνδυαστεί με την εγκόσμια δράση του κατά τρόπο πλεονεκτικό, ενώ απορρίπτει όλα τ’ άλλα με την εύκολη δι­καιολογία: «Δεν μπορεί να εννοούσε αυτό ο Κύριος! Κι αν το εννοούσε, τότε δεν γνώριζε και δεν προέβλεψε σωστά ούτε τους ανθρώπους ούτε τις ανάγκες τους!»

Όμως Εγώ, ο Κύριος, λέω σχετικά: Για σένα το εννοούσα προσκολλημένε στα εγκόσμια τεμπέλη μέσα στο βασίλειο” Μου, ακριβώς όπως εσύ νομίζεις πως δεν το εννοούσα. Εσύ όμως, τέλειε τεμπέλη, μοιάζεις με εκείνον τον ανόητο που έχτι­σε το σπίτι του πάνω στην άμμο κι όταν ήρθε βροχή και καται­γίδα, τότε το σπίτι γκρεμίστηκε και μετά δεν έμεινε ούτε ίχνος που να δείχνει πού ήταν χτισμένο! Έτσι θα σβήσει και για την αιωνιότητα το ίχνος της σύντομης ζωής σου, αφού ήσουν πά­νω στη Γη ένας φυγόπονος για Μένα και ένας επιπόλαιος, τυ­φλός τρελός και προτίμησες να χτίσεις το σπίτι σου πάνω στην άμμο αντί να το χτίσεις πάνω σ’ ένα βράχο!

Υπάρχουν άνθρωποι πολύ εργατικοί ως προς τα εγκόσμια, που μέρα-νύχτα σκέφτονται τι να κάνουν, πώς να διαχειρι­στούν τα αγαθά τους ώστε να αποφέρουν μεγαλύτερα κέρδη και πώς να επενδύσουν με τον καλύτερο κι ασφαλέστερο τρό­πο τα χρήματα τους- μάλιστα προσεύχονται και σε Μένα να ευλογήσω την επιχείρηση τους ώστε ν’ αποφέρει τα μέγιστα. Γι’ αυτόν άλλωστε το λόγο κάνουν και κάποια μέτρια έργα αγάπης προς τον πλησίον. Όλα αυτά δεν τους απαλλάσσουν, βέβαια, από το να είναι πνευματικά τεμπέληδες.

Μένουν, παρ’ όλα αυτά, διπλά τεμπέληδες στο βασίλειο της ζωής, γιατί θέλουν επιπλέον να έχουν και την ευλογία Μου, για να τους φέρει ακόμη περισσότερα, πράγμα που σκοτώνει τριπλά το πνεύμα τους, κατ’ αρχήν μάλιστα στον κόσμο τού­το. Γιατί το μυαλό τους είναι στον κόσμο και κάθε τι άλλο που ισχυρίζονται, είναι ψέμα. Δεν ζουν σύμφωνα με τον Λόγο, ώστε να κερδίσουν την αιώνια ζωή. Αντίθετα, αν σε κάποια σημεία ζουν σύμφωνα με τον Λόγο, το κάνουν μόνο για χάρη της επίγειας ευτυχίας1 κι έτσι φυσικά το πνεύμα τους πεθαίνει εντελώς ήδη σε τούτο τον κόσμο. Αν όμως αυτό είναι νεκρό για τον κόσμο και μέσα σ’ αυτόν, τότε είναι επίσης αιώνια νε­κρό για τον ουρανό.

Επομένως, οι παρόμοιοι ευυπόληπτοι και εργατικοί άνθρω­ποι των εγκόσμιων είναι οι μεγαλύτεροι τεμπέληδες ως προς το ουράνιο βασίλειο κι εκεί θα ριχτούν στο έσχατο σκότος, όπου θ’ ακούγονται αιώνια ουρλιαχτά και τρίξιμο δοντιών, επειδή έθαψαν στ’ αυλάκια του κόσμου με τόσο επιπόλαιο τρό­πο το τάλαντο τους.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι τεμπέληδες, που δεν κάνουν τίποτα ούτε για τον κόσμο, ούτε για το πνεύμα. Πρόκειται για τους ονομαζόμενους λούμπεν, τους αλήτες και τους χασομέρηδες. Αυτό το είδος τεμπέληδων, μολονότι δεν αξίζει βέβαια για το ουράνιο βασίλειο, είναι όμως από πνευματική άποψη σε πολύ καλύτερη μοίρα από τους πρώτους. Γιατί πρώτα-πρώτα εξαρτάται πολύ λιγότερο από τα εγκόσμια· κι αυτά από τα οποία έχει εξάρτηση, θ’ αποβληθούν εύκολα από την φτώχεια που πρόκειται να περάσει.

Δεύτερον, πολλοί απ’ αυτούς έχουν την καλύτερη καρδιά κι αν διέθεταν τα μέσα, θα έκαναν -με το δικό τους τρόπο-ευτυχισμένο το μισό κόσμο. Όταν κατόπιν πέσουν σε φτώχεια, συχνά μετατρέπονται σε σπάνιους ανθρώπους, οπότε είναι πολύ εύκολο να στραφούν σε Μένα, γιατί ο καθαυτό κόσμος ποτέ δεν αποτελούσε πόλο έλξης για την καρδιά τους.

Τρίτον, συνήθως είναι φίλοι της ευτυχίας και της γενναιο­δωρίας· Αν η φτώχεια τους βοηθήσει ν’ αποβάλλουν την κουταμάρα τους, κάνοντας τους σοφότερους, κι αν η καρδιά τους γνωρίσει με αλγεινό τρόπο τη σκληρότητα των ανθρώπων του κόσμου, τότε στρέφονται σε μένα γεμάτοι πικρία για τα εγκό­σμια. Κι Εγώ τους καλώ να καθήσουν στο. τραπέζι Μου, για να εκπληρωθεί αυτό που είπαν οι Φαρισαίοι: «Τι, αυτός λέτε μήπως είναι ο Μεσσίας; Πηγαίνει με τους αμαρτωλούς, τους τε­λώνες, τις πόρνες και τους μοιχούς και ο ίδιος προσβάλλει την αργία του Σαββάτου!»

Αυτό όμως Μου είναι αδιάφορο και κάνω ό,τι και όπως θέ­λω και διαρκώς λέω στους υπηρέτες Μου: Αν οι προσκεκλημέ­νοι δεν θέλουν να έρθουν, ας μείνουν αιώνια απέξω! Εσείς όμως να βγείτε έξω στους δρόμους, στους φράχτες και στα σοκάκια και να φέρετε μέσα όποιον βρείτε, δηλαδή όλους τους αλήτες! Από τους καλεσμένους Μου όμως, κανείς δεν θα δοκιμάσει το δείπνο της ζωής, εκτός κι αν βρεθεί ανάμεσα στους αλήτες, εκεί έξω στους φράχτες, τους δρόμους και τα σοκάκια.

Εσύ όμως, τεμπέλικη συκιά που δεν έβγαλες τίποτ’ άλλο εκτός από φύλλωμα (εγκόσμια έργα) κι έτσι όταν ήρθα πεινα­σμένος σε σένα, δεν είχες κανέναν καρπό αιώνιας αγάπης στα κλαδιά σου για να χορτάσω, ας είσαι καταραμένη! Αιώνια δεν θα φάει κανείς δικό σου καρπό στο βασίλειο της ζωής!

Ίδιοι μ’ αυτήν τη συκιά είναι όλοι εκείνοι οι τεμπέληδες της αιώνιας ζωής που αναφέρθηκαν πρώτοι σ’ αυτή την ανα­κοίνωση, θα έχουν δε την ίδια μοίρα μ’ αυτήν, αν επιμείνουν μέχρι τέλους στην τεμπελιά τους.

Ένα άλλο είδος τεμπέληδων για το βασίλειο Μου είναι και οι πολλοί μορφωμένοι του κόσμου, σε διάφορους τομείς και κατευθύνσεις, κυρίως αυτοί που το κάνουν για τα χρήματα και λιγότερο όσοι το κάνουν για χάρη της καθαρής επιστήμης. Αυ­τοί τις πιο πολλές φορές μοιάζουν με τις «μωρές παρθένους» που δεν πήγαν ν’ αγοράσουν λάδι παρά όταν ο νυμφίος ήδη πλησίαζε στο σπίτι, και ζήτησαν να μπουν αφού εκείνος είχε πια ασφαλίσει όλες τις πόρτες.

Αν λοιπόν λέτε: «Όσο ζούμε ακόμη εδώ, πρέπει να κάνου­με αυτό που θέλει ο κόσμος για να επιβιώσουμε! Αργότερα, που θα είμαστε στο επέκεινα -αν βέβαια υπάρχει- θα κάνου­με όσα πρέπει για εκεί», τότε Εγώ, ο Κύριος Ιησούς, θ’ απα­ντήσω: Τότε θα είναι πολύ αργά! Γιατί όποιος δεν παρακαλεί, δεν ζητά και δεν χτυπάει την πόρτα εδώ, δεν θα του ανοιχτεί στον άλλο κόσμο τίποτ’ άλλο από τις πύλες του σκότους!

Αυτό που αποτελεί την ουσιαστική προτίμηση του καθε­νός, θα είναι και η αιώνια κατάσταση του στον άλλο κόσμο!

Αυτά λέει Εκείνος που έχει βάλει την κρίση του -είτε για ζωή είτε για θάνατο- μέσα στον Λόγο του αιώνια και αναλ­λοίωτα! Αμήν. Αμήν. Αμήν.

                                                      * * *

Για τα εκκλησιαστικά μυστήρια και τις τελετές

9 Ιουλίου 1847

 

Κύριε, τι είναι ουσιαστικά τα «μυστήρια», με τα οποία είναι γεμάτη κυρίως η ρωμαιοκαθολική εκκλησία μας και από τα οποία πολλά ωφελείται και βασικά στηρίζει πάνω τους το γόητρο της; Αν είναι Θείο θέλημα Σου, πληροφόρησε μας σχετικά!

Τα μυστήρια δεν άλλο παρά νύχτα και σκοτάδι σ’ εκείνα ακριβώς τα θέματα που αντιμετωπίζονται ως μυστικά. Έτσι και τα εκκλησιαστικά μυστήρια δεν είναι άλλο από την πιο κα­θαρή τύφλωση της ψυχής κι απόλυτος πνευματικός θάνατος.

Και επιπλέον, τα μυστήρια είναι μια κακία! Γιατί οι άνθρω­ποι περιβάλλουν συνήθως με μυστήριο αυτό που δεν τολμούν να φέρουν στο φως, επειδή οι άλλοι θα διέβλεπαν την απάτη και ύστερα θα εκδικούνταν τους εξαπατητές, πράγμα που άλ­λωστε έχει συμβεί πολλές φορές! Μα κάθε απάτη είναι πολύ μεγάλη αμαρτία, κι επομένως, μια μεγάλη κακία. Έτσι, ένα μυ­στικό που δεν είναι παρά απάτη, είναι επίσης καθαρή κακία.

Ακόμη, κάθε μυστήριο είναι ένας φονιάς! Γιατί τίποτα δεν σκοτώνει πιο πολύ το πνεύμα από αυτά τα μυστήρια, άρα είναι επίσης πνευματικοί ληστές και φονιάδες. Γιατί ο άνθρωπος δεν φοβάται τίποτα πιο πολύ από ένα μυστήριο και αυτός είναι ο λόγος της μεγάλης εξάπλωσης της δεισιδαιμονίας στις παλιότε­ρες εποχές, τότε που κανείς δεν είχε το θάρρος να τραβήξει το πέπλο του Μωυσή για να δει τι μπορεί να κρύβει! Όλοι θεωρού­σαν τα μυστήρια σαν κάτι ανεξερεύνητο και παρέμεναν σ’ αυτή την αντιμετώπιση, επειδή δεν φοβούνταν τελικά μόνο το μυστή­ριο αλλά και την αποκάλυψη του, το ίδιο ισχύει δε ακόμη.

Κάθε μυστήριο όμως γεννά ένα άλλο, κι αυτό ένα τρίτο κ.ο.κ., μέχρι που στο τέλος όλα γίνονται μυστήριο, ολόκληρη η ζωή μαζί με το θάνατο. Προκειμένου λοιπόν να σκοτώσει κανείς όλη την ανθρωπότητα, δεν χρειάζεται παρά να την ωθή­σει σε πολλά και χοντροειδή μυστήρια, και έτσι είναι σίγου­ρος για την υπόθεση του, από τη σκοπιά της κόλασης, φυσικά. Μα τη νύχτα είναι καλό να βγαίνει κανείς για ληστεία, όπως είναι καλό και να ψαρεύει σε θολά νερά. Είναι εύκολο να οδη­γήσει κανείς τους τυφλούς, και τους νεκρούς μπορεί να τους κάνει ό,τι θέλει κι εκείνοι δεν πρόκειται ν1 αντιδράσουν. Γι’ αυτό δεν υπάρχει πιο κατάλληλο μέσο από πολλά και μεγάλα μυστήρια για να νικηθεί ένας λαός για μια χιλιετία και ν’ αφή­σει να τον κάνουν ό,τι θέλουν.

Αν τα παρόμοια μυστήρια συνοδεύονται με μερικά ταχυ­δακτυλουργικά θαύματα και μεγάλη πολυτέλεια και τελετουρ­γίες, με καπνούς από θυμιατά και τρομακτικές ιστορίες, απο­κτούν μια τεράστια ισχύ, στην οποία δεν μπορούν πια ν’ αντι­σταθούν ούτε κι οι πιο θαρραλέοι άνθρωποι.

Τότε, η απελπισία είναι τόση, ώστε ακόμη και οι εκλεκτοί θα μπορούσαν να βλαφτούν αν αυτοί εγκλωβίζονταν χωρίς τη δική Μου συμπαράσταση στην περιοχή της. Γι’ αυτό και τώ­ρα όλοι οι Χριστιανοί, στους οποίους επικρατούν τα μυστή­ρια, πορεύονται μέσα στο θάνατο όσον αφορά τη φύση της ζωής στον άλλο κόσμο. Γιατί δεν ξέρουν τίποτα σχετικά και στην καλύτερη περίπτωση, πιστεύουν σ’ αυτήν όπως ο παί­κτης της λοτταρίας στο εξάρι που θα μπορούσε να του τύχει, όμως προφανώς αυτό δεν θα συμβεί!

Πόσο αξίζει όμως μια τέτοια καταραμένη πίστη; Σας λέω ότι δεν αξίζει ούτε γέλια και σφυρίγματα, γιατί κανέναν δεν μπορεί να σώσει από το θάνατο! Γι’ αυτό και όλοι αυτοί που έχουν αδύνατη πίστη πεθαίνουν σαν να μην είχαν υπάρξει πο­τέ, γίνονται δε αέρας και φαντάσματα στον κόσμο των πνευ­μάτων, που δεν έχουν καν τη δυνατότητα να προφέρουν το όνομα Μου – κι όλα αυτά είναι ο καρπός των μυστηρίων!

Ξέρουν όσα και μια τυχαία πέτρα για το τι είναι ο Θεός, τι Εγώ ο Ιησούς, τι το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή για το τι είναι η τριαδικότητα, τι είναι ο Μυστικός Δείπνος και τι ο Λόγος του Θεού. Λατρεύουν βέβαια τον Θεό, ένα Θεό όμως που δεν βρίσκεται και δεν μπορεί να βρίσκεται πουθενά! Ο Πατέρας όμως, που θα έπρεπε να είναι ο πιο γνωστός και κοντινός παιδαγωγός τους, χωρίς τον οποίον κανένας δεν μπορεί να λάβει την αιώνια ζω­ή, είναι γι’ αυτούς το πιο μυστηριώδες, το πιο απομακρυσμένο ον και συνεπώς ένα ον που δεν υπάρχει καθόλου! Σας ρωτάω, πώς μπορεί ν’ αφυπνιστεί ποτέ αγάπη για έναν τέτοιο πατέρα; Κι όμως, από αυτήν εξαρτάται πάντα η αιώνια ζωή!

Φυσικά, για τους αδαείς μπορεί να υπάρχουν μυστήρια -όπως υπάρχουν για τους μαθητές όσο πάνε ακόμη σχολείο και μαθαίνουν. Όμως στους ανθρώπους, στους αληθινούς αν­θρώπους, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν μυστήρια! Γιατί τώρα ξέρετε ότι αν το σωστό Θείο πνεύμα υπάρχει στον άνθρωπο, εισδύει και στα δικά Μου βάθη, όπως το δίδαξε ο Παύλος εμπνευσμένος από Μένα.

Γι’ αυτό, απαλείψτε όλα τα μυστήρια που ανήκουν πάντα στον κόσμο του σκότους! Γιατί γι’ αυτό αφήνω πάντα τόσο πολύ φως να φθάσει σε σας, ώστε να λυτρωθείτε για πάντα α­πό τη σκληρή αιχμαλωσία των «μυστηρίων!» Αμήν.

                                                       * * *

 

Προσευχή της καρδιάς

Ένα γενικό φάρμακο για κάθε αρρώστια

30 Δεκεμβρίου 1841

Ο Ιησούς ας σε βοηθήσει! Ο Ιησούς ας σε θεραπεύσει! Ο Ιησούς ας σε φυλάει! Ιησού, αιώνιε βοηθέ όλων όσων πάσχουν, Ιησού, μοναδικέ γιατρέ κάθε-αρρώστιας, Ιησού, αιώνιε βασιλιά κάθε ισχύος και δύναμης, Ιησού, αιώνια αγάπη και έλεος, βοήθησε αυτόν (ή αυτήν) τον άρρωστο που υποφέρει! Ας γί­νει το θέλημα Σου! Αμήν. (Πάτερ ημών…)

Αυτή η προσευχή της καρδιάς μπορεί να δράσει και από απόσταση (εάν η βελτίωση της υγείας είναι σύμφωνη με το θείο θέλημα και εξυπηρετεί τη σωτηρία της ψυχής), αν απλώ­σουμε τα χέρια ευλογώντας προς την κατεύθυνση του τόπου που βρίσκεται ο ασθενής.

Παρατήρηση του Άνσ. Χ.Β.: Ο Λόρμπερ είχε πει ότι οι Από­στολοι έλεγαν αυτή την προσευχή όταν θεράπευαν αρρώστους.

 

Η μοίρα των αλύτρωτων

12 Ιανουαρίου 1842

Κανείς δεν επιτρέπεται να γνωρίζει τι θα γίνουν κάποτε οι καταδικασμένοι, όταν επανέλθουν όλα τα πράγματα στην πηγή τους. Αυτό δεν το ξέρει ούτε κανένας άγγελος, ούτε ακόμη και το μεγαλύτερο πνεύμα το δημιουργημένο για το φως. Μόνον η Θεότητα του αιώνιου Πατέρα προβλέπει μέσα στην αγιότη­τα Της τη μοίρα κάθε δημιουργήματος στους αιώνες των αιώ­νων οι φωτισμένοι όμως από το άγιο θέλημα του Θεού ως προς αυτή την υπόθεση που ξεπερνά το μυστήριο, θα τα δουν αυτά, όχι όμως τώρα αλλά σε μακρινές εποχές.

 

Διάφορα δόγματα, σχίσματα, αιρέσεις και τάγματα

23 Μαΐου 1842

Εγώ ο Κύριος, απεχθάνομαι όλες τις αποκαλούμενες αιρέσεις, τα σχίσματα και τάγματα. Γιατί Εγώ προόρισα όλους τους ανθρώπους για την αγάπη και την αιώνια ζωή, αλλά η αγάπη δεν γνωρίζει δόγματα, σχίσματα, αιρέσεις και τάγματα, παρά μονάχα αδέλφια! Ποιος λοιπόν χάραξε μεταξύ σας τέτοια όρια, που συχνά χωρίζουν αδελφούς από αδελφές με τον πιο απόλυτο και γε­μάτο μίσος τρόπο; Η αγάπη δεν έχει όρια!

Η αγάπη για τον υλικό κόσμο, όμως, και ο κάθε είδους εγωισμός έθεσαν διάφορα είδη ορίων. Αυτοί είναι οι μοναδικοί ιδρυτές όλων των δογμάτων, των σχισμάτων, των αιρέσεων και των ταγμάτων, που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς διάφορα ανόητα θέματα καν θεσμούς, που όλα τηρούνται μόνον εξωτερικά, ενώ εσω­τερικά επικρατεί μια μυρωδιά σήψης που προξενεί αηδία, για­τί εκεί δεν υπάρχει καθόλου αγάπη, παρά μονάχα φθόνος, δυ­σμένεια, καταδίωξη, φιλοδοξία και συχνά μεγάλη φιλαρχία, πότε-πότε επίσης μεγάλη ματαιοδοξία, υπερηφάνεια, πολυτέ­λεια, περιφρόνηση για τους κατώτερους και η αρχομανια που προκύπτει απ’ αυτήν, σε όλη της την έκταση.

Όπως βλέπεις, έτσι είναι τα δόγματα, τα σχίσματα, οι αιρέσεις και τα τάγματα αυτό τον καιρό, αλλά και παλιότερα δεν ήταν πολύ καλύτερα, και (αυτές είναι οι δυνάμεις) που τις γέννησαν.

Γι’ αυτό, δεν πρέπει ν’ ανήκετε σε καμία αίρεση και σε κα­νένα τάγμα αν θέλετε τη ζωή, παρά μονάχα στην αγάπη Μου, όπου αιώνια δεν υπάρχουν όρια! Αμήν.

 

Ενθάρρυνση προς τον υπηρέτη

7 Ιουνίου 1842

Παράκληση του υπηρέτη: «Πολυαγαπημένε μου Κύριε και Πατέρα Ιησού, πανάγιε Θεέ στους αιώνες των αιώ­νων, ελεήμονα σύμβουλε σε κάθε δυστυχία! Βλέπεις ότι η καρδιά μου θλίβεται από διάφορα φαινόμενα, που Εσύ τα γνωρίζεις. Γι’ αυτό, πανάγιε Πατέρα, δεν χρειάζεται να σου τα πω προφορικά ή γραπτά. Δώσε μου, σε παρα­καλώ, παρηγοριά, ώστε τέτοια χτυπήματα να μην κά­νουν την φτωχή μου καρδιά ανίκανη να επιτελέσω το πνευματικό έργο που μου εμπιστεύθηκες και να μην κα­ταλήξω να χάσω από την ανικανότητα μου αυτήν αυτά που Εσύ μου έδωσες τη χάρη να μου εμπιστευθείς, σε μένα τον φτωχό αμαρτωλό! Αγαπημένε μου, καλέ μου άγιε Πατέρα, λυπήσου με και ελευθέρωσε με από αυτήν τη μεγάλη αγωνία! Ας γίνει το θέλημα Σου! Αμήν.»

Ναι, ναι, ξέρω καλά τι έχεις. Όμως, να θυμάσαι το ακόλουθο για παρόμοιες περιστάσεις: Όπου δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τίπο­τα εξαιτίας της ανθρώπινης ελευθερίας βούλησης και γνώσης, εκεί μελλοντικά να μην καταβάλλεις κόπους και προσπάθεια. Γιατί δεν θα μπορέσεις ποτέ πια ν’ αφυπνίσεις τη ζωή μέσα σ’ έναν κορμό σαπισμένο, ακόμη κι αν τον πότιζες καθημερινά.

Επομένως, ούτε να νοιάζεσαι για τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα ακάθαρτων, καθαρά προσανατολισμένων προς τα εγκόσμια, ανθρώπινων πνευμάτων. Άσ’ τους ν’ αντλούν από την εγκόσμια, σοφία τους, που είναι αυτού του κόσμου και ανήκει αποκλειστικά σ’ αυτό τον κόσμο! Άσ’ τους να λέ­νε και ν’ ασκούν τις αρετές του χρήματος, που τόσο τις εξυ­μνούν! Άσε τους σοφούς αυτούς του κόσμου να λένε ό,τι θέ­λουν άσ’ τους μάλιστα να θεωρούν τον παλιό, αλλά και κάθε νέο Λόγο Μου, ως την πιο καθαρή ανοησία! Γιατί πρέπει, βλέ­πεις, να τους αφήσουμε αυτή την αληθινά άθλια, σύντομη ευ­τυχία ως αντάλλαγμα για τις αρετές του χρήματος, αφού έτσι κι αλλιώς τελειώνουν τα πάντα σ’ αυτήν τη ζωή με τη ζωή τους αυτή, που τη θεωρούν τη μόνη σωστή.

Βλέπεις, οι παρόμοιοι καθαροί υλιστές είναι πάντα οι πιο χλιαροί άνθρωποι του πνεύματος! Είναι εξίσου αδρανείς με την ίδια την ύλη, που την αγαπούν -γι’ αυτό άλλωστε δεν μπο­ρούν ν’ ανέβουν πάνω από τη νεκρή φύση της ύλης τους και κάθε άλλης ύλης.

Εφόσον, όμως, η ύλη είναι γι’ αυτούς ένα σταθερό και το μόνο κατανοητό πράγμα, το πνεύμα τους περνάει επίσης ολο­κληρωτικά σ’ αυτήν, παραδίδεται εντελώς στην ύλη και σκέ­φτεται εντελώς μέσα απ’ αυτήν, όσο έχει μείνει ακόμη μέσα του κάποια σπίθα ζωής. Γι’ αυτόν το λόγο, κάθε τι πνευματι­κό γι’ αυτούς δεν είναι παρά μία εντελώς καθαρή ανοησία.

Αφού, όμως, το πνεύμα είναι εντελώς βυθισμένο στην ύλη του, συμβαίνει επίσης μερικές φορές να μιλάει μέσα απ’ αυτήν πνευματωδώς και με τρόπο που φαίνεται οξυδερκής, τα δε λό­για του είναι τότε γεμάτα εγκόσμια σοφία. Τώρα, όμως, φθά­νουμε στο μεγάλο «Αλλά»! Τώρα θ’ ακούσεις κάτι εντελώς καινούργιο!

Αλλά, όταν η ύλη τέτοιων ανθρώπων έχει αναλώσει το πνεύμα της όπως το φυτίλι καίγεται αναλώνοντας το λάδι (οπό­τε σβήνει η θαμπή φλόγα), τότε θα σβήσει επίσης για πάντα το πνεύμα της. Γιατί, βλέπεις, αυτοί είναι σαν νεκροζώντανοι που δεν είναι ούτε κρύοι ούτε ζεστοί, παρά χλιαροί -δηλαδή δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, παρά νεκροί σαν την ίδια την ύλη. Γι’ αυτό θα τους εξεμέσει το στόμα Μου, ή, με άλλα λόγια, μετά από αυτήν τη ζωή, θα πάψουν για πάντα να υπάρ­χουν, επειδή είναι τόσο ανίκανοι να κατακτήσουν τη ζωή μέ­σα από ένα σωφρονισμό, όσο και μια πέτρα, επομένως δεν μπορούν ούτε να αποσυντεθούν.

Εκεί, όμως, που δεν νοείται πια ζωή, ποιος θα λάβει μία ανταμοιβή που στην ουσία είναι μονάχα η αιώνια ζωή; Αυτή είναι και η αιτία που λέγεται ότι είναι πιο εύκολο για μια κα­μήλα να περάσει από την τρύπα μιας βελόνας, παρά για έναν πλούσιο αλλά νεκρό πνευματικά να περάσει στη ζωή! Στ’ αλή­θεια σου λέω: Αν ο πλούσιος δεν κάνει όσα κάποτε συ­νέστησα στον πλούσιο νέο, δεν θα λάβει τη ζωή.

Όποιος λέει ότι κάνει οικονομίες για τα παιδιά του, για να τ’ αποκαταστήσει ώστε να είναι αργότερα ανεξάρτητα, ούτε κι αυτόν θέλουμε να τον δυσαρεστήσουμε, παρά θα τον αφή­σουμε να προετοιμάζει ανενόχλητος τον αιώνιο τάφο των παι­διών του. Νομίζεις ότι Με ενδιαφέρουν καθόλου τέτοιοι άν­θρωποι; Σου λέω ότι εκτιμώ ακόμη κι ένα σάπιο μήλο περισ­σότερο απ’ αυτούς!

Επομένως, κι εσύ δεν πρέπει να στενοχωριέσαι ούτε να νοιάζεσαι, παρά να τους αφήνεις με χαρά αυτήν τη σύντομη ευτυχία τους, όπως ακριβώς κάνω Εγώ. Γιατί αφού περιφρο­νούν το παλιό Ευαγγέλιο και Με αποκαλούν «κακομοίρη», ασφαλώς δεν θα κάνουν ούτε μπροστά σου κάτι διαφορετικό, εφόσον εσύ δίνεις μαρτυρίες μόνο για Μένα, τον περιφρονη­μένο και χλευαζόμενο, για Μένα τον Εσταυρωμένο.

Σου λέω όμως ότι, αν τα λόγια σου επιδοκιμάζονταν από τον κόσμο, τότε δεν θα έρχονταν από Μένα! Η πε­ριφρόνηση από τον κόσμο είναι, αντίθετα, πάντα η με­γαλύτερη απόδειξη για το ότι κάτι έρχεται από Μένα!

Επομένως, όποιος σε περιφρονεί και σε αποφεύγει, αυτός περιφρονεί Εμένα! Γιατί αυτό που βγαίνει από σένα, βγαίνει επίσης από Μένα. Συνεπώς, να είσαι χαρούμενος! Αμήν.

                                                        ***

Η Ανάληψη του Χριστού

24 Μαΐου 1843

Ακούστε τώρα ένα άγνωστο Ευαγγέλιο για την Ανάληψη του Κυρίου στη Βηθανία, σε ένα βουνό που πριν δεν είχε όνο-, μα, μετά όμως έλαβε γι’ αυτό το όνομα «ύψωμα του Κυρίου» ή «ύψωμα της Αναλήψεως» ή, σύμφωνα με μερικούς, «ο δρό­μος προς τα ύψη του Κυρίου».

Τι λέει, λοιπόν, αυτό το σύντομο φυσικά Ευαγγέλιο; Τότε γενικά λέγονταν, σύμφωνα με τις διηγήσεις αυτοπτών μαρτύ­ρων, τα εξής:

«Μετά την εμφάνιση του Κυρίου στη λίμνη, όπου ψάρευαν οι αδελφοί Του, Εκείνος έμεινε ακόμη αρκετές μέρες μαζί τους, αποκαλύπτοντας τους βαθιά μυστικά της εσωτερικής ζωής.

Όσα, όμως, τους είπε εκείνο το διάστημα, δεν επιτρεπόταν να καταγραφούν, εξαιτίας της έκτασης τους αλλά και της αδυ­ναμίας του κόσμου να τα καταλάβει.

Εκεί, όμως, δεν ήταν όλοι οι αδελφοί και μαθητές Του, πα­ρά μόνο οι αγαπημένοι Του. Αυτοί ήταν ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, ο Φίλιππος, ο Ιάκωβος ο νεώτερος, ο Ανδρέας, ο Ματθαίος και ο Ιωάννης.

Δύο μέρες πριν από κάποιο Σάββατο, ο Κύριος είπε στον Πέτρο: “Σίμωνα, αφού Μου ορκίστηκες τρεις φορές μέσα από ‘ την καρδιά σου ότι Με αγαπάς, προκειμένου να οδηγήσεις το ποίμνιο Μου, πήγαινε λοιπόν και ειδοποίησε τους άλλους αδελ­φούς ότι τους περιμένω!”

Και ο Σίμων Πέτρος πήγε κι έκανε ό,τι του είχε πει ο Κύ­ριος.

Μόλις οι άλλοι αδελφοί έμαθαν την είδηση, ξεκίνησαν αμέ­σως από την Ιερουσαλήμ για τη Βηθανία, τους ακολούθησε δε μεγάλο πλήθος, που πίστευε επίσης στο Λόγο του Κυρίου.

Φτάνοντας στο σημείο όπου βρισκόταν ο Κύριος με τους άλλους έξι, πολλοί πίστεψαν ότι επρόκειτο για τον Κύριο που είχε σταυρωθεί. Υπήρξαν όμως και πολλοί ανάμεσα στο πλή­θος που δεν το πίστεψαν και θεώρησαν ότι επρόκειτο για έναν μεταμφιεσμένο μαθητή που έμοιαζε στο πρόσωπο και στην παρουσία με τον Κύριο.

Τότε Εκείνος είπε στους Αποστόλους Του:

“Περιμένετε ακόμη δέκα μέρες· τότε θα σας στείλω και θα σας δώσω το Άγιο Πνεύμα. Δεν θα σας στείλω ένα ξένο πνεύ­μα αλλά το δικό Μου πνεύμα αγάπης και κάθε σοφίας, για να γίνετε ισχυροί μέσω αυτού, όπως Εγώ ήμουν ισχυρός ανάμε­σα σας μέσω του Πατέρα που Με έστειλε μέσα στην πληρό­τητα Του σε σας από τα ύψη της Θείας Αγιότητας.

Όπως, όμως, ο Πατέρας είναι μέσα σε Μένα κα; Εγώ μέ­σα σ’ Αυτόν, είμαστε δε ένα από την αιωνιότητα, έτσι κι εσείς θα είσαστε μέσα σας ένα με το πνεύμα Μου μέχρι το τέλος του κόσμου.

Εγώ, βέβαια, ως ορατός, θα σας εγκαταλείψω τώρα, κι από δω και πέρα δεν θα Με βλέπετε πια με τα υλικά σας μάτια. Όμως πνευματικά θα παραμείνω κοντά σας μέχρι το τέλος του κόσμου. Και αυτό το Πνεύμα Μου θα σας οδηγήσει σε ολό­κληρη τη σοφία και θα σας δίνει ό,τι ζητάτε στο όνομα Μου.

Εγώ, όμως, δεν μπορώ από δω και πέρα να μείνω μαζί σας, αλλά πρέπει να αναληφθώ στα ύψη της αιώνιας κυριαρχίας Μου για χάρη της αιώνιας σωτηρίας σας, προκειμένου να ετοι­μάσω για σας μια μόνιμη κατοικία στο ουράνιο βασίλειο.

Βέβαια, τώρα δεν μπορείτε ακόμη να πάτε εκεί όπου θα Με δείτε να κατευθύνομαι. Όταν, όμως, έρθει η ώρα σας, τότε θα μπορέσετε κι εσείς να πάτε εκεί όπου πηγαίνω τώρα Εγώ.

Αλλά αφού θα έχετε λάβει το Πνεύμα από Μένα, τότε να πάτε σε όλες τις χώρες της Γης και να διδάξετε σε όλους τους λαούς όσα σας δίδαξα και όσα είδατε, ύστερα δε να τους βα­πτίζετε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος από μέσα σας.

Σε όσους δεχθούν τη διδασκαλία σας και βαπτισθούν από σας όπως, Εγώ βαπτίσθηκα στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη, θα έρθει επίσης σύντομα το Άγιο Πνεύμα από Μένα και θα μαρτυρήσει για Μένα στην καρδιά τους μπροστά στα μάτια σας”.

Μετά από τα λόγια αυτά, ο Κύριος φύσηξε ελαφρά όλους τους Αποστόλους και κατόπιν τους είπε:

“Αυτό είναι το Πνεύμα Μου! Όπως κάποτε έδωσα φυσώντας στον Αδάμ ζωντανή ψυχή, έτσι τώρα σας δίνω εκ των προτέρων το ζων πνεύμα Μου, ώστε να μη μείνετε ούτε στιγ­μή ορφανοί!

Δεχθείτε, λοιπόν, το πνεύμα Μου, ώστε να γνωρίζετε ποιος είναι αμαρτωλός! Σε όποιον μετανιώνει, αυτό το πνεύμα Μου θα δίνει άφεση στο όνομα Μου. Όμως στον πωρωμένο θα την Ι αρνηθεί, και το ίδιο θα κάνετε κι εσείς στο όνομα Μου!

Να λύνετε, λοιπόν, και να δένετε στον κόσμο, και όμοια θα λυθούν και θα δεθούν και στον ουρανό!

Όμως, να μην κρίνετε και να μην καταδικάζετε καμία ψυ­χή, αν δεν θέλετε να πέσετε πρόωρα βορά στον κόσμο!”

Μετά από αυτά τα λόγια, ο Κύριος ανέβηκε στο μικρό ύ­ψωμα και ένα φωτεινό σύννεφο Τον πήρε. Σύντομα είχε γίνει άφαντος για τα μάτια όλων των παρευρισκομένων. Και βλέ­ποντας αυτό, μεταστράφηκαν πολλοί άπιστοι.

Σύντομα όμως ήρθαν δύο φωτεινοί άντρες από επάνω, δί­νοντας μαρτυρία για τον Κύριο, προεξήγγειλαν ότι κάποτε θα επιστρέψει, κι ύστερα χάθηκαν. Τότε, οι αδελφοί και το πλή­θος επέστρεψαν πανηγυρίζοντας στην Ιερουσαλήμ.

                                                        * * *

 

Δυο λόγια στον υπηρέτη

8 Φεβρουαρίου 1844

Τι σε νοιάζει αν κάποιος σου απευθύνει τη μία ή την άλλη ανόητη κατηγορία; Δες Εμένα, τον Κύριο σου, και θα δεις σε Μένα πεντακάθαρα όλες τις αντίξοες εμπειρίες που εσύ έχεις σε ελάχιστο μόνο βαθμό.

Διάβασε το 7ο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην, στίχος 1-5. Εκεί θα δεις αρκετά καλά πώς Με αντιμετώπισαν ακόμη κι οι πιο πιστοί αδελφοί Μου, οι Απόστολοι, γιατί δεν τους άρεσε που έμεινα για ένα διάστημα ήσυχα στη Γαλιλαία κι έφυγα από την Ιουδαία, όπου Με κυνηγούσαν για να Με σκοτώσουν!

Οι Απόστολοι, οι πιο πιστοί αδελφοί Μου, Με κατηγόρη­σαν ότι ο ζήλος Μου είχε κρυώσει και χαλαρώσει! Περιμένεις, λοιπόν, καλύτερη μεταχείριση από Μένα; Για δες τι ανόητα που σκέφτεσαι!

Ξέρεις, αν ήσουν κάποιος που έχει συγγραφικές φιλοδοξίες, ποτέ δεν θα σε είχα επιλέξει! Γιατί σ’ εκείνους αρέσει να πα­ρουσιάζουν λαθραία τη δική τους παραγωγή ανάμεσα στη γνή­σια, τη δική Μου, χρεώνοντας την στο δικό Μου λογαριασμό! Γι’ αυτό. λοιπόν, διάλεξα εσένα, που δεν σ’ αρέσει να γράφεις, για να φέρω κάποτε το προϊόν Μου εντελώς καθαρό στον κό­σμο! Μα αν παραγνωρίζεται ακόμη και σ’ αυτή την καθαρή μορφή, τότε αλίμονο στον κόσμο, και μάλιστα σε πολύ σύντο­μο χρονικό διάστημα!

Σε όλους προτιμώ το ζήλο από την αδιαφορία. Εσύ όμως πρέπει να είσαι αδρανής σαν φίλτρο, με το οποίο μπορεί κα­νείς να καθαρίσει εντελώς ένα ακάθαρτο υγρό. Γιατί μέσα στο ζήλο σου θα μπορούσες να ανακατέψεις με τα δικά Μου και κάποια πράγματα βγαλμένα απ’ το κεφάλι σου. Επειδή όμως δεν σου αφήνω καθόλου δικό σου ζήλο, αλλά είσαι αναγκα­σμένος να τα κάνεις όλα μόνο από το δικό Μου, χωρίς ωστόσο να υφίσταται η ελεύθερη σου βούληση κανέναν καταναγκα­σμό, το προϊόν Μου φθάνει εντελώς αγνό στο φως!

Αυτό θα πρέπει να σε δικαιώνει αρκετά. Για τον ίδιο λό­γο, όμως, κανένας δεν θα πρέπει να δεσμεύεται από το δικό σου ζήλο, παρά μόνο από το δικό Μου! Όποιος δεν αρκείται σ’ αυτό, δεν θα πάει καλά!

Και αυτά θα ισχύσουν, και τώρα και πάντα! Γιατί κανείς δεν πρόκειται να γίνει ευτυχισμένος από το ζήλο των υπηρε­τών Μου, αλλά μονάχα θα γίνει από το δικό Μου, που είναι η αγάπη Μου για όλους σας. Αμήν. Κατάλαβε τα αυτά καλά!

                                                       * * *

Θείο θαύμα

(Από το κύριο έργο «Η Οικονομία του Θεού»)

14 Αυγούστου 1844

Όπως είναι, αναμφισβήτητα, πάντα δυνατό σε Μένα, τον Κύριο, να διατηρώ μέρα με τη μέρα το μεγάλο νοικοκυριό του κόσμου, έτσι ασφαλώς θα Μου ήταν επίσης δυνατό να διατηρήσω για περίπου μισό χρόνο το νοικοκυριό του Νώε μέσα στην Κιβωτό! Το ότι στο εν λόγω διάστημα οι άγγελοι Μου, όντας ορατοί, εκτελούσαν αυτή την υπηρεσία συντήρησης του Νώε και πολλών άλλων ανθρώπων, δεν έχει διαφορά από τη συνηθισμένη φροντίδα τους για τα δημιουργήματα Μου. Γιατί πρόκειται για την ίδια πάντα αποστολή των αγγέλων από Μένα, και το αν είναι ή όχι ορατοί, δεν παίζει κανένα ρόλο.

Αν την εποχή αυτήν οι άνθρωποι ήταν τόσο πιστοί όσο ο Νώε, τότε συχνά θα έβλεπαν πώς απασχολούνται πάρα πολλοί άγγελοι μέρα-νύχτα για να διατηρήσουν το μεγάλο Μου νοικο­κυριό.

Αν όμως κανείς έλεγε: «Πώς ήταν λοιπόν δυνατό στον καιρό του Νώε να μπορούν να δουν ακόμη και οι κακοί τους αγγέλους να οδηγούν τα ζώα και να τους φέρνουν μεγάλες πο­σότητες τροφής;», τότε Εγώ λέω: Αυτό το κάνει πάντα η ευσπλαγχνία Μου σε μεγάλες συμφορές της ανθρωπότητας, που πάντα οι ίδιοι οι άνθρωποι δημιουργούν από τη μεγάλη άγνοιά τους για όλα τα πράγματα του κόσμου! Πριν και κατά τη διάρ­κεια της συμφοράς, οι άνθρωποι πάντα προειδοποιούνται με εξαιρετικά προηγούμενα φαινόμενα να εγκαταλείψουν τον τόπο και να αφεθούν μ’ εμπιστοσύνη στην προστασία Μου, όπου είναι σίγουρο πως δεν θα τους συμβεί κανένα κακό.

 

Ave Maria!

26 Απριλίου 1840

 Μετά από μία σχετική ερώτηση:

Βλέπετε, η μόνη σας υποχρέωση ήταν, είναι και θα είναι αιώνια η αγάπη, δηλαδή η καθαρή, θεία αγάπη μέσα σας, για Μένα και ταυτόχρονα για όλους τους αδελφούς και τις αδελ­φές σας.

Ανάλογα με τη δύναμη της αγάπης που έχετε μέσα σας για Μένα, θα είναι και όσα θα λάβετε από Μένα, που είμαι ο ίδιος η Αγάπη σε όλη Μου την ύπαρξη. Αν Μ’ αγαπάτε με όλη σας τη δύναμη, είσαστε όλοι σας παιδιά της αγάπης Μου, η οποία έδωσε επίσης καρπό στη Μαρία, τη μητέρα της σωματικής Μου ύπαρξης. Αυτός1 όμως είναι ένας αληθινός αδελφός σας, αρκετά δυνατός ώστε να σας κρατήσει, ως μικρότερα αδελφά­κια του, με υπομονή και ηπιότητα και να σας οδηγήσει όταν μεγαλώσετε. Όποιος θέλει να φθάσει στον Πατέρα, αρκεί να στραφεί σε Μένα, τον μεγάλο, τον αγαπημένο Του γιο, που εί­μαι ο μοναδικός αληθινός αδελφός για σας, γεμάτος με τη με­γαλύτερη αγάπη και σοφία. Έτσι, δεν θα έχετε πια ανάγκη να στραφείτε σε κανέναν άλλο εκτός από Μένα, για όλες τις επι­θυμίες σας και σε κάθε σας πρόβλημα!

Βλέπετε, το «Χαίρε Μαρία» (του Ευαγγελισμού) ήρθε από τα ύψη της αγιότητας του Θεού, με όλη την ισχύ και τη δύνα­μη του πνεύματος Του, ώστε να γίνει για όλους σας η αγάπη που είναι μέσα στον Πατέρα ένας αληθινός αδελφός. Ρωτήστε λοιπόν τον εαυτό σας τι σας χρειάζεται τώρα πια αυτός ο χαι­ρετισμός. Η Μαρία δεν τον έχει ανάγκη, ούτε και τον λαχτα­ράει. Άλλωστε, εκείνη ξέρει καλύτερα απ’ όλους σας πως Εγώ βλέπω και ακούω καθαρότερα από κείνη. Ακόμη, εκείνη ξέρει ότι η αγάπη Μου, η ταπεινοφροσύνη Μου και η δική Μου προσήνεια είναι άπειρα μεγαλύτερη από την αγάπη, την ταπεινο­φροσύνη και την προσήνια όλων, ακόμη και των πιο ευτυχι­σμένων πνευμάτων του ουρανού.

Στ’ αλήθεια, η άγνοια και η μεγάλη σας πλάνη θα της δη­μιουργούσαν μονάχα θλίψη, αν Εγώ δεν προλάβαινα πάντα, από την πολύ μεγάλη αγάπη που σας έχω, να πάρω επάνω Μου όλα όσα εσείς απευθύνετε σ’ εκείνη ή και σε άλλους μακά­ριους αδελφούς. Αυτός είναι ο λόγος πού κάνω τα αυτιά των μακαρίων κουφά και τα μάτια τους τυφλά (για την ανάρμοστη λατρεία σας), για να μη διαταραχτεί, δηλαδή, η ευτυχία τους από τη μεγάλη σας ανοησία.

Τόσο η Μαρία, όσο και όλοι οι άλλοι μακάριοι, θα νιώ­θουν χαρά για τον καθένα από σας που αναζητεί Εμένα. Και θα είναι πάντα πρόθυμοι να τον υπηρετήσουν σύμφωνα με την αγάπη που έχουν μέσα τους για Μένα, η οποία τους αποκαλύ­πτει τι είναι αυτό που χρειάζεστε. Έτσι, είναι ανώφελο να θέ­λετε να φθάσετε στη χάρη από οπουδήποτε αλλού εκτός από Εμένα. Γιατί μονάχα Εγώ είμαι η πύλη προς τον Πατέρα, όπου βρίσκεται κάθε έλεος και χάρη. Όποιος δεν πηγαίνει μέσα από Μένα, ποτέ δεν θα φθάσει εκεί.

Μπορείτε, βέβαια, να θυμόσαστε γεμάτοι αγάπη και λα­τρεία όλα όσα σχετίζονται με την ενανθρώπισή Μου και απ’ αυτά να φανταστείτε πως είχα προετοιμάσει όλα τα γεγονότα εκ των προτέρων από την αγάπη Μου για σας και αυτό θα Μου είναι βέβαια ευχάριστο. Αν, όμως, θέλετε να διατυπώνετε με βάση αυτό προσευχές που θα τις απαγγέλλετε σαν παπαγάλοι, τότε έχετε καταντήσει ανόητοι” ή σας έχει κάνει έτσι η μεγάλη τύφλωση των τυφλών αρχηγών και σας έχουν εξαπατήσει οι εξαπατηθέντες απατεώνες.

Όμως Εγώ σας έδειξα τώρα όλη την αλήθεια μέσα από Μέ­να πώς δηλαδή έχουν τα πράγματα. Και πρέπει να ενεργείτε σύμφωνα με αυτά, αν θέλετε να είσαστε αληθινά παιδιά του ί­διου καλού Πατέρα και πραγματικά αδέλφια του γιου της Μα­ρίας, η οποία σας αγαπάει άλλο τόσο όσο εσείς αγαπάτε Εμένα. Αμήν.

                                                         ***

 Τα τέσσερα Ευαγγέλια για την Ανάσταση του Χριστού*

27Μαρτίου 1842, Κυριακή τον Πάσχα’.

Πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε με αρκετά καθησυχα­στικό για μας τρόπο τις ακόλουθες αποκλίσεις των αφη­γήσεων των τεσσάρων Ευαγγελιστών για την Ανάσταση του Κυρίου;

  1. Για τις γυναίκες που πήγαν στον Τάφο: Κατά Ματθαίον 28,1. Κατά Μάρκον 16,1. Κατά Ιωάννην20.1.
  2. Για τον αριθμό των αγγέλων που θεάθηκαν και τον τόπον όπου βρίσκονταν: Κατά Ματθαίον 28,2. Κατά Μάρκον 16,5. Κατά Λουκάν 24,4. Κατά Ιωάννην 20,11-12.
  3. Για το αν μπήκαν πρώτες στην κρύπτη οι γυναίκες,
    όπως διηγούνται ο Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς, ή ο Πέτρος με τον Ιωάννη, όπως διηγείται ο τελευταίος.
  4. Για τη μετέπειτα διάδοση της είδησης: Κατά Ματθαίον 28,2. Κατά Μάρκον 16,8. Κατά Λουκάν 24,9. Κατά Ιω­άννην 20, 10.18.

Γράφε λοιπόν, γράφε! Αντί «το βράδι» (Ματθ. 28,1) πρέ­πει να γράφει «το τέλος του Σαββάτου», γιατί ασφαλώς ξέρε­τε ότι στους Ιουδαίους, η προηγούμενη ημέρα διαρκούσε μέχρι την ανατολή της επομένης. Αυτό τότε συμφωνεί με όσα λένε οι άλλοι τρεις.

Για τον αριθμό των γυναικών, όμως, κανένα στοιχείο δεν είναι σωστό, γιατί ήταν επτά. Μόνο ο Λουκάς πλησιάζει αό­ριστα την αλήθεια, λέγοντας «και οι άλλες» (Λουκ. 24,10). Και στο Κατά Ιωάννην, η Μαγδαληνή λέει: «Δεν ξέρουμε πού Τον έχουν πάει» (Ιωάν. 20,2). Όσον αφορά, τώρα, στο λόγο των ανακριβών στοιχείων για τον αριθμό των γυναικών, αυ­τός από τη μια οφείλεται στην άγνοια των Ευαγγελιστών για το πόσες ήταν όλες οι γυναίκες. Ο δεύτερος λόγος ήταν να γί­νουν οι γυναίκες σκάνδαλο για τον κόσμο, και ο τρίτος να μη βιώσει κανείς τη θεϊκότητα του Λόγου Μου από τον αριθμό των γυναικών, παρά μονάχα από τη ζωντανή δράση από τα βά­θη της καρδιάς του!

Όσον αφορά, όμως, στο σεισμό, που μόνον ο Ματθαίος αναφέρει (28,2), η πληροφορία είναι και στην κυριολεξία της σωστή, όμως πρωτίστως πρέπει να ερμηνευθεί πνευματικά. Σημαίνει τον πλήρη συγκλονισμό της καρδιάς πριν τα σημά­δια του ουρανού φανερώσουν στον άνθρωπο ότι αναστήθηκα από τον Τάφο! Το ότι, όμως, οι άλλοι τρεις Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν το σεισμό, έχει το λόγο του: τον είδαν μόνο από την πνευματική του άποψη και τον ανέφεραν μόνο υπονοώ­ντας τον, μέσω του τρόμου των γυναικών που περιγράφουν. Άλλωστε, τον καιρό εκείνο το να αποσιωπεί κανείς τα επίγεια γεγονότα και να αφήνει απλώς να διαφανούν μέσα από τη συ­ναισθηματική κατάσταση τον προσώπων που εμπλέκονται, ήταν ένας τρόπος ομιλίας που θεωρείτο πιο περίτεχνος. Αλλά τέτοια μικροπράγματα έχουν λίγη μόνο σημασία. το μόνο ση­μαντικό είναι να κάνει κανείς το θέλημα Μου!

Αναφορικά, όμως, με τον άγγελο που έχει αστραφτερή όψη και κυλάει την πέτρα στο Ματθαίο (28,2.3), ενώ στο Μάρκο είναι μεν πάλι μόνο ένας νέος, κάθεται όμως μέσα στον τάφο, στο Λουκά είναι δύο άντρες με λαμπρά ενδύματα και στον Ιω­άννη δύο λευκοντυμένοι άγγελοι, αυτές οι φαινομενικές αντι­φάσεις έχουν τους εξής λόγους: Πρώτα ως προς τον αριθμό των αγγέλων, οι δύο πρώτοι Ευαγγελιστές, όντας πολύ ευσυ­νείδητοι, αναφέρουν σύμφωνα με τον παλιό ιουδαϊκό τρόπο μόνο έναν άγγελο, επειδή και οι δύο άγγελοι έκαναν μία πρά­ξη και είπαν ένα μόνο λόγο. Δεύτερον, επειδή δεν είδαν και οι επτά γυναίκες δύο αγγέλους, παρά μόνον οι τρεις πρώτες που αναφέρθηκαν, ενώ οι άλλες τέσσερις είδαν μόνο έναν, οπότε οι πληροφορίες που έδωσαν στους Αποστόλους και στους μα­θητές δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους. Γι’ αυτό, ο Ματθαίος και ο Μάρκος, που ήταν υπερευσυνείδητοι στην καταγραφή τους, δεν τόλμησαν να χρησιμοποιήσουν το μεγαλύτερο αριθ­μό, για να μη φανούν, εξαιτίας ενός λάθους στην καταγραφή, ανάξιοι στα μάτια εκείνων των χριστιανών Ιουδαίων που γνώ­ριζαν καλά τη γραφή, επειδή δεν γνώριζαν πότε πρέπει να χρη­σιμοποιείται ενικός και πότε πληθυντικός όταν μιλάμε για δύ­ο πρόσωπα που δρουν. Ο Λουκάς όμως και ο Ιωάννης, που έγραψαν τα Ευαγγέλια τους πολύ αργότερα, είχαν ξεπεράσει αυτές τις γλωσσικές λεπτομέρειες και μετέφεραν ακέραιες τις πληροφορίες των πρώτων τριών γυναικών.

Τέλος, υπάρχει ένας ακόμη λόγος: Εγώ θέλησα να γίνει έτσι, εξαιτίας του τυφλού κόσμου που Με είχε καταδιώξει, για να ενοχληθεί μέχρι θανάτου από τις γυναίκες και από τον αριθ­μό των εγκόσμιων πνευμάτων τους! Κι ακόμη εξαιτίας του πνευματικού νοήματος, επειδή η απλή δίψα του να βλέπει και ν’ ακούει κανείς αποτελεί μόνο μια προτροπή ώστε ν’ αφυπνι­στεί η πίστη. Η αγάπη της Μαγδαληνής όμως μπορεί επιπλέ­ον να δει το ανώτερο πνεύμα της αγάπης και της ζωής, που έχει πύρινο κι αστραφτερό ένδυμα. Έτσι, λοιπόν, ερμηνεύεται ιστορικά και πνευματικά κι αυτή η αντίφαση.

Τώρα, η διαφορά ως προς τη μορφή των αγγέλων αντιστοι­χεί στον εσωτερικό κόσμο των επτά γυναικών. Η Μαγδαληνή την είδε πύρινη και λαμπρή, ενώ οι άλλες απλά λευκοντυμένη. Η αιτία είναι η πύρινη αγάπη της Μαγδαληνής και η σιωπηλή πραότητα και θλίψη των άλλων γυναικών από την άλλη.

Επομένως, ο Ματθαίος μεταφέρει μόνο τη θέαση της Μαγδαληνής στον ενικό, για τους γνωστούς λόγους. Ο Μάρκος, ακόμη πιο σχολαστικός από το Ματθαίο, μεταφέρει την ύπαρ­ξη πολλών φωνών, αλλά συμφωνεί με το Ματθαίο ως προς τον αριθμό. Ο Λουκάς μεταφέρει με πιστότητα τη δήλωση της Μα­γδαληνής, μόνο που χρησιμοποιεί αντί για τη λέξη «λευκός» to «λαμπερός», που κάνει τα πράγματα να φαίνονται ανώτε­ρα, δηλαδή άσπρο σαν του χιονιού, κατάλευκο, και δεν μιλά για το πύρινο όραμα, προκειμένου να φέρει κάπως σε συμφω­νία τις αντίθετες περιγραφές. Αυτό όμως, σε τελευταία ανά­λυση, συμβαίνει και σύμφωνα με το θέλημα Μου, για να ση­μάνει τη μετάβαση από την πίστη και μόνο στη ζωντανή, ε­νεργή αγάπη, πράγμα που φαίνεται, άλλωστε, και από την τάξη των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Ο Ιωάννης μιλά για δύο μόνον αγγέλους, λευκοντυμένους και καθιστούς. Η αιτία βρίσκεται απλώς στο πνευματικό στοιχείο, σύμφωνα με την ευαγγελική του τάξη, και μ’ αυτό υποδηλώνεται η αθωότητα της αγάπης και η απαλλαγμένη από το πάθος ηρεμία της αιώνιας ζωής που έχει κερδηθεί. Έτσι, ο κατά τ’ άλλα φλογερός Ιωάννης απο­σιωπά τη φωτιά της Μαγδαληνής και μαζί μ’ αυτή την παθιασμένη, εγκόσμια αγάπη της για Μένα, η οποία ναι μεν είναι δικαιολογημένη, αλλά παρ’ όλ’ αυτά δεν είναι εντελώς σύμ­φωνη με την ουράνια τάξη.

Έτσι, λοιπόν, εξηγήθηκε και αυτή η διαφορά. Τώρα, μας μένει να ερμηνεύσουμε μια μονάχα αντίφαση ως προς τους αγ­γέλους, και συγκεκριμένα αυτήν που αφορά στη διαφορετική τους θέση.

Σύμφωνα με το Ματθαίο, έρχονται από τον ουρανό, αρχι­κά όπως ξέρουμε στον ενικό αριθμό, κυλούν την πέτρα από τον τάφο, ή καλύτερα από την είσοδο του, κι ύστερα ο άγγε­λος με τις γυναίκες μπαίνουν στον τάφο (28,6). Σύμφωνα με το Μάρκο, ο τάφος είναι βέβαια ακόμη σφραγισμένος όταν έρ­χονται οι γυναίκες, αμέσως όμως βλέπουν ότι η πέτρα έχει απομακρυνθεί, οπότε μπαίνουν στον τάφο (16, 3-5). Στο Λουκά μπαίνουν αμέσως στον τάφο, που είναι ανοιχτός, και μόνο με­τά απ’ αυτό έρχονται οι άγγελοι και ενημερώνουν τις γυναί­κες (24, 3.4). Κατά τον Ιωάννη, μόνο η Μαγδαληνή κοιτάζει μέσα στον τάφο και μαθαίνει από τους αγγέλους που κάθονται εκεί την παρήγορη είδηση (20,11). Αυτό, πάλι, συμβαίνει αφού ο Πέτρος, που εκείνη έστειλε να φέρουν, και ο Ιωάννης έχουν ήδη εγκαταλείψει τον τάφο (20, 10).

Η αιτία αυτής της φαινομενικής διαφοράς των μαρτυριών είναι πρώτα-πρώτα, όπως και όλων των προηγουμένων ση­μείων, κυρίως απόρροια της θέλησης Μου, οφείλεται δε και πηγάζει από την αντίστοιχη άγια, πνευματική και ουράνια τά­ξη, μέσα στην οποία οι Ευαγγελιστές διαδέχονται ο ένας τον άλλον ξεκινώντας από την εξωτερική πίστη και φθάνοντας στην εσώτατη αναγέννηση του πνεύματος.

Αυτό συνεπάγεται κατόπιν τις διαφορετικές μαρτυρίες των επτά γυναικών, αφού καθεμιά τους είδε, ανάλογα με την εσωτε­ρική της κατάσταση, είτε ό,τι αναφέρει ο Ματθαίος, είτε ό,τι ο Μάρκος, ο Λουκάς ή ο Ιωάννης. Αυτά όμως που ανέφεραν οι τέσσερις, συνέβησαν και ήσαν ορατά, αλλά μόνο με την πνευματική όραση. Αυτή όμως είναι πάντα ανάλογη με την εσωτερική ζωή, όπως αυτή διαμορφώνεται από την αγάπη. Γιατί η πνευματική θέαση δεν είναι ίδια με την επίγεια όραση, όπου ο καθένας βλέπει όπως ο άλλος, αλλά αντίθετα, ο καθέ­νας βλέπει μόνο ό,τι βρίσκεται μέσα του, το βλέπει δε όπως εί­ναι μέσα του, και επομένως αυτό παίρνει την αντίστοιχη μορφή. Το ότι μόνο ο ίδιος ο Ιωάννης αναφέρει ότι έστειλαν να φέρουν αυτόν και τον Πέτρο (20,2) οφείλεται στο ότι ο Ιωάν­νης δέχθηκε την εντολή να αναφέρει αυτό το γεγονός, που κι εκείνος ήθελε να αποσιωπήσει. Η αναφορά αυτή είχε σκοπό να φανερώσει τα πάντα μέσα στο Ευαγγέλιο του, ως πνευμα­τική μαρτυρία του ότι η αληθινή, μέγιστη, ζωντανή αγάπη δί­νει όλα όσα έχει και ποτέ δεν θέλει ν’ αποσιωπήσει ούτε το πιο ασήμαντο μυστικό. Άλλωστε, μήπως στον κόσμο δεν ε­λέγχεται η γνησιότητα της αγάπης με το να βλέπει ο ερωτευ­μένος ανοιχτή την καρδιά της αγαπημένης του; Αν όμως εκείνη έχει μυστικά απ’ αυτόν και ψιθυρίζει στ’ αυτί της διπλανής της, τι θα πιστέψει εκείνος για την καρδιά της; Σε διαβεβαιώνω ότι θα την καταραστεί και θα φύγει μακριά από την άπιστη!

Όπως βλέπετε λοιπόν, και πάλι όλα τακτοποιήθηκαν. Αυ­τά που θεώρησαν οι τρεις πρώτοι πολύ ασήμαντα για ν’ ανα­φερθούν, πρέπει παρ’ όλ’ αυτά να τα μαρτυρήσει και να τα με­ταφέρει εκείνος που είναι τέλειος! Υπάρχει τώρα πια καμιά αντίφαση εδώ; Τώρα, λοιπόν, απομένει να μιλήσουμε μόνο για την εμφάνιση Μου στις γυναίκες.

Σύμφωνα με το Ματθαίο (28, 8.9), ο Ιησούς εμφανίζεται μόνο στη Μαγδαληνή και την άλλη Μαρία, όταν ήδη εκείνες πηγαίνουν στους Αποστόλους και στους μαθητές, όχι μακριά από τον τάφο.

Σύμφωνα με το Μάρκο, Εκείνος εμφανίζεται πρώτα στη Μαγδαληνή και δεν αναφέρεται αν εμφανίστηκε και στις άλ­λες, παρά υποδηλώνεται μόνον αόριστα με τα λόγια «πρώτα στη Μαγδαληνή» (16,9), πράγμα που αφήνει να εννοηθεί «και μετά στις άλλες».

Κατά το Λουκά, ο Χριστός δεν εμφανίζεται καθόλου στις γυναίκες, ενώ ο Πέτρος, αφού ειδοποιηθεί, τρέχει .στον τάφο χωρίς τον Ιωάννη (24, 12).

Σύμφωνα δε με τον Ιωάννη, η Μαγδαληνή φθάνει μόνη της στους μαθητές και τους λέει ότι απομακρύνθηκε η πέτρα (20,2). Και μόνον αφού επιστρέψουν ξανά ο Πέτρος και ο Ιω­άννης, της παρουσιάζεται ο Κύριος και της απαγορεύει να Τον αγγίξει (20,14.17), ενώ δεν γίνεται στη συνέχεια λόγος για κα­μία άλλη γυναίκα.

Όπως όλα τα προηγούμενα, έτσι κι αυτό έχει κυρίως μία εσωτερική, αποκλειστικά πνευματική αιτία. Όσον αφορά την ιστορική πραγματικότητα, ουσιαστικά μόνον η Μαγδαληνή στην αρχή, κι ύστερα επίσης η Μαρία Ιωάννα είδαν τον Ιη­σού, και μάλιστα, η Μαγδαληνή πρώτη, οπότε θέλησε να Τον αγκαλιάσει, κι Εκείνος την απομάκρυνε. Μετά μόνο τον είδε και η Μαρία Ιωάννα κι έπεσε εν συνεχεία μαζί με τη Μαγδα­ληνή στα πόδια Του, που τ’ αγκάλιασαν κι οι δυο μαζί (Κατά Ματθαίον 28,9). Η Μαρία του Ιακώβ και η Σαλώμη δεν είδαν όμως τίποτα (Κατά Μάρκον 16,1), παρά ένιωσαν μονάχα την παρουσία του πνεύματος του Κυρίου. Οι υπόλοιπες τρεις όμως δεν αντιλήφθηκαν καθόλου την εμφάνιση του Κυρίου- αντί­θετα μάλιστα, προσπάθησαν κατά το δρόμο της επιστροφής να πείσουν τις δύο ότι το όραμα τους ήταν παράγωγο της εξημμένης φαντασίας τους.

Όσο για την πρώτη ειδοποίηση προς τον Πέτρο, πραγμα­τικά η Μαγδαληνή μόνη της ήταν η πρώτη που του έφερε την είδηση, ενώ όλες οι άλλες έμειναν στον κήπο όπου βρισκόταν το μνήμα, λαξευμένο σ’ ένα βράχο. επομένως, πέντε ήταν που παρέβλεψαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη. Μόνο η Μαρία Ιωάν­να είδε τον Πέτρο να έρχεται και να φεύγει, αλλά ούτε εκείνη πρόσεξε τον γρήγορο Ιωάννη, κι ασφαλώς δεν θα είχε δει ού­τε τον Πέτρο, αν δεν της τον είχε επισημάνει η Μαγδαληνή που ερχόταν με κομμένη την ανάσα. Το ότι ο Πέτρος και ο Ιωάννης, πάλι, δεν έμειναν για πολύ στον τάφο, οφείλεται προ­φανώς στο μεγάλο φόβο που είχαν για τους Ιουδαίους.

Αν τα συνοψίσετε όλ’ αυτά, τότε δεν μπορεί πια να σας εί­ναι δύσκολο να συλλάβετε την αιτία αυτών των φαινομενικά αντιφατικών μαρτυριών των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Γιατί όπως οι μαρτυρίες που δόθηκαν στους Αποστόλους και στους μαθητές διέφεραν επειδή οι γυναίκες δεν έβλεπαν με τον ίδιο -τρόπο, έτσι και οι καταγραφές διέφεραν ανάλογα με την πίστη των συντακτών τους. Παρ’ όλο που τα έγραψαν όλ’ αυτά υπό την καθοδήγηση του πνεύματος Μου, η βούληση τους ήταν απόλυτα ελεύθερη, καθώς και η κρίση τους και το τι αποδέχο­νταν σύμφωνα μ’ αυτήν. Όπως δε ακόμη και η ίδια τους η βού­ληση ήταν ευθυγραμμισμένη χάρη στην αναγέννηση τους, έτσι και τα όσα μετέδωσαν ήταν απόλυτα σύμφωνα με το θέλημα Μου. Αφού, λοιπόν, τώρα τα ξέρετε όλ’ αυτά, μην αφήνετε να σας δημιουργούν σύγχυση τέτοιες ασήμαντες διαφορές, παρά αντί ν’ ασχολείστε μ’ αυτά, να υλοποιείτε με θέρμη και αλή­θεια το Λόγο Μου, και τότε σύντομα δεν θα συναντάτε πια κα­μία αντίφαση.

Μα όσο παραμένετε απλοί ακροατές του Λόγου και θέλε­τε να τον υποτάξετε στην αδρανή τάξη του μυαλού σας, είναι φυσικό να βρίσκετε τις μεγαλύτερες και χειρότερες αντιθέσεις ειδικά στα σημεία που αφορούν τη δική σας αιώνια ανάστα­ση! Αν, όμως, θέλετε οπωσδήποτε να εργαστείτε με κριτικό πνεύμα, τότε πρώτα να συλλάβετε τη σειρά αλληλοδιαδοχής των Ευαγγελιστών και να την συγκρίνετε με τις τέσσερις κύριες καταστάσεις του ανθρώπου, δηλαδή από την πιο εξωτερική του πίστη μέχρι την εσώτατη αναγέννηση. Ή το ότι ο άνθρωπος αρχίζει το βράδι, δοκιμάζεται όσο διαρκεί η νύχτα, έως ότου έρθει κατόπιν η αυγή, οπότε το φως αυξάνει διαρκώς μέχρι να ξημερώσει η αιώνια ημέρα της ζωής μέσω του Ιωάννη! Αν το καταλάβετε αυτό, τότε ποτέ πια δεν θα συνα­ντήσετε αντιφάσεις!

Όποιος, όμως, έχει ακόμη κάποιες αμφιβολίες και δεν μπορεί να τις ξεκαθαρίσει, καλύτερο θα είναι να ρωτάει όσο ακόμη υπάρχει κάποιος που κατέχει το φως. Αλλά θα αισθανθεί­τε άσχημα και θα δείτε τις αβύσσους της ψυχής σας, αν φέρω κοντύτερα το φανάρι. Τότε μόνο θα καταλάβετε όλοι πόσο τυ­φλοί ήσασταν που δώσατε τόσο λίγη σημασία στα λόγια του φωτός. Ποιος, όμως, γνωρίζει και καταλαβαίνει το φανάρι; Ω, πόσο τυφλοί είσαστε ακόμα! Γιατί όμως είσαστε τόσο τυφλοί; Γιατί ακόμη δεν υπάρχει μέσα σας τάξη, και συνεπώς ούτε στα­θερότητα. Γι’ αυτόν το λόγο αιωρείστε διαρκώς ανάμεσα στη νύχτα και στο χάραμα, και γι’ αυτό αναγνωρίζετε λιγότερο απ’ όλα ειδικά αυτό, μέσω του οποίου και μόνο θα φθάσετε στην αναγέννηση και στην εσώτατη αναγνώριση όλων όσων ανή­κουν στο πνεύμα και, κατά συνέπεια, στην αιώνια ζωή!

Σας λέω όμως ότι μέχρι τώρα απλά διαβάζατε τον Λόγο κι όλες σας οι πράξεις ωθούνταν από την, τρόπον τινά, θεϊκά μα­γική δύναμη του ίδιου του Λόγου. Μα αν μελλοντικά πάψετε πια να δράτε ωθούμενοι και πραγματοποιείτε πλέον εκούσια τον Λόγο Μου, τότε αμέσως θα πάψετε να προσκρούετε σε αντιφάσεις! Χαράξτε λοιπόν βαθιά στην καρδιά σας ποιος εί­ναι Εκείνος από τον οποίο απευθύνονται τούτα τα λόγια σε σας τους σκεπτικιστές, και τότε θα ζήσετε. Προσέξτε όμως να μη σας αφαιρεθεί το ακόμη εντελώς άγνωστο σε σας φανάρι, γιατί τότε θα βρεθείτε και πάλι σε άσχημη κατάσταση. Γιατί μέχρι τώρα είσαστε αναγνώστες του Λόγου, απέχετε όμως πο­λύ από το-Β να τον υλοποιείτε. Θυμηθείτε λοιπόν ένα παλιό τραγούδι που αρχίζει έτσι:

Κάποτε ο ήλιος έφεγγε απαλά πάνω από τα κεφάλια μας. Τότε τρέξαμε να κρυφτούμε από το φως του μέσα στις τρύπες μας στην άμμο. Σύντομα όμως, αυτή η θαυμαστή θεϊκή εικό­να του ήλιου χάθηκε. Και τώρα μας τρυπούν τα βέλη της νύ­χτας του θανάτου.

Το τραγούδι αυτό της νύμφης του μυρμηγκολέοντα* δεν είναι καθόλου άσχημο και ταιριάζει αρκετά καλά στην κατά­σταση του ανθρώπου, αφού είναι αμφισβητίας, ενώ θα έπρε­πε να βλέπει από καιρό την αλήθεια, Λοιπόν, κι αυτό να το προσέξετε πολύ καλά καθώς και Ποιος το λέει. Αμήν.

                                                           ***

Χερουβείμ και Σεραφείμ

25 Αυγούστου 1844

Κύριε, ποια είναι άραγε η διαφορά μεταξύ Χερουβείμ και Σεραφείμ;

Τα Χερουβείμ σημαίνουν και είναι η αιώνια απόρροια της θείας Αγάπης και τα Σεραφείμ η απόρροια της θείας Σοφίας.

Αυτή είναι η διαφορά. Γι’ αυτό λένε από παλιά: αυτός καίει από αγάπη σαν ένα Χερούβ και είναι σοφός σαν ένα Σεράφ. Άρα τα Χερουβείμ σημαίνουν την θεία Αγάπη και τα Σεραφείμ τη θεία Σοφία, ως συνολική κι απόλυτα ουράνια δράση.

Παρατήρηση: Στο έργο για τον άλλο κόσμο «Από την Κόλα­ση ως τον Παράδεισο» (Ρόμπερτ Μπλουμ), τόμος 1 κεφ. 127 κ.ε., ο Κύριος λέει σε ένα μακάριο πνεύμα:

«Είναι μεγάλη χαρά για Μένα που κάνεις να βλαστήσουν στην καρδιά σου συναισθήματα αντάξια της αγάπης Μου, που μοιάζουν πολύ με τις μεγάλες πύρινες σκέψεις με τις οποίες Με εξυμνούν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, τα οποία είναι οι εκτελεστές της βούλησης Μου στους αιώνες. Μα όσο ευ­γενικές και να είναι οι παρόμοιες σκέψεις και τα συναισθήμα­τα, των οποίων το βάθος και το μεγαλείο λίγα μόνο πνεύματα μπορούν να συλλάβουν, ωστόσο Εμένα Μου αρέσει καλύτε­ρα όταν τα παιδιά Μου Με λένε με την καρδιά τους «Πατέ­ρα» και οι φίλοι Μου Μου λένε «Αγαπημένε αδελφέ» απ’ ό,τι Μ’ αρέσει να Με υμνούν οι μεγαλύτεροι άγγελοι με άσματα βαθύτατης σοφίας και να πέφτουν τελικά εξαντλημένοι κάτω. Ότον συνέρχονται μετά από τις μεγάλες επικλήσεις τους βλέπουν ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες και πιο φλογισμένες σκέψεις τους δεν μπορούν καν ν’ αγγίξουν την άκρη του χιτώνα Μου, ενώ αντίθετα, τα απλά Μου παιδάκια μπορούν να παίζουν ευτυχισμένα με την καρδιά και τη σκέψη Μου και πάντα να κατοικούν μαζί Μου απολαμβάνοντας στο τραπέζι Μου το ψωμί της αληθινής ζωής!

Βλέπεις, εκείνοι που υμνούν το μεγαλείο, την ισχύ και τη δύναμη Μου και αινούν τον άπειρα μεγάλο Θεό, βρίσκονται έξω από Μένα και Με ατενίζουν περίπου όπως εσύ συχνά ατένι­ζες από τη Γη τον έναστρο ουρανό. Τότε τον υμνούσες με τρα­γούδια, ωστόσο δεν ήξερες τι είναι τα άστρα που υμνείς και τι υπάρχει μέσα τους. Εκείνοι όμως που Με αποκαλούν «Αγαπη­μένε μου πατέρα! Θείε αδελφέ μου!», εκείνοι είναι κοντά Μου και μάλιστα μέσα Μου. Με υμνούν και Με επαινούν όπως τα αληθινά παιδάκια το μόνο αληθινό τους πατέρα και δεν βλέπουν πια το μεγαλείο, την ισχύ και τη δύναμη Μου με φόβο από κάποια ιερή απόσταση, με ένα χάσμα να τα χωρίζει πάντα έτσι από Μένα όπως χώριζε κι εσένα από τα άστρα που υμνούσες, παρά βρίσκονται οι ίδιοι στα άστρα, κοντά στον πατέρα τους, απολαμβάνοντας πλήρως εκείνη την ιερή πραγματικότητα που μετά βίας μπορούν να υποψιαστούν οι μεγάλοι υμνητές Μου.

Καταλαβαίνεις τώρα την τεράστια αυτή διαφορά; Ναι, τώ­ρα πια την καταλαβαίνεις, και γι’ αυτό είσαι πια πολύ πιο ευ­τυχισμένος από ποτέ. Κι αυτό είναι σωστό και δίκαιο και Μου αρέσει πάνω απ’ όλα, γιατί είναι σύμφωνο με την τάξη Μου. Σύντομα θα δεις και θ’ απολαύσεις στο πλευρό Μου τα πιο τε­ράστια, γεμάτα θαύματα, έργα. Αν τότε ρωτούσες διαρκώς με ανωτερότητα: «Ποιος μπορεί να αισθανθεί αρκετά βαθιά, ποιος νιώθει απόλυτα τι είναι ο Θεός», τότε τα αγαπημένα Μου παι­διά θα σε περιγελούσαν και θα σου έλεγαν: «Μα, αδελφέ Θω­μά, είσαι αδύναμος σαν παιδί! Τι κουταμάρες είναι αυτές που λες; Ποιος θα μπορούσε ποτέ να νιώσει και να αισθανθεί αρ­κετά βαθιά, απόλυτα, τι είναι Αυτός καθ’ Αυτόν ο Θεός; Πώς μπορεί ποτέ το πεπερασμένο να συλλάβει το Άπειρο; Κοίτα, αυτές είναι καθαρές φαντασιώσεις. Ο Θεός είναι ο πατέρας όλων μας και Τον αγαπάμε πάνω απ’ όλα, κι Εκείνος είναι κοντά μας και μας οδηγεί, εμείς δε, βλέπουμε πόσο γεμάτος αγά­πη και άπειρα καλός είναι! Κι αυτό είναι πολύ περισσότερο από την κατανόηση. Το ν’ αγαπάς πάνω απ’ όλα τον Θεό ως τον πιο καλό, άγιο Πατέρα, είναι άπειρα καλύτερο από το να θέλεις να τον εξερευνήσεις! Τι είναι λοιπόν περισσότερο αντά­ξιο του ανθρώπου; Να εμβαθύνει σε μεγάλες σκέψεις κι αν πε­ράσει από δίπλα του ένας φτωχός αδελφός να μην τον πάρει καθόλου είδηση από τις πολλές και μεγάλες του σκέψεις, ή ν’ αφήσει τις μεγάλες σκέψεις για τον Θεό, τον άγιο Πατέρα, και να βλέπει με αγάπη τους φτωχούς αδελφούς του και να τους βοηθάει; Ας αφήσουμε, συνεπώς, το Μεγάλο για τους Μεγά­λους! Εμείς όμως ας παραμείνουμε, όντας μικροί, στην αγά­πη και μόνο, και τότε θα είμαστε πιο ευτυχισμένοι από τους ευτυχισμένους Μεγάλους!»

Βλέπεις, Θωμά; Τέτοια θα σου έλεγαν όλοι εκείνοι οι αδελφοί, κι εσύ δεν θα μπορούσες παρά να τους δώσεις δίκιο. Γι’ αυτό, ας μείνουμε μαζί στα μικρά. Γιατί για να δει κανείς ολό­κληρο τον ουρανό, δεν είναι ανάγκη να έχει εξίσου μεγάλα μά­τια. Μπορεί επίσης να πετύχει το ίδιο με τα συνηθισμένα, μι­κρά του μάτια! Κατάλαβες;»

 

                                                         * * *

 

Πολλοί εισίν κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί.

 18 Μαΐου 1847

Αυτό το σημείο του Ευαγγελίου έχει παρανοηθεί τόσο θε­μελιακά, όσο λίγα, από σχεδόν όλα τα θρησκευτικά δόγματα. Γιατί σχεδόν όλοι είναι της γνώμης, οι Ρωμαιοκαθολικοί μά­λιστα το πιστεύουν ακράδαντα και το διακηρύσσουν από όλους τους άμβωνες, ότι μόνον οι λίγοι εκλεκτοί θα φθάσουν στον Ουρανό, ενώ όλοι εκείνοι οι πολλοί κλητοί θα ριχθούν για πά­ντα κατευθείαν στην Κόλαση μετά από την Ημέρα της Κρίσε­ως, η οποία έχει παρανοηθεί επίσης εκ θεμελίων.

Για να κατανοηθεί, λοιπόν, σωστά αυτή η πρόταση του Ευαγγελίου, θα σας την δώσω με μια εικόνα, με τον τρόπο που πρέπει βασικά να γίνεται κατανοητή πνευματικά και αληθινά. Ακούστε τώρα ποια είναι αυτή η εικόνα:

Στην Ανατολή, ζούσε ένας μεγάλος, ισχυρός και σοφός βασιλιάς. Το βασίλειο του ήταν μεγάλο και πολλοί λαοί τον προσκυνούσαν. Εκείνος ο βασιλιάς αποφάσισε μια μέρα, προ­κειμένου να δει από πιο κοντά τις διάφορες ικανότητες των υπηκόων του, να κάνει ένα μεγάλο συμπόσιο, στο οποίο προ­σκλήθηκαν όλοι οι οικογενειάρχες με τους μεγαλύτερους γιους και κόρες τους. Ο βασιλιάς θα επέλεγε από τους πολυάριθμους καλεσμένους του, τους πιο σοφούς και πνευματώδεις γιους για τις αυλικές υπηρεσίες του και τις πιο όμορφες και καλλιερ­γημένες κόρες για γυναίκες κι ερωμένες του.

Μα οι υπήκοοι, μόλις άκουσαν για την πρόσκληση, ένιω­σαν κρυφή φρίκη, γιατί πίστεψαν ότι αυτό δεν ήταν παρά ένα πονηρό πρόσχημα του ισχυρού βασιλιά για να τους παρασύρει στην κατοικία του κι ότι σαν έφθαναν εκεί, θα τους σκό­τωνε όλους με σκληρό τρόπο για ν’ απολαύσει βλέποντας το αίμα των υπηκόων του. Γι’ αυτό, όλοι τους βρήκαν δικαιολο­γίες και κανένας καλεσμένος δεν πήγε στο βασιλικό παλάτι.

Όταν ο βασιλιάς κατάλαβε ποιος ήταν ο κρυφός λόγος που οι πολλοί προσκεκλημένοι του δεν τολμούσαν να πάνε στο με­γάλο του συμπόσιο, είπε σ’ εκείνους που μοίραζαν τις προσκλή­σεις: «Τι να κάνω τώρα; Δείτε, το συμπόσιο έχει προετοιμαστεί-ποιος θα τα φάει όλ’ αυτά; Βλέπω, βέβαια, πολλούς περίεργους στα σοκάκια και στους δρόμους και πολλούς που έχουν ανέβει στους φράχτες και περιμένουν εκεί για να δουν τι θα κάνω με τους καλεσμένους που θα έρθουν στο συμπόσιο. Πηγαίνετε λοι­πόν με μεγάλη δύναμη έξω στους φράχτες, στα σοκάκια και στους δρόμους και φέρτε μέσα όσους βρείτε εκεί, ώστε να κα­ταναλωθούν τα φαγητά και τα ποτά που ετοιμάστηκαν. Ούτε να προσέχετε αν η ενδυμασία τους είναι η κατάλληλη, εορτα­στική ή όχι· αυτό τώρα είναι αδιάφορο. Γιατί τώρα προέχει η κατανάλωση του γεύματος για να μη χαλάσει. Αφού γίνει αυ­τό, τότε μόνο θα εξετάσουμε τι είδους καλεσμένους είχα κι αν ήταν όλοι άξιοι να λάβουν μέρος στο συμπόσιο μου αυτό.»

Όταν το πλήθος των υπηρετών του μεγάλου βασιλιά άκου­σαν τη διαταγή ταυ, έτρεξαν βιαστικά σε όλες τις πύλες και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν στα σοκάκια, στους δρόμους και στους φράχτες. Τους έφεραν στο συμπόσιο, κι ανάμεσα τους υπήρχαν πολλοί που είχαν προσκληθεί.

Βλέποντας, όμως, οι προσκεκλημένοι αυτοί τη μεγάλη καλωσύνη και τη φιλική συμπεριφορά του βασιλιά, γρήγορα έχα­σαν το μεγάλο, ανόητο φόβο τους, έγιναν εξαιρετικά εύθυμοι και επαινούσαν πολύ τη μεγάλη καλωσύνη και σοφία του βασιλιά, ενώ δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς είχαν φθάσει προηγουμένως να έχουν γι’ αυτόν έναν τόσο ανόητο φόβο.

Μετά το φαγητό, ο βασιλιάς περιδιάβαινε φιλικά ανάμεσα στους καλεσμένους, κουβέντιαζε με τους πατέρες και τους νε­αρούς και παρατηρούσε τις κόρες. Όποιος του άρεσε ιδιαίτε­ρα, τον επέλεγε από τη μεγάλη ομήγυρη των καλεσμένων για την αυλή του και αμέσως έβαζε να του φορέσουν βασιλικά ρούχα. Αυτό όμως έκανε πολλούς καλεσμένους να λυπηθούν, επειδή δεν έγινε και σ’ εκείνους τέτοια τιμή.

Αμέσως, ο βασιλιάς στράφηκε στους λυπημένους και τους είπε: «Γιατί λυπόσαστε που διάλεξα μερικούς από σας και τα παιδιά σας για την αυλή μου, επειδή βλέπω, από τις ικανότη­τες τους που διαπίστωσα, ότι μου χρειάζονται; Μήπως δεν εί­ναι παιδιά σας; Γιατί λυπόσαστε και φθονείτε την τύχη τους; Να ξέρετε ότι δεν έχουν τίποτα παραπάνω από σας, εκτός από περισσότερη και, συχνά, πολύ υπεύθυνη δουλειά. Σε όλα τα υπόλοιπα δεν είναι ούτε κάτι περισσότερο ούτε κάτι λιγότερο από σας, φίλοι μου, εάν σέβονται το νόμο μου. Γιατί όλοι εκεί­νοι που διάλεξα, έχουν τον ίδιο νόμο και την ίδια ελευθερία μ’ εσάς, μπορούν δε, αν θελήσουν, να παραβούν το νόμο και να περάσουν γι’ αυτό από κρίση, ακριβώς όπως εσείς. Εγώ, όμως, ως κύριος, έχω το δικαίωμα να καταργήσω εντελώς το νόμο, τόσο γι’ αυτούς όσο και για σας, αν είσαστε σοφοί, ώστε πα­ντού μέσα στο μεγάλο μου βασίλειο να επικρατήσει μεγάλη ελευθερία, τόσο στην αυλή μου, όσο και, ιδιαίτερα, σε όλους τους σοφούς υπηκόους του βασιλείου μου! Γι’ αυτό, ηρεμή­στε σχετικά με την επιλογή. Γιατί εγώ, ο βασιλιάς και κύριος σας, χρειάζομαι κυρίως εκείνους τους υπηκόους, εξαιτίας των οποίων ουσιαστικά επέλεξα αυτούς τους αυλικούς.»

Μόλις τ’ άκουσαν αυτά οι καλεσμένοι, καταχάρηκαν και εξυμνούσαν τη μεγάλη καλωσύνη και σοφία του βασιλιά τους. Μα εκεί που όλο το πλήθος των καλεσμένων πανηγύριζε, βρέ­θηκε ανάμεσα τους κι ένας κακός καλεσμένος. Ενώ όλοι οι άλ­λοι πανηγύριζαν, χαίρονταν και φώναζαν «Ωσαννά» στο με­γάλο βασιλιά, εκείνος άρχισε να τον βρίζει και καταριόταν αυ­τή την ιδιότροπη, ξεδιάντροπη συγκαταβατικότητα του βασιλιά απέναντι στο λαό του.

Μα ο βασιλιάς έβαλε αμέσως να τον πιάσουν και να τον φέρουν μπροστά του. Όταν αυτός ο μοναδικός περιφρονητής του βασιλιά στάθηκε εμπρός του μέσα στα κουρέλια του, ο βα­σιλιάς τον ρώτησε πικραμένος: «Ελεεινέ, που περιφρονείς και καταριέσαι την καλωσύνη μου και τη μεγάλη μου αγάπη για το λαό μου, πώς ήρθες με τόσο αταίριαστα ρούχα στα βασιλικά μου δώματα; Ξέρω ότι ανέκαθεν αντιτασσόσουν σε όλη μου την καλωσύνη και τη σοφία! Εσύ προφανώς ποτέ σου δεν φόρεσες εμπρός μου εορταστική φορεσιά. Γι’ αυτό, πιστοί μου υπηρέτες, πιάστε τον και ρίξτε τον στην πιο σκοτεινή φυλα­κή. Εκεί ας ουρλιάζει κι ας τρίζει φρικτά τα δόντια!»

Βλέπετε, μόνο γι’ αυτόν τον ένα γίνεται λόγος, ότι ρίχτη­κε στη φυλακή, όχι όμως για τους προσκεκλημένους. Εκείνους τους κατηγορώ μόνο για την εγκόσμια κουταμάρα τους κι όχι για την κακία τους. Αλλά το ένα μαύρο πρόβατο εδώ εμφανί­ζεται να έχει ήδη περάσει από κρίση. Γι’ αυτό, μάθετε από την εικόνα ποιο είναι το σωστό εσωτερικό νόημα του κειμένου της Γραφής που αναφέρθηκε αρχικά, να θεωρείτε δε όχι μόνο τους εκλεκτούς αλλά και τους κλητούς άξιους για το βασίλειο Μου, αμήν, αμήν, αμήν.

 

Βαθύτερη ανάλυση της προηγούμενης παραβολής και μια νέα παραβολή

 21 Μαΐου 1847

Η Ανατολή είναι το βασίλειο του Θεού, που είναι το σω­στό βασίλειο της ζωής ή η αιώνια ζωή αυτή καθεαυτή. Ο βα­σιλιάς είμαι Εγώ, ο κύριος και δημιουργός όλων των όντων και των πραγμάτων από την αιωνιότητα.

Το μεγάλο συμπόσιο είναι η ενανθρώπισή Μου και το συν­δεδεμένο μ’ αυτή μεγάλο έργο της λύτρωσης, στο οποίο πολ­λοί, πάρα πολλοί μάλιστα, είναι κλητοί, και πρώτα-πρώτα οι κύριες φυλές του Ισραήλ, οι οποίες όμως, ως γνωστόν, μέχρι τώρα δεν θέλησαν να παρουσιαστούν, εν μέρει από το φόβο του μωσαϊκού νόμου, που δεν τον έχουν καταλάβει, εν μέρει από την ισχυρογνωμοσύνη της καρδιάς τους κι από την πλή­ρη έλλειψη πίστης.

Οι ικανοί γιοι που πρόκειται να επιλεγούν ανάμεσα στους πολλούς κλητούς για να Με υπηρετήσουν, είναι οι παλιότεροι κι οι μελλοντικοί κήρυκες του Λόγου Μου. Και οι ωραίες και καλλιεργημένες κόρες που θα επιλεγούν για γυναίκες και ερω­μένες, είναι οι παλιές διδασκαλίες, τα ήθη και τα έθιμα των Ιουδαίων που έχουν σποραδικά μείνει αγνά σ’ εκείνους, ποτέ δεν προσκύνησαν τον Βάαλ και τον Μαμωνά.

Εκείνοι που μοιράζουν τις προσκλήσεις είναι εν μέρει άγ­γελοι, προφήτες και τέλος όλοι οι Απόστολοι και μαθητές, που διέδωσαν το Λόγο και τη διδασκαλία Μου στους ανθρώπους χωρίς καμία αλλοίωση τους.

Εκείνοι που βρίσκονται στα σοκάκια, στους δρόμους και στους φράχτες είναι όλοι οι άνθρωποι που έζησαν, ζουν και θα ,: ζήσουν μελλοντικά πάνω στη Γη, και συγκεκριμένα: Εκείνοι που είναι στα σοκάκια είναι όσοι ζουν ακόμη στη Γη, ανήκουν προφανώς σε κάποιο χριστιανικό δόγμα, παρ’ όλ’ αυτά όμως είναι φορτωμένοι με όλες τις ανοησίες του κόσμου και δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δεχθούν το σωστό φως, έτσι ώστε δεν πρόκειται να κατακτήσουν την αληθινή αιώνια ζωή καινά γίνουν απόλυτα ελεύθεροι κι ευτυχισμένοι.

Όσοι βρίσκονται στους δρόμους είναι εκείνοι που ζουν μεν ακόμη στη Γη, ανήκουν όμως σε κάποια περισσότερο ή λιγό­τερο γνωστή ειδωλολατρική θρησκεία. Τέλος, όσοι είναι ανε­βασμένοι στους φράχτες είναι εκείνοι που σωματικά έχουν ήδη πεθάνει, ενώ η ψυχή τους βρίσκεται στον πνευματικό κόσμο, όπου κι εκείνοι προσκαλούνται επίσης στο μεγάλο συμπόσιο της λύτρωσης με τα σωστά μέσα μεταστροφής.

Τέλος δε ο ένας, που δεν έχει εορταστική ενδυμασία και που βρίσκεται ανάμεσα στους κλητούς που οδηγήθηκαν κυ­ριολεκτικά με τη βία (της αγάπης) στο συμπόσιο, είναι κατ’ αρχάς ο Σατανάς και ύστερα, ειδωμένο ευρύτερα, όλοι όσοι του έμειναν πιστοί και δεν στάθηκε με κανένα μέσο δυνατό να πει­σθούν να μεταστραφούν. Αυτών η μοίρα θα είναι, όπως λέει η παραβολή, εκείνη η φυλακή όπου βασιλεύει το σκοτάδι, τα ουρλιαχτά και το τρίξιμο των δοντιών, πράγμα που σημαίνει τα εξής: Το ουρλιαχτό είναι ό,τι είναι εκ θεμελίων εσφαλμένο κι αντίθετο προς τον ουρανό. Το τρίξιμο των δοντιών είναι το εκ θεμελίων κακό, η πυρωμένη οργή της κόλασης. Γιατί όταν κάποιος φλέγεται από πολύ μεγάλη οργή, αρχίζει να χτυπά και να τρίζει τα δόντια σαν την αγριεμένη ύαινα ή σαν τον απει­λητικό, οργισμένο τίγρη.

Τώρα, μ’ αυτά τα λίγα λόγια, αποκαλύφθηκε όλη η αντι­στοιχία ανάμεσα στην υλική εικόνα και στο πνευματικό, αλη­θινό της περιεχόμενο. Όποιος τυχόν θα ήθελε να συλλάβει βα­θύτερα το θέμα, ας μιμηθεί ένα σοφό ερευνητή και συλλέκτη φυτών, που σκεφτόταν και μιλούσε με τον εαυτό του:

«Τι να κάνω; Γνωρίζω με ακρίβεια τα φυτά και τα χόρτα των αγρών, των λιβαδιών και των κήπων. Ερεύνησα τη χλω­ρίδα των Άλπεων.

Επίσης, δεν μου είναι άγνωστο τι φυτρώνει στους βάλτους και τι καλύπτουν τα νερά της θάλασσας. Από όλα, ξέρω ακρι­βώς το όνομα, την τοποθεσία, τις ρίζες, το βλαστό, τα φύλλα, το άνθος και τον καρπό τους. Τι να κάνω από δω και πέρα μ’ αυτές τις γνώσεις; Να, τώρα το βρήκα! Θα εξοπλίσω όλο και καλύτερα τα μάτια μου και θα εξετάσω έτσι την εσωτερική δο­μή, τα σωληνάρια, τις ίνες και τα κύτταρα. Εκεί, ασφαλώς θα βρω αρκετό υλικό για την περαιτέρω πνευματική μου παιδεία».

Καλή η σκέψη, καλύτερη η πράξη! Ο βοτανολόγος έχει απόλυτο δίκιο. Όποιος γνωρίζει την ύλη και το δρόμο της ή όποιος γνωρίζει το Λόγο και το σκοπό του, ας μιμηθεί το βοτανολόγο, κι έτσι θα εισδύσει στα βάθη του πνεύματος. Θα ρωτούσε όμως κανείς: Πώς να εξοπλίσω την πνευματική μου όραση για τη βαθιά κατανόηση του θείου Λόγου, ώστε να με βοηθήσει να φθάσω εκεί όπου τώρα, για την παρούσα οπτική μου δυνατότητα, βασιλεύει βαθιά νύχτα;

Φίλοι μου, αυτό είναι ευκολότερο απ’ ό,τι φανταζόσαστε. Η πίστη είναι η συνηθισμένη, μη εξοπλισμένη όραση της καρ­διάς. Μα η πίστη πρέπει ν’ αφυπνίσει την αγάπη· αυτή είναι η φωτιά, η θερμότητα και το φως. Αυτά τα τρία μέσα στη μονα­δική αγάπη επεκτείνουν, διευρύνουν) μεγεθύνουν διαρκώς τα πάντα, στο τέλος δε τα εκδιπλώνουν ολοκληρωτικά, όπως ακρι­βώς κάνουν όλο το χρόνο η φωτιά, η θερμότητα και το φως του ήλιου ως προς τη θέαση των φυσικών πραγμάτων μπρο­στά στα μάτια του κάθε ανθρώπου.

Η αγάπη πρέπει να συνοδεύεται από υπομονή, που είναι το λίπασμα. Ύστερα, από ταπεινότητα, που είναι η βροχή που γονιμοποιεί. Και η πραότητα, η ευσπλαχνία, η αφοσίωση και η αλήθεια είναι οι ευνοϊκοί άνεμοι που διώχνουν κάθε κακιά καται­γίδα.

Αν με σταθερή θέληση κλείσετε στην καρδιά σας αυτά τα πράγματα και ενεργείτε σύμφωνα μ’ αυτά, τότε έχετε αποκτή­σει τον εξαιρετικό εξοπλισμό της πνευματικής όρασης στην πληρότητα του. Μέσω αυτού ο καθένας σας, αρκεί να μην εί­ναι κακότροπος, θα μπορεί αιώνια να βλέπει όλο και καθαρό­τερα και βαθύτερα την πληθώρα των ατελείωτων εσωτερικών θαυμάτων του Λόγου Μου που σας έδωσα. Για όλ’ αυτά ο κα­θένας είναι και κλητός και εκλεκτός· αμήν, αμήν, αμήν.

                                                         * * *

Ο σπόρος για το ουράνιο βασίλειο είναι ο Λόγος του Θεού. Όποιος τον δεχθεί μέσα του και ενεργεί σύμφωνα μ’ αυτόν, έχει σπείρει αυτό τον ουράνιο σπόρο στο έδαφος του, κι ο ου­ρανός θα αναπτυχθεί μεσ’ απ’ αυτόν σαν το δέντρο.

«Πνευματικός Ήλιος», τόμος ί, κεφ. 57,9

                                                        * * *

 

Είσαι ο Πέτρος ο βράχος

25 Μαΐου 1847

Είσαι ο Πέτρος (έναςβράχος), πάνω σ’ αυτόν το βρά­χο θα χτίσω την εκκλησία Μου, κι οι πύλες σας κόλασης δεν θα την νικήσουν! Σ’ εσένα θα δώσω τα κλειδιά του ουράνιου βασιλείου. Ό,τι λύσεις πάνω στη Γη, θα είναι λυμένο και στον Ουρανό, κι ό,τι δέσεις πάνω στη Γη, Θα είναι δεμένο και στον Ουρανό.

Αυτό το κείμενο σας Γραφής αποτελεί μέχρι σήμερα αφορ­σας για τη μεγαλύτερη σύγχυση και το μεγαλύτερο παραλογι­σμό σε σας σας χριστιανικές περιοχές σας Γης. Γιατί όλοι ανε­ξαιρέτως θεωρούν ότι είναι λίγο ως πολύ ο Πέτρος, ο βράχος σας εκκλησίας, νομίζουν δε ότι κατέχουν τα πραγματικά κλει­διά του βασιλείου του Θεού κι μπορούν να το ανοίγουν και να τo κλείνουν κατά βούλησιν σε όσους θέλουν να μπουν. Νομί­ζουν δηλαδή ότι μπορούν να δίνουν σύμφωνα με την κρίση σας το Λόγο του Ευαγγελίου, να τον ακρωτηριάζουν, να τον στερούν από κάποιους, να τον απαγορεύουν, να τον αντικαθι­στούν με δικές σας εντολές που η παράβαση σας θα επισύ­ρει σας αιώνιες τιμωρίες. Ακόμη, ότι μπορούν να παρασύρουν με τέτοιες εντολές σας ανθρώπους σε όσο το δυνατόν περις­σότερες αμαρτίες, ύστερα να σας συγχωρούν αυθαίρετα ή να σας καταλογίζουν, και μάλιστα να δίνουν τέλεια ή μερική άφε­ση για σας σας αμαρτίες που διέπραξε το άτομο, με αντάλλαγ­μα κάποιες πράξεις μετάνοιας, ή πάλι ν’ αρνούνται την άφε­ση αυτή!

Αν κανείς είχε έναν κόκκο καθαρής λογικής, θα έπρεπε βέ­βαια να καταλαβαίνει, γνωρίζοντας τη θεϊκότητά Μου, ότι εί­ναι αδύνατον Εγώ, που δεν κήρυξα άλλον από το νόμο σας κα­θολικής αδελφικής αγάπης, να είχα δώσει στον Απόστολο Πέ­τρο και σας σας Αποστόλους μία τέτοια εξουσία κι έναν τέτοιο προορισμό, που είναι φανερό ότι η σχέση του με την αγάπη για το συνάνθρωπο είναι η ίδια με τη σχέση κόλασης και παράδεισου!

Σας που δίνει σας νόμους, δίνει και την καταδίκη. Σας­τελεί η καταδίκη αγάπη; Μα Εγώ γι’ αυτό πήρα πάνω Μου στο σταυρό κάθε καταδίκη, ώστε να μείνει σας ανθρώπους μο­νάχα η αγάπη· αλλά πώς μπορεί κανείς να σκεφτεί πια την αγά­πη, όταν έχουν στηθεί ένα δισεκατομμύριο δικαστικές έδρες ανάμεσα σ’ εκείνους που θα ‘πρεπε να είναι αδέλφια, κι όταν δεν βλέπεις, όπου και να κοιτάξεις, παρά νόμους; Σας είναι ο Πέτρος, ο βράχος πάνω στον οποίο έπρεπε να χτιστεί η εκ­κλησία Μου, η οποία δεν είναι ούτε πρέπει να είναι άλλο από αγάπη και πάλι αγάπη;

Όποιος Με γνωρίζει και Μ’ αγαπά σας ο Πέτρος, είναι σας σωστός βράχος, πάνω στον οποίο μπορώ να χτίσω –και χτίζω στ’ αλήθεια και με κάθε σοβαρότητα- την αληθινή εκ­κλησία Μου, την αληθινή αγάπη και σοφία που πηγάζουν από Μένα. Τότε σας, πώς μπορεί οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη κοινότητα με κάποιον αρχηγό να είναι βράχος, αφού ο καθένας σκέφτεται και πιστεύει ό,τι θέλει; Ο σας μουρμουρίζει ακατανόητα λόγια και τα πουλάει ως χρήσιμη προσευχή, ο άλ­λος τα καταριέται, ειρωνεύεται και τα περιγελά, κάποιος τρί­τος παρουσιάζεται σαν δικαστής και καταδικάζει τα πάντα, στέλνοντας τα στα βάθη σας κόλασης! Μπορεί μια τέτοια κοι­νότητα ή ο αρχηγός σας να είναι ο βράχος που πάνω του είναι χτισμένη η εκκλησία Μου, την οποία ποτέ δεν πρόκειται να νικήσουν οι πύλες σας κόλασης;

Σας είπα ότι, αν αγαπιόσαστε σας Εγώ σας αγαπώ, από αυτή την αγάπη θα γίνει φανερό ότι είσαστε πραγματικοί μα­θητές Μου! Σας έδωσα, λοιπόν, την αγάπη σαν το μοναδικό φανερό σημάδι που θα δείχνει αν κάποιος είναι σας βράχος που πάνω του είναι χτισμένη η εκκλησία Μου. Τότε σας, πώς μπορεί αυτοί οι άπειροι δικαστές ανάμεσα σ’ εκείνους που έπρεπε να είναι αδέλφια να είναι χαρακτηριστικό του βράχου Πέτρου, που δεν τον νίκησε η κόλαση, και σας εκκλησίας Μου, που θεμελιώθηκε πάνω σ’ αυτόν; Τι φρικτά τυφλή που είναι η βλακεία των ανθρώπων σας σας εποχής, που θεωρεί ότι δεν μπορεί να τη νικήσει η κόλαση, ενώ σύμφωνα με σας σας σας πράξεις βρίσκεται από πολύ-πολύ καιρό καταμεσίς σας κόλα­σης σας!

Αν ήθελα να ιδρύσω μία ορατή εκκλησία, θα είχα πει σε όλους σας Αποστόλους και μαθητές: Σας όλοι είσαστε ο Πέ­τρος. Σας είναι προφανές ότι το είπα ξεκάθαρα μόνο στον Πέτρο, επειδή εκείνος ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε τη θεία φύση Μου! Επομένως, ήταν σας ο πρώτος που του έδωσα εξαιτίας σας πίστης του και σας εμπιστοσύνης του το κλειδί του ουράνιου βασιλείου, που είναι ένα βασίλειο σας αγάπης για τον Θεό μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Απ’ αυτήν και μόνο προκύπτει ύστερα η αληθινή αγάπη για το συνάνθρωπο, σ’ αυτήν σας δεν μπορεί να φθάσει κανείς χωρίς να έχει προ­ηγουμένως γνωρίσει τον Θεό, αφού ασφαλώς πρέπει πρώτα να τον γνωρίσει, για να μπορέσει εν συνεχεία να τον αγαπή­σει.

Αυτή η αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον είναι, λοιπόν, το αληθινό βασίλειο του Θεού, η μοναδική αληθινή, ζωντανή εκκλησία, που είναι χτισμένη πάνω στο βράχο σας σωστής γνώ­σης και σας σταθερής κι ακλόνητης πίστης κι εμπιστοσύνης που προέρχεται απ’ αυτήν, την οποία φυσικά καμία κόλαση δεν μπορεί πλέον να καταλύσει.

Σας, μία εκκλησία που θα έπρεπε να είναι ακατάλυτη, ενώ είναι γεμάτη εξωτερικές, πολυτελείς και πομπώδεις τελε­τουργίες και θεμελιωμένη πάνω σε κάποιον χρυσό κι ασημέ­νιο βράχο του Πέτρου, είναι τόσο λίγο εκκλησία και βράχος του Πέτρου, όσο λίγο είναι η κόλαση παράδεισος ή τα περιτ­τώματα σας γουρουνιού διαμάντια. Ή μήπως έχω πει ποτέ: Το ότι είσαστε μαθητές Μου θα αναγνωρίζεται από τον χρυ­σό, το ασήμι, σας πολύτιμους λίθους, τα βαρύτιμα άμφια, τη μεγάλη επίγεια εξουσία και γόητρο, τα πολυτελή εκκλησιαστι­κά κτίρια, σας καμπάνες και τα εκκλησιαστικά όργανα, τη λα­τινική γλώσσα και πολλά άλλα παρόμοια; Στ’ αλήθεια, ποτέ δεν προκαθορίστηκε, ούτε προβλέφθηκε κάτι τέτοιο από Σας­να ως γνώρισμα σας αληθινής Εκκλησίας Μου. Βέβαια, ο Ιω­άννης μιλά στην Αποκάλυψη για τη μεγάλη πόρνη- αλλά αυ­σας δεν μπορεί να είναι ο βράχος του Πέτρου;

Ο Σίμων του Ιωνά, που ήταν σας αληθινός Πέτρος, είπε σε κάποιον που τον θεράπευσε με το πραγματικό πνεύμα Μου: «Δεν έχω χρυσάφι, ούτε ασήμι, μα ό,τι έχω, θα σου το δώσω!». Άραγε θα μπορούσαν να ισχυριστούν το ίδιο για τον εαυτό σας με ήσυχη τη συνείδηση, χωρίς να γελοιοποιηθούν μπροστά σ’ ολόκληρο τον κόσμο, εκείνος που θέλει να είναι και θα έπρεπε να είναι ο διάδοχος του Πέτρου στη Ρώμη, οι Επίσκοποι σας Αγγλίας, κάποιοι ταγοί στη Γερμανία και ο ισχυρός Πατριάρχης όλων των Ελλήνων; Άραγε ούτε εκείνοι έχουν σάκους, παπούτσια και μπαστούνια; Κοιτάξτε λοιπόν πώς ήταν ο Πέτρος, πώς η εκκλησία αγάπης του ήταν θεμελιωμένη στο βράχο σας καρδιάς του, τι αποτελούσε το θεμέλιο σας και πώς είναι χτισμένες τώρα σας οι σημερινές εκκλησίες, πάνω σε ποια θεμέλια! Νομίζω ότι ακόμα κι σας τυφλός θα έπρεπε να το καταλαβαίνει, αλλά και να το βλέπει αυτό, πόσο μάλλον κάποιος που του έχουν ανοιχτεί αρκετά τα μάτια.

Πλησιάζει ο καιρός όπου παντού θα λατρεύουν τον Θεό εν πνεύματι και εν αλήθεια, κι όχι στην Ιερουσαλήμ, ούτε στο όρος Γαριζίμ! Το ίδιο διαβάζετε και στη Γραφή. Συνεπώς, το πνεύμα, η αλήθεια, η ορθή γνώση, η πίστη, η εμπιστοσύνη και η αληθινή αγάπη σας τον Θεό και τον πλησίον είναι, μέσα στην καρδιά κάθε ανθρώπου, ο μοναδικός αληθινός βράχος, η δε ζωντανή Εκκλησία που Εγώ οικοδομώ ο σας τότε πάνω του, είναι η μόνη που μπορεί αιώνια ν’ αντιστέκεται στην Κό­λαση. Όλα τ’ άλλα, σας, δεν είναι παρά ματαιόδοξα έργα των ανθρώπων, χωρίς καμία ισχύ, δεν παρέχουν δε την παραμικρή προστασία απέναντι στην Κόλαση αν λείπει ο αληθινός βρά­χος και η αληθινή, ζωντανή εκκλησία που είναι χτισμένη στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Άρα και η ερώτηση ποια εξωτερική, ορατή εκκλησία από σας σας που φέρουν το όνομα Μου είναι η σωστή, είναι μια μάταιη ερώτηση. Η απάντηση είναι και θα είναι αιώνια: Κα­μία! Η μόνη σωστή και αιώνια ασφαλής από την Κόλαση εκ­κλησία είναι η εκκλησία που βρίσκεται στην καρδιά, την οποία Εγώ δημιούργησα. Όλα τ’ άλλα τα έχει φτιάξει ο κόσμος. Σ’ αυτόν ανήκουν, και για Μένα δεν έχουν αιώνια καμιά αξία!

Συνεπώς, τα κλειδιά του βασιλείου Μου βρίσκονται επί­σης μόνο στη ζωντανή, τη μόνη αληθινή Εκκλησία, ποτέ σας σε κάποιο εκκλησιαστικό σώμα ή στον προκαθήμενο σας. Το τι θα θελήσει ύστερα ο καθένας να λύσει ή να δέσει για τον εαυτό του ή και για σας αδελφούς του από αυτήν τη δική του Εκκλησία, που Εγώ έχτισα στην καρδιά του, είναι ήδη και στον Ουρανό λυμένο ή δεμένο, επειδή αυτή η μόνη αληθινή εκκλη­σία είναι ήδη ο σας ο Ουρανός· ή, για να το πούμε ακόμη κα­θαρότερα; Ό,τι κάνει ο καθένας μέσα στην ισχυρή του εκκλη­σία αγάπης ή εμφυσούμενος από αυτήν, θα είναι σας αιώ­σας τετελεσμένο στον Ουρανό.

Συνεπώς, αυτά είναι τα σωστά κλειδιά του ουράνιου βα­σιλείου, δηλαδή να Με αναγνωρίζετε ως τον άγιο, αληθινό Θεό και Πατέρα σας, να Μ’ αγαπάτε πάνω απ’ όλα και ν’ αγα­πάτε σας αδελφούς σας σαν τον εαυτό σας. Αν ισχύει αυτό για σας, τότε έχετε χτίσει τον Πέτρο, την αληθινή εκκλησία, και κατέχετε τα σωστά κλειδιά του ουράνιου βασιλείου. Όλα τάλλα, σας, είναι μηδέν! Αυτό λοιπόν να το καταλάβετε κα­λά και να ζείτε σύμφωνα μ’ αυτό’ αμήν, αμήν, αμήν.

(29 Μαίου 1847)

Αν σας κάποιος από σας θέλει να ρωτήσει για το βράχο Πέτρο: Αν λοιπόν πρέπει σας ο βράχος να εννοηθεί καθαρά πνευματικά και να αναζητηθεί μόνο μέσα στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, όχι σας στον προκαθήμενο σας εκκλησίας ούτε στην εκκλησία σαν σύνολο, γιατί τότε ο Κύριος επιτρέπει να ερίζουν αιώνες ολόκληρους οι εκκλησίες καινά ξεσχίζουν η μια την άλλη για το ποιος είναι ο πραγματικός βράχος-Πέτρος, επειδή καθεμιά σας πιστεύει ότι σας βρίσκεται σ’ αυτήν;

Ο λόγος που αυτό επιτρέπεται είναι πολύ βαθύτερος απ’ ό,τι μπορεί να φανταστείτε με την πρώτη ματιά. Φυσικά δεν πρέπει τα πράγματα να είναι σας είναι. κι σας, πάλι, πρέπει να είναι έτσι, επειδή όλα τα υπόλοιπα είναι ακόμη έτσι! Ο Αβραάμ απέκτησε έναν καλό απόγονο πνευματικά, χωρίς σαρ­κική επαφή, παρόμοια συνελήφθη ο Ιωάννης, η Μαρία, σας παλιούς καιρούς δε συνέβαιναν συχνά τέτοιες συλλήψεις και έτσι συνελήφθησαν σας πολλοί προφήτες.

Αυτή είναι, βέβαια, η σωστή σύλληψη, συμβαίνει δε ακό­μη συχνά χωρίς να το ξέρουν οι γονείς. Μα ο τρόπος σας εί­ναι του Ουρανού και δεν κάνει για τον κόσμο, πρέπει ωστόσο να υφίσταται ώστε να υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής στη λύτρωση. Τότε, σας, τι άλλο απομένει από το ν’ αφεθεί στον κόσμο ο αισθησιακός τρόπος σύλληψης, πράγμα που έχει ως συνέπεια να εξακολουθήσει να υπάρχει, παράλληλα με την πλήρη λύτρωση, η παλιά αμαρτία, έτσι ώστε κάθε δέσμια φυ­σική ψυχή να μπορεί να βαδίσει ανεμπόδιστα, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, σας το βασίλειο του ελέους και σας ευ­σπλαχνίας; Συνεπώς, πρέπει να υπάρχουν και εξωτερικοί Πέτροι, σας οποίους μπορούν να προσανατολιστούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα παιδιά του κόσμου.

Σας στο πνεύμα είναι ευχάριστο μόνον ό,τι είναι σύμ­φωνο με τη φύση του, έτσι και στον κόσμο αρέσει μόνον ό,τι συμφωνεί με τη δική του φύση. Εδώ ταιριάζει η παροιμία που λέει: όμοιος ομοίω αεί πελάζει. Για τα δέντρα θα ήταν σας προτιμότερο να βγάζουν αμέσως ώριμα φρούτα, αντί να προηγείται η ανθοφορία και σας κατά κάποιον τρόπο τελετουργικές διαδικασίες, Σας δεν γίνεται διαφορετικά, αφού όλα εκείνα τα πλάσματα του μεγάλου κύκλου των δη­μιουργημάτων, που ακόμη βρίσκονται κάτω-κάτω, πρέπει στο τέλος να φθάσουν επάνω για ν’ αποκτήσουν εκεί την αιώνια ελευθερία!

Άρα πρέπει σας να επιτρέπεται παράλληλα με το μονα­δικό σωστό πνευματικό δρόμο, να αφεθούν στον κόσμο οι διά­φοροι παράδρομοί του, σας φορές μάλιστα και οι πιο φα­νερά λανθασμένοι δρόμοι, γιατί παρ’ όλ’ αυτά, μπορεί κανείς είτε εδώ είτε εκείνα φθάσει μέσω αυτών στο σωστό δρόμο. Ή μήπως θα μπορούσαν εκείνοι που για πρώτη φορά έρχονται από κάτω να βαφτιστούν αμέσως στη μοναδική αληθινή, εσω­τερική Εκκλησία του πνεύματος; Αυτό θα ήταν εξίσου αδύνα­το, σας το να δημιουργηθεί αμέσως ένα ώριμο φρούτο, χωρίς να προηγηθεί η ανθοφορία του δέντρου.

Φανταστείτε σας τη Μαρία ως τη σωστή Εκκλησία και τη Μάρθα ως την εκκλησία του κόσμου, που κάνει πολύ θό­ρυβο για τα καθαρά εγκόσμια πράγματα, ενώ η Μαρία ριγμέ­νη στα πόδια Μου αφουγκράζεται τη διδασκαλία Μου, που αυτή μόνη είναι το φως και η ζωή, και τη δέχεται μέσα στην καρδιά σας! Μα όταν ο αδελφός σας βρέθηκε στον τάφο, και οι δυο σας έκλαψαν το ίδιο, ήρθαν δε κι οι δυο σε Μένα για να τον αναστήσω, εκείνον που βρισκόταν νεκρός, δεμένος –στον τάφο- γεμάτος σαπίλα και βρώμα!!!

Σας, δεν θα πω άλλα γι’ αυτό. Πιστεύω ότι από όσα εί­πα μπορείτε πολύ εύκολα να καταλάβετε γιατί επιτρέπονται και εξωτερικές εκκλησίες εκτός από τη σωστή εκκλησία του Πέτρου μέσα στην καρδιά. Επομένως, θα ήταν εντελώς περιτ­σας να πω κι άλλα σχετικά. Γι’ αυτό, προσέξτε τα αυτά μέσα στην καρδιά σας αμήν.

                                                       ***

Ο Πόντιος Πιλάτος και το όνειρο της Τούλλια

28 Ιουνίου 1847

Αυτή είναι μία καλή ερώτηση, που αξίζει μια καλή απά­ντηση και θα την λάβει.

Ο Πόντιος Πιλάτος, ένας τέλειος Ρωμαίος, ήταν τοποτηρητής της Ιουδαίας υπό τον αυτοκράτορα Τιβέριο και είχε την έδρα του στην Ιερουσαλήμ.

Ο Ρωμαίος αυτός, όντας εχθρός του εξαιρετικά αλαζονικού ιουδαϊκού ιερατείου, αντιμετώπιζε με μυστική, βέβαια, παρ’ όλ’ αυτά όμως ιδιαίτερη ευαρέσκεια όλους τους ανθρώπους που έλεγαν στο κατ’ εξοχήν μισητό στον ίδιο ιερατείο, με κά­θε ευκαιρία, την αλήθεια καταπρόσωπο. Κι όταν κατόπιν το ιερατείο απευθυνόταν σ’ εκείνον για να βρει το δίκιο του, συ­νήθως πετύχαινε λίγα ή και τίποτα, αναγκαζόταν δε να φύγει ζημιωμένο, χωρίς να έχει επιτύχει ικανοποίηση στην υπόθεση του. Αυτό αποτελούσε σοβαρό μέρος της αιτίας της σχεδόν διαρκούς, γεμάτης έχθρα έντασης μεταξύ του Πιλάτου και του Ηρώδη. Γιατί το ανώτερο ιερατείο είχε πάντα καλές σχέσεις με τον Ηρώδη και γι’ αυτό ποτέ δεν παρέλειπε να κατηγορή­σει τον Πιλάτο στον Ηρώδη.

Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, όμως, το ανώτερο ιερατείο, έκα­νε συχνές διαβουλεύσεις για το πώς θα μπορούσε να Με συλ­λάβει και να Με παραδώσει μ’ επιτυχία στη ρωμαϊκή δικαιο­σύνη. Μα δεν κατάφερνε να βρει μια επαρκή αιτιολογία.

Μόνο μετά από τη γνωστή Μου είσοδο στην Ιερουσαλήμ, αφού κατόπιν έδιωξα τους εμπόρους από το Ναό και ανέστησα το Λάζαρο, ο δε λαός άρχισε να Μου φωνάζει «Ωσαννά», το ιερατείο έχασε την υπομονή του. Τότε, αποφάσισαν να Με συλλάβουν και να Με προσαγάγουν στον Πιλάτο ως επαναστά­τη εναντίον του κράτους. Αν Με καταδίκαζε, θα έμενε ανενό­χλητος. Αν όμως δεν Με καταδίκαζε, τότε το ιερατείο θα τον κατήγγελλε στον ίδιο τον αυτοκράτορα ως άνθρωπο ύποπτο, ενέργεια στην οποία ο Ηρώδης θα συνέδραμε με χαρά του!

Ο Πιλάτος άκουσε, βέβαια, για το σχέδιο αυτό, μα δεν ήξερε πώς να το προλάβει. Γι’ αυτό, αποφάσισε να περιμένει

την εξέλιξη των πραγμάτων. Όσο όμως σκεφτόταν ακόμη μό­νος του τίνα κάνει αν το ανώτερο ιερατείο του παίξει στ’ αλή­θεια αυτό το παιχνίδι με τον διαβόητο Ιησού, εμφανίστηκε κιό­λας to ιερατείο με τον κρατούμενο, ζητώντας άμεση δίκη! Ο Πιλάτος, σαν να έπεφτε απ’ τα σύννεφα, ρώτησε φυσικά με βροντερή φωνή: «Τι έκανε αυτός ο δίκαιος, που δεν του βρίσκω κανένα φταίξιμο;» Το ιερατείο, όμως, και η πληρωμένη ακο­λουθία του, φώναξαν δέκα φορές πιο δυνατά: «Αυτός παρασύ­ρει το λαό, τον ξεσηκώνει, προσβάλλει την αργία του Σαββάτου, βλασφημεί τον Θεό και ισχυρίζεται ότι είναι ο γιος του ζωντανού Θεού! Όλ’ αυτά επισύρουν την ποινή του θανάτου, σύμφωνα με τους νόμους μας που σέβεται η Ρώμη, αλλά και σύμφωνα με τους νόμους του αυτοκράτορα! Γι’ αυτό, δίκασε τον, διάταξε να σταυρωθεί, αλλιώς είσαι εχθρός του αυτοκρά­τορα!»

Αυτά τα λόγια, βέβαια, έκαναν τον Πιλάτο να διστάσει, και στ’ αλήθεια, δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε βιαστικά ότι, στη συγκεκριμένη, απρόβλεπτη περίπτωση, δεν μπορούσε πα­ρά να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και να υποχωρήσει εν ονό­ματι του ανεξερεύνητου πεπρωμένου, κάνοντας αυτό που του ζητούσε τώρα αυτή η κάστα των ιερέων, που του ήταν πιο μι­σητή απ’ οτιδήποτε άλλο!

Τότε, όμως, τον κάλεσε η γυναίκα του, η Τούλλια Ιννοσέντια, και του είπε μυστικά ότι είχε δει με τα μάτια της πως αυ­τός ο Ιησούς έφευγε αιωρούμενος πάνω στα σύννεφα, συνο­δευόμενος από μυριάδες θαυμαστών, παράξενων πνευμάτων που όλα τους βροντοφώναζαν: «Ζήτω ο μεγάλος μας Θεός! Ζήτω ο αιώνιος, παντοδύναμος νικητής του θανάτου και της κόλασης! Μα αλίμονο σε σένα, Ιερουσαλήμ! Αλίμονο σε σας που κατοικείτε εκεί1 μοίρα σας θα είναι ο αιώνιος θάνατος, η αιώνια εκμηδένιση, επειδή δεν αναγνωρίζετε τον Ιησού, παρά τον δικάζετε και τον σταυρώνετε! Αιώνια δόξα, τιμή και μα­καριότητα στον μόνο δίκαιο όλων των δικαίων!» Τότε, εκεί­νος ο Ιησούς κοίταξε προς τη Γη, και ξαφνικά πήρε φωτιά όλη η περιφέρεια της, όλα έγιναν μια πυρκαγιά, και κάθε τι που αναπνέει, αναλώθηκε μέσα στη φωτιά αυτή. Γι’ αυτό, καλέ μου Πιλάτε, μην ανακατευτείς στο θέμα αυτού του δικαίου, είπε η Τούλλια.

Αυτή η διήγηση έκανε τον Πιλάτο, που ως Ρωμαίος θεω­ρούσε τέτοια οράματα πολύ σημαντικά, να προβληματιστεί πολύ, κι αποφάσισε τελικά να μην κάνει πλέον τίποτα σχετι­κά με τον Ιησού, πέρα από το να τον στείλει στο δικαστήριο του Ηρώδη. Γιατί εκείνος είχε επίσης για τέτοιες αμφισβητού­μενες περιπτώσεις ένα Ius gladii, βάσει του οποίου δικαίου μπόρεσε να αποκεφαλίσει και τον Ιωάννη. Μα ο Ηρώδης κά­τι μυρίστηκε, ήξερε άλλωστε ότι όλος ο λαός ήταν εναντίον του εξαιτίας του Ιωάννη. Αν τώρα θανάτωνε και τον Χριστό, το πλήθος θα τον ξέσχιζε. Γι’ αυτό, έστειλε τον Ιησού, που πολλοί θεωρούσαν ότι είναι ο Χριστός, όμορφα-όμορφα πίσω στον Πιλάτο.

Τότε, ο Πιλάτος προσπάθησε με κάθε τρόπο να απελευθε­ρώσει τον Ιησού. Οι κόποι του όμως ήταν μάταιοι, μέχρι που στο τέλος έπλυνε καταγανακτισμένος τα χέρια του, λέγοντας: «Δεν θέλω να έχω καμία ευθύνη για το αίμα αυτού του, δικαίου! Εσείς έχετε δικό σας νόμο. Πάρτε τον και δικάστε τον!» Τότε το ανώτερο ιερατείο φώναξε: «Το αίμα του ας πέσει πάνω σε μας και τα παιδιά μας! Αλλά εμείς δεν κάνει να μολύνουμε τα χέρια μας με αίμα, γι’ αυτό. δώσε μας Ρωμαίους στρατιώτες!»

Ακούγοντας αυτά ο Πιλάτος, θυμήθηκε το παλιό έθιμο σύμφωνα με το οποίο έπρεπε κατά την εορτή του Πάσχα να απελευθερώνει έναν εγκληματία του ιουδαϊκού λαού. Έτσι, στράφηκε και πάλι στο πλήθος των εχθρών του Ιησού, λέγο­ντας ότι με τόσο σύντομη εξέταση δεν ήταν δυνατόν να δια­πιστώσει την ενοχή του Ιησού, επομένως ήταν αναγκαίο να τον ανακρίνει και να τον εξετάσει διεξοδικά, προκειμένου να βγάλει μια σωστή και δίκαια απόφαση. Συγχρόνως, όμως, υπήρχε έτσι κι αλλιώς το έθιμο να απελευθερώνεται ένας εγκληματίας για τη γιορτή. Τους καλούσε, λοιπόν, να διαλέ­ξουν ανάμεσα στον Ιησού, που η ενοχή του ακόμη δεν είχε αποδειχθεί, και στο Βαραββά, το διαβόητο ληστή και φονιά, ποιον ήθελαν από τους δύο. Εκείνοι όμως φώναξαν όλοι: «Τον Βαραββά!»

Μα ακριβώς αυτό ήθελε κατά βάθος και ο Πιλάτος, που ή­ξερε καλά ότι αυτό το εξαγριωμένο πλήθος των ιερέων δεν επρόκειτο να ζητήσει την απελευθέρωση του Ιησού. Πίστευε ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να ελευθερώσει τον Ιη­σού, γιατί αφού εκείνοι θα έπαιρναν απελευθερωμένο τον Βα­ραββά, ο Ιησούς θα έμπαινε στη θέση του στη φυλακή, κι έ­τσι θα μπορούσαν όλα να τακτοποιηθούν καθώς θα περνούσε ο καιρός. Γιατί αρχικά θα έκλεινε έτσι το στόμα των ιερέων, ενώ κατόπιν θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση τους στη ρωμαϊκή αυλή, που δύσκολα θα μπο­ρούσαν να τα υπερπηδήσουν.

Το σκεπτικό και η πρόθεση του ήταν καλά. Όμως, όταν όλος ο συρφετός, μετά την απελευθέρωση του Βαραββά, επέ­μενε ακόμη περισσότερο στη σταύρωση και δεν ήθελε ν’ ακού­σει κουβέντα για φυλάκιση του Ιησού, αποκαλώντας τον Πι­λάτο δειλό, τότε εκείνος αγανάκτησε πάρα πολύ και είπε: «Ορί­στε, ελεεινοί, πάρτε τον εγκληματία σας, που είναι πιο δίκαιος από σας, ορίστε και οι δήμιοι! Φύγετε, κάντε Τον ό,τι θέλετε! Η μαρτυρία μου για Εκείνον και για σας θ’ ακολουθήσει από τα ίδια μου τα χέρια!»

Με τα λόγια αυτά απομακρύνθηκε, αφήνοντας τους τον Ιησού, Τότε, το ιερατείο έβαλε τους δήμιους να Τον συλλά­βουν και να Τον σταυρώσουν, όπως είναι γνωστό.

Γνωστό είναι επίσης τι έκανε στη συνέχεια ο Πιλάτος, κα­θώς και το ότι έκανε όλα όσα του ζήτησαν οι φίλοι του Ιησού. Αναμφίβολα, όμως, λίγοι άνθρωποι στον κόσμο γνωρίζουν πως ο Πιλάτος και η γυναίκα του έγιναν αργότερα κρυφά οι ίδιοι Χριστιανοί, και μάλιστα ο ίδιος ο Πιλάτος συνέβαλε εξαιρετι­κά, με την ακριβέστατη περιγραφή του πολύ ύποπτου ιουδαϊ­κού ιερατείου, στο ότι σε διάστημα περίπου τριάντα χρόνων η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους Ρω­μαίους και οι Ιουδαίοι διασκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κό­σμο.

Όλα αυτά σας γίνονται γνωστά για να μη συνεχίσετε να κατηγορείτε, όπως κάνουν χιλιάδες και εκατομμύρια, τον κα­ημένο τον Πιλάτο, μολονότι θα έπρεπε να ξέρετε καλά ότι αυτά τα πράγματα θα συνέβαιναν αναγκαστικά σύμφωνα με την προαιώνια απόφαση Μου, όπως άλλωστε είχα πει ξεκάθαρα και στους δύο νέους που πήγαιναν προς τους Εμμαούς, για να τους δείξω τι ήθελε ο Θεός και ότι έπρεπε γι’ αυτόν το λόγο να περιορίσουν το άμετρο μίσος τους κατά των ιερέων.

Εσείς δεν μισείτε, βέβαια, τον Πιλάτο, παρ’ όλ’ αυτά όμως σας φαίνεται σαν ένας μάλλον καταραμένος άνθρωπος, αφού θα μπορούσε εύκολα να Με έχει σώσει, αν το είχε προσπαθήσει πιο σοβαρά. Όμως, δεν αναλογίζεστε ότι ο Θεός δεν έχει καθό­λου ανάγκη να τον σώσουν οι φτωχοί, αδύναμοι άνθρωποι από κάποιον κίνδυνο! Ή μήπως πιστεύετε στα σοβαρά ότι ο Πιλά­τος θα είχε κατορθώσει κάτι τέτοιο, δηλαδή να σώσει Εκείνον που διατάσσει τη θάλασσα και τους ανέμους και που είναι ο μοναδικός σωτήρας όλων των ανθρώπων και των πνευμάτων;

Βλέπετε, κι αυτό και πολλά άλλα είναι ακόμη σε σας αναμ­φισβήτητα πολύ αδύναμα δείγματα και αρκετά βαβυλωνιακά! Άλλωστε, η Γραφή έπρεπε να εκπληρωθεί, κι έτσι πάνω στο Σταυρό συγχωρήθηκαν όλοι εκείνοι που δεν ήξεραν τι έκαναν. Αφού έτσι είναι, αφήστε μελλοντικά τον καημένο τον Πιλάτο λίγο πιο ήσυχο απ’ ό,τι μέχρι τώρα- αμήν. Αυτά σας τα λέω, ώστε να μην καταδικάζετε από δω και πέρα τον Πιλάτο” αμήν, ,αμήν, αμήν.

 

                                                        * * *

Παρομοιώσεις για τη γνώση του Θεού και την αυτογνωσία

 13 Ιουλίου 1847

Κανείς δεν φτάνει τόσο μακριά, που να μην μπορεί να φτά­σει μακρύτερα, κανείς δεν είναι τόσο τέλειος, που να μην μπο­ρεί να γίνει τελειότερος και κανείς δεν είναι τόσο ευτυχισμέ­νος, που να μην μπορεί να γίνει ακόμη πιο ευτυχισμένος. Μα επίσης, κανένας απ’ όσους πέφτουν δεν πέφτει τόσο βαθιά, που να μην μπορεί να πέσει βαθύτερα, γιατί τόσο ο φυσικός, όσο και ο πνευματικός χώρος είναι άπειρος-, κι η θάλασσα της αιωνιότητας αιώνια δεν έχει πουθενά βυθό. Όποιος πέφτει μέ­σα της, μπορεί να βυθίζεται αιώνια όλο και βαθύτερα. Όποιος όμως ανέρχεται, και πάλι δεν μπορεί αιώνια να φθάσει στην επιφάνεια, αλλά όσο περισσότερο ανέρχεται, θα απολαμβάνει αιώνια διαρκώς μεγαλύτερη και περισσότερη από την άπειρη ευδαιμονία.

Γι’ αυτό, το βασίλειο του Θεού είναι όπως ο σπόρος που φυτεύεται στο έδαφος, ύστερα φυτρώνει και μόλις βλαστήσει, αποδίδει κιόλας εκατονταπλάσιους καρπούς. Όταν πάλι αυτοί βρεθούν στο χώμα, οι εκατό σπόροι που προέκυψαν από τον πρώτο θα δώσουν δέκα χιλιάδες σπόρους, την τρίτη φορά ένα εκατομμύριο, την τέταρτη εκατό εκατομμύρια κ.ο.κ. μέχρι το άπειρο, σ’ αυτόν δε τον πολλαπλασιασμό δεν έχει τεθεί τέρμα. Έτσι συμβαίνει και με την πνευματική τελειοποίηση στην αιώνια ζωή, όπου κανένα πνεύμα δεν θα φθάσει σε βαθμίδα τέτοια, ώστε να μπορεί να πει: Τώρα τα έχω όλα! Βέβαια, το κάθε μακάριο πνεύμα θα έχει πάντα όλα όσα μπορεί να έχει, τέλεια, παρ’ όλ’ αυτά όμως θα νιώθει αιώνια και μία έλλειψη, την οποία ποτέ δεν θα μπορεί να καλύψει πλήρως. Κάθε τέ­λειο πνεύμα θα είναι όμοιο με Μένα, όπως ο ένας αδελφός μοιάζει με τον άλλον, αλλά παρ’ όλ’ αυτά δεν θα φθάνει ποτέ τη δική Μου πληρότητα.

Βέβαια, μπορεί να φθάσει τον Υιό, αφού αναφέρεται ότι: «Θα κάνετε ακόμη μεγαλύτερα από Μένα!» Επίσης, μπορεί να φθάσει και τον Πατέρα, γιατί είναι γραμμένο ότι: «Πρέπει να είσαστε τέλειοι, όπως είναι τέλειος ο Πατέρας σας στον Ου­ρανό.» Όμως ο Πατέρας και ο Υιός, ως απόλυτα Ένα Ον, έχουν μέσα Τους το άγιο Πνεύμα, που είναι Άγιος, Άγιος, Άγιος ο Θεός, και που είναι η ουσιαστική θεία Ζωή, τόσο μέσα στον Πατέρα όσο και μέσα στον Υιό, οι οποίοι είναι απόλυτα Ένα, και που είναι η ζωή κάθε ζωής, το φως κάθε φωτός, η δύναμη κάθε δύναμης, η ισχύς κάθε ισχύος, η αγάπη κάθε αγάπης, η σοφία κάθε σοφίας, το βάθος κάθε βάθους, το μεγαλείο κάθε μεγαλείου, η αιωνιότητα κάθε αιωνιότητας και το άπειρο κάθε απείρου μέσα σε όλα τα πράγματα και όντα της απεραντοσύνης.

Γι’ αυτό άλλωστε συμβαίνει να συγχωρείται όποιος επι­διώκει να φθάσει τον Υιό, καθώς και όποιος επιδιώκει να φθά­σει τον Πατέρα, ενώ όποιος επιδιώκει να φθάσει το Πνεύμα, δεν συγχωρείται ούτε εφήμερα ούτε αιώνια. Γιατί τον Πατέρα και τον Υιό μπορεί κανείς να τους επιδιώξει, ποτέ όμως το άπειρο Πνεύμα του Πατέρα και του Υιού, οι οποίοι είναι Ένα, όπως επίσης ένας άνθρωπος και η αγάπη ή η καρδιά του είναι απόλυτα Ένα και μπορούν να γίνουν Ένα με τον Πατέρα και τον Υιό, αν αυτοί έχουν αφομοιωθεί στην αγάπη της καρδιάς. Το Πνεύμα όμως είναι σε όλα άπειρο, συνεπώς είναι αιώνια άφθαστο και δεν μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο επιδίωξης!

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος έπεφτε από μια στέγη κι έμε­νε ξαπλωμένος στο έδαφος- αν δεν είχε πέσει πολύ απότομα, θα μπορούσε να θεραπευτεί. Παρόμοια και κάποιος που πέ­φτει στο νερό μπορεί ακόμη να σωθεί, αν γίνει αντιληπτή η πτώση του. Ποιος όμως θα μπορούσε, άραγε, να σώσει κά­ποιον που έπεσε από τη Γη στο άπειρο; Ή πάλι αν έπεφτε κά­ποιος σε μια πύρινη θάλασσα, ποιος θα τον προστάτευε από το να καεί ολόκληρος;

Γι’ αυτό, να προσεύχεστε και ν’ αγρυπνείτε, ώστε να μην υποπέσετε σε πειρασμό. Γιατί είναι απέραντα τρομακτικό να καταλήξει κανείς στα χέρια του Πνεύματος του Θεού εξαιτίας της έπαρσης, της υπερηφάνειας και της υπεροψίας! Όποιος πέ­σει εκεί, πέφτει αιώνια. Μα όποιος ανεβαίνει, αυτός θα ανε­βαίνει επίσης αιώνια, από φως σε φως αμήν.

 

 

 Η Μεταμόρφωση του Χριστού

22 Ιουλίου 1847

Η Μεταμόρφωση Μου στο όρος Θαβώρ διαβάζεται από πολλούς σαν κάτι ευχάριστο, γίνεται όμως από ελάχιστους κα­τανοητή, ενώ τρομακτικά πολλοί είναι εκείνοι που δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι κρύβεται πίσω απ’ αυτήν!

Αλλά η αιτία αυτής της έλλειψης κατανόησης έγκειται όπως πάντα μόνο στον κόσμο και την κατακερματισμένη θεωρία περί τριαδικότητας. Γιατί όποιος δεν πιστεύει ολοκλη­ρωτικά στον μοναδικό Υιό που είναι απόλυτα Ένα με τον Πα­τέρα, ο οποίος είναι μέσα Του όπως κι Εκείνος είναι μέσα στον Πατέρα, όπως το πνεύμα είναι μέσα στον άνθρωπο κι ο άν­θρωπος μέσα στο πνεύμα που τον διαπερνά ολόκληρο και ου­σιαστικά είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, αυτός μοιάζει με θολό νε­ρό, που καμιά ακτίνα φωτός δεν μπορεί να το διαπεράσει και να φωτίσει τα βάθη του.

Όμως η Μεταμόρφωση κρύβει μέσα της ένα πολύ μυστικό φως ή ένα πολύ καλά συγκαλυμμένο πνευματικό νόημα, γι’ αυτό και είναι λίγοι οι γνώστες της Γραφής τόσο αυτής, όσο και όλων των παλιότερων εποχών που την καταλαβαίνουν σωστά.

Για να μη μοιάζετε, όμως, με τα θολά νερά του κόσμου που μόνο η επιφάνεια τους μπορεί να φωτιστεί, η οποία γυαλίζει σαν χρυσωμένος τάφος, ενώ δεν κρύβει μέσα της παρά τη νύ­χτα και το θάνατο, θα σας δώσω στα γρήγορα ένα μικρό φως για τη Μεταμόρφωση στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, που θα σας βοηθήσει να δείτε καθαρά τι κρύβεται πίσω απ’ αυτήν. Ακούστε λοιπόν:

Το όρος Θαβώρ παριστά την υψηλότερη και συνάμα τη βα­θύτερη γνώση του θεού εν πνεύματι και εν αληθεία. Στο όρος αυτό της ύψιστης γνώσης οδηγώ μονάχα Εγώ μόνο τους αγα­πημένους Μου! Τέτοιοι ήταν, καθ’ ολοκληρίαν, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης- αλλά αυτοί οι τρεις είναι επίσης ένα πρότυπο του πώς θα έπρεπε να είναι ο κάθε άνθρωπος μέσα στην αληθινή θεία τάξη.

Ο Πέτρος είναι ο εξωτερικός άνθρωπος, που όμως κατευ­θύνει όλη του την ύπαρξη προς το εσωτερικό μέσα από διά­φορες δοκιμασίες. Ο Ιάκωβος παριστά την ψυχή του ανθρώ­που, η οποία είναι καθαρή και συμμορφώνεται στα πάντα με τις επιταγές του Κυρίου, πρέπει όμως παρ’ όλ’ αυτά να περά­σει μαζί με τον εξωτερικό άνθρωπο πολλές δοκιμασίες, για να κατακτήσει απόλυτα τον εξωτερικό άνθρωπο και να γίνει, ενω­μένη μαζί του μέσα στο πνεύμα, αθάνατη. Ο Ιωάννης τέλος παριστά το πνεύμα του ανθρώπου, που είναι απόλυτα Ένα με Μένα, δηλαδή την αγάπη Μου. Για το μαθητή αυτόν είχα πει Εγώ ο ίδιος στον Πέτρο, που είχε θυμώσει λίγο επειδή εκεί­νος Με ακολουθούσε όπως ο ίδιος: Τι, σε νοιάζει αν πω: Ας ζή­σει; Πράγμα που σημαίνει: Μόνο το πνεύμα ζει, κι όποιος δεν αφήνει το πνεύμα του να τον ακολουθήσει, να τον κυριεύσει και να τον διαποτίσει δεν θα έχει ζωή. Γιατί το πνεύμα είναι το μόνο για το οποίο λέω ότι θα ζει αιώνια!

Από όλ’ αυτά προκύπτει όμως ότι, όπως οδήγησα αυτούς τους τρεις πάνω στο όρος, μπορώ αντίστοιχα να οδηγήσω στο όρος της αληθινής, ζωντανής γνώσης κάθε άνθρωπο που σέβε­ται ως τριαδικό ον την προδιαγεγραμμένη τάξη Μου. Εκεί, αυ­τός θα αναφωνήσει επίσης με όλη του την ύπαρξη: Κύριε, εδώ είναι καλά να μένει κανείς! Δώσε μου εδώ μια αιώνια κατοι­κία, που ν’ αποτελείται από τις τρεις καλύβες της αγάπης, της σοφίας και της ισχύος που πηγάζει από τις δυο πρώτες!

Όμως αυτή η γνώση δεν είναι ακόμη αρκετή, όσο οι τρεις καλύβες και Εγώ, ο Μωυσής και ο Ηλίας δεν έχουν απόλυτα ενωθεί μέσα στον άνθρωπο ή όσο η αγάπη, η σοφία και η ισχύς δεν έχουν προσληφθεί σε μία κι όχι σε τρεις καλύβες. Μα γι1 αυτό ακούγεται αμέσως από ένα σύννεφο, που είναι το σύμβολο της ανώτατης ουράνιας γνώσης: «Αυτός μόνο είναι ο αγαπημένος Μου Υιός, μόνο Αυτόν πρέπει να ακούτε», πράγ­μα που σημαίνει: Αυτός μόνο είναι ο ενωμένος Θεός. Δεν πρέ­πει να κατοικείτε σε τρεις, παρά μόνο σ’ Αυτόν, αν θέλετε να έχετε αιώνια ζωή!

Μόνο μετά απ’ αυτό ή μετά από αυτή την εντονότατη επέμ­βαση της θείας δύναμης αφυπνίζονται αυτοί οι τρεις και δεν βλέπουν πια μέσα στη μεγάλη διαύγεια ούτε το Μωυσή ούτε τον Ηλία, ούτε ακούν πια καμία άλλη φωνή εκτός από Μένα και το Λόγο Μου! Αυτό όμως τους απαγορεύει να πουν ο,τιδήποτε στον κόσμο για τη γνώση αυτήν, πριν τελειώσουν όλα, πράγ­μα που σημαίνει με το στενότερο του νόημα: μέχρι ν’ αναστη­θώ στην καρδιά του κάθε ανθρώπου με όλη την εξουσία και τη δύναμη της αγάπης, μετά από πολλές δοκιμασίες της ψυ­χής του. Και με το ευρύτερο του νόημα: Ο άνθρωπος δεν μπο­ρεί να οδηγηθεί στο όρος της βαθύτερης και ανώτερης γνώσης του Θεού και της αιώνιας ζωής, πριν σταυρωθεί και θα­νατωθεί ο κόσμος μέσα στον άνθρωπο κι αναστηθεί μέσα του to πνεύμα, έτσι ώστε να δημιουργηθεί απ’ αυτόν ένα νέο πλά­σμα μέσα στην τάξη που δείχνουν ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης.

Αυτή είναι η ιερή σημασία της Μεταμόρφωσης μου στο όρος Θαβώρ, που μέχρι τώρα πάντα θεωρείτο μυστηριώδης. Υπάρχει, βέβαια, και μία πολύ ευρύτερη σημασία, όπου υπο­δηλώνονται με τον Μωυσή, τον Ηλία και κυρίως με Μένα και με τη φωνή από τα σύννεφα, όπως και με τους τρεις μαθητές, κύριες περίοδοι καθοδήγησης και αγωγής της ανθρωπότητας. Μόνο που η γνώση δεν χαρίζει σε κανέναν την αιώνια ζωή, ακόμη δε λιγότερο οι συνδεδεμένες μ’ αυτήν άπειρες έννοιες του χρόνου, του χώρου, της αιωνιότητας, της απεραντοσύνης, του φωτός, του πνεύματος και της ύπαρξης.

Να ζητάτε λοιπόν πρώτα απ’ όλα Εμένα, το βασίλειο Μου και τη δικαιοσύνη Μου, η οποία είναι η αγάπη, και τότε θα σας δοθούν όλα τ’ άλλα επιπρόσθετα από μόνα τους. Μα αν επιζητείτε μόνο τη σοφία και τη δύναμη της, θα πάθετε ό,τι έπαθε εκείνος που έθαψε το τάλαντο του, ύστερα δε του αφαι­ρέθηκε κι αυτό που είχε και πήρε μερτικό του το σκοτάδι. Γι’ αυτό, προσέξτε τα αυτά πολύ καλά, αν θέλετε να συμμετέχετε στη Μεταμόρφωση. αμήν.

                                                      * * *

Η αγάπη είναι ο αληθινός οφθαλμός σου, όπως είναι αιώ­νια ο μοναδικός αληθινός οφθαλμός μέσα σε Μένα. Μόνο με αυτόν τον οφθαλμό θα έχεις τη δυνατότητα να κοιτάξεις Εμέ­να, τον Θεό και Δημιουργό σου έτσι, όπως ο ένας αδελφός κοι­τάζει τον άλλον. Για κάθε άλλο μάτι, είμαι μ’ αυτή Μου τη φύ­ση αιώνια αόρατος. Πέρα απ’ αυτό, η αγάπη είναι το δεξί χέ­ρι της ύπαρξης σου, με το οποίο μπορείς να Μ’ αγκαλιάσεις σαν τον αδελφό σου. Ακόμη, η αγάπη είναι το δεξί σου αυτί, που μόνον αυτό κερδίζει, την πατρική φωνή Μου. Κανένα άλ­λο αυτί δεν θα την ακούσει αιώνια.

«Πνευματικός Ήλιος»

 

 Εισαγωγή στις επιθανάτιες σκηνές

 27 Ιουλίου1847

Με την επόμενη μετάδοση αρχίζουν οι «Επιθανάτιες Σκηνές» (Σκηνές πνευμάτων), που περιγράφουν το πέρασμα εκείνων που πεθαίνουν, στον πνευματικό κόσμο. Από τις έντεκα σκηνές πνευμάτων ή θανάτου, εννέα έχουν περιληφθεί στο μικρό έργο «Πέρα από το κατώφλι – επιθανάτιες σκηνές». Οι εκτεταμένες αποκαλύψεις για τον «Επίσκοπο Μάρτιν» και τον «Ρόμπερτ Μπλουμ» δημοσιεύθηκαν σε ιδιαίτερους τόμους.

Ο Α. Η. W. θέλει να μάθει πώς διαμορφώνεται το πέρασμα από την υλική στην πνευματική ζωή ή, όπως αποκαλείται, στη ζωή στον άλλο κόσμο, ιδιαίτερα για τους μεγάλους του κόσμου.

Η περιγραφή αυτής της μετάβασης είναι πολύ εύκολη και εντελώς φυσική. Κοίτα: τι διαφορά έχει το νερό, ανάλογα με το αν πέφτει μέσα του ένας μεγάλος ή ένας φτωχός κι ασήμαντος άνθρωπος; Κι οι δύο πνίγονται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο! Ή ποια διαφορά υπάρχει στη φωτιά; Άκου: αναλώνει εξίσου τον αυτοκράτορα και το ζητιάνο!

Αν έπεφταν την ίδια ώρα από έναν πύργο ένας ζητιάνος κι ένας υπουργός ή ένας αυτοκράτορας, όλοι τους θα έβρισκαν το θάνατο από την απότομη πτώση.

Ποια διάκριση κάνει άραγε ο τάφος ανάμεσα σε μεγάλο και μικρό, σε φτωχό και πλούσιο, σε όμορφο και άσχημο ή νέο και γέρο; Καμία! Όλοι αποσυντίθενται, γίνονται βορά των σκουληκιών και τέλος τιποτένια σκόνη.

Ό,τι όμως συμβαίνει με το σώμα στο βασίλειο των λεγόμενων φυσικών δυνάμεων, το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή στο βασίλειο των πνευμάτων. Το αν ήταν στον κόσμο ζητιάνοι ή αυτοκράτορες, είναι εντελώς αδιάφορο στο βασίλειο των πνευμάτων. Εκεί δεν γίνεται διάκριση για κανέναν, ώστε να μη θρέφεται η έπαρση κανενός και να μην τυφλώνεται πια ο μεγάλος από το μεγαλείο του κι ο φτωχός από την απαίτησή του να εισέλθει στο ουράνιο βασίλειο επειδή υπέφερε πολύ στον κόσμο, ούτε ο ευσεβής από το ότι «κέρδισε το βασίλειο των ουρανών». Όπως, όμως, έχω συχνά πει, εννοείται ότι στον άλλο κόσμο το μόνο που ισχύει είναι η καθαρή αγάπη!

Όλα τ’ άλλα είναι σαν τις πέτρες τις ριγμένες στη θάλασ6α, όπου το διαμάντι βυθίζεται στον αιώνιο, βρωμερό βούρκο όπως και η πιο κοινή πέτρα. Αυτές καθαυτές παραμένουν, βέβαια, αυτό που είναι κι αυτό που ήταν έξω από τη θάλασσα. όμως κι οι δύο έχουν την ίδια μοίρα, το πολύ-πολύ με τη διαφορά ότι η κοινή πέτρα διαλύεται πιο γρήγορα από το διαμάντι.

Το ίδιο συμβαίνει στον άλλο κόσμο με τους αριστοκράτες και τους πληβείους αυτού του κόσμου. Αυτοί αναμφισβήτητα θα φαντάζονται για πολύν καιρό μέσα στο βούρκο της θάλασσας της ανελέητης αιωνιότητας ότι εξακολουθούν να είναι αυτό που ήταν στον κόσμο. Ο αυτοκράτορας θα νομίζει εκεί ότι είναι ακόμη αυτοκράτορας κι ο ζητιάνος -έχοντας την αξίωση της ανταπόδοσης- ότι είναι ζητιάνος. Άσχετα μ’ αυτό, όμως, θα μοιράζονται στη μεγάλη πραγματικότητα κι οι δυο την ίδια τύχη μέσα στο βούρκο της θάλασσας της αιωνιότητας. Μόνο που προφανώς ο ζητιάνος θα έφθανε νωρίτερα σε ζύμωση από τον αυτοκράτορα ή κάποιον άλλο μεγάλο του κόσμου, και συνεπώς θα τον γέμιζαν πρωτύτερα οι αληθινές, εσωτερικές φυσαλίδες της ταπεινότητας, που κατόπιν θα τον τραβήξουν από το βούρκο, μεταφέροντάς τον επάνω, στο αιώνιο φως και στην αιώνια ζωή.

Σύμφωνα μ’ αυτό το πρότυπο ή μ’ αυτόν τον πρωταρχικό κανόνα, μπορείτε να κρίνετε με ακρίβεια το πέρασμα κάθε ανθρώπου. Γι’ αυτό, τηρήστε την αγάπη, ώστε τότε να μη μοιραστείτε την κοινή τύχη. Αμήν. Αμήν. Αμήν.

 

 Ο Λόγος Μου και η ζωντανή πίστη είναι το καλύτερο μέσο τελειοποίησης

3 Σεπτεμβρίου 1848 Για την Ελίζε Χ

 Γράφε. ξέρω για τι πρόκειται. Πρόκειται πάλι για παρηγο­ριά ή για συνταγή για κάποιο φάρμακο. Σου λέω, όπως σου έχω ξαναπεί πολλές φορές, πως δεν σε διάλεξα για γιατρό της σάρκας, αλλά σε επέλεξα για να καταγράψεις την αποκάλυψη του Λόγου Μου, τον οποίο δεν δίνω στη σάρκα αλλά στο πνεύ­μα. Αλλά παρ’ όλ’ αυτά, διαρκώς έρχεσαι σε Μένα για θέμα­τα της σάρκας. Ακόμα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το δρόμο της σάρκας από το δρόμο του πνεύματος;

Δεν πρέπει, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος να σταυρώσει τη σάρκα του για να αποκτήσει ζωντανό πνεύμα;

Το ίδιο συμβαίνει με τη γυναίκα του Α.Χ.Β. Γι’ αυτό, δεν Μου είναι ευχάριστο που έρχεσαι ενάντια στην τάξη Μου και Μου ζητάς πράγματα που ποτέ δεν τα κάνω με ευχαρίστηση, κι αυτό γιατί δεν σε επέλεξα για να γίνεις, όπως το λένε, ένας θαυματουργός γιατρός, παρά μονάχα για να καταγράφεις το ζωντανό Μου Λόγο. Σου δίνω, βέβαια, και σου έχω δώσει επίσης παλιότερα, ιατρικές συμβουλές, όταν Μου το ζητάς, αλ­λά αυτό δεν πρέπει να γίνει κανόνας.

Ασφαλώς δίνω ευχαρίστως στον καθένα ό,τι Μου ζητάει με πίστη κι εμπιστοσύνη, δίνω όμως με πολύ μεγαλύτερη χα­ρά ό,τι φέρνει τη σωτηρία του πνεύματος απ’ ό,τι φέρνει την ίαση της σάρκας.

Όποιος διαβάζει το Λόγο Μου και ζει σύμφωνα μ’ αυτόν, έχει δε ισχυρή, σταθερή θέληση, θα βοηθηθεί μέσω της πίστης του από το Λόγο, όπως πολύ συχνά φαίνεται στα Ευαγγέλια. Αν όμως λείπει η σωστή, ζωντανή πίστη, τότε μικρή μόνο επί­δραση θα έχει το «Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει»!

Επομένως, ο Λόγος Μου και η ζωντανή πίστη είναι πάντα επίσης το καλύτερο φάρμακο για το σώμα, και κανένα φαρ­μακείο δεν διαθέτει καλύτερο. Μα αυτό το αγνό φάρμακο δεν είναι αρκετό για την αδύνατη πίστη και τη φοβισμένη εμπιστοσύνη σας. Ούτε και μπορεί να είναι αρκετό, γιατί είσαστε ακόμη προσκολλημένοι με μεγάλο φόβο στη ζωή της σάρκας, αποθαρρύνεστε και η πίστη σας εξασθενεί πιο γρήγορα απ’ ό,τι πρέπει, αν πάθετε κάτι σωματικό. Γι’ αυτό, ζητάτε μαζί με το Λόγο Μου και κάποιο φάρμακο, δηλαδή είτε τη λάσπη εί­τε το νερό της λίμνης Σιλοάμ. Χωρίς αυτά δεν μπορεί κανείς να σας βοηθήσει.

Εκεί ακριβώς είναι, όμως, το πρόβλημα. Γιατί αν επιτρέ­ψω να θεραπευθούν οι αρρώστιες σας με φάρμακα, αυτό εξα­σθενεί την πίστη σας στο Λόγο Μου. Αν όμως σας βοηθούσα μόνο με το Λόγο, παρά την αδυναμία της πίστης και της εμπιστοσύνης σας, τότε θα ήσασταν καταδικασμένοι και δέσμιοι, και μάλιστα πνευματικά, απ’ αυτή δε τη φυλακή θα μπορού­σε να σας απελευθερώσει μόνο ένας τεράστιος σταυρός. Έτσι έγινε και με τους πρώτους Χριστιανούς, που τις περισσότερες φορές είχαν δεχθεί το Λόγο Μου εξαναγκασμένοι από κάποιο θαύμα, ύστερα όμως μπορούσαν ν’ απαλλαγούν από την κα­ταδίκη τους μόνο μέσα από μια ισχυρή δοκιμασία. Αναρωτη­θείτε λοιπόν οι ίδιοι τι πρέπει να κάνω τώρα για να σας βοηθή­σω.

Κάθε φάρμακο είναι λιγότερο δυνατό από το Λόγο Μου.

Μα ο Λόγος Μου δεν μπορεί και δεν πρέπει σε τέτοιες περι­πτώσεις να δράσει μόνος του, γιατί η πίστη σας είναι ακόμη πολύ αδύναμη, πράγμα που μπορείτε πολύ εύκολα να καταλά­βετε βλέποντας πόσο μεγάλη είναι η αγάπη σας για την επί­γεια ζωή. Γιατί εκείνος που έχει ζωντανή πίστη, ποθεί όπως ο Παύλος την λύτρωση. εσείς όμως απέχετε ακόμη πολύ απ’ αυ­τό, αφού αγαπάτε ακόμη υπερβολικά κάποια από τα πράγμα­τα αυτού του κόσμου. Συνεπώς πρέπει, για χάρη της σωτηρίας σας, να δράσουν εδώ μαζί με το Λόγο Μου και φάρμακα, πράγ­μα που φυσικά καθυστερεί την ίαση, ειδικά αν η εμπιστοσύ­νη σας είναι περισσότερο ή λιγότερο αναμιγμένη με φόβο.

Όμως έδειξα προηγουμένως ποια είναι η δράση των φαρ­μάκων και των γιατρών. Αν δεν έχετε μεγάλη εμπιστοσύνη σ’ ένα φάρμακο ή σ’ ένα γιατρό, τότε αλλάξτε τα. Γιατί σας λέ­ω γι’ άλλη μια φορά: Ουσιαστικά, το φάρμακο ή ο γιατρός μόνα τους δεν βοηθούν, αλλά κυρίως βοηθάει η σταθερή εμπι­στοσύνη. Μάλιστα ο γιατρός και το φάρμακο είναι συνήθως αδιάφορα, δρουν δε και τα δύο μόνον όταν η ήρεμη, σταθερή και γεμάτη εμπιστοσύνη ψυχή, αφιερώνοντας τον απαραίτητο χρόνο, μπαίνει στον κόπο ή μπορεί να μπει στον κόπο να χρησιμοποιήσει τα ειδικά στοιχεία που περιέχει το φάρμακο εκεί, όπου αυτά είναι σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν. Σε μια ψυχή περισσότερο ή λιγότερο φοβισμένη, που αυτό δεν συμβαίνει, όχι μόνο τα καλύτερα φάρμακα δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, αλλά συχνά επιφέρουν αντίθετα αποτελέσματα, γιατί δεν εί­ναι σπάνιο να οδηγηθούν από την ταραγμένη και δύσπιστη ψυ­χή σε σημεία εντελώς διαφορετικά από εκείνα για τα οποία προορίζονται.

Προφανώς, τα φάρμακα έχουν, εξαιτίας των ειδικών συ­στατικών τους, πάντα μία δράση πάνω στη σάρκα. Αν κάπου στο σώμα λείπουν ορισμένα τέτοια συστατικά, τότε μπορούν ασφαλώς να υποκατασταθούν από ένα καλό φάρμακο και να κάνουν έτσι υγιή την άρρωστη σάρκα, αν η ψυχή τα χρησιμο­ποιήσει στο σημείο εκείνο. Αν όμως μεταφερθούν κάπου αλ­λού από μια συγχυσμένη από το άγχος ψυχή ή, κάποτε, αφε­θoύν στην τύχη, τότε φθάνουν όπου τα οδηγήσει το χωρίς αίσθηση αίμα ή τα ακόμη περισσότερο χωρίς αίσθηση γαστρικά υγρά -τότε μπορεί κανείς εύκολα να μαντέψει ποια θα είναι η έκβαση της θεραπείας της σάρκας.

Σας λέω ότι τότε η θεραπεία της σάρκας μοιάζει με την κα­τασκευή ενός σπιτιού ελαττωματικού, όπου οι ένοικοι, επειδή φοβούνται πάρα πολύ μήπως σκοτωθούν αν το σπίτι γκρεμι­στεί, αντί να κοιτάξουν ποιες είναι οι ζημιές στο σπίτι και πώς μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν, κρύβονται σε μια γωνιά, όπου πιστεύουν ότι είναι ασφαλείς, ή πάλι καμιά φορά ψάχνουν με μεγάλη βιασύνη για εκείνο το άνοιγμα που θα τους οδηγήσει πιο γρήγορα έξω από το σπίτι.

Αν κάτι τέτοιο συμβεί σε μια ψυχή, τότε βέβαια θα μπο­ρούσαν να έρθουν όλοι οι γιατροί του κόσμου, αλλά δεν θα κατάφερναν, παρ’ όλες τους τις προσπάθειες, να θεραπεύσουν το άρρωστο σώμα, ακριβώς επειδή δεν συνεργάζεται η ψυχή.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι θεραπείες μετά από ύπνωση πρέπει να προτιμώνται από όλες τις άλλες, γιατί μ’ αυ­τές η ψυχή φθάνει σ’ εκείνη την καλή κατάσταση ηρεμίας που της επιτρέπει να εξετάσει καλύτερα τη σάρκινη κατοικία της, για να δει πού υπάρχει πρόβλημα και πώς μπορεί να το βοη­θήσει. Αν τότε παρασχεθεί στο σώμα εκείνο το μέσο θεραπεί­ας που η ήρεμη ψυχή υπέδειξε ως κατάλληλο καθώς το σώμα κοιμόταν, τότε η ψυχή αναγνωρίζει το μέσο αυτό και το χρησιμοποιεί συνήθως όπως πρέπει. Τις περισσότερες φορές, η υγεία στο σώμα τότε αποκαθίσταται μ’ επιτυχία, πολλές φορές μάλιστα με θεραπευτικά μέσα τέτοια, που όποιος γιατρός άκουγε το όνομά τους θα ένιωθε τεράστια έκπληξη!

Παρ’ όλ’ αυτά, βέβαια, αυτά τα σπάνια μέσα είναι αποτε­λεσματικά. Όχι όμως επειδή είναι τα μόνα σωστά, αλλά επει­δή η ψυχή, ο μοναδικός σωστός αρχιτέκτονας της υλικής κα­τοικίας της, τα χρησιμοποιεί όπου και όπως πρέπει.

Αν η ψυχή της Ελίζαμπετ Χ. ήταν τόσο ήρεμη όσο εκείνες κάποιων υπνωτισμένων θα είχε θεραπευθεί από καιρό. Μα δεν είναι έτσι: παραδέρνει ανάμεσα στους φόβους, πρώτα για τους γονείς της, επειδή δεν πάει στο γιατρό, ύστερα φοβάται το γιατρό, τι θα της έλεγε, τι θα έκανε, αν θα μπορούσε τάχα να τη βοηθήσει ή μήπως θα της έλεγε ότι είναι καταδικασμένη, και τέλος φοβάται ακόμη τον ενδεχόμενο σωματικό θάνατο. Πώς λοιπόν να βρει η ψυχή της χρόνο για να κάνει εκείνα που πρέ­πει; Με τέτοιες συνθήκες, αναγκαστικά μία μικρή ενόχληση καταλήγει σε κάτι σοβαρό.

Βέβαια, με τα χέρια και με τη θέλησή της χρησιμοποιεί, φυσικά, με ακρίβεια τα φάρμακα που της συνιστούν, αλλά η φοβισμένη και τρομαγμένη της ψυχή δεν κάνει -και δεν μπο­ρεί να κάνει- το ίδιο, γιατί παραδέρνει ανάμεσα στους τρεις αυτούς φόβους, από τους οποίους δυσκολεύεται ν’ απαλλαγεί.

Εδώ θα έπρεπε κανείς να εναποθέσει τη σωτηρία του στα χέρια Μου και να μη σκέφτεται: Αν παρ’ όλ’ αυτά πεθάνω, τι θα πουν οι γονείς μου στα παιδιά και στον άντρα μου; Μήπως τους αποκληρώσουν στο τέλος; Και τότε, τι θα γίνουν; Σε ποια δυστυχία θα πέσουν; Γιατί μόνον Εγώ είμαι ο Κύριος και των γονέων αυτών, μπορώ δε να κάνω τα παιδιά σου απόλυτα ευ­τυχισμένα και χωρίς τη δική τους βοήθεια!

Αν σκεφτεί έτσι η Ελίζαμπετ, κι όλοι εσείς μαζί της, τότε η ψυχή της θα ησυχάσει και θα μπορέσει να εργαστεί για τη σωτηρία του σώματός της. Έτσι, θα έρθει η θεραπεία γρήγο­ρα κι εύκολα˙ διαφορετικά όμως θα είναι αργή και δύσκολη ή -αν ο φόβος είναι μεγάλος- αδύνατη, γιατί θα είναι αφημένη στη σύμπτωση. Αν δηλαδή τα πνεύματα της σάρκας, που θα ενεργήσουν, πάρουν από το φάρμακο τα κατάλληλα συστατι­κά, η θεραπεία θα κάνει κάποια πρόοδο. Στην αντίθετη περίπτωση όμως, η θεραπεία θα πάει προς τα πίσω αν διαλέξουν στα τυφλά τα λανθασμένα στοιχεία, όπως ένας τυφλός ζωγρά­φος διαλέγει στην τύχη τα χρώματα.

Μπορεί η άρρωστη Ελίζαμπετ ν’ αποκτήσει τόση εμπιστο­σύνη σε Μένα, καθώς και ο Α.Χ.Β. με τα παιδιά του, ώστε ν’ ανεξαρτητοποιηθούν τελείως συναισθηματικά από το πατρι­κό σπίτι και να σκεφτούν:

«Κύριε, ας γίνει ό,τι θέλει! Εσύ μονάχα είσαι ο Πατέρας μας, τώρα και πάντα. Η μελλοντική ευημερία μας δεν εξαρτά­ται παρά μονάχα από Σένα. Γιατί ξέρουμε ότι η βοήθεια όλων των ανθρώπων, όποιοι και να ’ναι αυτοί, τίποτα δεν ωφελεί. Ας γίνει το θέλημά Σου! Δεν θα φοβηθούμε κανέναν εκτός από Σένα, Κύριε, ούτε θα περιμένουμε βοήθεια από κανέναν άλλο εκτός από Σένα, καλέ Πατέρα! Θα είμαστε αποκλειστικά δι­κοί Σου στη ζωή σ’ αυτό τον κόσμο και στον αναγκαστικό θάνατο, που θα μας ελευθερώσει από τη σάρκα και θα μας οδη­γήσει: τέλος σε Σένα, που είσαι η μοναδική μας ζωντανή ελπί­δα μέσα από την πίστη και η μοναδική μας αγάπη μέσα στην αφυπνισμένη ζωή του πνεύματός μας!»

Αν όμως δεν σας είναι δυνατή αυτή η απόλυτη και πλήρης αφοσίωση σε Μένα, που είναι το λίκνο της παντοδύναμης, ζω­ντανής πίστης, τότε χρησιμοποιήστε κάποιο άλλο δραστικό μέσο για να ηρεμήσετε την ψυχή σας. Καλέστε, για παράδειγμα, ένα γιατρό για να απαλλαγείτε από το φόβο των γονέων ή καταφύγετε στην ύπνωση, πράγμα ακόμη καλύτερο, επει­δή έτσι η ψυχή θα φθάσει στην ηρεμία που έχει ανάγκη.

Κάντε ό, τι θέλετε. Μα όσα κάνετε, να τα κάνετε με την καρδιά σας και στο Όνομά Μου, και τότε θα επιτύχετε εύκο­λα αυτό που επιθυμείτε. Με μισά πράγματα όμως δεν θα φθά­σετε ποτέ πουθενά.

Εγώ, ως ύψιστη τελειότητα, δρω τέλεια μόνο μέσα στο τέ­λειο, ενώ στο ατελές επιδρώ σαν τον ήλιο το χειμώνα! Γι’ αυ­τό, να είσαστε τέλειοι σε όλα, όπως τέλειος είμαι κι Εγώ, ο Πατέρας σας. Έτσι, θα βρίσκετε πάντα εύκολα βοήθεια, όποτε τη χρειαζόσαστε.

Όμως, μην περιμένετε να σας βοηθήσω κάνοντας ένα θαύ­μα σχετικά με τη σάρκα σας, γιατί για να γίνει αυτό, απαιτεί­ται είτε μια πίστη τόσο σταθερή που να μπορεί να μετακινή­σει βουνά, είτε η πλήρης πνευματική αναγέννηση. Για σας όμως δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η αδύναμη πίστη σας θέλει θαύματα επειδή πιστεύει ότι έτσι θα γίνει δυνατότε­ρη, στην πραγματικότητα όμως θα συνέβαινε ακριβώς το αντί­θετο. Γιατί τίποτα δεν εξασθενεί την αληθινή πίστη περισσό­τερο από ένα θαύμα, αφού αυτό τραβάει με τη βία τον άνθρω­πο ως σύνολο έξω από το πεδίο της ελευθερίας του και τον θέτει στην κατάσταση του αναπόφευκτου εξαναγκασμού, που είναι θάνατος για το πνεύμα. Και τίποτα δεν ενδυναμώνει το πνεύμα πιο πολύ από το σταυρό, γιατί μόνο με το σταυρό και τα βάσανα αυτού του κόσμου θρέφεται και μεγαλώνει η πί­στη.

Όσο για το αν μπορείτε, ενώ ακόμη δεν είσαστε εντελώς αναγεννημένοι πνευματικά, να αντέξετε ένα θαύμα χωρίς ζη­μία για το πνεύμα σας, νομίζω ότι γι’ αυτό μπορεί να σας δια­φωτίσει πολύ καλά η ακόμη πολύ αδύναμη και εν μέρει αισθη­σιακή φύση σας. Βέβαια, Εγώ παρ’ όλ’ αυτά σας βοηθάω μέ­σα στη φύση με φυσικό τρόπο, αρκεί να φερόσαστε όπως απαιτεί η τάξη της φύσης. Διαφορετικά, δεν μπορώ ποτέ να σας βοηθήσω, όσο κι αν θα το ’θελα, με εξαίρεση το να κάνω ένα πρόσκαιρο θαύμα που όμως ασφαλώς δεν αποτελεί ουσια­στικά βοήθεια για κανέναν άνθρωπο.

Για να δείτε όμως γιατί χαρακτηρίζω τον διαπυημένο όγκο της Ελίζαμπετ μία μικρή ενόχληση, σας λέω: Αυτό αρχικά δεν ήταν παρά λίγα ειδικά συστατικά, εκτός τάξης, που αναζητού­σαν διέξοδο επειδή δεν ανήκαν στη φύση της, είχαν φθάσει δε στο σώμα της πριν μερικά χρόνια μέσα από ακατάλληλα φάρ­μακα. Παλιότερα, ήταν διάσπαρτα μέσα στο σώμα, τώρα ό­μως συγκεντρώθηκαν κι ενώθηκαν στην περιοχή του θώρακα και ξέσπασαν βίαια. Όταν άνοιγαν το δρόμο για να φύγουν, η ψυχή όφειλε να τα βοηθήσει, προκειμένου να βγουν όλα έξω μαζί με την κακή φωλιά τους. Έτσι, όλα θα είχαν περάσει α­πό καιρό. Όμως τον καιρό αυτόν, η ψυχή εν μέρει είχε χαρεί, ενώ εν μέρει ανησυχούσε κρυφά, κι έτσι δεν ασχολήθηκε αρ­κετά με το να απομακρύνει από την κατοικία της όλα τα ξένα στοιχεία.

Τώρα λοιπόν, αυτά τα ξένα στοιχεία έχουν γίνει επίμονα και δεν θέλουν να φύγουν, γιατί είναι πολύ σκληρά και δύσκο­λο να εκδιωχθούν. Πάντως, θα αναγκαστούν να υπακούσουν, αν η ψυχή ενεργήσει αρκετά δραστικά. Χωρίς αυτό, όμως, μπο­ρεί να διατηρηθούν για καιρό, ιδιαίτερα μάλιστα αφού η σαρ­κική φύση της Ελίζαμπετ είναι πολύ σκληρή. Γιατί κάθε σάρ­κα που γεννήθηκε στο μακρινό Βορρά είναι πιο πεισματώδης, πιο σταθε­ρή και έχει μεγαλύτερη αντοχή από εκείνη που γεννήθηκε στο Νότο, επομένως είναι και πιο δύσκολη η θεραπεία της. Γι’ αυτό, η Ελίζαμπετ δεν πρέπει να φοβάται επειδή θα πρέπει να είναι για περισσότερο καιρό άρρωστη. Πρώτον επειδή αυτό αποτελεί θεραπεία για το πνεύμα της, δεύτερον, έτσι είναι από τη φύση της, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η ψυχή της δεν είναι ήρε­μη. Αυτή την ηρεμία, άλλωστε, πρέπει έτσι κι αλλιώς να την αποκτήσει, και με τον τρόπο αυτόν θα αισθανθεί ασφαλώς καλύτερα.

Θα μπορούσα να σας απαριθμήσω ένα σωρό θεραπευτικά, που όλα τους θα είχαν άριστη δράση αν η ψυχή ήταν ήρε­μη, όμως με τον παραμικρό φόβο όχι μόνο δεν θα δρούσαν, αλλά θα έκαναν την κατάσταση ακόμα χειρότερη. Γι’ αυτό, φροντίστε πρώτα για την απόλυτη ηρεμία της ψυχής, με κά­ποιον από τους τρόπους που σας υπέδειξα, και τότε θα μπορώ εύκολα να σας βοηθήσω, αμήν. Αυτά λέω Εγώ, που μπορώ και θέλω να βοηθήσω τον καθένα, αρκεί ν’ ακολουθήσει απόλυ­τα τη συμβουλή Μου. Αμήν, αμήν, αμήν.

 

 Για την επιστροφή μιας μητέρας

30 Νοεμβρίου 1848

Λόγια παρηγοριάς μετά το θάνατο της Ελίζαμπετ Χ. στις 29 Νοεμβρίου 1848.

 

Παρηγοριά και δύναμη για τα παιδιά Μου:

Ακούστε, αγαπημένα Μου παιδιά! Γιατί έτσι μιλάω Εγώ, ο Κύριος και αγαπημένος σας Πατέρας, σε όλους εσάς που οι θλιμμένες σας καρδιές είναι γεμάτες πένθος και φόβο, επειδή πήρα αιώνια κοντά Μου τη γήινη μητέρα σας, λυτρώνοντάς την για πάντα από τα βάσανά της, που τα υπέφερε με μεγάλη σταθερότητα και υπομονή από τη μεγάλη αγάπη της για Μένα.

Εγώ όμως σας λέω: Μην κλαίτε και μη θρηνείτε τόσο για την αιώνια αναστημένη μέσα σε Μένα, γιατί πέθανε σωματικά μαζί Μου και μέσα σε Μένα πάνω στο σταυρό μεγάλων σωματικών πόνων. την ίδια στιγμή όμως, που πέθανε σωματικά στα δικά σας μάτια, αναστήθηκε μέσα Μου και στο πλευρό Μου για πάντα στην αληθινή, αιώνια ζωή!

Άπειρη ήταν η χαρά της όταν Με είδε να στέκομαι πλάι της, και μάλιστα με τέτοιο ένδυμα, ώστε να Με αναγνωρίσει αμέσως πολύ καλά, ακόμη δε ευκολότερα, αφού την άφησα αμέσως να δει τα σημάδια των πληγών Μου. Αυτό δεν γίνε­ται παρά μονάχα μ’ εκείνους που εγκαταλείπουν το σώμα τους μέσα σε μεγάλη αγάπη για Μένα, αφού βασανιστούν από με­γάλους πόνους. Εκείνη καταχάρηκε και δεν μπορούσε να κα­ταλάβει πώς μπόρεσε -αυτή που υπέφερε για τόσο μεγάλο διά­στημα- να γίνει ξαφνικά τόσο απόλυτα υγιής. Πέφτοντας με αγαλλίαση στα πόδια Μου, Με ευχαρίστησε μέσα από την καρ­διά της για τη μεγάλη χάρη Μου και Με παρακάλεσε να την αφήσω να γίνει η πιο ασήμαντη υπηρέτριά Μου. Εγώ όμως της είπα, όπως λέω και σε σας:

«Όχι έτσι, αγαπημένη Μου κόρη! Σου λέω ότι οι υπηρέτριες είναι εκείνες που τις σπρώχνει σε Μένα η αυστηρή πει­θαρχία του μοναστηριού, και η αγάπη και η πίστη τους σε Μένα είναι ένα σκληρό σχολείο. Εσύ όμως Με επέλεξες ελεύθε­ρα σαν το μοναδικό περιεχόμενο της καρδιάς σου, γι’ αυτό και δεν θα είσαι υπηρέτρια, παρά πραγματικά η πολυαγαπημένη Μου κόρη. κοίτα: όλα όσα έχω, όλα όσα είναι δικά Μου, θα τα έχεις και θα είναι και δικά σου στην αιωνιότητα. Ούτε θα χωριστείς από εκείνους που άφησες πίσω στη Γη. Ό,τι θελή­σει η καρδιά σου να κάνει γι’ αυτούς, πάντα θα μπορείς να το κάνεις. Γιατί όλες οι κόρες Μου χαίρονται αιώνια αυτήν τη δύ­ναμη από Μένα, ώστε να μπορούν να εκτελούν όλες τις επι­θυμίες της γεμάτης αγάπη καρδιάς τους.»

Εκείνη όμως Με παρακάλεσε θερμά, λέγοντας: «Καλέ μου, πανάγιε Πατέρα Ιησού! Θεέ και Πατέρα μου! Σ’ ευχαριστώ με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου γι’ αυτήν τη μεγάλη χάρη! Ξέ­ρω όμως ότι αυτά που θέλεις Εσύ για όσους άφησα πίσω εί­ναι απείρως καλύτερα απ’ όσα θέλω εγώ, που ακόμη δεν ξέ­ρω και δεν καταλαβαίνω τι είναι στ’ αλήθεια καλό κι ωφέλι­μο για κείνους. Αυτό που θέλεις Εσύ, Πατέρα Ιησού, είναι το καλύτερο. Γι’ αυτό, ας γίνεται πάντα και αιώνια το θέλημά Σου. Εμένα άσε με να Σ’ αγαπώ ανενόχλητη όλο και περισσό­τερο, γιατί τώρα είμαι πάρα-πάρα πολύ ευτυχισμένη! Μόνο έ­να Σε παρακαλώ, να πάρεις γρήγορα από κείνους το μεγάλο πένθος τους για μένα, δίνοντάς τους αντί γι’ αυτό μια πίστη σταθερή και ζωντανή, ώστε να Σε γνωρίσουν όλοι και να Σε αγαπήσουν πάνω απ’ όλα πνευματικά και αληθινά. Αγαπημέ­νε μου Πατέρα Ιησού, αυτό μόνο κάνε για κείνους μέσα στην καλοσύνη Σου!»

Τότε την έσφιξα στην καρδιά Μου και της είπα: «Κόρη Μου λυτρωμένη πια για πάντα! Θα κάνω όλα όσα επιθυμείς σου το υπόσχομαι για πάντα. ‘Όμως, το ότι οι δικοί σου κλαί­νε και πενθούν για σένα, είναι κι αυτό καλό, γιατί Εγώ ο ίδιος τους δίνω δάκρυα για να ξεπλύνουν τον πόνο τους. ‘Όσο σκλη­ρό και να ’ναι γι’ αυτούς το ότι προτίμησα να σε πάρω μαζί Μου παρά να σ’ αφήσω να φυτοζωείς για το πολύ μερικά χρό­νια ακόμη πάνω στη Γη, που τώρα έχει σκοτεινιάσει πια πο­λύ, σύντομα θα ξαλαφρώσουν, όταν συνέλθουν και καταλά­βουν πόσο καλά περνάς τώρα πια. Έλα όμως αμέσως σπίτι Μου, όπου θα βρεις όλες όσες ήρθαν πριν από σένα, και η Μα­ρία, η φυσική Μου μητέρα, μαζί με τη δική σου φυσική μητέ­ρα, θα οδηγήσει σε σένα τέσσερα μεγάλα και πολύ καλά ανα­θρεμμένα παιδιά που θα σου δώσουν μεγάλη χαρά. Αυτά Με παρακάλεσαν πιο πολύ απ’ όλα να σε φέρω σύντομα κοντά τους, και γι’ αυτό έκανα ό,τι διαφορετικά θα έκανα δυο χρό­νια αργότερα. Θέλουν βέβαια να έχουν και όλους τους άλλους μαζί τους, όμως αρκούνται τώρα με το να έχουν επιτέλους εσένα.

Όταν τους ανακοίνωσα ότι πάω Εγώ ο ίδιος να σε φέρω, τότε ξετρελάθηκαν. Ήθελαν όλα να έρθουν μαζί Μου, όμως τελικά πείστηκαν, όταν τα διαβεβαίωσα ότι αυτήν τη φορά θα σε έφερνα οπωσδήποτε μαζί Μου. Γιατί, βέβαια, θα μπορού­σες να έχεις μείνει μερικά χρόνια ακόμα στη Γη, αν είχαν ακο­λουθηθεί πιστά όλα όσα σας συμβούλεψα μέσω του υπηρέτη Μου και της κόρης σου Λόρι. Όμως, κι Εγώ προτιμούσα να γίνουν έτσι τα πράγματα, γιατί αλλιώς θα είχες ακόμη να πε­ράσεις πολλά βάσανα στη Γη. Σωματικά, θα είχες μείνει πά­ντα ασθενική κι αδύναμη, και η ψυχή σου δεν θα περνούσε πια πολλές ευχάριστες ώρες σ’ αυτό τον κόσμο που έχει γίνει τώ­ρα τόσο κακός, και γι’ αυτό πιστεύω ότι τώρα είναι καλύτερα για σένα.

Εκείνη λέει: «Αγαπημένε μου Πατέρα Ιησού! Επειδή έχω Εσένα, δεν ζητάω τίποτ’ άλλο πια. Αηδιάζω πολύ όταν κοιτά­ζω, χαμηλά τη Γη και Σ’ ευχαριστώ πολύ που με απάλλα­ξες τόσο μαλακά από την κακιά μου σάρκα! Ας γίνει το άγιο θέλημά Σου!»

Τώρα θα την οδηγήσω σπίτι Μου και σας το γνωστοποιώ, για να ξέρετε πώς περνάει η μητέρα σας, να παρηγορηθείτε και να ενδυναμωθείτε στο όνομά Μου. Αμήν. Αυτά σας λέω εν πλήρη αληθεία. Αμήν, αμήν, αμήν.

 

 Η αληθινή κατεύθυνση της ζωής

Εκείνους που έλκει ο Πατέρας είναι όσοι Με αναζητούν. Γιατί στη Γραφή λέει: «’Όλοι σας πρέπει να διδαχθείτε από τον Θεό. Όποιος δεν μάθει από τον Θεό, δεν θα φθάσει στο φως, και κανείς δεν θα έρθει σε Μένα, τον Υιό, αν δεν τον έλκει o Πατέρας!»

Αυτό σήμερα γίνεται κατανοητό ως εξής: Κανείς δεν μπο­ρεί να φθάσει στο αληθινό εσωτερικό φως της ζωής, που είναι ίδιο με τον Υιό, χωρίς την αληθινή, ενεργή αγάπη, η οποία εί­ναι αυτό που εσύ αποκαλείς Πατέρα.

Επομένως, η Αγάπη είναι ο Πατέρας και η Σοφία είναι ο Υιός. Εφόσον όμως η Αγάπη υπάρχει μέσα στον Υιό ως κα­θαυτό θεία υπόσταση, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε το Πυρ της Ζωής, η φλόγα, άρα ούτε και το φως και η θεία Σοφία της Ζωής, γι’ αυτό μέσα σε Μένα, τον Υιό, βρίσκεται ενωμένη η θεία προσωπική υπόσταση, στην οποία κανείς δεν μπορεί να φθάσει με άλλο τρόπο παρά με την αγάπη σε Μένα. Αλλά η αγάπη για Μένα πρέπει να εκφράζεται με έργα, ανάλογα με τη δύναμη και τη δυνατότητα του καθενός, γι’ αυτό και η αγάπη για τον πλησίον, για κείνον που έχει ανάγκη, είναι ίδια με την αγάπη για Μένα. Όποιος υποστηρίζει ότι Με αγαπάει πάνω απ’ όλα, αγαπά επίσης έμπρακτα το συνάνθρωπο πιο πολύ απ’ τον εαυτό του, και τον βοηθάει να βγει από τη δυστυχία του από αγάπη για Μένα.

Αν όμως έχεις τέτοια αγάπη για Μένα, τότε φέρεις την αγά­πη Μου μέσα σου, μπορείς δε να στη ρίξεις πάνω της βουνά πίστης, και τότε θα είσαι βέβαιος για το τι θέλεις και τι επιθυ­μείς μέσα σου βάσει αυτής της αγάπης Μου. Γιατί καμία δύ­ναμη δεν μπορεί αιώνια ν’ αντιταχθεί αποτελεσματικά στην ισχύ της αγάπης Μου, επειδή οποιαδήποτε άλλη δύναμη έχει προς αυτή την ίδια σχέση που έχει το μηδέν προς το άπειρο.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να Με ρωτήσεις αν θα συμφωνού­σα με το ένα ή το άλλο πράγμα ή αν αυτό ή εκείνο θα Μ’ ευ­χαριστούσε, παρά αυτό θα το μάθεις από την αγάπη Μου μέ­σα στην καρδιά σου. Γιατί εκείνος που η καρδιά του είναι γε­μάτη από αγάπη για Μένα, πώς θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το σωστό; Αφού κανείς δεν μπορεί να ενεργήσει ενά­ντια στην αγάπη του κι ενάντια στη βούληση που εκφράζεται μέσα από την αγάπη.

Όποιος είναι γεμάτος αγάπη για τα εγκόσμια, θα πράττει ανάλογα. Παρόμοια, όποιος είναι γεμάτος από τη δική Μου αγάπη, θα πράττει επίσης ανάλογα και μπορεί να σφάλλει τό­σο λίγο, όσο η μαγνητική βελόνα μπορεί να μη δείξει το βορ­ρά, πράγμα αδύνατο, αφού ο βορράς είναι που την έλκει.

Γι’ αυτό, παιδί Μου, μη σκοτίζεσαι! Όσο νιώθεις με βε­βαιότητα την ύπαρξη της αγάπης Μου μέσα σου, από το ότι Με αναζητάς και Με αγαπάς, εκείνη θα είναι ο πιο πιστός οδηγός σου στη ζωή.

Επομένως, να κάνεις ό,τι σου υπαγορεύει η καρδιά σου, εφόσον αυτή είναι γεμάτη με την αληθινή, έμπρακτη αγάπη Μου! Μην αμφιβάλλεις μέσα στην ψυχή σου για την επιτυ­χία! Προηγουμένως όμως να ελέγχεις αν η καρδιά σου Μ’ α­γαπά απόλυτα σύμφωνα με τα λόγια Μου στο Ευαγγέλιο! Προ­σπάθησε να εκπληρώσεις τέλεια αυτό που έδωσα ως εντολή της αγάπης σε όλους τους ανθρώπους, και θα έχεις τα πάντα σε πληρότητα, από τη δική Μου αγάπη. Αμήν! Αυτό σου λέω Εγώ, η αγάπη σου. Αμήν.

Μόνο ΕΝΑ υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, κι αυτό το μεγά­λο και ιερό ΕΝΑ είναι η αγάπη, η οποία είναι μια αληθινή φωτιά από τον Θεό και κατοικεί μέσα στην καρδιά. Και πουθενά αλλού εκτός από την αγάπη αυτή δεν υπάρχει αλήθεια, επει­δή η ίδια η αγάπη είναι η πρώτη αιτία κάθε αλήθειας μέσα στον Θεό και από τον Θεό στον κάθε άνθρωπο!

Αν θέλεις να δεις και να γνωρίσεις τα πράγματα και τον ί­διο σου τον εαυτό μέσα στην πλήρη αλήθεια, πρέπει να τα δεις και να τα γνωρίσεις μέσα από αυτήν τη μόνη αληθινή πρώτη αιτία της ύπαρξής σου. Όλα τ’ άλλα είναι πλάνη …

Το κεφάλι σου μπορεί να δημιουργήσει για σένα αναρίθ­μητους θεούς. Τι είναι όμως αυτοί; Σου λέω, τίποτ’ άλλο από κενές, άψυχες μορφές που δημιουργήθηκαν από το χαλαρό μη­χανισμό του μυαλού. Μέσα στην καρδιά σου, όμως, θα βρεις μόνο έναν Θεό, που είναι αληθινός, επειδή η αγάπη μέσα στην οποία βρήκες ένα μοναδικό, αληθινό Θεό είναι η ίδια αλήθεια.

Συνεπώς, η αλήθεια μπορεί ν’ αναζητηθεί και να βρεθεί μόνο μέσα στην αλήθεια. Το δε κεφάλι έχει κάνει αρκετά, αν σου προσφέρει το κλειδί για την αλήθεια. Όμως κάθε τι που σε οδηγεί και σε έλκει προς την αγάπη, μπορεί να είναι ένα κλειδί για την αλήθεια. Επομένως, να ακολουθείς μια τέτοια παρότρυνση και έλξη και να ενώνεσαι με την αγάπη της καρ­διάς σου, και τότε θα βρεις την αλήθεια που θα σ’ ελευθερώ­σει από κάθε πλάνη!

«Μεγ. Ευαγγέλιο Ιωάννη»

 

 Απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με τις αντιφάσεις των Ευαγγελίων

 18 Μαρτίου 1864

Ι. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος

Για να σας κάνω πιο ξεκάθαρα τα πράγματα, πρέπει να ξέ­ρετε ότι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος έγινε δεκτός από Μένα μόνον αφού τον γνώρισα κατά το ταξίδι Μου για το Κις σε έναν ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Καπερναούμ και Κις, όταν ήταν τε­λώνης στην υπηρεσία των Ρωμαίων. Γι’ αυτό άλλωστε Με κα­τηγόρησαν ότι συναναστρεφόμουν με τελώνες και αμαρτω­λούς.

Μια και ο Ματθαίος έγραφε καλά και δεν ήθελε να Με αποχωριστεί πια, τον δέχθηκα ως γραφέα, περισσότερο όμως για τα γεγονότα, ενώ ο Ιωάννης Μου έπρεπε να καταγράφει το Λόγο που δίδασκα. Ο Ματθαίος πάλι κατέγραφε επίσης ορι­σμένα λιγότερο πνευματικά μέρη της διδασκαλίας Μου, που όμως πάντοτε ανέθετε στον Ιωάννη να τα διορθώνει, επειδή ο ίδιος είχε καλή μνήμη για τα γεγονότα, όχι όμως και για τη δι­δασκαλία.

Για τις οικογενειακές Μου σχέσεις δεν ήξερε πολλά όσον καιρό βρισκόταν μαζί Μου, και όσα ήξερε του τα είχαν πει κα­τά καιρούς ο Ιάκωβος, ο Σίμων και ο Ιωάννης. Αυτά όμως δεν τα είχε καταγράψει αμέσως, παρά μόνον αρκετά χρόνια μετά την ανάστασή Μου, όταν εκλέχθηκε Απόστολος στη θέση του Ιούδα του Ισκαριώτη.

Αυτός ο ίδιος Απόστολος -ως Ευαγγελιστής- είχε συντά­ξει σωστά και τακτικά το Ευαγγέλιό του και κατόπιν ταξίδε­ψε μαζί μ’ αυτό στη νοτιοανατολική Ασία.

Τότε εμφανίστηκαν στην Ιερουσαλήμ, στη Γαλιλαία, στη Σαμάρεια και ύστερα στην Τύρο και τη Σιδώνα πέντε Ματθαί­οι, κι ο καθένας τους έγραψε από ένα «κατά Ματθαίον Ευαγ­γέλιο». Ανάμεσά τους, αυτό που γράφτηκε στη Σιδώνα ήταν αναμφισβήτητα το πιο αποδεκτό.

Τα άλλα τέσσερα απορρίφθηκαν εντελώς ως απόκρυφα από τη Σύνοδο της Νικαίας -επειδή δεν συμφωνούσαν με το εν λόγω Ευαγγέλιο της Σιδώνας, ούτε όμως και μεταξύ τους­- κι εκείνο της Σιδώνας διατηρήθηκε όσο καλύτερα γινόταν ως γνήσιο. Έτσι, κι εκείνο είναι μερικώς απόκρυφο, μολονότι ο συντάκτης του προσπάθησε να παρουσιάσει τα πράγματα όσο πιο κοντά στην αλήθεια μπορούσε.

Βασικά, ο ίδιος έγραψε -αντί γι’ αυτό το ένα- δεκατέσσε­ρα Ευαγγέλια, ανάλογα με το πώς του μεταβιβάστηκαν τα πράγματα από εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες. Με βάση αυτά τα δεκατέσσερα, έγραψε ύστερα ένα δέκατο πέμπτο, που καθώς έκριναν πολλοί ειδικοί, ήταν το σω­στό και το πιο αληθινό.

Κι αυτός ο ψευτο-Ματθαίος, που στ’ αλήθεια λεγόταν l’Rabbas, είναι ο πραγματικός δημιουργός του σημερινού κατά Ματθαίον Ευαγγελίου.

Το αληθινό όμως βρίσκεται σήμερα ακόμη σε μια μεγάλη συλλογή βιβλίων και κειμένων σε μία σημαντική πόλη στα βά­θη της ορεινής Ινδίας, η οποία είναι ασφαλώς η μεγαλύτερη και πλουσιότερη συλλογή στον κόσμο μετά την καμμένη της Αλεξανδρείας. Αποτελείται από αρκετά εκατομμύρια βιβλίων και κάθε είδους κειμένων, δυστυχώς όμως πρόσβαση σ’ αυ­τήν έχει μόνο το ανώτερο ιερατείο, που έχει αρχηγό του τον αρχιερέα του Μπράχμα. Μόνο οι Βιρμάνοι έχουν ένα αντίγρα­φο, που όμως είναι πολύ συντομευμένο.

Σίγουρα όμως θα θέλετε επίσης να μάθετε ποιο ήταν το τέ­λος του Απόστολου Ματθαίου στις χώρες αυτές της Ινδίας.

Περνούσε εκεί αρκετά καλά, μα δεν μπορούσε να ανακοι­νώσει τη διδασκαλία του σε κανέναν άλλον εκτός από τους ιε­ρείς. Όταν ήταν πια γέρος, βρήκε παρ’ όλ’ αυτά μια ευκαιρία να διαφύγει, οδηγούμενος από το πνεύμα Μου, και να πάει στους Βιρμάνους, τους οποίους δίδαξε πολλές σοφίες και έγρα­ψε επίσης γι’ αυτούς το σύντομο Ευαγγέλιο που αναφέραμε προηγουμένως.

Σε μερικές από τις πιο καλές παραδόσεις, ο Απόστολος αυ­τός κι ένας σύντροφός του αποκαλούνται «Απόστολοι των Ιν­διών».

Από όλ’ αυτά θα σας είναι, βέβαια, εύκολο να καταλάβε­τε πώς έχουν τα πράγματα σχετικά με το γνωστό σε σας κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, καθώς και με το 13ο κεφάλαιο που ανα­φέρεται, όπου ρωτάει μήπως Εγώ δεν ήμουν γιος του ξυλουργού, η μητέρα Μου δεν λεγόταν Μαρία και τα αδέλφια Μου δεν ήταν ο Ιακώβ, ο Ιωσής, ο Σίμων, ο Ιούδας και ο Ιωάννης και – «οι αδελφές του, δεν είναι όλες κοντά μας; Από πού λοι­πόν τα κατέχει όλ’ αυτά;»

Για να γίνει κατανοητό αυτό, πρέπει κανείς να ξέρει αυτό που αναφέρεται ήδη στο Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, ότι Εγώ μία φορά πήγα στη Ναζαρέτ, δίδαξα εκεί στη συναγωγή και φανέρωσα αρκετά σημάδια. Όταν ακόμη και οι Απόστο­λοι κι οι μαθητές Μου άρχισαν να προβληματίζονται γι’ αυ­τό, τους είπα: «Κανείς δεν είναι προφήτης στην πατρίδα του»˙ έφυγα από τη Ναζαρέτ και ποτέ πια δεν επέστρεψα εκεί.

Όσον αφορά δε στους αποκαλούμενους αδελφούς και αδελ­φές Μου, ήταν βέβαια παιδιά του Ιωσήφ από τον πρώτο γάμο του, όχι όμως και της Μαρίας, της οποίας είμαι ο μοναδικός κι όχι ο πρώτος γιος, δηλαδή είμαι βέβαια πρώτος, αλλά είμαι ο μοναδικός.

Μα σχετικά με τις αδελφές, αυτές δεν ήταν κόρες του Ιω­σήφ, αλλά φτωχές συγγενείς του, τις αποκαλούσαν δε αδελ­φές, επειδή ζούσαν και ενεργούσαν απόλυτα σύμφωνα με το πνεύμα και το θέλημα του Ιωσήφ και της Μαρίας.

Από αυτούς τους αδελφούς, τρεις, δηλαδή ο Ιάκωβος, ο Σίμων και ο Ιωάννης, ήρθαν μαζί Μου, ενώ δύο έμειναν στο σπίτι συνεχίζοντας τη δουλειά του Ιωσήφ και φροντίζοντας τη Μαρία μέχρι που ανέθεσα τη φροντίδα της στον Ιωάννη.

Τις φαινομενικές αυτές αντιφάσεις θα τις βρείτε και στο Ευαγγέλιο του Λουκά. Γιατί αυτός ο Ευαγγελιστής έγραψε το Ευαγγέλιο περισσότερο από πενήντα χρόνια μετά από Μένα, καθώς και την ιστορία των Αποστόλων. Και το δικό του, όμως, ευαγγέλιο είναι μία σύνθεση όσων στοιχείων μπόρεσε να βρει για Μένα και τους Αποστόλους.

Όλα όσα έγραψε, τα έστειλε στο φίλο του Θεόφιλο στην Αθήνα, ο οποίος με τη σειρά του έγραψε ένα ευαγγέλιο με βά­ση εκείνο του Λουκά, το εμπλούτισε με μερικές προσθήκες, όμως προσέθεσε σ’ αυτό και κάποιες ανακρίβειες. Έτσι προέκυψαν κάποιες αντιφάσεις, ιδιαίτερα στο φυσικό κατά γράμ­μα νόημα -συγκεκριμένα, η υπερβολικά τυραννική Μου συ­μπεριφορά κατά την αποκαλούμενη «Δευτέρα Παρουσία», που δεν συμφωνεί καθόλου με το μοναδικό σωστό, σύντομο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, όμως τουλάχιστον επιτρέπει μια φώ­τιση από πνευματική άποψη. Γι’ αυτό και για πολλά άλλα θα μιλήσουμε στην επόμενη υπαγόρευση. Αρκετά για τώρα. Αμήν.

 

 ΙΙ. Για τη Δευτέρα Παρουσία

 19 Μαρτίου 1864

Σας ανέφερα ήδη χθες ότι στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (l’ Rabbas) κι ακόμη περισσότερο του Ευαγγελιστή Λουκά, αναφέρεται διεξοδικά η ιδιαίτερη «Τελευταία Κρίση», καθώς και ότι ακριβώς αυτή η τελευταία κρίση ήταν -και είναι ακόμη- από πολλές πλευρές υπεύθυνη για το ότι πολλοί άνθρω­ποι απομακρύνθηκαν εντελώς από τη διδασκαλία Μου, δη­μιούργησαν οι ίδιοι διδασκαλίες με βάση την καθαρή λογική και σύμφωνα με τις δυνάμεις του νου τους, τις δίδαξαν στους συνανθρώπους τους κι έζησαν οι ίδιοι σύμφωνα μ’ αυτές, ενώ δεν ήθελαν ούτε καν ν’ ακούσουν πια για τη διδασκαλία της ημέρας του τρόμου και για τους προφήτες.

Έλεγαν δηλαδή, και δεν είχαν άδικο: Πώς μπορεί ένας Θεός άπειρα σοφός κι αιώνιος, που τα μεγάλα και μικρά δημιουρ­γήματά του είναι φανερό πως αποπνέουν μόνο αγάπη, να δη­μιούργησε το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων αποκλειστι­κά και μόνο για να βασανίζονται αιώνια, αφού περάσουν στον άλλο κόσμο μετά από μια σύντομη ζωή στον υλικό κόσμο που έτσι κι αλλιώς δεν είναι παρά γεμάτος θάνατο και αθλιότητα, και να τιμωρούνται για τα παραπτώματα που διέπραξαν με το σώμα τους όσο ζούσαν;

Σας λέω ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό να το κάνει ούτε ο μεγαλύτερος και πιο κακός τύραννος του κόσμου. Ασφαλώς, ορισμένοι από σας θα ξέρουν από την ιστορία της πρώτης ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και της κατοπινής και της τωρινής εποχής ότι οι πολύ μεγάλοι τύραννοι στο τέλος άρχιζαν να φοβούνται τον ίδιο τον εαυτό τους, μερικοί δε απ’ αυτούς τράπηκαν σε φυγή χωρίς άλλο σοβαρό λόγο από ένα διαρκώς αυξανόμενο φόβο μπροστά στον ίδιο τον εαυτό τους, βρίσκοντας συνήθως το θάνατο κατά τη φυγή αυτή.

Εδώ μπορώ να σας πω γι’ αυτά τα τέρατα ανθρώπινης κακίας, ότι μετά από ένα διάστημα τυραννικής εξουσίας κατα­λαμβάνονταν όλο και περισσότερο από όλο και πιο πολλούς κακούς ή ανώριμους δαίμονες και ήταν αναγκασμένοι να τους υπηρετούν ως όργανα της δαιμονικής τους εκδίκησης, που κα­τευθυνόταν ενάντια σε κάποιο λαό.

Αν κανείς καταδίκαζε αυτούς τους τυράννους, που στα μά­τια του κόσμου πραγματικά συσσώρευαν τη μια πράξη φρίκης πάνω στην άλλη, να μείνουν αιώνια στην Κόλαση για τις πρά­ξεις τους, θα ήταν βέβαια ο ίδιος ως δικαστής ένας τύραννος χι­λιάδες φορές πιο μεγάλος από κείνους. Πώς θα μπορούσε Εκεί­νος, που ήμουν Εγώ ο ίδιος, να παρακαλέσει τον Πατέρα, ως την αιώνια αγάπη μέσα Μου, μέσα στους μεγαλύτερους σωμα­τικούς πόνους, να συγχωρήσει όλους εκείνους που Με σταύρωσαν και επέτρεψαν να σταυρωθώ, επειδή δεν ήξεραν τι κάνουν;

Γιατί από τους Φαρισαίους, ξεκινώντας από τον αρχιερέα Καϊάφα μέχρι τους φρουρούς που Με σταύρωσαν, στ’ αλή­θεια δεν ήξερε κανείς ποιον αντιμετώπιζαν κατά βάσιν στο πρόσωπό Μου. Διότι οι Φαρισαίοι, παρ’ όλες τις πράξεις Μου και τη διδασκαλία Μου, Με θεωρούσαν πρώτον για ένα μεγά­λο μάγο της Σχολής των Εσσαίων, που τη μισούσαν θανάσι­μα, και δεύτερον για έναν ταραξία που ξεσηκώνει τους Εβραί­ους και με αυτήν του τη δραστηριότητα προσφέρει στους Ρω­μαίους την ευκαιρία να στερήσουν από τους Ιουδαίους κάθε ελευθερία και στο τέλος ακόμη και τη θρησκευτική τους λα­τρεία. Επομένως, όσο μεγαλύτερα θαύματα έκανα, τόσο πε­ρισσότεροι γίνονταν οι γνωστοί σας εχθροί Μου.

Όσον αφορά δε στους δήμιους, οι περισσότεροι στρατιώ­τες των Ρωμαίων ήταν μισθοφόροι συγκεντρωμένοι από όλα τα έθνη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οι Ρωμαίοι τους θε­ωρούσαν τόσο καλύτερους, όσο πιο σκληροί και άκαρδοι αποδεικνύονταν στις μάχες, καθώς και σε μικρότερες εκτελέσεις. Γιατί ένας συναισθηματικός Ρωμαίος στρατιώτης θα ήταν κά­τι πραγματικά απαράδεκτο για το πολεμικό πνεύμα των Ρω­μαίων. Απ’ αυτό όμως συνάγεται ασφαλώς, επίσης, ότι οι κοι­νοί Ρωμαίοι μισθοφόροι ήξεραν ακόμη λιγότερο τι έκαναν απ’ ό,τι οι γνωστοί σε σας θανάσιμοι εχθροί Μου.

Εδώ μπορεί κανείς να ρωτήσει πάλι αν θα ήταν πραγματι­κά σωστό και δίκαιο, σύμφωνα με τη θεία Σοφία Μου, να κα­ταδικάσω όλους αυτούς για όσα Μου έκαναν, να μείνουν αιώ­νια στην Κόλαση και να τους ρίξω στα αιώνια μαρτύρια Και βασανιστήρια.

Μήπως καταδίκασα το ληστή που ήταν στο σταυρό αρι­στερά από Μένα για το ότι, όπως είναι γνωστό, Με χλεύασε; Αυτό πραγματικά δεν είναι γραμμένο πουθενά. Όμως τον άλ­λο ληστή, που Με αναγνώρισε ως δίκαιο και επέπληξε τον αρι­στερό ληστή για το χλευασμό του, τον διαβεβαίωσα ότι θα βρι­σκόταν ήδη την ίδια μέρα μαζί Μου στον Παράδεισο, μολο­νότι σταυρώθηκε για ληστεία και φόνο.

Πού είναι λοιπόν αυτή η ημέρα της Κρίσης, που περιγρά­φεται με τόσο μελανά χρώματα και κατά την οποία ελάχιστοι μόνον άνθρωποι θα έφθαναν στους ουρανούς, ενώ όλοι οι άλ­λοι θα κατέληγαν στην Κόλαση;

Πώς θα μπορούσε να έχει μιλήσει για μια τέτοια ημέρα φρίκης Εκείνος που έδωσε στο Ναό άφεση στη μοιχαλίδα και μια άλλη φορά φώναξε, παρουσία πολλών αμαρτωλών: «Ελά­τε όλοι σε Μένα, όσοι έχετε βάσανα και στενοχώριες, κι Εγώ θα σας ανακουφίσω όλους;»

Μια άλλη φορά πάλι είχα πει, όταν Με ρώτησε ένας νομο­διδάσκαλος, αποδεικνύοντας έτσι ότι μισοπίστευε σε Μένα: Κύριε, αναγνωρίζω ότι διδάσκεις σωστά και δίκαια, και δεν μπορεί κανείς να φέρει αντίρρηση σε όσα διδάσκεις. Όμως στη διδασκαλία Σου λες ότι όποιος πιστεύει σε Σένα και πράττει σύμφωνα με τα λόγια Σου, θα λάβει την αιώνια ζωή, ακόμη κι αν πέθαινε χίλιες φορές στον κόσμο, αν κάτι τέτοιο ήταν δυ­νατόν! Κοίτα όμως εκείνους τους λαού ς και τους ανθρώπους της Γης που δεν θα έχουν ακούσει μετά από δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια τίποτα για Σένα και τη διδασκαλία Σου! Πώς να Σε πιστέψουν και να ζήσουν σύμφωνα με τα λόγια Σου; Θα περάσουν άραγε αυτοί, οι σχεδόν άπειροι, άνθρωποι στον αιώ­νιο θάνατο, επειδή δεν μπόρεσαν να πιστέψουν σε Σένα και να τηρήσουν τις εντολές Σου;

Μια και ο νομοδιδάσκαλος Μου υπέβαλε την ερώτησή του κάποια νύχτα, του έδειξα το γεμάτο άστρα στερέωμα: Κοίτα εκεί πάνω, εκεί είναι η κατοικία του Πατέρα Μου! Και σ’ αυ­τήν την άπειρα μεγάλη κατοικία υπάρχουν πάρα πολλά διαμε­ρίσματα. Όποιος δεν μπόρεσε να Με γνωρίσει εδώ και να ακού­σει το ζωντανό Λόγο Μου, θα βρει στη μεγάλη αυτήν Κατοι­κία την ευκαιρία για να κερδίσει την αιώνια ζωή. Μη νοιάζεσαι λοιπόν για όσους τώρα ή και αργότερά δεν θα έχουν την ευ­καιρία ν’ ακούσουν για Μένα, γιατί ο Πατέρας Μου τους γνω­ρίζει όλους και δεν έχει δημιουργήσει κανέναν τους μέσα στην αγάπη και τη σοφία Του για την αιώνια πτώση, παρά μονάχα για την αιώνια ανάσταση! Και συ Μου έθεσες μια ερώτηση φαινομενικά μεν σοφή, ουσιαστικά όμως κενόδοξη.

Μήπως καταδίκασα τον κακό διαχειριστή, πράγμα που εί­σαστε λίγο ως πολύ όλοι σας, για την κακοδιαχείρισή του, για το ότι εξαπάτησε τον κύριό του ευεργετώντας έτσι τους οφειλέ­τες του, και μάλιστα παραβλέποντας τις συνέπειες, αφού ήξε­ρε ότι ο κύριός του θα τον απέλυε; Δεν είχα πει τότε: Μη γίνε­τε σαν αυτόν το διαχειριστή, παρά: κάντε ό,τι κι αυτός, κι εκεί­νοι που θα τους ευεργετήσετε στο όνομά Μου πνευματικά και σωματικά, κάποτε θα σας δεχθούν στις ουράνιες κατοικίες τους!

Πού διαφαίνεται σε μια τέτοια διδασκαλία η τρομερή Ημέ­ρα της Κρίσης που θα έρθει κάποτε, για την οποία φέρουν αρ­κετή ευθύνη οι δυο γνωστοί σε σας μετα- Ευαγγελιστές, δηλα­δή ο L’Rabbas αντί του Ματθαίου και ο Θεόφιλος αντί του Λουκά, επειδή έγραψαν διάφορα που αντιτίθενται στην αγά­πη και τη σοφία Μου;

Μα τα περισσότερα και πιο φρικιαστικά δεν έγιναν παρά μετά τη μεγάλη Σύνοδο της Νικαίας, τόσο από πλευράς των Ελλήνων, περισσότερο όμως από πλευράς των Ρωμαίων αρ­χιεπισκόπων. Γιατί εκείνοι έκαναν τα πάντα προκειμένου να ζωγραφίσουν με τα πιο ζωντανά χρώματα τη Δευτέρα Παρου­σία, το καθαρτήριο και την Κόλαση, χρησιμοποιώντας ως βά­ση τα Τάρταρα των ειδωλολατρών και την παλιά εβραϊκή Σε­όλ, και Με έκαναν ταυτόχρονα σαν τον γνωστό σας Αιακό, το Μίνωα και το Ραδάμανθυ, που ήταν οι δικαστές του κάτω κό­σμου και δίκαζαν τις ψυχές των νεκρών. Σύμφωνα μ’ αυτά, πρέπει να δικάζω και να καταδικάζω ανελέητα ρίχνοντάς τους αιώνια στην Κόλαση όλους όσους δεν υπακούουν στις οδηγίες και τις επιταγές του αποκαλούμενου Άγιου Πατέρα στη Ρώμη.

Πιστεύω ότι όσα σας έχω ήδη πει αρκούν για ν’ αποδεί­ξουν ότι ούτε Εγώ ούτε κανένας από τους γνήσιους Ευαγγελι­στές Μου μπορεί να είναι ο εφευρέτης και ο δάσκαλος όλων αυτών. Γιατί δεν μπορεί να υποστηρίζω για τον εαυτό Μου ότι σήμερα μεν είμαι η μέγιστη αγάπη και έλεος, αύριο όμως η μέγιστη εκδικητικότητα, η πιο ανελέητη σκληρότητα και η αιώνια μανία να τιμωρώ και να βασανίζω τα παιδιά Μου για τα παραπτώματά τους, για τα οποία ουσιαστικά πολλές φορές έχουν ελάχιστη πραγματική ευθύνη.

Γιατί Εγώ δεν ήλθα για να κάνω να χαθεί ακόμη πιο πολύ ό,τι ήταν ήδη χαμένο, παρά για να το αναζητήσω γεμάτος α­γάπη και να το φέρω πίσω στο φως, ώστε να μη χαθεί. Ως για­τρός, άλλωστε, δεν ήρθα για χάρη των υγιών αλλά των αρρώ­στων στον κόσμο. Θα έπρεπε, λοιπόν, να κάνω τους αρρώ­στους ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι έτσι κι αλλιώς ήταν; Αυτό θα ήταν βέβαια δυνατό σύμφωνα με τη διδασκαλία και το πνεύ­μα των Φαρισαίων και ιδιαίτερα των πολλών επονομαζόμε­νων αγίων πατέρων της Ρώμης. Αλλά σύμφωνα με το δικό Μου πνεύμα, αυτό δεν ήταν δυνατό, αφού Εγώ ο ίδιος ως άνθρωπος δεν επέτρεπα στους άλλους ούτε καν να Με αποκαλούν «καλέ διδάσκαλε». Τους έλεγα: Γιατί Με λέτε καλόν; Μόνον ο Θεός είναι καλός και κανένας άλλος. Επομένως, δεν πρέπει να αποκαλείτε κανέναν «πατέρα» εκτός από τον Πατέρα σας στον ουρανό. Και κανείς εκτός από τον Θεό δεν είναι άγιος!

Τι πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε για κάποιον που θα ήθελε να είναι εκπρόσωπος του Θεού πάνω στη Γη, που αυτοαποκα­λείται «Άγιος Πατέρας» και «η Παναγιότητά του» και τι πρέπει να σκεφτούμε για την έσχατη και για κάθε ιδιαίτερη τελευταία κρίση, που κυρίως ξεκι­νούν απ’ αυτόν, καθώς και για το καθαρτήριο και την κόλαση;

Σας λέω ότι δεν πρέπει να έχει κανείς καλύτερη γνώμη γι’ αυτά απ’ ό,τι για την Παναγιότητά του, για τις «Παναγιότητες» των καρδιναλίων που βρί­σκονται ιεραρχικά κάτω απ’ αυτόν και για την έδρα του Πέτρου στη Ρώ­μη, πόλη που ο Πέτρος ποτέ δεν είχε αντικρύσει, καθώς και για τα κομματάκια του σταυρού πάνω στον οποίο υποτίθεται ότι σταυρώθηκα. Για σοφούς λόγους, ο γνήσιος σταυρός δεν υπάρχει πουθενά πάνω στη Γη, όπως επίσης δεν είναι γνή­σιος ούτε ο χιτώνας Μου, που συχνά επιδείχθηκε στο Τριερ στη Γερμανία, ούτε τα λείψανα των τριών μάγων της Κολωνίας ή τα τρία σιδερένια καρφιά του Μιλάνου, μιας και υπάρ­χουν συνολικά τόσο πολλά τέτοια σε όλες τις καθολικές και ελληνικές εκκλησίες μαζί, ώστε θα μπορούσε κανείς να φτιά­ξει μ’ αυτά ένα σιδηρόδρομο μήκους σχεδόν ενός μιλίου.

Τα υπόλοιπα προφανώς μπορείτε να τα φανταστείτε και μόνοι σας, κι Εγώ δεν χρειάζεται να σας πω πολύ περισσότε­ρα. Το ότι μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί περισσότερα από τρία γνήσια κρανία του Ιωάννη του Βαπτιστή θα σας είναι λίγο-πολύ γνωστό, καθώς επίσης και το ότι στη σπηλιά που γεννήθη­κα εξακολουθούν να βρίσκουν διαρκώς πετρωμένο γάλα της μητέρας Μου Μαρίας, το οποίο πουλιέται στους πιστούς προ­σκυνητές μαζί με διάφορα άλλα ιερά λείψανα.

Γι’ αυτό, να ακολουθείτε τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, γιατί το συγκεκριμένο Ευαγγέλιο, καθώς και η Αποκάλυψη, είναι γραμμένα από το χέρι του. Αναφορικά δε με τους άλλους δύ­ο Ευαγγελιστές, δηλαδή τον Ματθαίο και τον Λουκά, σας έ­δειξα ήδη τι συμβαίνει μ’ αυτούς και τα ευαγγέλιά τους. Με­τά τον Ιωάννη, περισσότερο πρέπει να λαμβάνετε υπόψη τον Μάρκο, γιατί όσα έγραψε εν συντομία τα άντλησε τις περισ­σότερες φορές από τα γραπτά και τις διδασκαλίες του Απο­στόλου Παύλου.

Και μ’ αυτά, τέρμα ως προς την πιο φρικτή απ’ όλες τις μέρες, την Ημέρα της Κρίσης, που υποτίθεται ότι θα έρθει στο τέλος των καιρών. Αμήν.

 

ΙΙΙ. Ο Ιησούς σαράντα μέρες στην έρημο

20 Μαρτίου 1864

Συνέχεια της ερμηνείας εκείνων των στίχων που εδώ και πολύ καιρό αποτελούν πέτρα του σκανδάλου για όλους τους ειδήμονες και για πολλούς κορυφαίους θεολόγους.

Ανάμεσα στους στίχους αυτούς, που τέτοιοι υπάρχουν πολ­λοί κυρίως στο κατά Ματθαίον και το κατά Λουκάν Ευαγγέ­λιο, είναι κι εκείνοι όπου γίνεται λόγος για το πώς το πνεύμα Με οδήγησε στην έρημο, όπου νήστεψα για σαράντα μερόνυ­χτα και τελικά άφησα το διάβολο να Με υποβάλει τρεις φορές σε πειρασμό, αφού πια είχα πεινάσει πολύ.

Από φυσική άποψη, η διήγηση αυτή είναι βέβαια μια Κα­θαρή ανοησία, γιατί ως άνθρωπος κανείς δεν μπορεί να μείνει τόσο πολύ χωρίς τροφή και νερό, αφού αρκεί το ένα τέταρτο αυτού του χρόνου για να οδηγήσει οποιονδήποτε άν­θρωπο στο φυσικό θάνατο. Άλλωστε, ο καθένας μπορεί να κα­ταλάβει αν είναι δυνατόν να βρει κανείς σε μια έρημο, ακόμη και στην έσχατη ανάγκη, κάτι να φάει ή να πιει. Θα ήταν κα­νείς αναγκασμένος να αρκεστεί σε βρύα και ξερά αγκάθια που φυτρώνουν πού και πού και να περπατάει για ώρες ολόκληρες μέχρι να συναντήσει κάπου βρώμικο νερό για να κορέσει τη δίψα του

Απ’ όλ’ αυτά είναι προφανές ότι μια τέτοια νηστεία μπο­ρεί να παρατηρηθεί από φυσική άποψη το πολύ στα ζώα εκεί­να που πέφτουν σε χειμερία νάρκη, ποτέ όμως στον άνθρωπο, γιατί κανείς δεν μπορεί να διατηρήσει τη φυσική ζωή του περισσότερο από οκτώ μέρες χωρίς τροφή και νερό.

Εδώ όμως θα μπορούσε να έρθει από την πλευρά ορισμέ­νων ζηλωτών η αντίρρηση: Εγώ δεν ήμουν καθαρός άνθρω­πος αλλά και Θεός συνάμα, και η Θεότητα μέσα Μου μπόρε­σε να κρατήσει το σώμα Μου πολύ καλά στη ζωή για σαρά­ντα μέρες χωρίς να φάω ή να πιω. Εγώ όμως λέω αντίθετα! Αν είχε συμβεί αυτό, τότε δεν νήστεψα. Γιατί η φυσική τροφή έχει τη δύναμη να τρέφει και να διατηρεί το ανθρώπινο σώμα στη ζωή μόνο χάρη στο θείο θέλημα. Δεν είναι λοιπόν το ίδιο αν κάποιος τρέφεται, διατηρείται κι ενδυναμώνεται άμεσα ή έμ­μεσα από τη θεία δύναμη και ισχύ;

Στην Ασία, συγκεκριμένα σε μερικές σπηλιές της ορεινής Ινδίας, υπάρχει ακόμη και σήμερα ένα ιδιάζον είδος αέρα που επιτρέπει στον άνθρωπο να περάσει πολλές εβδομάδες χωρίς τροφή και νερό, γι’ αυτό δε και αποκαλούνται «σπηλιές της ζωής». Οι ατμοί εκεί είναι τόσο δυναμωτικοί και θρεπτικοί, ώστε διατηρούν και διατρέφουν τον ανθρώπινο οργανισμό το ίδιο καλά με μία λιτή τροφή και αντίστοιχο ποτό.

Οι σπηλιές αυτές, καθώς και το έδαφος που τις περιβάλλει σε αρκετά μεγάλη ακτίνα, θεωρούνταν, και εν μέρει ακόμη θεωρούνται, ιερές, και πολλοί φτωχοί προσκυνητές μένουν εκεί συχνά για αρκετούς μήνες. Πρώτον επειδή στις εν λόγω σπηλιές τρέφονται, ενώ ιδιαίτερα οι άρρωστοι δυναμώνουν με παράξενο τρόπο κι έτσι θεραπεύονται. Επειδή συχνά συμβαί­νει να μη φτάνουν οι σπηλιές, σκάβουν τάφους στο έδαφος που αναφέραμε και βάζουν εκεί τους άρρωστους και τους πεινασμένους, μερικούς σε ένα είδος φερέτρων που είναι γεμάτα τρύπες, τους περισσότερους όμως εντελώς γυμνούς με σκεπα­σμένο μόνο το κεφάλι τους με ένα ύφασμα. Ύστερα τους κα­λύπτουν με χώμα σε ύψος όσο ένα παπούτσι, ώστε να μπορούν ν’ αντέξουν επίσης αρκετές εβδομάδες μέσα σ’ έναν τέτοιο τά­φο και να επιστρέψουν κατόπιν στην πατρίδα τους, θεραπευ­μένοι από τις διάφορες αρρώστιες τους και ενδυναμωμένοι σαν από ένα μαγνητικό ρευστό. Φυσικά, φεύγοντας αφήνουν κά­ποιες μικρές προσφορές στους ιερείς που φυλάσσουν τις σπη­λιές και τους τάφους. Δεύτερον, οι προσκυνητές που τράφη­καν και θεραπεύτηκαν με τον τρόπο αυτόν, έλκουν εύκολα πολλούς ξένους, ως ζωντανοί μάρτυρες του εν λόγω θαύμα­τος που το παρουσιάζουν με ζωηρά χρώματα, οπότε οι ξένοι πηγαίνουν στις θαυματουργές σπηλιές και στους τάφους φορ­τωμένοι με μεγάλους θησαυρούς κι αφήνουν στους ιερείς εκεί μεγάλες ποσότητες χρυσού και αργύρου για τις επιδείξεις που γίνονται μπροστά τους.

Τώρα λοιπόν τίθεται το ερώτημα: Από πού παίρνουν οι σπηλιές και το γύρω έδαφος τη θρεπτική αυτήν ουσία; Την απάντηση ασφαλώς εύκολα μπορεί να την καταλάβει ένας επι­στημονικός ερευνητής.

Το ορεινό Θιβέτ έχει εκτεταμένες οροσειρές που ανήκουν στις μεγαλύτερες της Γης. Αυτές οι πανύψηλες κορυφές των βουνών και των παγετώνων έλκουν διαρκώς τη μεγαλύτερη ποσότητα ηλεκτρομαγνητικού ρευστού, κυρίως από το βόρειο και εναλλακτικά και από το νότιο πόλο. Το ηλεκτρομαγνητικό ρευστό του βορρά (ως θετικό) ενώνεται, ιδιαίτερα στα νοτιό­τερα τμήματα αυτού του μεγαλοπρεπούς ορεινού όγκου, με το αρνητικό ρευστό του νότου και δημιουργεί εκεί μία εντελώς ιδιαίτερη ζωτική ουσία, που συχνά είναι τόσο ισχυρή, ώστε τα κλαδιά που κόβονται από τα δέντρα και αποτίθενται στη γη δεν ξεραίνονται, παρά εξακολουθούν να μένουν πράσινα, βγά­ζουν νέες ρίζες στο χώμα και γίνονται καινούργια δέντρα. Αυ­τός είναι ο λόγος που στις περιοχές αυτές βρίσκει κανείς ακόμη και σε υψόμετρο 14000 πόδια πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας τόσο πλούσια σε χόρτο και θάμνους βλάστηση, που παρόμοια δεν υπάρχει πουθενά αλλού πάνω στη Γη.

Σας παραθέτω εδώ το συγκεκριμένο παράδειγμα για να σας δείξω ότι στα απόμακρα ύψη των Ιμαλαΐων, όπου σε υψό­μετρο 5000 ως 8000 πόδια καλλιεργούνται τα πιο πλούσια α­μπέλια, θα μπορούσε βέβαια κανείς να νηστέψει για σαράντα μέρες. Μα σε μια έρημο της πετρώδους Αραβίας και ιδιαίτε­ρα στην αφρικανική Σαχάρα, ας δοκιμάσει κανείς να νηστέ­ψει σαράντα μέρες, κι Εγώ του εγγυώμαι ότι στο διάστημα αυ­τό θα έχει γίνει κιόλας μια τέλεια μούμια.

Στον καιρό Μου, δεν υπήρχε παρόμοια έρημος στην πε­ριοχή της Γαλιλαίας, ούτε της Χαναάν και της Σαμάρειας, όπου θα αναγκαζόταν κανείς να κάνει τις πέτρες ψωμί για να χορ­τάσει. Κι Εγώ ως Θεός και άνθρωπος, όπως είπαμε, δεν θα το είχα ανάγκη αυτό, γιατί αν έτρωγα φυσική τροφή, όσο φτωχή κι αν ήταν, τότε, σύμφωνα με την άποψη των ζηλωτών, δεν θα νήστευα. αν πάλι άφηνα τη μέσα Μου θεότητα να Με διατη­ρεί και να Με ενδυναμώνει με θαύματα, ούτε και τότε θα νή­στευα περισσότερο από τους προσκυνητές των θιβετιανών υψι­πέδων που προανέφερα. Επομένως, η νηστεία Μου που περι­γράφεται στον αληθινό ψευδο-Ματθαίο είναι, όπως και πολλά άλλα, εντελώς παρανοημένη, όπως άλλωστε και η κατά κυριο­λεξία διήγηση για τη δοκιμασία από το διάβολο στο τέλος της εν λόγω νηστείας, την οποία θα έπρεπε για κάποιο λόγο να υποστώ. και με όλη την άπειρη σοφία Μου, αληθινά, δεν μπο­ρώ να βρω αυτόν το λόγο.

Γιατί τι είναι ο διάβολος ή σατανάς; Είναι η νεκρή ύλη και τα πνεύματα που είναι δεσμευμένα σ’ αυτήν και εξαιτίας αυ­τού είναι συχνά καταδικασμένα για πάρα πολύ καιρό, τα οποία πουθενά δεν είναι πιο άκαμπτα και καταδικασμένα απ’ ό,τι ακριβώς μέσα σε μια έρημο, όπου πάντα υπάρχει πάρα πολύς θάνατος και ελάχιστη ζωή.

Αν όμως αυτό είναι ο διάβολος ή σατανάς, Εγώ δε είμαι από την αιωνιότητα η ύψιστη αγάπη και σοφία, τότε για ποιο λόγο θα έπρεπε να αφήσω να Με δοκιμάσει ο σατανάς με έναν τρόπο για τον οποίο κάθε άνθρωπος που σκέφτεται κάπως κα­θαρά θα κουνούσε αμέσως το κεφάλι; Θα μπορούσα να βρω τροφή και ποτό και χωρίς τη συμβουλή του, προκειμένου να θρέψω το σώμα Μου, αφού μάλιστα αργότερα τα κατάφερα τόσες φορές να χορτάσω πολλές χιλιάδες με λίγα ψωμιά και να γεμίσω τις άδειες αποθήκες των φτωχών πιστών με ψωμί, αλεύρι και άλλα και να γεμίσω τα κελάρια τους με κρασί.

Γιατί θα έπρεπε να επιτρέψω να Με προκαλέσει ο πειρα­σμός στις επάλξεις του Ναού της Ιερουσαλήμ; Για το σκοπό αυτό, θα ήταν το ίδιο κατάλληλοι κάποιοι ψηλοί βράχοι, όπου δεν θα ήταν δυνατό να Με βλέπουν και να Με παρατηρούν τό­σο πολλοί άνθρωποι, που συνήθως συγκεντρώνονται γύρω από το Ναό. Αν είχα πραγματικά βρεθεί σε μία έπαλξη του Ναού, ασφαλώς κάποιος ή και περισσότεροι θα Με είχαν ρωτήσει πώς βρέθηκα εκεί πάνω και τι έκανα ή τι ζητούσα εκεί. Δεν θα Με είχαν αφήσει τόσο εύκολα να επιστρέψω από κει πίσω στην έ­ρημο, και σίγουρα στην Ιερουσαλήμ θα είχαν προσέξει ένα τέ­τοιο γεγονός, που στη συνέχεια θα συνέχιζαν να το αφηγούνται.

Στο τέλος, ο διάβολος στέκεται στην κορυφή ενός ψηλού βουνού -του οποίου ο Ευαγγελιστής δεν αναφέρει το όνομα, προφανώς για τον απλό λόγο ότι ως Σιδώνιος δεν γνώριζε κα­λά την ενδοχώρα της Γαλιλαίας ή της Χαναάν και επομένως δανείστηκε κάποιο βουνό που δεν ήξερε. το όνομά του, πάνω στο οποίο υποτίθεται ότι στεκόμουν ως κάτοχος του Απείρου­- και ζητά ως αντάλλαγμα για τα πλούτη αυτής της Γης, που εί­ναι ολόκληρη ένα τίποτα για Μένα, να τον λατρέψω, οπότε πλέον Εγώ τον απέπεμψα.

Όντως, κάτι κρύβεται στη διήγηση του πραγματικού Ευαγ­γελιστή Ματθαίου, που στο Ευαγγέλιο είναι εντελώς παρανο­ημένη και παρερμηνευμένη, ωστόσο δεν πρόκειται καθόλου για κάτι υλικό.

Ως άνθρωπος πραγματικά έφυγα για σαράντα μέρες από το σπίτι του Ιωσήφ και πήγα στην περιοχή όπου ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κήρυττε μια εδώ και μια εκεί, κοντά στον Ιορδάνη. Και προετοιμάστηκα και ως προς την ανθρώπινή Μου φύση γι’ αυτό που, πραγματικά έκανα λίγο αργότερα. Εννοείται ότι ως άνθρωπος έζησα τότε πολύ μετρημένα, αφού και ως ξυλουρ­γός, ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος των απολαύσεων.

Διείσδυσα με το πνεύμα Μου όχι μόνο σε ολόκληρη τη Γη, αλλά σε όλη την άπειρη υλική Δημιουργία. Τη δοκιμασία αυτή την επέλεξα με το σώμα Μου ενωμένο με το πνεύμα Μου, προκειμέ­νου να βρω πώς θα κατορθώσω πιο γρήγορα και πιο εύκολα την πλήρη απελευθέρωση του εγώ τους και την πλήρη ανεξαρ­τησία ολόκληρης της υπόστασης όλων των δεσμευμένων μέ­σα στην ύλη πνευμάτων. Και μέσα Μου αποκαλύφθηκαν τρεις τέλειες δυνατότητες:

Η πρώτη συνίστατο στο να καταλύσω μέσα σε μια στιγμή ολόκληρη την υλική Δημιουργία και να δώσω μία υπόσταση ενός δημιουργήματος στα πνεύματα που ήταν δέσμια εκεί, με την οποία θα μπορούσαν μεν να Με γνωρίσουν, όχι όμως και να γίνουν ποτέ εντελώς όμοια με Μένα.

Η δεύτερη ήταν να τα αφήσω για ένα διάστημα ακόμη μέ­σα στην ύλη, κατόπιν όμως να τ’ αναστήσω χωρίς να προηγη­θούν οι πολλές ενδιάμεσες βαθμίδες, να τα μοιράσω σε ορι­σμένες ομάδες και να τ’ αφήσω να συνεχίσουν να υπάρχουν έτσι. Στην περίπτωση αυτήν όμως, μ’ αυτήν τη μορφή και το ποιόν, όντας οργανωμένα σε ομάδες και διαθέτοντας ανώτερη νοημοσύνη, εύκολα θα μπορούσαν να γκρεμιστούν από τις υψηλές επάλξεις της γνώσης τους, και τότε δεν θα Μου έμενε και πάλι άλλη λύση από μια δεύτερη αιχμαλωσία τους σε μια ακόμη πυκνότερη ύλη.

Η τρίτη δυνατότητα ήταν να αφυπνίσω και πάλι μεμιάς όλα τα δεσμευμένα πνεύματα και να τα τοποθετήσω στο επίπεδο των πρωταρχικά δημιουργημένων μεγάλων πνευμάτων, χωρι­στά όμως το καθένα απ’ αυτά. Αλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε να τα παρα­δώσω στην πρωταρχική τους έπαρση, κι έτσι αντί για έναν άσωτο υιό θα γίνονταν άπειροι τέτοιοι, που πολύ δύσκολα θα έβρι­σκαν τον αληθινό δρόμο της επιστροφής. Γι’ αυτό, απέρριψα τη μεγάλη ιδέα ως ακατάλληλη, κι έμεινε ένας μόνο δρόμος αποδεκτός και έγκυρος για την αιωνιότητα, από τον οποίο κά­θε δημιούργημα μπορεί να φθάσει στην απόλυτη ελευθερία και ανεξαρτησία, όμοια με Μένα: να διασπάσω, και να διατρέ­ξω Εγώ ο ίδιος την ύλη με την απόλυτη θειότητά Μου.

Βλέπετε, σ’ αυτό συνίσταται πνευματικά η νηστεία Μου και η υπερβολικά υλική διήγηση του Ευαγγελιστή για τον πειρασμό του διαβόλου.

Έτσι πρέπει να πιστέψετε και να εννοήσετε αυτό το θέμα του Ευαγγελίου. Όποιος δέχεται την υλική περιγραφή, θα πε­ριμένει να του ερμηνευτεί και να την καταλάβει στον άλλο κό­σμο. Και υπάρχουν πολλοί που είναι αναγκασμένοι να περι­μένουν χωρίς να φταίνε οι ίδιοι. Γι’ αυτό, δεν θα τους κατα­λογιστεί σαν κακό, αλλά θα καταλάβουν καλύτερα όταν θα βρεθούν σε μια κατάσταση μεγαλύτερης πνευματικής διαύγειας. Γιατί, πώς θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς στους πολλούς τυφλούς ανθρώπους ως κακό και κάτι για το οποίο δεν φέρουν την παραμικρή ευθύνη;

Εδώ προκύπτουν από μόνες τους άλλες δύο ερωτήσεις, που είναι εύκολο ν’ απαντηθούν.

Η πρώτη: Γιατί επέτρεψα Εγώ, ως παντογνώστης και πα­ντοδύναμος Θεός και Πατέρας, να μεταδοθεί τόσες φορές ο καθαρόςΛόγος Μου που προσέφερα στους Αποστόλους και σε πολλούς άλλους, από αυτούς και τόσους άλλους Ευαγγελι­στές με εξαιρετικά αντιφατικό τρόπο, χωρίς να φαίνεται να έκανα πολλά για να το εμποδίσω;

Αυτό είναι σαν να Με ρωτάει κανείς γιατί δεν έκανα να φυτρώνουν στη Γη αυτή μόνο σιτάρι, κριθάρι και βρώμη, κα­θώς και καλά οπωροφόρα δέντρα. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να δώσω πιο αναλυτική απάντηση, αφού οι άνθρωποι από καιρό έμαθαν από τις έρευνές τους ότι δεν υπάρχει ούτε ένα ζιζά­νιο πάνω στη Γη που να μην μπορεί να γίνει ωφέλιμο, αν χρη­σιμοποιηθεί με τον κατάλληλο τρόπο. Ασφαλώς, αυτό το γνω­ρίζουν πιο καλά οι γιατροί και οι φαρμακοποιοί, ότι μόνο με σιτάρι, κριθάρι και βρώμη δεν μπορεί κανείς να θεραπεύσει ούτε τον πυρετό ούτε τα εξανθήματα ή τον πόνο στην κοιλιά!

Όπως λοιπόν το κάθε τι έχει το σκοπό και την ωφελιμότη­τά του, έτσι και οι πολλοί άνθρωποι που σκέπτονται εσφαλ­μένα ή είναι δεισιδαίμονες έχουν το σκοπό και την ωφελιμό­τητά τους πάνω στη Γη. Γιατί αν ήταν όλοι από τη γέννησή τους φωτισμένοι σαν τον Αρχάγγελο Ραφαήλ, ενώ ακόμη ζούσαν στα νωθρά σώματά τους, τότε κανένας τους δεν θα επι­χειρούσε να σκεφτεί κάτι ούτε θα προσπαθούσε να αναζητή­σει και να βρει την καθαρή αλήθεια. Σύντομα θα έπεφτε γενι­κός λήθαργος, αφού κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε ούτε να ωφελήσει ούτε να βλάψει κανέναν. Ενώ έτσι, οι πιο διαυ­γείς διανοητικά άνθρωποι κινητοποιούνται από τους κουτούς προκειμένου να αντιμετωπίσουν τόσο πιο δραστήρια την κου­ταμάρα και το σκοτάδι, όσο πιο πολύ αυτά απειλούν να εξα­πλωθούν, κατόπιν δε χαίρονται πολύ, αν καταφέρουν με το ζή­λο τους να φέρουν ένα σωρό τυφλούς στο δρόμο του φωτός.

Αυτός είναι επίσης ο σκοπός που εξυπηρετούν τα Ευαγγέ­λια που αντιφάσκουν το ένα προς στο άλλο από υλική ή κυριολε­κτική άποψη. Παρ’ όλ’ αυτά, εμπεριέχουν το καθαρό πνεύμα, που ο κάθε -έστω και λίγο- φωτισμένος μπορεί να ανακαλύψει. Αυτό όμως δεν βλάπτει την αποκαλούμενη κοινή ανθρω­πότητα, που μέσα στην τυφλή της παιδιάστικη αφέλεια δεν μπορεί να ξε­χωρίσει ένα χάλκινο νόμισμα από ένα χρυσό. Γιατί ξέρετε ότι στο σπίτι του Πατέρα Μου υπάρχουν πάρα πολλές κατοικίες και σχολεία, όπου μπορούν να φθάσουν -και θα φθάσουν- στο φως τέτοιες πνευματικά φτωχές ψυχές. Αυτή είναι και η αιτί­α της υπομονής Μου και της ανοχής Μου έναντι των άνοων, άλογων και ανόητων εκπροσώπων του Θεού πάνω στη Γη. Όμως, κάθε πράγμα έχει τον καιρό και τη διάρκειά του. Αυτό που σήμερα ακόμη ζει κι ανθεί, μπορεί αύριο κιόλας να έχει μαραθεί και ξεραθεί! Αυτή είναι η απάντηση στην πρώτη ερώτηση.

Η δεύτερη ερώτηση όμως είναι: Πώς μπόρεσα Εγώ, ως η μέγιστη Σοφία από την αιωνιότητα, να διεξαγάγω, κατά κά­ποιον τρόπο, ένα συμβούλιο με τον εαυτό Μου, που αποτε­λούσε για Μένα μια δοκιμασία, σχετικά με τον τρόπο που θα μπορούσαν όλα τα δέσμια της ύλης πνεύματα να περάσουν κα­λύτερα στην ελευθερία και την ανεξαρτησία;

Βέβαια, αυτή η ερώτηση φαίνεται δυσκολότερο ν’ απα­ντηθεί από την πρώτη. Εγώ όμως λέω: Μήπως Εγώ, ως το αιώ­νια σοφότατο Ον, δεν θα έπρεπε να προσφέρω κατά καιρούς στον εαυτό Μου την ευχαρίστηση να διαβουλεύομαι με την ε­σωτερική Μου Αγάπη σχετικά με μεγάλες και σημαντικές υ­ποθέσεις της Δημιουργίας, για το πώς κάποιο πράγμα θα γινό­ταν κατά τρόπο καλύτερο και πιο τελεσφόρο; Μια παρόμοια διαβούλευση είναι για Μένα μια μεγάλη ευτυχία, και το ίδιο ισχύει για όλα τα πάνσοφα, παρόμοια με Μένα, αγγελικά πνεύ­ματα μέσα στο άπειρο! Αν η βαθύτερη σκέψη για ένα πολύ ση­μαντικό θέμα είναι ήδη για έναν καλό και σοφό άνθρωπο της Γης μία μεγάλη ευχαρίστηση που προσφέρει ευτυχία, γιατί λοι­πόν θα έπρεπε Εγώ -ως ο πρωταρχικός δημιουργός όλων των αναρίθμητων σκέψεων και επιθυμιών ανθρώπων και αγγέλων-­ να στερηθώ εντελώς την απόλαυση να σκέφτομαι με θείο τρό­πο;

Θα μπορούσα άλλωστε να έχω διευθετήσει έτσι τα πράγ­ματα πάνω στη Γη, ώστε οι καρποί, αντί να ωριμάζουν σιγά ­σιγά, να έπεφταν από την αρχή ώριμοι στη Γη, όπως πέφτει η βροχή, το χαλάζι και το χιόνι, κι όπως κάποτε έπεσε το μάννα στους Ισραηλίτες μέσα στην έρημο, ή τουλάχιστον να ωριμά­ζουν πάνω στα δέντρα και στους θάμνους μέσα σε μια μέρα. Εγώ όμως πιστεύω ότι ο τρόπος που έχουν διευθετηθεί τα πράγματα πάνω στη Γη είναι ο καλύτερος. Στο κάτω-κάτω, και οι άνθρωποι χαίρονται εξίσου για ένα ανθισμένο δέντρο και για ένα που είναι γεμάτο ώριμους καρπούς.

Τέτοιες ερωτήσεις που θα μπορούσαν να τίθενται σποραδικά από κάποιους λαμπρούς επιστήμονες μοιάζουν με εκεί­νη την ερώτηση του παράλογου σοφού του κόσμου, που έθεσε το εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα αν η θεότητα είχε δημιουργήσει πρώτα το αυγό ή την κότα. Γιατί χωρίς αυγό, δεν θα μπο­ρούσε να έχει δημιουργηθεί ούτε κότα ούτε κόκορας, αλλά χω­ρίς κότα και κόκορα δεν θα μπορούσε να υπάρξει στον κόσμο γονιμοποιημένο αυγό! Εγώ όμως λέω: Χρειάστηκε να προηγηθεί ένα αυγό για τη δημιουργία ενός κεντρικού ή άλλου ήλιου ή ενός πλανήτη; Συνεπώς, όποιος μπορεί να γεννήσει από τον εαυτό του τόσο σημαντικά πράγματα, θα έχει και την άδεια των σοφών ανθρώπων να δημιουργήσει είτε πρώτα τ’ αυγά είτε τα πουλερικά, αρχίζοντας από τον κόκορα.

Ούτε το πρώτο ζεύγος ανθρώπων χρειάστηκε αυγό, από το οποίο θα έβγαινε. Ο άνθρωπος τέθηκε από Εμένα τέλειος μέ­σα στον υλικό κόσμο, όπως και κάθε άλλο δημιούργημα, και μάλιστα έφερε ήδη τη δυνατότητα για τον κατοπινό πολλαπλασιασμό του, πράγμα πολύ πιο φυσικό από το να είχα πρώ­τα γεμίσει τη Γη με αυγά, από τα οποία ύστερα θα επωάζονταν με τη βοήθεια της ηλιακής θερμότητας όλων των ειδών τα δη­μιουργήματα.

Πιστεύω ότι με όλ’ αυτά θα έχετε ξεκαθαρίσει μέσα σας Και τη δεύτερη ερώτηση. Λοιπόν, δεν θα πω τίποτ’ άλλο για τη νηστεία Μου των σαράντα ημερών και τον πειρασμό του διαβόλου στην έρημο. Φτάνει λοιπόν για σήμερα, αλλά θα επανέλθω σύντομα με ένα άλλο κείμενο του Ευαγγελίου που δεν ταιριάζει με τον καθαρό λόγο και την καθαρή λογική. Αμήν.

22 Μαρτίου 1864

Μια παρατήρηση: Τα ακόλουθα ας προστεθούν στον πε­ριεχόμενο στο Ευαγγέλιο πειρασμό του διαβόλου στην έρημο, στην έπαλξη του Ναού και στην ψηλή βουνοκορφή, ώστε να γίνει εντελώς κατανοητή αυτή η μυστική για όλο τον κόσμο υπόθεση, η οποία όμως πρέπει να εκλαμβάνεται και να κατα­νοείται όχι από τη φυσική αλλά μόνο από την πνευματική άπο­ψη.

Στο διάστημα εκείνο των σαράντα ημερών προετοιμασίας Μου για τη διδασκαλία, επέτρεψα κάποιες μέρες να Με πλη­σιάσουν ορισμένες καλές, αλλά και κακές, ψυχές νεκρών και να Μου υποβάλουν τα αιτήματά τους.

Προς το τέλος ήρθε και μια ψυχή από την αρχαιότητα που κάποτε ήταν ένας πολύ κακός και σκληρός δυνάστης. Μου είπε τα γνωστά λόγια που καταγράφονται στο Ευαγγέλιο και Με ρώτησε πνευματικά για τα γνωστά τρία σημεία.

Γι’ αυτό, είπα στην πολύ φτωχή ακόμη ψυχή που κάποτε είχε ζήσει ως άνθρωπος πάνω στη Γη: Ο άνθρωπος δεν ζει μο­νάχα με ψωμί αλλά και από κάθε λέξη που βγαίνει από το στό­μα του Θεού. Και πάνω στην έπαλξη του Ναού, και πάλι πνευματικά: Πρέπει να υπηρετείς μόνο τον Θεό και όχι να Τον δο­κιμάζεις, όπως Τον δοκίμαζες όσο ήσουν άνθρωπος στον κόσμο. Και στη βουνοκορφή, όπου το πνεύμα του κακού αυ­τού βασιλιά υποσχέθηκε να Μου δώσει όλα τα κράτη που κά­ποτε κατείχε, αν Εγώ του προσέφερα θεϊκές τιμές, τον εξαφά­νισα από μπροστά Μου. Γιατί το πνεύμα ή η ψυχή αυτού του βασιλιά ήταν παρόμοιο με του βασιλιά της Βαβυλώνας Να­βουχοδονόσορα, ο οποίος ζητούσε να τον υπακούει ο λαός του επί ποινή θανάτου. Το δε όνομά του σήμαινε: εκτός από μένα δεν υπάρχει άλλος Θεός! Εμένα πρέπει να λατρεύετε και να τιμάτε ως Θεό σας με ακριβές θυσίες. Το ότι Εγώ απέπεμψα κατά ιδιαίτερο τρόπο το Ναβουχοδονόσορα, μπορείτε να το διαβάσετε στη Γραφή.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ή ένα τέτοιο πνεύμα δεν αξίζει άλ­λωστε τίποτα καλύτερο από το «άπαγε σατανά!» και το να μην εμφανιστεί ποτέ πια μπροστά Μου με τη συγκεκριμένη μορ­φή.

Αυτή η σύντομη παρατήρηση ας σας χρησιμεύσει ως μια διευκρινιστική εξήγηση για τις σαράντα μέρες νηστείας Μου στην έρημο και τον πειρασμό του διαβόλου. Τώρα μπορείτε να Μου παρουσιάσετε κάποια άλλη ευαγγελική αντίθεση. Θα την διευκρινίσω.

 

 1.Το ράπισμα και ο μανδύας

21 Μαρτίου 1864

Όσον αφορά στο Κατά Ματθαίον 5, 39 όπου γράφει πως δεν πρέπει να προβάλλει κανείς αντίσταση στο κακό, αλλά αν κάποιος του δώσει ένα χαστούκι, να μην το ανταποδώσει με τον ίδιο τρόπο, και στο στίχο 40: «Αν κάποιος θέλει να διεκδικήσει το χιτώνα σου, δώσε του και το μανδύα», πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής:

Αν κάποιος είναι κάπως οξυδερκής, ασφαλώς θα καταλά­βει με την πρώτη ότι αυτή η ρήση Μου δεν θα έπρεπε ούτε εί­ναι δυνατόν να εφαρμοσθεί από υλική σκοπιά. Γιατί ναι μεν τα είπα αυτά όταν Με ρώτησαν αν η εντολή του Μωϋσή αναιρείται από την καθαρή διδασκαλία Μου. Εγώ όμως είπα: «Δεν αναιρώ ούτε ένα γιώτα από το μωσαϊκό Νόμο και τον εφαρ­μόζω, στο μέτρο που εμπεριέχει την αγάπη. Είναι βέβαια αλή­θεια ότι ειπώθηκε στους προπάτορες μέσω του Μωϋσή “οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος, και αν κά­ποιος σκοτώσει κάποιον, πρέπει να τιμωρηθεί επίσης με θά­νατο”. Αλλά ανάμεσα σε σας, τους μαθητές Μου, η κατάσταση πρέπει να είναι διαφορετική!»

Σε αυτό ακριβώς το σημείο έδωσα το παράδειγμα του ραπί­σματος και της διεκδίκησης της κατά νόμον κατοχής του χιτώνα, πράγμα που φυσικά δεν καταγράφηκε με απόλυτη ακρίβεια και με την εκ των υστέρων μετάφραση από τα εβρα­ϊκά στα ελληνικά, από κει στα λατινικά και πολύ αργότερα από τις τρεις αυτές γλώσσες στα γερμανικά, που την εποχή εκείνη ήταν ακόμη μια φτωχή σε λεξιλόγιο γλώσσα και δεν διέθετε αντιστοιχία για πολλές εκφράσεις των τριών άλλων γλωσσών δεν αποδόθηκε σωστά.

Η ακριβέστερη απόδοση αυτών των στίχων είναι: «Αν έρθεις σε διένεξη με έναν αδελφό ή γείτονα για μικρή αφορμή κι εκείνος ετοιμάζεται να σε χτυπήσει, εσύ να μη γίνεις ακό­μη πιο βίαιος, αλλά να του τείνεις φιλικά το χέρι και να διευ­θετήσεις ειρηνικά την υπόθεση, ώστε να ξαναζωντανέψει η παλιά σας φιλία!»

Εκεί, συνεπώς, δεν γίνεται κουβέντα για χαστούκι. Άλλω­στε, αν ήταν έτσι, θα έδινα στον ισχυρότερο το δικαίωμα να δίνει στο συνάνθρωπό του όποτε του αρέσει όχι μόνο ένα αλ­λά δύο χαστούκια. Το ίδιο ισχύει και για την έριδα γύρω από το χιτώνα. Για να καταλάβει κανείς όμως καλύτερα αυτήν τη διεκδίκηση του χιτώνα, πρέπει να ξέρει κάπως τα ιουδαϊκά ή­θη και έθιμα.

Από τα παλιά χρόνια είχαν το εξής έθιμο: Αν κάποιος, σε μια εποχή που συνήθως δεν είχε χρήματα ούτε ζώα για να που­λήσει, συγχρόνως χρειαζόταν ένα χιτώνα ή μανδύα ή και τα δύο, πήγαινε σε κάποιο ράφτη της κοινότητας ή του μέρους όπου κατοικούσε, του εξηγούσε την κατάσταση και του όριζε την ημερομηνία πληρωμής.

Συχνά όμως συνέβαινε κάποιος είτε να μην μπορέσει είτε να μη θέλει να τηρήσει την ημερομηνία πληρωμής. Ο ράφτης ήταν τότε υποχρεωμένος να περιμένει μια δεύτερη κι ύστερα μια τρίτη και τελευταία προθεσμία. Μετά την παρέλευση της τρίτης και τελευταίας, ο ράφτης είχε το δικαίωμα να ζητήσει το ποσό που είχε συμφωνηθεί µ’ εκείνον που παράγγειλε το χιτώνα και το μανδύα, συχνά δε γινόταν έντονη συζήτηση μπροστά στο δικαστή. Ο ράφτης ήθελε να πληρωθεί, μα ο ιδιοκτήτης του χιτώνα και του μανδύα προέβαλλε διάφορους λό­γους που τον εμπόδιζαν να εκπληρώσει την υποχρέωση πλη­ρωμής και μετά την παρέλευση της τρίτης προθεσμίας.

Για τη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε στους Ιουδαίους ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίον η κοινότητα, αν πραγμα­τικά υπήρχε αδυναμία πληρωμής, είχε την υποχρέωση να απο­ζημιώσει το ράφτη ώστε αυτός να μπορέσει να συνεχίσει την άσκηση του επαγγέλματός του. Σε αντιστάθμισμα, είχε το δι­καίωμα να αποζημιωθεί από εκείνον που παράγγειλε τα ρού­χα, αν αργότερα διαπίστωνε ότι μπορούσε πλέον να πληρώ­σει. Βέβαια, συχνά συνέβαινε σχεδόν κανένας-από τους οφει­λέτες να μη θέλει να γίνει έτσι, και να προβάλλει διάφορους λόγους απέναντι στην κοινότητα για τη διαρκή οικονομική του αδυναμία.

Έτσι πολλές φορές οι διενέξεις διαρκούσαν χρόνια ολόκληρα και μια φορά ρωτήθηκα ποιος ήταν ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης τέτοιων κακών καταστάσεων. Τότε λοιπόν εί­πα: Το καλύτερο και αποτελεσματικότερο μέσο είναι πρώτον να είναι κανείς απόλυτα έντιμος και ειλικρινής σύμφωνα με το μωσαϊκό Νόμο, που λέει ότι κανείς δεν πρέπει να επιθυμεί ό,τι ανήκει στον πλησίον του. Μια όμως και πρόκειται για ένα χιτώνα, είναι τουλάχιστον μια και δυο φορές καλύτερο, τόσο για τον οφειλέτη όσο και για τον πιστωτή, ν’ αφήσει το χιτώ­να -και στο τέλος και το μανδύα- παρά να ωθήσει ολόκληρη την κοινότητα σε ανώφελες έριδες.

Όποιος το ξέρει αυτό, είναι αδύνατο να μη Μου δώσει δί­κιο για τη συμβουλή που έδωσα, προκειμένου να διατηρηθεί η μελλοντική ειρήνη και η ενότητα στην κοινότητα. Μα ο ευαγ­γελιστής που ήδη είχε αρχίσει να κουράζεται κάπως από το γράψιμο, προτίμησε να αποδώσει το γεγονός με όσο πιο λίγα λόγια μπορούσε, για να γλιτώσει κόπο και χρόνο. Γιατί εκεί­νη την εποχή το να γράφει κανείς δεν ήταν τόσο εύκολο και γρήγορο όπως σήμερα, αλλά χρονοβόρο και κοπιαστικό. Για μια σελίδα για την οποία σήμερα ένας μέτριος γραφέας χρειά­ζεται 20 με 30 λεπτά, ο l’Rabbas στη Σιδώνα, ο Λουκάς στην Ιερουσαλήμ και ο Θεόφιλος στην Αθήνα, την Κόρινθο ή τις Συρακούσες, όπου διέμενε συχνά, χρειαζόταν με όλη του την επιμέλεια τουλάχιστον οκτώ ημέρες. Γιατί είτε έπρεπε να χα­ράξει τα γράμματα με ατσάλινη πένα σε ειδικές πέτρινες πλά­κες είτε να τα ζωγραφίσει με ένα λεπτό πινέλο ζωγραφικής πάνω σε περγαμηνή.

Βέβαια, ένας εξασκημένος ζωγράφος ή γραφέας έγραφε φυσικά με το πινέλο κάπως πιο γρήγορα, όχι όμως και πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι με τη γνωστή πένα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι γραφείς της εποχής Μου εκφράζονται τόσο λα­κωνικά. Ο l’Rabbas χρειάστηκε σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια μέχρι να δει το τελευταίο, το δέκατο πέμπτο Ευαγγέλιό του έ­τοιμο στην περγαμηνή, ενώ ήταν πολύ εργατικός και επιμε­λής. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι οι παρόμοιοι γραφείς έγραφαν όσο πιο συνοπτικά μπορούσαν, θίγοντας κατά κάποιον τρόπο μόνο τα κύρια σημεία και παραλείποντας τις λεπτομέρειες που επεξηγούσαν τις βασικές έννοιες.

Θα μπορούσε όμως εύκολα κανείς να ρωτήσει: Ο Μωϋσής και άλλοι προφήτες της αρχαιότητας έγραψαν μεγάλα βιβλία. Πόσο καιρό χρειάστηκε λοιπόν ο Μωϋσής για να γράψει τα πιο γνωστά πέντε βιβλία, αν εξαιρέσουμε το έκτο και έβδομο, καθώς και το σημαντικό προφητικό παράρτημα;

Σας λέω λοιπόν ότι με την τότε γραφή, όλα τα βιβλία του δεν είχαν μεγαλύτερο όγκο από ένα Ευαγγέλιο του Ιωάννη που εμπνεύστηκε από Μένα, επειδή ο Μωϋσής χρησιμοποιούσε ακόμη τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, που τα γνώριζε καλά. Μό­νο την εποχή των Κριτών, που ήξεραν ακόμη καλά αυτήν τη γραφή και τις αντιστοιχίες της, μεταφέρθηκαν τα βιβλία του Μωϋσή γραμμένα με τα παλιά εβραϊκά γράμματα σε περγαμη­νή, η οποία κατασκευαζόταν καλά στην αρχαία πόλη Πέργαμο.

Όμως ακόμη και αυτήν τη γραφή δεν την ήξεραν οι περισ­σότεροι Ιουδαίοι της εποχής Μου, γιατί παραλείπονταν τα φω­νήεντα μεταξύ των συμφώνων. Έτσι, αναγκάστηκαν να κά­νουν άλλη μια αντιγραφή, για την οποία οι παλιοί νομοδιδάσκαλοι χρειάστηκαν πάνω από διακόσια χρόνια. Από κει έρχεται και η λέξη νομοδιδάσκαλος, όχι επειδή καταλάβαιναν το σωστό νόημα της Γραφής, γιατί ως προς αυτό οι περισσό­τεροι, και όλοι οι Φαρισαίοι, ήταν εντελώς ηλίθιοι, αλλά επει­δή μπορούσαν να διαβάζουν την παλιά, χωρίς φωνήεντα γρα­φή της εποχής των Κριτών. Γι’ αυτό άλλωστε δεν πρέπει να σας εκπλήσσει το ότι πάντα οι νομοδιδάσκαλοι κι Εγώ κατα­λήγαμε σε λογομαχία, που δεν τους άρεσε, επειδή απεδείκνυε πόσο τυφλοί ήταν. Αυτά αρκούν για να κάνουν αρκετά κατα­νοητά τα δύο χωρία που προαναφέρθηκαν.

 

«Δεν ήρθα για να σας δώσω την ειρήνη του κόσμου τούτου».

Τώρα ερχόμαστε στο δέκατο κεφάλαιο με τους στίχους 34, 35 και 36 (κατά Ματθαίον), όπου αναφέρεται:

«Δεν πρέπει να νομίζετε ότι ήρθα για να φέρω την ειρήνη στον κόσμο. Δεν ήρθα για να σας φέρω την ειρήνη του κόσμου τούτου, παρά το διχασμό. Γιατί ήρθα μόνο για να ξεσηκώσω τον άνθρωπο ενάντια στον πατέρα του, την κόρη ενάντια στη μητέρα της και τη νύφη ενάντια στην πεθερά της. Και οι εχθροί του ανθρώπου είναι οι ίδιοι οι συγκάτοικοί του.»

Όποιος πάρει αυτούς τους στίχους, που επιπλέον είναι κα­κομεταφρασμένοι, κατά λέξη, αναγκαστικά θα μπει σ’ ένα λα­βύρινθο σφαλμάτων, απ’ όπου ούτε το φως ενός κεντρικού ήλιου δεν θα μπορεί να τον βγάλει. Γιατί όπως φαίνεται από όσα προηγήθηκαν, Εγώ κηρύττω και θέλω την επιείκεια, την ειρήνη και τη φιλία ανάμεσα στους ανθρώπους. Και ο ίδιος ο Μωϋσής δίδαξε στην τέταρτη εντολή από το δικό Μου στό­μα: «Να τιμάς τη μητέρα και τον πατέρα σου, για να ζήσεις πολύ και να περνάς καλά πάνω στη Γη.»

Πώς θα μπορούσα λοιπόν να δημιουργήσω μια διδασκα­λία αντίθετη σε όλ’ αυτά, σύμφωνα με την οποία ο γιος και ο πατέρας, η κόρη και η μητέρα κ.ο.κ. θα ζούσαν με το ξίφος στο χέρι σε διαρκή διένεξη, και μάλιστα μέσα στο ίδιο σπίτι;

Για να καταλάβει κανείς σωστά αυτά τα κείμενα, που στην αρχική μορφή που δόθηκαν από Μένα είναι σωστά, και να τα εκτιμήσει ως διδασκαλία Μου, πρέπει πρώτα να ξέρει με ποια ευκαιρία τα είπα και πώς, με βάση τη σωστή μετάφραση.

Αυτό έγινε όταν ήμουν σε ένα μέρος της Γαλιλαίας και δί­δασκα στο λαό τα καθήκοντα που έχει απέναντι στον Θεό κι ο ένας απέναντι στον άλλον. Τους είπα: «Δεν σας διδάσκω τί­ποτ’ άλλο από αυτό που Με δίδαξε ο Πατέρας Μου από την αιωνιότητα, για Τον οποίο εσείς βέβαια λέτε ότι είναι και δι­κός σας πατέρας, παρ’ όλ’ αυτά όμως ούτε τον γνωρίσατε πο­τέ, ούτε τώρα τον γνωρίζετε. Γιατί αν γνωρίζατε Εκείνον, θα γνωρίζατε κι Εμένα, αφού Εκείνος Με έστειλε σε σας.»

Εκείνοι είπαν: «Τι λες; Δεν είμαστε παιδιά του Αβραάμ, και δεν είπε ο Θεός στον Αβραάμ ότι όλοι του οι απόγονοι θα είναι παιδιά Του;»

Τότε Εγώ θύμωσα και είπα: «Θα έπρεπε να είσαστε παιδιά του Θεού χάρη στην καταγωγή σας από τον Αβραάμ. Όμως, έχετε πάψει από καιρό να είσαστε, και ο πατέρας σας είναι ο Σατανάς, η μητέρα σας η Λεγεών των διαβόλων και η πεθερά σας είναι η απροσμέτρητη τυφλότητα, αδράνεια και κακία σας. Και αυτοί οι εχθροί των ανθρώπων είναι οι συγκάτοικοί σας! Όποιος δε από σας θέλει να ξαναγίνει αληθινό παιδί του Θεού, ας πιάσει το ξίφος της αλήθειας, την οποία σας λέω, κι ας αγω­νιστεί εναντίον αυτών του των συγκατοίκων, μέχρι να τους νι­κήσει.»

Τότε φυσικά ρώτησαν οι λίγοι Φαρισαίοι και νομοδιδά­σκαλοι πώς τολμούσα να τους χαρακτηρίζω παιδιά του Σατα­νά, όλων των διαβόλων και της δικής τους τυφλότητας, αδρά­νειας και κακίας, αφού ήταν αποδεδειγμένο πως όλοι κατάγο­νταν από τη φυλή του Λευί!

Εγώ όμως είπα: «Βέβαια, ως προς τη σάρκα. Αλλά ως προς το πνεύμα, δεν είσαστε από πάνω, όπως ήταν ο Λευί και όπως είμαι Εγώ, παρά προέρχεστε από κάτω. Γι’ αυτό άλλωστε δεν Με γνωρίζετε, Με μισείτε και Με καταδιώκετε..

Απ’ αυτά ο καθένας καταλαβαίνει, και ιδιαίτερα όποιος ξέ­ρει καλά την εβραϊκή γραφή, ότι Εγώ είπα αυτούς τους στί­χους που κατέγραψε ο ψευδοευαγγελιστής Ματθαίος ή καλύ­τερα ο γνωστός σας l’Rabbas στη Σιδώνα με αφορμή και με τον τρόπο που μόλις σας είπα. Γιατί τα λόγια της μετάφρασης, που απομονώσατε ως αντιφάσκοντα με το πνεύμα Μου των Ευαγγελίων, ασφαλώς θα κατέστρεφαν μεμιάς την κύρια δι­δασκαλία Μου για την αγάπη προς τον πλησίον, όπως και το Νόμο του Μωϋσή.

Ποιος από σας μπορεί, αν έχει έστω και ίχνος πίστης σε Μένα και τη διδασκαλία Μου, να πιστεύει ότι Εγώ σήμερα λέω σε όλους τους ανθρώπους να αγαπούν τον Θεό πάνω απ’ όλα και τον πλησίον σαν τον εαυτό τους, κι αύριο θα ερχόμουν με μια νέα εντολή, λέγοντας: Να μισείτε και να καταδιώκετε ο ένας τον άλλον, αν είναι δυνατόν με το ξίφος στο χέρι. Πι­στεύω ότι έναν τέτοιο δάσκαλο από τη χώρα των βαρβάρων προφανώς θα έπρεπε κανείς να τον κλείσει σε ένα τρελοκομείο, γιατί είναι φανερό ότι εκεί είναι η θέση του.

Αφού σας εξήγησα και αυτό το κείμενο με το σωστό κι αληθινό πνεύμα, θα καταλαβαίνετε τώρα ότι μ’ αυτό καθόλου δεν εναντιώθηκα στη θεία Σοφία Μου κι επομένως δεν είμαι για τρελοκομείο, όπως είχαν δηλώσει κάποιοι νεώτεροι συγγραφείς, πράγμα που όμως δεν Με κάνει να θυμώνω μαζί τους, αλλά τους συγχωρώ, γιατί πραγματικά δεν ξέρουν τι κάνουν. Αυτά λοιπόν για τους εν λόγω στίχους. Αμήν.

 

«Να είσαστε έξυπνοι σαν τα φίδια, αλλά άκακοι … »

22 Μαρτίου 1864

 

Γράφε: Όσον αφορά στους στίχους 16 και 17 του κεφαλαί­ου 10 του κατά Ματθαίον, σ’ αυτούς έχω αναφερθεί όχι μία αλλά αρκετές φορές στο έργο «Ιωάννης» που υπαγόρευσα. Πάντως θα σας δώσω μια πιο αναλυτική εξήγηση γι’ αυτούς.

Αυτά τα είχα ήδη πει στους Αποστόλους όταν τους έστει­λα να προπορευτούν πριν από Μένα, τα πρώτα κιόλας χρόνια της διδασκαλίας Μου, όταν οι άνθρωποι γενικά ήξεραν ακόμη λί­γα για Μένα. Στη Γαλιλαία και στη Σαμάρεια μερικοί κάτι είχαν ακούσει, αλλά στην περιοχή της Ιερουσαλήμ ήξεραν ακό­μη λίγα για Μένα, κι όποιος ήξερε κάτι, το κρατούσε μυστικό για τον εαυτό του από το φόβο των Φαρισαίων. Γι’ αυτό είπα στους Αποστόλους που είχα στείλει λίγο πριν από Μένα να διδάξουν:

«Βλέπετε, σας στέλνω σαν αρνιά ανάμεσα στους λύκους. Γι’ αυτό, να είστε έξυπνοι σαν τα φίδια, όμως άκακοι σαν τα περιστέρια. Να φυλάγεστε από τους συγκεκριμένους υψηλά ιστάμενους του κόσμου, γιατί εκείνοι είναι που ενδεχομένως θα θελήσουν να σας βλάψουν όπου μπορούν. Αν φτάσετε σε πόλη όπου θα συναντήσετε τέτοιους ανθρώπους, να μη μείνε­τε, παρά να φύγετε αμέσως, τινάζοντας ακόμη και τη σκόνη της πόλης από τα πόδια σας. Γιατί αν διώκουν Εμένα ως τον Κύριο, όπως ξέρετε, τότε πόσο περισσότερο θα καταδιώξουν εσάς. Αν Εμένα Με αποκαλούν Βεελζεβούλ, τότε εσάς δεν θα σας χαιρετήσουν ως αγγέλους του Θεού.

Όταν θα σας στείλω για δεύτερη φορά στον κόσμο, τότε θ’ αναγκαστείτε να υποστείτε διώξεις στο όνομά Μου και θα σας παραδώσουν στα δικαστήρια. Μα ποτέ να μη φοβηθείτε εκείνους που σκοτώνουν το σώμα, δεν μπορούν όμως να βλά­ψουν την ψυχή. Και όταν θα σας ανακρίνουν στα δικαστήρια, μη φοβηθείτε για το τι και πώς θ’ απαντήσετε. Γιατί θα σας έρθει μια απάντηση στο στόμα, για την 0ποίαοιδικαστέςδεν θα μπορούν να πουν τίποτα.

Σας λέω όμως ότι ο Λόγος Μου δεν θα έχει ακόμη φθάσει σε όλους τους ανθρώπους, όταν θα επιστρέψω και πάλι ανά­μεσά σας και θα δικάσω το λαό που προσπάθησε πάντα να αντιμετωπίσει σαν εχθρούς Εμένα και εσάς.»

Αυτά αφορούν πρώτα την προφητεία για την πτώση της Ιερουσαλήμ κι ύστερα οποιουδήποτε είδους ειδωλολατρία της πόρνης της Βαβυλώνας.

Εδώ οι κάπως φοβισμένοι μαθητές και απόστολοι Με ρώ­τησαν αν και αυτήν τη φορά θα σέρνονται στα δικαστήρια από διάφορους ισχυρούς. Κι Εγώ τους είπα: «Αυτήν τη φορά θα έχετε μικρή επαφή με τους εχθρούς του φωτός. Μα όταν κάπο­τε θα αφήσω σωματικά αυτήν τη Γη, θα πρέπει να υποφέρετε πολλά από τους Ιουδαίους και τους ιερείς τους στο όνομά Μου.

Πάντα όμως να θυμόσαστε ότι δεν πρόκειται να σας εγκα­ταλείψω. Προηγουμένως δε, θα σας δώσω τη δύναμη και την εξουσία ώστε να μπορείτε αν είναι ανάγκη να υπερασπιστεί­τε αποτελεσματικότατα τον εαυτό σας ενάντια στους δικούς Μου και δικούς σας εχθρούς. Και οι λύκοι όπου θα σας στεί­λω όπως και τώρα, λίγα ή τίποτα θα μπορούν να σας κάνουν, αν πραγματικά είσαστε στο όνομά Μου έξυπνοι σαν το φίδι και παράλληλα άκακοι σαν τα περιστέρια.

Θα περπατάτε πάνω σε φίδια, σαλαμάνδρες και σκορπιούς και δεν θα μπορούν να σας βλάψουν. κι αν σας δώσουν να πιεί­τε δηλητήριο, δεν θα έχει αποτέλεσμα. Αυτά για να παρηγο­ρηθείτε! Πάντα να στηρίζεστε σε Μένα, κι Εγώ δεν θα σας εγκαταλείψω ποτέ, παρά θα είμαι κοντά σας πνευματικά με όλη την αγάπη, τη σοφία, την ισχύ και την εξουσία Μου, που θα είναι για σας η μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη βοή­θεια ενάντια σε οποιουδήποτε είδους εχθρό.»

Τότε οι Απόστολοι έφυγαν ανά ζεύγη σε διαφορετικές Κα­τευθύνσεις και κήρυξαν το όνομά Μου και το πώς το βασίλειο του Θεού ήρθε κοντά στους ανθρώπους. Όμως δεν έφτασαν στην περιοχή της Ιερουσαλήμ. έφτασαν όμως στη Σιδώνα, την Τύρο και την Ιόππη, στη Γαλιλαία, μερικοί δε μέχρι τη Συρία.

Όμως αυτή τους η αποστολή από Μένα δεν διήρκησε πολύ. Όταν στις μοναχικές περιηγήσεις Μου έφτασα στην Κις στον Κισγιονά και αφού έμεινα εκεί μερικές μέρες μαζί με αυτόν το φίλο Μου και αρκετούς από τους συγκατοίκους του, ανέβη­κα μαζί τους ένα αρκετά ψηλό βουνό, ανέθεσα με το γνωστό θαυματουργό τρόπο στους αόρατους υπηρέτες Μου να φέρουν τους Aποστόλoυς πετώντας μέσω του αέρα στο συγκεκριμένο βουνό όπου βρισκόμουν, και εκείνοι Μου διηγήθηκαν διάφορα. Μου διηγήθηκαν ότι παντού τα είχαν πάει καλά και μόνο σε ένα μέ­ρος είχαν συναντήσει ένα αγόρι που ήταν δαιμονισμένο, του οποίου τα κακά πνεύματα δεν υπάκουσαν στις εντολές τους.

Επίσης παραπονέθηκαν για το γνωστό σας Ιωάννη της Σα­μάρειας που κήρυττε αυθαίρετα το όνομά Μου και τη διδα­σκαλία Μου που είχε ακούσει στη Σαμάρεια και έκανε επίσης θαύματα στο όνομά Μου. Τότε τους ρώτησα αν ήταν μαζί Μου ή εναντίον Μου. Μαζί Σου, Μου είπαν, κι Εγώ τότε είπα: Τό­τε ας τον αφήσουμε ανενόχλητο να δράσει.

Αυτός ο Ιωάννης είναι ο ίδιος που αργότερα κήρυξε στη Δαμασκό τόσο αποτελεσματικά τον Λόγο και το όνομά Μου, ώστε σ’ αυτήν τη μεγαλούπολη πολλές χιλιάδες πίστεψαν σε Μένα και ο Παύλος, τότε Σαούλ, που ακόμη βρισκόταν στην υπηρεσία των Φαρισαίων, έκρινε αναγκαίο να πάει με μια ομά­δα στη Δαμασκό για να καταδιώξει κι εκεί με το σκληρότερο τρόπο τους Χριστιανούς.

Τότε όμως, όπως ξέρετε, τον αντιμετώπισα ο ίδιος και τον άλλαξα τόσο πολύ, ώστε δυο μέρες αργότερα έγινε ένας από τους πιο πρόθυμους αποστόλους Μου και είχε περισσότερη και πιο αποφασιστική δράση ως προς τη διάδοση της διδασκα­λίας μου, συγκεκριμένα στους ειδωλολάτρες, από όλους τους άλλους Αποστόλους και τους μαθητές τους. Αυτοί πήγαν βέ­βαια σε πολλά από τα πιο γνωστά βασίλεια της Γης, αλλά δεν κατάφεραν πολλά ούτε καν στη μεγάλη χώρα των Ιουδαίων, αν και για δώδεκα χρόνια μετά από Εμένα ίδρυαν κοινότητες όπως στη Λαοδίκεια, στις Σάρδεις, στην Τύρο, στη Σμύρνη και αλλού. Μα οι κοινότητες αυτές απομακρύνθηκαν τόσο γρή­γορα από τις βασικές αρχές της διδασκαλίας Μου, ώστε ανα­γκάστηκα να χαρακτηρίσω τις περισσότερες ως εντελώς απορ­ριπτέες μέσω της Αποκάλυψης του Ιωάννη.

Ο ίδιος ο Πέτρος, πριν φύγει από την Ιερουσαλήμ όπου συ­νήθως έμενε στο σπίτι του Λάζαρου ή του Νικόδημου ή του Ιωσήφ της Αριμαθαίας, αναγκάστηκε να κάνει στην Ιερουσα­λήμ μια εκκλησιαστική σύνοδο, όπως αποκαλείται, κατά την οποία συνέταξε επιστολή προς τις εν λόγω κοινότητες για το τι θα έπρεπε να προσέξουν, ιδιαίτερα όντας εν μέρει Χριστια­νοί και εν μέρει ακόμη Ιουδαίοι. Την εν λόγω σύνοδο αναφέ­ρει σύντομα και ο Λουκάς, όμως δεν είχε πολλά αποτελέσμα­τα. και τότε, σε μια τους συνάντηση, ο Παύλος κατηγόρησε τον Πέτρο, επειδή εκείνος ήθελε ακόμη να είναι τέλειος Ιου­δαίος με τους Ιουδαίους και έδινε πολύ μεγάλη σημασία στα πιστεύω τους που Εγώ είχα καταργήσει και δυσκόλευε συνει­δησιακά τους Ιουδαίους που είχαν πιστέψει σε Μένα. μόλις όμως βρισκόταν μόνο ανάμεσα σε ειδωλολάτρες, κατηγορού­σε μαζί τους τα ήθη και έθιμα των Ιουδαίων που Εγώ είχα κα­ταργήσει και τηρούσε τα δικά τους.

Γι’ αυτόν το λόγο, κάλεσα Εγώ ο ίδιος κατόπιν τον Πέτρο και του είπα να πάει στο Ρωμαίο διοικητή Κορνήλιο, επειδή εκείνος το επιθυμούσε, και να τον βαπτίσει μαζί με την οικο­γένειά του στο όνομά Μου, δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να έρθουν σε Μένα μέσα στο πνεύμα Μου που δρα μέσα τους.

Ο Πέτρος πήγε, κι όταν έφτασε στο σπίτι του Κορνήλιου, που ήταν στη μέση ενός μεγάλου κήπου, πεινούσε πολύ και Με παρακάλεσε να τον τονώσω και σωματικά για τη μεγάλη αποστολή που είχε μπροστά του. Κι Εγώ έστειλα από τους ου­ρανούς έναν άγγελο ορατό για τον Πέτρο, που του έφερε τρόφι­μα τυλιγμένα σε ένα λευκό πανί, που δεν επιτρεπόταν όμως να τα τρώνε οι Ιουδαίοι. Όταν εκείνος τα είδε, είπε: Κύριε, εδώ είναι όλο ακάθαρτα φαγητά που δεν επιτρέπονται στους Ιουδαίους. πώς να τα φάω; Εγώ όμως του είπα: Ό,τι καθάρισα Ε­γώ, είναι καθαρό και για τους Ιουδαίους. Γι’ αυτό να τα φας και να πας ύστερα να κάνεις αυτά που σου είπα.»

Τότε ο Πέτρος έφαγε τα ακάθαρτα φαγητά και πήγε αμέ­σως στον Κορνήλιο, όπου και πάλι δυσαρεστήθηκε κάπως μα­ζί Μου, επειδή στο μεταξύ είχα κάνει το βάπτισμα του Κορ­νήλιου και της οικογένειάς του και ο Πέτρος τους βρήκε όλους να έχουν ήδη το Άγιο Πνεύμα.

 

 1.Για τον καιρό της Ανάστασης του Ιησού Χριστού

Τα ακόλουθα σκοπεύουν να σας ξεκαθαρίσουν οριστικά τα αμφισβητούμενα σημεία για τον καιρό της Ανάστασής Μου.

Πρώτον, είχα ήδη πει ενωρίτερα στους αποστόλους και στους μαθητές Μου ότι την τρίτη ημέρα -κι όχι αφού περά­σουν τρεις ολόκληρες ημέρες- θα αναστηθώ με τις δικές Μου δυνάμεις, όπως έχω επίσης τη δύναμη να εγκαταλείψω τη ζωή του σώματος, για να μπορέσει κάθε δημιούργημα να φθάσει στη μακαριότητα.

Όσον αφορά τις διαφορές στα στοιχεία των Ευαγγελιστών, όλα στηρίζονται στην ίδια βάση στην οποία στηρίζονται και οι άλλες αντιφάσεις που σας έχω εξηγήσει. Μόνον ό,τι λέει ο Ιωάννης είναι απόλυτα σωστό.

Θα ήταν όμως εξίσου σωστό ό, τι λένε οι άλλοι Ευαγγελι­στές και απόστολοι για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά ξέρετε ήδη τι συμβαίνει με το γνήσιο ευαγγέλιο του Ματθαίου.

Ο ψευδοευαγγελιστής Ματθαίος ήταν βέβαια ένας άνθρω­πος απόλυτα έντιμος, που αναζητούσε την αλήθεια, και ερεύ­νησε με ζήλο την αλήθεια σχετικά με όσα είχαν συμβεί είκο­σι χρόνια νωρίτερα, πριν αρχίσει να συνθέτει και να γράφει το ευαγγέλιό του. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε πια κανένας από­στολός Μου στην Ιουδαία, αν και υπήρχαν πολλοί άλλοι μάρ­τυρες της εν λόγω εποχής.

Όπως όμως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιστάσεις, πάρα πολλοί άνθρωποι σε όλα τα μέρη που είχα επισκεφτεί εί­χαν να διηγηθούν διάφορα για Μένα, συνήθως όμως μόνον όσα είχαν οι ίδιοι δει και ακούσει από Εμένα στον τόπο τους. Έτσι, είναι κατανοητό γιατί ο l’Rabbas και πολλοί άλλοι ευαγ­γελιστές δεν μπορούσαν παρά την καλή τους θέληση να ενη­μερωθούν πλήρως για όσα είχα κάνει και διδάξει.

Εδώ θα ρωτήσετε: Γιατί δεν διαφώτισα περισσότερο αυ­τούς τους ανθρώπους, ώστε να μπορέσουν να καταγράψουν μόνο την απόλυτη, καθαρή αλήθεια;

Σας λέω λοιπόν ότι όταν επρόκειτο για απόλυτα έντιμους ανθρώπους που είχαν αυτή την επιδίωξη, ποτέ δεν το παρέλει­ψα. Όμως δεν φταίω Εγώ για το πώς κατάντησε αργότερα, όταν έγινε εγωιστικός, ο κόσμος αυτές τις έντιμες παραδόσεις, αφού ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ελεύθερη βούληση. Το ότι δεν παρέλειψα να κάνω εκκαθαρίσεις ακόμη και ήδη από την επο­χή Μου, φαίνεται από όλες εκείνες τις μικρές ή μεγαλύτερες συνόδους, που τους ανατέθηκε από το πνεύμα Μου η αποστολή να διακρίνουν το ψέμα που είχε παρεισφρύσει στην αλήθεια και να το καταδικάσουν μπροστά σε ολόκληρη την κοινότητα. Μολονότι όμως τα ζιζάνια ανθούσαν παντού ανά­μεσα στο σιτάρι, δεν κατάφεραν να το καταστρέψουν εντελώς. Έτσι συμβαίνουν και στη σημερινή εποχή εδώ και αλλού πο­λύ μεγάλες εκκαθαρίσεις, και ο εχθρός της αλήθειας δεν θα μπορέσει πια να κάνει τίποτα εναντίον τους.

Τώρα λοιπόν κατασκευάζω θαυμαστά φράγματα ενάντια σε κάθε πλημμύρα ψεύδους και στήνω τον αληθινό βράχο του Πέτρου, που δεν θα τον ξεπεράσουν οι πύλες της Κόλα­σης.

Βέβαια θα υπάρξουν ακόμη πολλές διενέξεις και αγώνες ανάμεσα στους ανθρώπους αυτής της Γης, στις οποίες θα νι­κάται το ψέμα, κι αυτό θα γίνεται μέχρι που κανένας άνθρω­πος δεν θα δίνει πια δραχμή για ένα ολόκληρο φορτίο σανό που θα αποτελείται μόνο από ζιζάνια. Κι ο καθένας θα νιώθει απέραντη χαρά βλέποντας τις ακτίνες του αληθινού φωτός από τους ουρανούς.

Όσον αφορά τώρα την πνευματική διαφώτιση για το πώς αναστήθηκα, αυτή την έχω δώσει από καιρό, όπως επίσης πώς ο άνθρωπος πρέπει να καταλαβαίνει την τριαδικότητα. Για την ανάσταση του Λαζάρου θα μιλήσω εν συνεχεία στις επόμενες ανακοινώσεις στο Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, καθώς και για αρκετά ακόμη θέματα.

Σήμερα βέβαια υποστηρίζεται από μια μερίδα επιστημόνων ότι το Ευαγγέλιο του Ιωάννη δεν είναι γραμμένο από το χέρι του. Εγώ όμως σας λέω ότι είναι. Φυσικά, όσο ταξίδευε μαζί Μου ως Απόστολος, έγραψε μόνο αποσπάσματα, κατα­γράφοντας τα πιο αξιοσημείωτα. Αλλά κατά την αποκαλούμε­νη εξορία του στην Πάτμο -που για κείνον δεν ήταν καθόλου εξορία, αφού μ’ αυτήν απλώς ένας έντιμος και ισχυρός Ρωμαίος τον είχε γλιτώσει από τη διωκτική μανία των Ιουδαίων­- είχε τη δυνατότητα στο σπίτι του Έλληνα Κάδωνα, που τον ξέρετε ήδη από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και που κατά και­ρούς είχε ζήσει και στην Ιεριχώ, να φέρει, στο πλευρό της Μα­ρίας, ανενόχλητος σε μια τάξη το Ευαγγέλιό του και εκεί με­ταβίβασε στις κατοπινές γενιές τόσα, όσα θα χρειάζονταν για να γίνουν μακάριες. Κυρίως όμως στο τέλος είπε ότι Εγώ έκανα και δίδαξα πολλά ακόμη, που δεν είναι γραμμένα εκεί, κι αν κάποιος τα έγραφε σε βιβλίο, ο κόσμος δεν θα τα χωρού­σε. Και με αυτή την επιτυχημένη παρατήρηση, έκλεισε το Ευαγγέλιό του – σχεδόν την εποχή της καταστροφής της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους. Μετά απ’ αυτό, ο Ιωάννης έζη­σε αρκετό διάστημα και έγραψε τα οράματά του που φέρουν τον τίτλο «Αποκάλυψη».

Όσο καταγινόταν μ’ αυτό, πολλές φορές τον βοήθησε στο γράψιμο ένας αγαπημένος του φίλος, γιατί ο ίδιος τον καιρό εκείνο είχε περάσει πια τα εκατό. Αυτός ο φίλος του λεγόταν επίσης Ιωάννης, όνομα που έλαβε όταν ο Ιωάννης τον βάφτι­σε και διέχυσε πάνω του το πνεύμα Μου. Γιατί ο Ιωάννης αυ­τός ήταν Έλληνας και φυσικά είχε ένα εντελώς διαφορετικό όνομα, που λίγο ή καθόλου μας ενδιαφέρει, αφού δεν είναι πρόσωπο διάσημο στην ιστορία, μολονότι ανήκε στους υπη­ρέτες του Κάδωνα.

Αν κάποιος έχει χρήματα και χρόνο, θα μπορούσε και σήμερα ακόμη να βεβαιωθεί για την παραμονή του Ιωάννη στα νοτιοανατολικά αυτής της ελληνικής νήσου.

Τώρα λοιπόν ξέρουμε τι συνέβη στ’ αλήθεια με τον Ιωάν­νη. Ήταν και παραμένει ο αγαπημένος Μου, και όποιος ζει και πράττει σύμφωνα με το Ευαγγέλιό του, θα θεωρηθεί από Μέ­να ίσος του.

Αν βρείτε κάτι ακόμη στα Ευαγγέλια που σας φαίνεται αντι­φατικό, στραφείτε σε Μένα, και θα σας το εξηγήσω, όπως έκα­να πάντα μέχρι σήμερα. Νομίζω όμως ότι δεν θα βρείτε πια πολλά τέτοια σημεία, αφού πάρα πολλά έχουν ήδη διευκρινι­σθεί από το «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη» κι αυτό που δη­μιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα σε όλους τους σοφούς του κόσμου μπορώ να σας το εξηγήσω τώρα.

Αυτή την εποχή θα επιτρέψω σε πολύ περίεργου ς σοφούς του κόσμου να στραφούν εναντίον Μου. Σας εφιστώ σχετικά την προσοχή, ώστε να μην ενοχληθείτε από τα έργα τους, αν τύχει και τα διαβάσετε. Γιατί τα επιτρέπω αυτά, για να πάψουν παντού να υπάρχουν ειδωλολάτρες ιερείς. Γιατί αν αυτοί χά­σουν το Σωτήρα του Κόσμου τους, τι θα είναι ύστερα οι ίδιοι και οι εκκλησιαστικοί θεσμοί τους; Τίποτα άλλο από νεκρο­θάφτες που δουλεύουν επί πληρωμή. Και τότε γι’ αυτούς θα ισχύει το: Αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους άλλους νε­κρούς, εσείς όμως οι ζωντανοί ακολουθήστε Με! Αμήν.

 1.Τρία ερωτήματα για κείμενα της Γραφής

1 Απριλίου 1864

Για το κήτος του προφήτη Ιωνά,

για τον άνθρωπο που δεν είχε γαμήλιο ένδυμα

στο δείπνο που είχα διοργανώσει,

και για τον νέο που τράπηκε σε φυγή

κατά τη σύλληψή Μου στο Όρος των Ελαιών

στον κήπο της Γεθσημανή.

Η φάλαινα έχει τη δική της αλήθεια από άποψη φυσικής ιστορίας, αλλά και πνευματικά. Γιατί και τα δύο πρέπει να εί­ναι σωστά, γιατί χωρίς αυτή την ορθότητα ή χωρίς τη φυσική βάση, το πνευματικό δεν θα είχε αντιστοιχία.

Για να καταλάβουμε τη φυσική άποψη, πρέπει να ξέρου­με ότι εκείνο τον καιρό υπήρχαν, ιδιαίτερα στη Μεσόγειο, τε­ράστια ψάρια που οι Αιγύπτιοι τα ονόμαζαν Λεβιάθαν και οι αρχαίοι Έλληνες, στον καιρό του γνωστού ιστορικού Ηρόδο­του, τα είχαν ονομάσει φάλους. Αυτό το είδος ψαριών, που αναφέρεται και στο βιβλίο του Ιώβ, εξαφανίστηκε λίγο μετά το πέρασμα των υδάτων από το Γιβραλτάρ και μεταφέρθηκε από τα δυνατά θαλάσσια ρεύματα του Ατλαντικού στα νότια, όπου τα περισσότερα χάθηκαν στα κρύα νερά όπως και άλλα μεγάλα ζώα της ξηράς.

Είχαν τεράστιο στόμα, που ήταν συνδεδεμένο μέσω ενός μεγάλου ανοίγματος με ένα εξίσου τεράστιο στομάχι. Δεν εί­χαν ούτε δόντια ούτε γλώσσα, παρά αντί γι’ αυτό πολλά ραχιαία πτερύγια όπως οι σημερινές βόρειες φάλαινες, που σε ένα ενήλικο ζώο έφταναν σε μήκος τις δυο με τρεις οργι­ές και χρησίμευαν στο ζώο αυτό όπως η προβοσκίδα στον ελέ­φαντα.

Έπιαναν μ’ αυτά τη λεία τους και την έσπρωχναν ακέραια στο στομάχι τους, που δεν είχε νερό, παρά έβγαζε από τα εσω­τερικά του τοιχώματα ένα είδος χυμού που μετά από μερικές ημέρες παραμονής στο στομάχι διέλυε την ακόμη ζωντανή λεία και την κατέστρεφε σιγά-σιγά.

Το τεράστιο αυτό κήτος ήταν θηλαστικό και γεννούσε ζω­ντανά νεογνά και, όπως η σημερινή φάλαινα του Βορρά, ήταν αναγκασμένο να ανεβαίνει συχνά στην επιφάνεια της θάλασ­σας, για να μην πάθει ασφυξία. Το κυνηγούσαν οι πολυάριθ­μοι και εξίσου μεγάλοι καρχαρίες που ζούσαν παλιότερα στη Μαύρη Θάλασσα, ώσπου, όταν άνοιξε το ήδη γνωστό σας στε­νό του Δευκαλίωνα, οπότε δημιουργήθηκε ο σημερινός πορ­θμός της Κωνσταντινούπολης και των Δαρδανελίων, κατοί­κησαν στη σημερινή Μεσόγειο. Αυτά τα μεγαλοπρεπή ψάρια άρχισαν ένα δυνατό κυνήγι εναντίον των μεγάλων φάλων, τους έβγαζαν δαγκώνοντας τα πτερύγια και τα άλλα άκρα, κυρίως τα μεγάλα στήθη και τα επίσης μεγάλα πτερύγια που είχαν πλάι από τα στήθη αυτά και που έμοιαζαν με χέρια ανθρώπου.

Αυτά τα άκρα ήταν καλή τροφή για τους καρχαρίες και οι φάλοι τρέπονταν όλο και περισσότερο σε φυγή, μέχρι που κα­τάντησαν ένα σπάνιο φαινόμενο για τη Μεσόγειο, στον δε και­ρό του Ιωνά δεν είχαν μείνει περισσότεροι από μερικές εκατοντάδες εκεί. Ο Ιωνάς, όταν μια μεγάλη θαλασσοταραχή τον πέταξε από το πλοίο, είχε την τύχη με δική Μου παρέμβαση να τον καταπιεί ένας φάλος και να μείνει τρεις μέρες στο στο­μάχι του. Ακόμη, Εγώ επέτρεψα να καταδιώξει ένας καρχαρίας τον φάλο και εκείνος να βρει καταφύγιο στην ασιατική ακτή. Μ’ αυτή την ευκαιρία άδειασε το στομάχι του – αυτό εί­ναι χαρακτηριστικό αυτών των τεράστιων ψαριών μόλις έφτα­ναν στην ακτή, είτε εξαιτίας κάποιου κινδύνου στη θάλασσα είτε για να επισκεφτούν τα μικρά τους, που συνήθως τα μεγά­λωναν σε κάποια ρηχή παραλία, και να τους φέρουν τροφή εί­τε από τα στήθη τους είτε μία ακόμη ζωντανή λεία από το στο­μάχι τους. Γιατί δεν άφηναν τα μικρά τους να φτάσουν στην ανοιχτή θάλασσα πριν να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο μέ­γεθος και δυναμώσουν.

Με μια τέτοια ευκαιρία έφτασε και ο Ιωνάς στην ασιατι­κή ακτή και μόλις ο φάλος τον ξέρασε στα ρηχά, εκείνος ση­κώθηκε γρήγορα κι έτρεξε στην ξηρά, όπου δεν μπορούσαν πια να τον καταδιώξουν ούτε ο γερο-φάλος ούτε τα τέσσερα μικρό. του.

Αυτή είναι λοιπόν η φυσική πλευρά, όπως ήταν τότε, αλ­λά έχει πάψει εδώ και χρόνια πια να είναι έτσι.

Στα παλιά μουσεία, κυρίως της Αλεξάνδρειας, υπήρχαν κατάλοιπα των πλευρών αυτών των παλιών τεράστιων ψαριών, μα καταστράφηκαν αργότερα από τους Σαρακηνούς όπως Και τα βιβλία. Μερικά κομμάτια βρίσκονται όμως ακόμη και σήμερα στο Λονδίνο και στο Παρίσι, και τα θεωρούν σκελετούς παλιών τεράστιων ζώων είτε της ξηράς είτε της θάλασσας. Πε­ρισσότερο όμως πιστεύουν ότι πρόκειται για ζώα της θάλασ­σας, επειδή συνήθως τα βρίσκουν εδώ κι εκεί σε αμμουδιές κοντά στη θάλασσα. Ένα κύριο πλευρό ενός τέτοιου ενήλικου φάλου είχε συχνά μήκος 5-7 οργιές και ζύγιζε περίπου 100­-150 κιλά. Σήμερα το είδος αυτό έχει όπως είπαμε εξαφανιστεί και σχεδόν εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δεν έχει βρεθεί πια κανένα ζωντανό τέτοιο ψάρι.

 

Ο άνθρωπος χωρίς γαμήλιο ένδυμα

Φυσικά, οικοδεσπότης είμαι Εγώ και τα φαγητά της συνε­στίασης είναι η διδασκαλία Μου. Οι άνθρωποι στους φράχτες και στα σοκάκια είναι εκείνοι που έχουν δεχθεί τη διδασκαλία Μου και την έχουν ακολουθήσει, και γι’ αυτό φορούν ένα πνευ­ματικό γαμήλιο ένδυμα.

Εκείνος όμως που δεν έχει γαμήλιο ένδυμα, υπονοεί εκεί­νους από τους Ιουδαίους και Φαρισαίους που συμμετείχαν φαι­νομενικά στη διδασκαλία Μου, όχι όμως για να γίνουν καλύ­τεροι, παρά για να Με κατασκοπεύουν και να βρουν έτσι μια αφορμή για να Με παραστήσουν σαν εγκληματία μπροστά στον Θεό και στην ανθρώπινη εξουσία και ύστερα να Με εκ­δικηθούν.

Εγώ όμως, ως οικοδεσπότης, γρήγορα αναγνώρισα έναν τέτοιο κατάσκοπο, με άλλα λόγια: Γρήγορα διέβλεψα μέχρι τα βάθη τον ψευτοευσεβή Φαρισαϊσμό μέχρι την εσώτατη κακή του ρίζα και κάθε φορά που προσπαθούσε να εισχωρήσει στο δείπνο Μου, έδινα εντολή να συλληφθεί και να εξοριστεί στο εξώτατο σκότος της νύχτας της δικής του καρδιάς. Η εικόνα αυτή αναφέρεται κυρίως στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ και στην εκδίωξη των Ιουδαίων σε όλο τον κόσμο, αφού μέ­χρι σήμερα (1864) δεν έχουν ούτε κράτος ούτε βασιλιά κι επομένως ούτε πατρίδα, και παντού όπου βρεθούν, τους καταδιώ­κουν και τους περιφρονούν. Και αυτοί οι Ιουδαίοι παριστούν συνεπώς κάθε άνθρωπο που ήρθε στο δείπνο Μου χωρίς γα­μήλιο ένδυμα.

Κατά δεύτερoν, και εκείνος που ρίχτηκε ως εικόνα στο εξώτατο σκότος, όπου βρίσκεται μέχρι αυτήν τη στιγμή, επίσης υποκρινόταν πότε-πότε το Χριστιανό, για να πουλήσει στους πιστούς εξυπηρέτηση και να κερδίσει υλικά από αυτούς.

Μια και ξέρουμε τώρα τι συμβαίνει με τον καλεσμένο στο δείπνο που δεν είχε γαμήλιο ένδυμα, ας ασχοληθούμε λίγο με ευκαιρία της σύλληψής Μου στον κήπο της Γεθσημανή με το νεαρό που τράπηκε σε φυγή.

 

Για τον νέο που τράπηκε σε φυγή

Το συμβάν αυτό αναφέρεται πολύ σύντομα μόνον από Το Μάρκο, θα μπορούσε όμως και να έχει παραλειφθεί χωρίς να ζημιωθεί έτσι το ευαγγέλιό του, αφού δεν έχει σχεδόν καμία ηθική αξία.

Για να καταλάβει κανείς αυτό το πραγματικό γεγονός Και την αιτία του, πρέπει να ξέρει ότι στην εποχή Μου είχε σχηματι­στεί μία ομάδα-νέων ανθρώπων που από τη μια περιφρονούσαν τους Φαρισαίους και μπορούσαν να μιμηθούν τα ταχυδακτυ­λουργικά θαύματά τους, πράγμα που όχι σπάνια έκαναν όταν βρίσκονταν σε κύκλους ομοίων τους, γελοιοποιώντας έτσι τους Φαρισαίους. Από την άλλη, είχαν την εύνοια των Ρωμαίων, που τους άρεσαν τα καμώματά τους, και έτσι απολάμβαναν μιας μυστικής προστασίας, ώστε να μπορούν να γελοιοποιούν ατιμώρητα την ψεύτικη ευσέβεια και τα θαύματα των Φαρι­σαίων, κυρίως μπροστά στους Ρωμαίους και στους Έλληνες.

Σ’ έναν τέτοιο σύλλογο ήταν κι ένας νέος που Με είχε ακούσει και παρατηρήσει κάποιες φορές στην Ιερουσαλήμ και που η διδασκαλία Μου και οι πράξεις Μου του άρεσαν στ’ αλήθεια, και δεν ήταν διατεθειμένος να συμφωνήσει σχετικά με τους φίλους του, όταν εκείνοι επιχείρησαν να μιμηθούν με διάφορους τρόπους τα θαύματά Μου. Ο νεαρός τους απέδει­ξε ότι η διδασκαλία και τα θαύματά Μου προέρχονταν από ένα εντελώς διαφορετικό πνεύμα από εκείνο των κουτών και τυ­φλών Φαρισαίων. Εκείνοι όμως τον περιγέλασαν και του εί­παν αρκετές φορές: Αν ο θαυματοποιός από τη Γαλιλαία δεν βρίσκεται κάτω από ειδική προστασία των Ρωμαίων, τότε δεν θα ξεφύγει από την εκδίκηση των Ναϊτών, όπως δεν θα ξεφεύ­γαμε κι εμείς, αν δεν είχαμε σίγουρους προστάτες τους Ρωμαί­ους και τους Έλληνες.

Οι νέοι αυτοί παρακολουθούσαν με προσοχή πότε θα επέ­στρεφα στην Ιερουσαλήμ, για να δουν τι θα συνέβαινε με Μέ­να εξαιτίας της εκδίκησης που ήξεραν ότι είχαν ορκιστεί να πάρουν οι Ναΐτες. Όταν έφτασα στην Ιερουσαλήμ, τον καιρό που γνωρίζετε, προδόθηκα και επέτρεψα να συλληφθώ και να συρθώ στα αυστηρά δικαστήρια, ο σύλλογος αυτός ήταν εκεί, αν και κρατιόταν σε απόσταση. Όταν κατάλαβαν τι συνέβαι­νε σε Μένα, μερικοί έφεραν και το νεαρό που Με συμπαθού­σε από ένα διπλανό σπίτι, όπου είχε πάει για να ξεκουραστεί, για να του δείξουν ότι η πρόβλεψή τους σχετικά με Μένα εί­χε επαληθευτεί.

Όταν ο νεαρός, που στη βιασύνη του είχε τυλίξει γύρω του μόνο το σεντόνι του κρεβατιού, είδε να Μου κάνουν τέτοια πράγματα και νόμισε ότι ίσως οι φίλοι του να ήθελαν να πα­ραδώσουν και τον ίδιο στους Ιουδαίους, ξέφυγε κι άρχισε να τρέχει όσο γρηγορότερα μπορούσε. Τη νύχτα κρύφτηκε από τους φίλους του, που πίστευε πως θα τον καταδίωκαν, πράγ­μα που όμως δεν έκαναν, για δικό τους καλό, κι άλλωστε δεν θα το έκαναν εύκολα.

Αυτός είναι ο ουσιαστικός λόγος του γεγονότος που ανα­φέρει ο Ευαγγελιστής, που όμως από μόνο του δεν λέει τίπο­τα παραπάνω από το ότι ο νεαρός τράπηκε σε φυγή για να σω­θεί, εν μέρει επειδή φοβήθηκε τους φίλους του, κυρίως όμως επειδή φοβήθηκε τη μεγάλη εκδικητικότητα των Φαρισαίων. Αργότερα, αφού έμαθε για την Ανάστασή Μου, έγινε και πάλι πιστός οπαδός της διδασκαλίας Μου, παρ’ όλ’ αυτά όμως δεν έμεινε στην Ιερουσαλήμ, παρά πήγε στους Εσσαίους, ήταν δε ο πρώτος που τους ανακοίνωσε όσα Μου είχαν συμβεί.

Εκείνοι τότε έστειλαν δικούς τους αγγελιοφόρους στην Ιε­ρουσαλήμ, για να μάθουν με λεπτομέρειες τι Μου είχε συμ­βεί. Σύντομα ενημερώθηκαν, αφού η διαδρομή από την Ιερου­σαλήμ μέχρι την κατά το ήμισυ αραβική περιοχή του σημερινού Σουέζ δεν είναι πολύ μεγάλη και μπορούσε να διανυθεί με μέτρια γρήγορη πορεία σε τρεις μέρες.

Όταν οι Εσσαίοι βεβαιώθηκαν με τον τρόπο αυτόν για τα συμβάντα, δεν έχασαν στιγμή να μεταφέρουν την είδηση στο Ρωμαίο αρχιδιοικητή Κυρήνιο στην Τύρο, στη δε αποστολή συμμετείχε και ο νεαρός. Ο Κυρήνιος καλοδέχτηκε την αντιπροσωπεία και κράτησε το νεαρό στην αυλή του, αφού εκεί­νος είχε τόσα πολλά να διηγηθεί στο γέροντα για το τι είχε δει και ακούσει από Μένα τον ίδιο.

Αυτό έκανε τον Κυρήνιο και αργότερα επίσης τον αδελφό του Κορνήλιο να νιώσουν μεγάλη εκδικητικότητα για ολόκλη­ρο το ιουδαϊκό ιερατείο, τόσο, που ορκίστηκαν κι οι δυο να κάνουν ό,τι μπορούν για να τιμωρηθούν όλοι οι φανατικοί Ιου­δαίοι για όσα Μου είχαν κάνει.

Ο Πιλάτος, τοποτηρητής στην Ιερουσαλήμ, είχε λάβει στο μεταξύ την αποπομπή του από την Ιερουσαλήμ, δεν μπορού­σε μάλιστα καν να επιστρέψει στη Ρώμη, παρά έπρεπε να εγκα­τασταθεί κοντά στη σημερινή Νάπολη σε ένα ερημητήριο κο­ντά στη χαμένη Πομπηία, όπου ακόμη και σήμερα βρίσκεται ένας διάδρομος σκαμμένος σ’ ένα βράχο με την επιγραφή «Κα­τοικία του Πόντιου Πιλάτου». Και σε μια εσοχή βαθιά στο βράχο, που βρέθηκε χτισμένη, βρίσκονταν αρκετά κείμενα που αναφέρονταν σε Μένα και που τώρα είναι σε μία βιβλιοθήκη της Νάπολης, όμως είναι σχεδόν άχρηστα, αφού βρέθηκαν σε μισοαπανθρακωμένη κατάσταση.

Αυτή ήταν λοιπόν η πρώτη εκδίκηση του Κυρήνιου στον Πιλάτο. Η δεύτερη αφορά τον Καϊάφα, που μετά από κάποιο διάστημα υποχρεώθηκε να αφήσει το αξίωμα του αρχιερέα σε κάποιον άλλον, αφού η θητεία του αρχιερέα ήταν μόνο τρία χρόνια. Ήδη μετά από λίγα χρόνια, του αφαιρέθηκαν όλα τα κτήματά του γύρω από την Ιερουσαλήμ και πουλήθηκαν σε Ρωμαίους, και τελικά ο ίδιος αναγκάστηκε να καταφύγει στα όρια της αραβικής ερήμου, όπου είχε άθλιο τέλος.

Όσο για τους άλλους Φαρισαίους, στον νέο τοποτηρητή ανατέθηκε η στενή παρακολούθησή τους, πράγμα που εκείνος δεν παρέλειψε να κάνει. Αυτός δε το έκανε με μεγάλη ευχαρί­στηση, γιατί καταγόταν από τη γνωστή οικογένεια Αγκρίκολα και χρησιμοποιούσε το όνομα αυτό για να υπογράφει, αν και κανονικά λεγόταν Αντώνιος.

Το ότι ο νέος τοποτηρητής δημιούργησε και στον Ηρώδη Αντίππα ένα σωρό προβλήματα, αποδεικνύεται από το ότι κα­τάφερε μέσα σε σύντομο διάστημα να έλξει τόσους Ρωμαίους και Έλληνες στην Παλαιστίνη, ώστε τα εισοδήματα του Ηρώ­δη μειώθηκαν πολύ κι εκείνος τελικά αναγκάστηκε να περά­σει τα τελευταία του χρόνια σε ένα ισχυρό κάστρο στη Μεσόγειο, γιατί δεν αισθανόταν πια αρκετά ασφαλής στην Ιερου­σαλήμ.

Υπό τις διαταγές του τοποτηρητή ήταν και ο γνωστός λο­χαγός Πελάγιος, που διοικούσε πολλές πόλεις στα όρη Αου­ράν, κι ακόμη περισσότερο ο συνταγματάρχης Κορνήλιος, που κυβερνούσε όλη τη Γαλιλαία και μεγάλο μέρος της Συρίας μέ­χρι τη Δαμασκό.

Οι αδελφοί Κυρήνιος και Κορνήλιος θα είχαν προχωρήσει περισσότερο στην εκδίκησή τους, αν δεν τους είχα παρουσια­στεί προσωπικά λίγο μετά την Ανάστασή Μου και δεν τους εί­χα αποτρέψει προλέγοντάς τους με λεπτομέρειες ότι όσα ήθε­λαν να κάνουν στην Ιερουσαλήμ και σε ολόκληρη τη χώρα, θα γίνονταν σε σαράντα χρόνια, και μάλιστα και πάλι από τη ρω­μαϊκή εξουσία.

Σε πολλούς ακόμη εμφανίστηκα όπως σ’ αυτούς τους δύο Ρωμαίους μετά την Ανάστασή Μου και τους εμπόδισα να εφαρ­μόσουν μια πολύ σκληρή εκδίκηση εναντίον των Ιουδαίων και Φαρισαίων. Αν δεν το είχα κάνει, τότε λίγο μετά από Μένα στη χώρα θα είχε γίνει λουτρό αίματος που όμοιό του δεν θα είχε δει η ανθρωπότητα.

Όμως το νεαρό που συνάντησα στον Κυρήνιο τον ευλόγη­σα και του έδωσα το πνεύμα Μου. Αυτός μετά δραστηριοποιή­θηκε στο όνομά Μου, επέστρεψε στους Εσσαίους και από κει διέδωσε τη διδασκαλία Μου σε μεγάλο μέρος της Βόρειας Αφρικής, διακρίθηκε δε από μία γεμάτη αγάπη ζωή και έκανε πολλά θαυμαστά στο όνομά Μου.

Το χαρακτηριστικό μ’ αυτόν ήταν ότι δεν ήθελε να λάβει προσωπικό όνομα. Ο τίτλος του ήταν: «Αναξιότατος δούλος του παν άξιου Θεού-διδάσκαλου». Μερικές φορές επίσης έδινε στον εαυτό του τον τίτλο «ο δούλος των δούλων», τίτλο που χρησι­μοποιούσαν και οι παλιοί εκκλησιαστικοί πατέρες που πήγαν από την Καρχηδόνα στη Ρώμη, καθώς και εν μέρει μετά από αυτούς οι Πάπες, χωρίς όμως να τον υπολογίζουν στην πράξη.

Ο Μάρκος το ήξερε βέβαια, αλλά δεν ανέφερε τίποτα πα­ραπάνω σχετικά, γιατί του αρκούσε που είχε αναφέρει το νεα­ρό και το ότι είχε τραπεί σε φυγή.

Τα υπόλοιπα που θέλετε να μάθετε για το νεαρό, ο Μάρ­κος τα διηγήθηκε προφορικά. Γι’ αυτό και εμφανίστηκαν, ιδιαί­τερα στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία, διάφορες προφορικές πα­ραδόσεις για την πιθανή ταυτότητα του νεαρού. Μια από τις πιο ανόητες ήταν και είναι, εν μέρει ακόμη, η προσπάθεια να εμφανίσουν το νεαρό αυτόν σαν τον Απόστολο Ιωάννη. Τώ­ρα ξέρετε επίσης τα πιο σίγουρα και σημαντικά για το νεαρό. Ας σας είναι αρκετά αυτά στο όνομά Μου. Αμήν.

 

Η θέση των τόπων της Παλαιστίνης που αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και στην Παλαιά Διαθήκη

29 Μαρτίου 1864

Με ρώτησες αρκετές φορές αν τα τοπωνύμια και η θέση τους είναι έτσι όπως παρουσιάζονται από μερικούς περιηγη­τές και χαρτογράφους και μάλιστα στο πράσινο βι­βλιαράκι που διαβάζεις λίγη ώρα κάθε μέρα. Πρέπει να σου πω από την αρχή ότι από την εποχή Μου δεν έχει μείνει σχε­δόν κανένας τόπος από όσους πάτησα το πόδι Μου Εγώ και οι Απόστολοι, πουθενά στη χώρα των Ιουδαίων -όποιο όνομα και να έχουν σήμερα τα μέρη αυτά. Γιατί πολλοί απ’ αυτούς αργότε­ρα καταπατήθηκαν τόσο πολύ από τους ειδωλολάτρες που ει­σέβαλαν εκεί, ώστε κανείς πια να μην μπορεί να πει: κοίτα, αυτός είναι ο τόπος όπου ο Κύριος δίδαξε ή έκανε τούτο ή ε­κείνο παρουσία των Αποστόλων Του.

Μόνον η Βηθλεέμ βρίσκεται περίπου στην ίδια τοποθεσία και το κάστρο του Δαυίδ που περιέγραψα κάποτε, πάνω από την πεδιάδα σε ένα βουνό. Όμως, έχουν απομείνει μόνο κά­ποιες σκόρπιες πέτρες εδώ κι εκεί. Στη θέση του βρίσκεται σή­μερα ένα μοναστήρι με μία εκκλησία, οι δε κάτοικοί του φο­ρούν καφέ ράσα και προσφέρουν στους προσκυνητές διάφο­ρα λείψανα έναντι αμοιβής.

Ως προς τη θέση της Ιερουσαλήμ, το πολύ ένα όγδοο από την τοποθεσία που βρίσκεται η μεγάλη πόλη μπορεί να θεω­ρηθεί αληθινό. Από τη Βηθανία δεν υπάρχει πια ούτε ίχνος.

Πάνω στο Όρος των Ελαιών υπάρχουν ακόμη ένα μικρό σπί­τι και κάποια ερείπια που τώρα τα λένε Βηθανία. Στον καιρό Μου, μερικοί Ιουδαίοι ονόμαζαν το σπίτι και το πανδοχείο του Λαζάρου στο Όρος των Ελαιών Μικρή Βηθανία, παλιότερα όμως το μέρος το έλεγαν Βεθφαγέ. Επίσης, δεν έχει μείνει κα­νένα ίχνος από τους Εμμαούς κοντά στην Ιερουσαλήμ.

Το πόσο πολύ έχει αλλάξει η τοποθεσία της Ιερουσαλήμ φαίνεται από το ότι τώρα το Όρος των Ελαιών -που έχει και πολύ διαφορετικό σχήμα από τότε- βρίσκεται σχεδόν τελείως ανατολικά της νέας τουρκικής Ιερουσαλήμ, ενώ η παλιά βρι­σκόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της πιο ανατολικά παρά δυ­τικά του Όρους των Ελαιών.

Μεγάλο διάστημα μετά την εποχή Μου, ένας ανατολικο­ρωμαϊκός αυτοκράτορας, ο Ιουστινιανός, έδωσε στους Ιου­δαίους την άδεια και μάλιστα τη διαταγή να ανοικοδομήσουν την Ιερουσαλήμ και το Ναό, των οποίων ασφαλώς θα έβρι­σκαν ακόμη θεμέλια, όπως ήταν στον καιρό Μου. Τότε, από όλα τα μέρη ήρθαν πλούσιοι Ιουδαίοι με χτίστες και εργάτες εκεί που ήταν κάποτε η Ιερουσαλήμ και ήθελαν να ανοικοδο­μήσουν και πάλι όλα τα σημεία της παλιάς πόλης, όσων τα ασφαλή ίχνη είχαν βρει. Όμως ένας σοφός άνθρωπος που ζού­σε στην περιοχή ακολουθώντας τη διδασκαλία του Αποστό­λου Φιλίππου και κήρυττε το Ευαγγέλιο, τους προειδοποίησε με βάση τα λόγια ενός προφήτη να εγκαταλείψουν το σχέδιό τους, γιατί αν δεν πείθονταν στα λόγια του, ασφαλώς θα πά­θαιναν πολλά κακά.

Εκείνοι όμως περιφρόνησαν τον προφήτη και άρχισαν να σκάβουν και ν’ απομακρύνουν τα χαλάσματα σε όλα τα μέρη που βρήκαν ίχνη της παλιάς Ιερουσαλήμ. Ξαφνικά, μόλις μι­σή μέρα μετά, έγινε ένας πολύ μεγάλος σεισμός και σύντομα βγήκε ισχυρή φωτιά από τα έγκατα της γης που κατέστρεψε το σημαντικότερο μέρος της παλιάς πόλης σε τέτοιο βαθμό, ώστε πραγματικά δεν έμεινε ούτε πέτρα ή βράχος σώος. Οι πέ­τρες και οι βράχοι θρυμματίστηκαν κι έγιναν σαν χαλίκια που έπεσαν σ’ απόσταση ωρών, το δε μέρος σήμερα μοιάζει ακό­μη σαν έρημος και συνεπώς κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι εκεί ήταν κάποτε η Ιερουσαλήμ. Από το ηφαιστειακό ξέ­σπασμα της φωτιάς σκοτώθηκαν χιλιάδες άνθρωποι που δούλευαν εκεί.

Εκείνοι που διέφυγαν αμέσως και σώθηκαν, διηγήθηκαν το θαύμα στον αυτοκράτορα στη Ρώμη και υποστήριξαν ότι όντως είχε γίνει έτσι. Αυτός πίστεψε στο θαύμα, αλλά μετά από δύ­ο χρόνια θέλησε παρ’ όλ’ αυτά να κατασκευάσει εκεί ένα με­γαλοπρεπές μνημείο που θα έδειχνε στους κατοπινούς το ση­μείο όπου κάποτε βρισκόταν η μεγάλη Ιερουσαλήμ.

Πάλι ήρθαν χτίστες και γλύπτες στη θέση της Ιερουσαλήμ κι άρχισαν να αναζητούν τη θέση την κατάλληλη για ένα τέ­τοιο μνημείο. Αφού βρήκαν ένα τέτοιο μέρος, άρχισαν να σκά­βουν. Αλλά δεν πέρασαν καλύτερα από τους προηγούμενους γρήγορα ξέσπασε και πάλι φωτιά από τα έγκατα της γης και πολλοί τραυματίστηκαν. Όσοι όμως έφυγαν γρήγορα, γλίτω­σαν χωρίς να πάθουν τίποτα και από τότε δεν έγινε πια καμία ενέργεια για να ξαναχτιστεί η παλιά Ιερουσαλήμ.

Μόνο μετά από εξακόσια χρόνια έφθασαν οι Σαρακηνοί από την περιοχή της Βαγδάτης, κι ό,τι κατάλοιπα παλιών πόλε­ων βρήκαν στο δρόμο τους, τα κατέστρεψαν τελείως. Ακόμη και οι παλιές πόλεις που είχαν γλιτώσει από τους Ρωμαίους, καταστράφηκαν. Στην τοποθεσία της Ιερουσαλήμ τότε δεν υπήρχε πια τίποτ’ άλλο από ένα παλιό ρωμαϊκό φρούριο και ένα ξύλινο παρεκκλήσι πάνω σ’ ένα βουνό, που εσφαλμένα αποκάλεσαν αργότερα Σιών. Το παρεκκλήσι θεωρήθηκε εξί­σου εσφαλμένα την ίδια εποχή ως η τοποθεσία του τάφου Μου, που λατρεύτηκε κι ακόμη λατρεύεται, ωθώντας πολλές εκα­τοντάδες χιλιάδες προσκυνητών στην πιο βαθιά δεισιδαιμονία.

Αργότερα, οι Σαρακηνοί έχτισαν δυτικά του Όρους των Ελαιών μία εντελώς καινούργια πόλη με το όνομα Ιερουσα­λήμ, την ίδια εποχή δε ανακαινίστηκε και εξωραΐστηκε και το παρεκκλήσι, όπου κάθε χρόνο οι ευσεβείς προσκυνητές από την πολλή ευσέβεια συχνά αλληλοξυλοκοπιούνται με τα ρα­βδιά τους τόσο, ώστε κατόπιν γύρω από το παρεκκλήσι η πε­ριοχή μοιάζει με πεδίο μάχης. Αυτό συνήθως συμβαίνει επει­δή κάθε εκκλησία απαγορεύει στις άλλες να λατρεύουν τον Χριστό που εκείνη έχει Θεό της. Οι ορθόδοξοι δεν θέλουν ν’ ακούσουν για καθολικούς, και το αντίστροφο. Όσες εκκλησίες υπάρχουν, άλλοι τόσοι είναι και οι εχθροί που στέκονται εκεί αντιμέτωποι, και θα είχαν αλληλοεξοντωθεί από το δογματικό φανατισμό τους αν δεν διατηρούσαν την τάξη οι Τούρκοι στρατιώτες. Αυτοί πάλι το κάνουν επειδή το θέαμα αυτό τους αποφέρει φιλοδωρήματα.

Έτσι είναι τα πράγματα στους «άγιους τόπους». Και επει­δή αυτά τα είχα προβλέψει, γι’ αυτό φρόντισα να καταστραφούν, ιδιαίτερα στη Γαλιλαία, όπου είχα περάσει το μεγαλύτερο μέ­ρος της επίγειας ζωής Μου, όλα τα γνωστά και αναφερόμενα στα Ευαγγέλια μέρη τόσο πολύ, ώστε σήμερα δεν μπορεί να τα βρει ούτε ένας γεωγράφος που ξέρει καλά τη Βίβλο.

Μόνο από την Τιβεριάδα στη θάλασσα της Γαλιλαίας υπάρχουν ακόμη κάποια ερείπια, αλλά από τα άλλα μέρη που υπήρχαν στον καιρό Μου στις όχθες της δεν έχει μείνει τίπο­τα. Επιπλέον, η θάλασσα έχει υποχωρήσει από όλες τις πλευ­ρές τόσο πολύ, ώστε η επιφάνεια του νερού είναι κατά ένα τρί­το μικρότερη από τότε.

Ούτε από τον τόπο που γεννήθηκα, τη Ναζαρέτ, έχει μεί­νει τίποτα. Μόνο σε μια κοιλάδα δυτικά της Θάλασσας της Γα­λιλαίας, που σήμερα απέχει μερικές ώρες από κει, βρίσκεται ένα άθλιο τούρκικο χωριό που η διψασμένη για κέρδος πίστη των εκεί Χριστιανών, αλλά και των Toύρκων, το χαρακτηρί­ζει σαν το πρώτο αληθινό μέρος όπου κατοίκησα.

Στο σημείο του υποτιθέμενου σπιτιού Μου είναι τώρα μία εκκλησία και ένα, μικρό μοναστήρι, όπου οι ιερείς επιδεικνύ­ουν διάφορα κειμήλια του εργαστηρίου του ξυλουργού Ιωσήφ, όμως οι περισσότερες εκκλησίες δεν το πιστεύουν και πολύ, γιατί καθεμιά τους διατείνεται ότι κατέχει τα κειμήλια αυτά η ίδια, ιδιαίτερα οι καθολικοί, που υποστηρίζουν ότι όλα τα πράγ­ματα που βρέθηκαν από το σπίτι του Ιωσήφ είναι στη Ρώμη στην Καπέλα Σιξτίνα, όπου υποτίθεται πως τα μετέφεραν ε­ναερίως οι άγγελοι. Οι υπόλοιπες εκκλησίες έτσι κι αλλιώς έ­χουν λιγότερη πίστη σε τέτοια κειμήλια, κι έτσι η σημερινή Ναζαρέτ δεν κάνει και σπουδαίες δουλειές με τα ιερά της.

Από τα μέρη της μεσογειακής ακτής, η Ιόππη είναι σχετικά καλύτερα διατηρημένη. Η Τύρος και η Σιδώνα είναι εντε­λώς ερειπωμένες, καθώς και οι Σάρδεις και η Λαοδίκεια. Τώ­ρα, στη θέση τους βρίσκονται μόνο πολύ φτωχικές καλύβες ψαράδων. Στα ερείπια ζουν διάφορα άγρια ζώα, και τα τσακά­λια και οι ύαινες δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο, ενώ οι Κα­κόμοιροι ψαράδες είναι αναγκασμένοι να πιάνουν τα ψάρια τους οπλισμένοι σαν αστακοί.

Από όλα τα μέρη που επισκέφτηκα, ιδιαίτερα στο τελευ­ταίο έτος της διδασκαλίας Μου, στην ανατολική όχθη της Θά­λασσας της Γαλιλαίας και της κοιλάδας του Ιορδάνη δεν έχουν μείνει παρά μερικά ερείπια που τα κατοικούν Βεδουίνοι. Κι αυτά διατηρήθηκαν επειδή είναι κατασκευασμένα από παλιές και πολύ σκληρές πέτρες από βασάλτη, αφού ήδη στην εποχή Μου είχαν ηλικία σχεδόν 2000 ετών και κατοικούνταν κυρί­ως από Ρωμαίους και Έλληνες.

Στην Άνω Συρία βρίσκονται επίσης μερικά μέρη που είχα επισκεφτεί, αλλά οι άνθρωποι δεν τους έδωσαν προσοχή, ε­πειδή πρώτον είναι πολύ μακριά τους και δεύτερον δεν ανα­φέρονται ονομαστικά στα σημερινά τέσσερα Ευαγγέλια.

Έτσι, μπορείς να είσαι ήσυχος ως προς την αναφορά Μου των τοποθεσιών ολόκληρης της Παλαιστίνης. Γιατί Εγώ τις έ­σβησα από το χάρτη ακριβώς εξαιτίας της λανθασμένης λα­τρείας που προέβλεπα, κι έτσι σήμερα δεν υπάρχει κανένα ί­χνος τους.

Η πιο σωστή είναι η ονομασία της κοιλάδας Κισγιόν στο δρόμο των καραβανιών που κάποτε οδηγούσε από τη Δαμα­σκό μέσω Καπερναούμ στην Τύρο και τη Σιδώνα. Μα η κοι­λάδα αυτή, που τότε ήταν κοντά στη Θάλασσα της Γαλιλαίας, τώρα απέχει τουλάχιστον τρεις με τέσσερις ώρες από κει και είναι μια εντελώς άγονη αμμώδης στέπα.

Το ίδιο συμβαίνει με τον κόλπο του Εμπάλ και την κοιλά­δα του Εμπάλ, όπου κάποτε λέγεται ότι ήταν η Γεννησαρέτ. Τώρα είναι μία σχετικά εκτεταμένη έρημος από άμμο και απέ­χει σχεδόν δύο ώρες από τα νερά της Θάλασσας της Γαλιλαί­ας. Στον καιρό Μου, η θάλασσα αυτή είχε μία εκβολή προς τα εκεί, και στον καιρό των Χαναανιτών αυτή ήταν ένας κύριος παραπόταμος του Ιορδάνη, εκεί δε όπου ρέει τώρα ο Ιορδάνης ήταν μόνο ένα ρυάκι. Αργότερα, αυτή η παλιά κοιλάδα του Ιορδάνη μετατοπίστηκε και έκλεισε τόσο πολύ εξαιτίας των συχνών στην περιοχή γεωλογικών ανακατατάξεων, ώστε σή­μερα κανένας ταξιδιώτης ή ερευνητής δεν θα σκεφτόταν σε καμία περίπτωση ότι εκεί βρισκόταν κάποτε η κοίτη του πο­ταμού. Στον καιρό Μου, η κοιλάδα αυτή ήταν ακόμη σχετικά ελεύθερη και ένα τμήμα του Ιορδάνη τη διέσχιζε. Όμως από τους μεγάλους σεισμούς και τις γεωλογικές μεταβολές μετά από Μένα, χάθηκε κάθε ίχνος τους.

Από τις μεταβολές αυτές όμως στην περιοχή της Θάλασ­σας της Γαλιλαίας, και συγκεκριμένα στη λεκάνη της, έγιναν σε μερικά σημεία καθιζήσεις μεγαλύτερες από 200 οργιές, κι έτσι μίκρυνε και η επιφάνειά της. Και ο Ιορδάνης αναγκάσθη­κε να δημιουργήσει εκεί την κύρια απορροή τον, όπου του εί­χαν ανοίξει άλλη μία διέξοδο οι γεωλογικές μεταβολές. Μέσα στα επόμενα σχεδόν 1000 χρόνια μετά από Μένα, ολόκληρη η κοιλάδα του Ιορδάνη μέχρι τις εκβολές του στη Νεκρά Θά­λασσα κατέβηκε περίπου εκατό πόδια, καθώς και η ίδια η Νε­κρά Θάλασσα, και σήμερα δεν είναι πλέον εύκολο να φθάσει κανείς στην εν λόγω θάλασσα από ρηχές ακτές, αφού τώρα οι ακτές είναι γεμάτες απότομους και ψηλούς βράχους, έτσι ώστε σε πολύ λίγα σημεία μπορεί κανείς να παρατηρήσει αυτήν τη χωρίς ζωή θάλασσα που είναι περίπου τρεις φορές μεγαλύτε­ρη από τη λίμνη της Κωνσταντίας.

Όσα σου είπα τώρα γι’ αυτά είναι αλήθεια. Όλα τα άλλα είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους ανθρώπινη μυθοπλασία και υποθέσεις. Άλλωστε, στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, που σου υπα­γόρευσα, δεν είναι το σημαντικό πώς λέγονταν και πού βρίσκονταν οι τοποθεσίες, παρά μόνο η διδασκαλία της ζωής και η αλήθεια που περιέχει.

Υπάρχουν και πολλοί ανόητοι που τσακώνονται για το πού ήταν κάποτε ο παλιός παράδεισος και πού πήγε ο Αδάμ όταν διώχθηκε από κει, σε ποια χώρα σκότωσε ο Κάιν τον Άβελ, που πήγε εν συνεχεία φεύγοντας και πού εγκαταστάθηκε αρ­γότερα ο ίδιος ο Αδάμ. Υπάρχουν τόσο πολλά σχετικά στοιχεία, που ακόμη κι ένα πνεύμα που πλησιάζει στην τελείωση θα μπορούσε να μπερδευτεί. Αλλά αυτός είναι καυγάς για κά­τι που δεν έχει αξία! Η αλήθεια γι’ αυτά βρίσκεται στην «Οι­κονομία» Μου και εν μέρει στον «Ιωάννη». Όλα τα άλλα δεν έχουν αξία, επειδή η Γη την εποχή εκείνη είχε εντελώς διαφο­ρετική μορφή και διαμόρφωση, που μεταβλήθηκε σημαντι­κά μετά την εποχή του Νώε. Αν προσπαθούσε κανείς να Προσ­διορίσει τις συνθήκες διαμονής των προπατόρων βάσει της ση­μερινής μορφής της Γης, θα έπεφτε πολύ έξω, γιατί εκείνους τους καιρούς η σημερινή Σιβηρία, ιδιαίτερα προς τα ανατολι­κά, καθώς και Κεντρική Ασία μέχρι τα όρια της Κίνας, ήταν μια πολύ εύφορη κι ευλογημένη χώρα.

Κοιτάξτε τις σήμερα και θα δείτε ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η Σιβηρία δεν έχει σχεδόν τίποτε άλλο από αιώνια χιόνια και πάγους, και την κάποτε τόσο εύφορη Κεντρική Ασία την αποφεύγουν ακόμη και τα πιο άγρια αρπακτικά θηρία, για­τί δεν βρίσκουν εκεί παρά πέτρες και άμμο. Γι’ αυτό άλλωστε δεν είναι δυνατόν στους εξορισμένους στη Σιβηρία Ρώσους υπηκόους να ξεφύγουν και να φθάσουν μέσα από αυτές τις εκτεταμένες ερήμους τουλάχιστον στους πρόποδες της μεγά­λης θιβετανικής οροσειράς, γιατί οι έρημοι της Κεντρικής Ασίας είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους το ίδιο κακές με τη μεγάλη αφρικανική Σαχάρα.

Απ’ αυτά προκύπτει ότι η Γη έχει υποστεί μεγάλες μετα­βολές κυρίως από την ανθρώπινη έπαρση και τώρα πια προ­φανώς κανένας γεωλόγος δεν μπορεί να βρει άκρη, ακόμη κι αν ήταν εκατό φορές σαν τον Alexander Humboldt. Όσα όμως χρειάζονται για να καταλάβει κανείς καλύτερα τα βιβλία του Μωϋσή, σου τα υπαγόρευσα ήδη εδώ και είκοσι χρόνια, και τώρα κάνω το ίδιο στον «Ιωάννη» σχετικά με τους τόπους όπου έζησα και δίδαξα. Όλα τα υπόλοιπα είναι κενολογίες και, με άλλα λόγια, άχρηστα.

Τόσο εσύ όσο και οποιοσδήποτε άλλος πιστός, μπορεί ν’ αρκεστεί σε όσα είπα. Μα οι επονομαζόμενοι γεμάτοι λογική ερευνητές ας χορτάσουν από τη σκόνη των ερειπίων. Αυτό λί­γο θα τους ωφελήσει, γιατί εκεί δεν θα βρουν πολλή τροφή.

Εγώ όμως παραμένω ο Κύριος και μεταβάλλω τη Γη όπως Μου αρέσει και σύμφωνα με τη σοφία Μου. Γιατί αρκεί αυ­τοί οι πάνσοφοι ειδήμονες, που υποστηρίζουν πως ακούν το χορτάρι να μεγαλώνει, ενώ υπήρξαν και μερικοί που άκουσαν τα φυτά να ροχαλίζουν, να αδειάσουν εντελώς την κοιλάδα ενός ποταμού, και θα βρουν εκεί πολλή τροφή για το μυαλό τους! Αυτό όμως ασφαλώς δεν θα το κάνουν και θα προτιμή­σουν να συνεχίσουν να γλείφουν τους υγρούς πέτρινου ς τοί­χους. Ο καθένας θα μπορούσε να φωνάξει σε τέτοιους μεγά­λους σοφούς: «Φίλοι! Με τη γλώσσα σας θα φτάσετε μόνο μέ­χρι εκεί που κρέμονται μερικές δροσοσταλίδες. Όμως δεν θα μπορέσετε να κάνετε όπως ο προφήτης Μωϋσής ν’ αναβλύσει μια πηγή από ένα σκληρό βράχο, χτυπώντας τον με ένα μαγι­κό ραβδί, από τον πλούτο της οποίας μπόρεσαν να ξεδιψάσουν εκατομμύρια άνθρωποι και ζώα.

Εγώ είμαι και παραμένω το μαγικό ραβδί του Μωϋσή ­ποτέ το ματαιόδοξο και φιλόδοξο μυαλό ενός πανεπιστημια­κού δόκτορα όλων των επιστημών.

Αυτά, για να ηρεμήσουν όλοι όσοι πιστεύουν σε Μένα, Μ’ αγαπούν πάνω από όλα και αγαπούν τον πλησίον τους σαν τον εαυτό τους.

Αυτά σας τα λέω Εγώ ως Πατέρας, Κύριος και Δάσκαλός σας. Αμήν.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς,

το Ευαγγέλιό του και οι Πράξεις των Αποστόλων

7 Απριλίου 1864

Ξέρω ποια είναι τα τέσσερα σημεία που θέλεις να διευκρι­νίσεις και θα σου πω μερικά γι’ αυτά όσο το δυνατόν πιο σύ­ντομα.

Για τον Ευαγγελιστή Λουκά σου έχω ήδη πει κάποια πράγ­ματα με διάφορες αφορμές.

Το Ευαγγέλιό του είναι μία συλλογή στοιχείων που συνέ­λεξε ερευνώντας τόσο μέσα, όσο και γύρω στην Ιερουσαλήμ, ρωτώντας διάφορους ανθρώπους για Μένα και τα έργα Μου. Αυτός κατόπιν τα κατέταξε με το δικό του τρόπο και τα έκα­νε κεφάλαια και στίχους, χωρίς, βέβαια, να μπορέσει ν’ ακο­λουθήσει τον αριθμό κεφαλαίων και στίχων άλλου ευαγγελι­στή, γι’ αυτό και εκείνος παρουσιάζει κάποια πράγματα σε εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο ή στίχο από τους άλλους, πράγ­μα που ο καθένας σας μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κάνο­ντας μια αντιπαραβολή.

Όσον αφορά στην προσωπικότητά του, ήταν ζωγράφος Και σχεδιαστής και προμήθευε με σχέδια τους υφαντουργούς Και τους ταπητουργούς. Πολλές φορές επίσης τα σχέδια των ιου­δαϊκών κουρτινών είχαν βγει από το χέρι του. Παράλληλα ήταν επίσης επιγραφέας και καλλιγράφος, ιδιαίτερα αν κάποιος ήθε­λε να του γράψουν κάτι πολύ ωραία και κανονικά. Ήξερε ελ­ληνικά, λατινικά και εβραϊκά και μπορούσε αν ήταν ανάγκη να συνεννοηθεί και στις άλλες γλώσσες που μιλιόνταν γύρω από την Ιουδαία.

Επιπλέον ήταν κι εκείνος, όπως πολλοί άλλοι άνθρωποι και τότε και τώρα, πολύ περίεργος να μαθαίνει νέα. Γι’ αυτό ρωτούσε για όλα όσα συνέβησαν ιδιαίτερα στην εποχή Μου και συγκέντρωσαν την προσοχή των ανθρώπων, χαιρόταν δε να μπορεί να διηγείται στους πολλούς περίεργους ανθρώπους με τους οποίους σχετιζόταν κάτι ιδιαίτερο και νέο, χωρίς όμως να είναι καθόλου εκλεκτικό ς αντίθετα, του άρεσε οτιδήποτε, αρκεί αυτό να έδινε την εντύπωση ότι είναι κάτι ξεχωριστό.

Τον πρώτο καιρό, κυρίως στις διηγήσεις του, πολλά είναι δικά του δημιουργήματα, κυρίως εξαιτίας έλλειψης πραγμα­τικών στοιχείων .Μόνο τον καιρό που ο Απόστολος Παύλος κήρυττε εδώ κι εκεί στην Ελλάδα τον Λόγο Μου, ο φίλος του Θεόφιλος τον παρότρυνε να συγκεντρώσει υπεύθυνες πληρο­φορίες για Μένα, να τις καταγράψει και ύστερα να του τις στεί­λει, επειδή εκείνος, ο Θεόφιλος, είχε ακούσει τόσο διαφορε­τικά πράγματα για κάποιον Ναζωραίο από Ιουδαίους και Έλληνες, που δεν μπορούσε να καταλάβει απ’ αυτά τι ήταν βασικά ο άνθρωπος αυτός. αν ήταν ένα ανώτερο ον ή μόνον ένας άν­θρωπος που είχε μεγάλη σοφία αποκτημένη μέσα από βιβλία.

Όταν ο Λουκάς έλαβε στην Ιερουσαλήμ αυτό το γράμμα, τότε μόνο πήρε το θέμα σοβαρά και ενημερώθηκε για όλα, ιδιαίτερα όσα αφορούσαν στην προσωπικότητα και στη διδα­σκαλία Μου. Μα δεν ήταν εύκολο να αποσπάσει πληροφορίες από τους πραγματικούς μαθητές Μου, κι έτσι τις πιο πολλές φορές τις έπαιρνε από άλλους ανθρώπους που εκτιμούσαν Εμέ­να και τη διδασκαλία Μου και είχαν μάθει για Μένα κυρίως από τους μαθητές Μου. Γιατί μεταξύ της παρουσίας Μου ως ανθρώπου πάνω στη Γη και της συμπλήρωσης του ευαγγελί­ου του μεσολάβησαν σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια και μετά μόνο μπόρεσε να το στείλει στο φίλο του Θεόφιλο στην Ελ­λάδα. Ο Θεόφιλος τότε συνέκρινε αυτό το ευαγγέλιο με τις ση­μειώσεις του, έκανε ορισμένες διορθώσεις και τις προσέθεσε στο κείμενο του Λουκά.

Τα ίδια όμως που ισχύουν για το ευαγγέλιό του, ισχύουν ακόμη περισσότερο για τις Πράξεις των Αποστόλων, που τις έγραψε επίσης μετά από παρότρυνση του φίλου του Θεόφι­λου, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια της ζωής του -δηλαδή σε μια εποχή όπου κανένας από τους πρώτους Αποστόλους και μαθητές Μου δεν βρισκόταν πια στην Ιερουσαλήμ.

Και οι Πράξεις των Αποστόλων έγιναν αντικείμενο διορ­θώσεων από το χέρι του φίλου του, ακόμη δε και τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει στη χώρα των Ιουδαίων ήταν συχνά μυθοπλασίες μαθητών που διέδιδαν τον Λόγο Μου, οι οποίοι δεν είχαν εσωτερική κλήση, αλλά παρουσιάζονταν στους ανθρώ­πους ως τέτοιοι και ο καθένας υποστήριζε ότι εκείνος ήξερε καλύτερα τα πράγματα.

Έτσι συνέβη να υπάρχουν τόσο στο ευαγγέλιο του Λουκά όσο και ακόμη πιο πολύ στις κατοπινές Πράξεις των Αποστό­λων υπερβολές και παραμύθια, για τα οποία οι πραγματικοί μαθητές και Απόστολοί Μου ήξεραν λίγα μόνον ή και τίποτα. Γιατί έμεναν πολύ λίγο στην Ιερουσαλήμ και πολύ περισσό­τερο στη Γαλιλαία, στη Σαμάρεια και στις άλλες περιοχές που ήταν πιο μακριά από την Ιερουσαλήμ.

Γνωρίζοντας αυτά, θα καταλάβετε αναμφίβολα ότι ο σει­σμός και το σκοτάδι κατά το θάνατό Μου πάνω στο σταυρό, οι ανοιγμένοι τάφοι στην κοιλάδα Ιωσαφάτ, η ανάληψή Μου σε δυο διαφορετικά βουνά, καθώς και η αποστολή του Αγίου Πνεύματος είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους αποκύημα της φαντασίας των τότε διαφόρων οπαδών και θαυμαστών Μου. Άλλωστε, έτσι πρέπει να είναι, αφού ο πιο υπεύθυνος από όλους τους Ευαγγελιστές (ο Ιωάννης) που αναγκαστικά ήταν παρών σε κάθε σημαντικό γεγονός, δεν αναφέρει τίποτα απ’ όλ’ αυτά, ενώ και ο ίδιος ο Λουκάς δεν λέει αν ήταν προσω­πικά παρών κατά την έκχυση του Αγίου Πνεύματος ή όχι.

Στη μεγάλη εκκλησιαστική σύνοδο της Νικαίας, το ευαγ­γέλιό του κινδύνεψε άλλωστε να χαρακτηριστεί κι αυτό από­κρυφο. Όμως οι δυτικοί επίσκοποι αντέδρασαν, και έτσι όλα όσα έγραψε ο Λουκάς χαρακτηρίστηκαν αυθεντικά, έτσι ώστε ο Λουκάς ανήκει ακόμη σήμερα στους αξιόπιστους ευαγγελι­στές και μέχρι στιγμής του δίνεται μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι στον Ιωάννη.

Μα όλα όσα είναι εσφαλμένα θα σβηστούν με τον καιρό από μόνα τους, κι αν αυτό δεν συνέβαινε, τότε δύσκολα θα ερ­χόταν κάποτε μια εποχή για την οποία ο Ιωάννης λέει ότι θα υπάρχει «ένα ποίμνιο και ένας ποιμένας».

Βέβαια, όπως ήδη είπα, και σ’ αυτά τα επεισόδια υπάρχει κάτι πνευματικά καλό και αληθινό, που σύντομα θα σας το δεί­ξω καλύτερα. Αλλά στη σφαίρα των φυσικών φαινομένων δεν είναι βέβαια καθόλου καλύτερα από τις εικόνες του Άσματος Ασμάτων του Σολομώντα, όπου η κόρη της Σιών είχε μια μορ­φή που ποτέ δεν θα άρεσε καθόλου σε κανέναν άνθρωπο. Εσω­τερικά και πνευματικά όμως τα πράγματα είναι εντελώς δια­φορετικά.

Ποιος ο λόγος να σκοτεινιάσω κατά το θάνατό Μου τον ήλιο, και μάλιστα για τρεις ολόκληρες ώρες; Κι αν είχε γίνει έτσι, θα έπρεπε να μη φέγγει ο ήλιος την ίδια ώρα ούτε στην Ινδία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στην Αμερική κ.λπ., πράγμα που ασφαλώς θα είχαν σημειώσει όσοι σ’ εκείνους τους λα­ούς ήξεραν να γράφουν. Όμως τέτοιο γεγονός δεν θυμούνται ούτε καν οι Ρωμαίοι ιστοριογράφοι. Άρα το φαινόμενο αφο­ρούσε μόνο στην Ιερουσαλήμ, ότι δηλαδή έκανα εκεί τους αν­θρώπους τυφλούς για τρεις ώρες, και ο Ιωάννης θα πρέπει να ήταν ο μόνος που διατήρησε την όρασή του, αφού δεν λέει τί­ποτα για μια τέτοια έκλειψη ηλίου.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει, όμως, και με την Ανάληψή Μου την ορατή σ’ αυτό τον κόσμο. Γιατί πού υποτίθεται πως είναι αυτός ο ουρανός που ανέβηκα; Ή πού έπρεπε να πάει ο απα­νταχού παρών για να δείξει στους ανθρώπους ποιο είναι το κα­θαυτό σπίτι του;

Εγώ πάντως νομίζω ότι θα είμαι εξίσου σπίτι Μου σε οποιοδήποτε σημείο του απείρου, αφού είμαι η αρχή που ανα­ζωογονεί πρωταρχικά και διατηρεί το κάθε τι και τίποτα δεν υπάρχει ούτε διατηρείται χωρίς Εμένα! Έτσι, ο ουρανός πά­ντα βρίσκεται εκεί όπου βασιλεύει η αγάπη και η σοφία Μου, ενώ στην άκαμπτη ύλη βρίσκεται πάντα η κατάσταση κατανα­γκασμού, που προέρχεται από την ισχύ της βούλησής Μου και ο φαινομενικός αιώνιος θάνατος. Γι’ αυτό άλλωστε λέγεται ότι ο ουρανός είναι ο θρόνος Μου και η Γη -που παριστά την ύλη στο σύνολό της- το υποπόδιό Μου. Όμως ελπίζω ότι κανείς δεν θα πει πως φαντάζεται ότι ο άπειρος ουράνιος χώρος δεν είναι τίποτ’ άλλο από το θρόνο Μου και ότι για να μην κου­ράζομαι όταν κάθομαι έκανα τη Γη υποπόδιό Μου!

Ναι, ασφαλώς υπάρχει στο βασίλειο των καθαρών πνευ­μάτων ένας Πνευματικός Ήλιος, όπου κατοικώ προσωπικά με τους δικούς Μου. Μα αυτός ο ήλιος είναι ορατός μέσα στο χώ­ρο μόνο σε εκείνους τους αγγέλους και τα πνεύματα που Με κατέχουν χάρη στην αγάπη μέσα στην καρδιά τους. Οι άλλοι όμως δεν μπορούν ούτε να τον δουν ούτε να τον βρουν, ακό­μη κι αν έψαχναν όλο τον άπειρο χώρο. Γιατί εκείνοι που η καρδιά τους είναι τυφλή, είναι και πνευματικά τυφλοί, και βλέ­πουν ακόμη λιγότερο τον πνευματικό ήλιο απ’ ό,τι ένας σω­ματικά τυφλός τον φυσικό.

Εγώ όμως είμαι μέσω εκείνου του ήλιου παρών παντού και μπορώ επίσης να εμφανιστώ και να δράσω όπου και όποτε θέ­λω και δεν έχω ανάγκη να συμβουλευτώ πρώτα κανέναν, ούτε στον κόσμο των πνευμάτων ούτε, ακόμη περισσότερο, στον κόσμο της ύλης. Αντίθετα, βέβαια, όλοι οι άγγελοι και τα πνεύ­ματα Με συμβουλεύονται όταν πρέπει να εκτελέσουν κάποια μεγάλη πράξη στο όνομά Μου. Για τις συνηθισμένες πράξεις τους όμως μέσα στο βασίλειό Μου βρίσκουν πάντα τις οδη­γίες στις ουράνιες κατοικίες τους. Για το πώς είναι φτιαγμένες αυτές, έχετε ήδη ενημερωθεί στον «Πνευματικό Ήλιο».

Ως προς την πνευματική πλευρά του Λουκά, ήταν γεμάτος ζήλο για την υπόθεσή Μου, μάλιστα θα ήταν καλύτερα αν εί­χε λιγότερο. Πάντως ήταν, είναι και θα είναι ένα σημαντικό όπλο της αγάπης και της χάρης Μου τόσο για την εποχή του, όσο και για τη σημερινή. Γιατί ήξερε καλύτερα την Παλαιά Διαθήκη από κάποιους ψηλομύτηδες νομοδιδάσκαλους του Ναού και συνεπώς μπορούσε εύκολα να κρίνει ως αληθινές τις πράξεις Μου που του διηγούνταν και να τις περιγράψει σε όσους άλλους το ζητούσαν.

Γι’ αυτό, μη θυμώνετε με τον άντρα αυτόν για τις αρκετές ανακρίβειες που υπάρχουν στα γραπτά του, γιατί πρώτον δεν τις δημιούργησε όλες μόνος του παρά μάλλον οι εκ των υστέ­ρων διορθωτές, των οποίων θα μπορούσα να σας αναφέρω περισσότερους από μια ντουζίνα. Δεύτερον, ιδιαίτερα στην ύστε­ρη εποχή του, ήταν γεμάτος σοβαρότητα και καλή θέληση να μεταβιβάσει στους επόμενους με τα γραπτά του όσο το δυνα­τόν την καθαρή αλήθεια.

Όμως δεν ευθύνεται για ό,τι έκαναν αργότερα οι πλεονέ­κτες προκαθήμενοι των κοινοτήτων. Έσπειραν μαζί με το στά­ρι του ζιζάνια, που φύτρωσαν μαζί μ’ αυτό. Εκείνοι μάζεψαν το στάρι για τις αποθήκες τους, αλλά ύστερα πήγαν τα ζιζάνια στα ζώα ως τροφή, κι ακόμη αυτό κάνουν. Αλλά τα κοπάδια δεν αποτελούνται πια από τους δικούς Μου αμνούς παρά από γαϊδούρια, βόδια, γουρούνια και άλλα κουτά ζώα, που αρκού­νται στα γαϊδουράγκαθα και στα άλλα αγκάθια.

Γι’ αυτό, ας τους αφήσουμε για την ώρα με αυτή την τρο­φή. Όταν κάποτε τη σιχαθούν πραγματικά, θα αναζητήσουν μόνοι τους κάποια άλλη, που θα αλλάξει την κουτή εσωτερι­κή μορφή τους και έτσι θα μπορέσουν κι εκείνα, έχοντας μαλλί εξευγενισμένων προβάτων, να γίνουν δεκτά στο στάβλο Μου, όπου θα υπάρχει τότε μόνο ένας αληθινός ποιμένας και ένα σωστό ποίμνιο που θα έχει τη σωστή τροφή. Αυτά λοιπόν αρχικά, για να ξέρετε τι πρέπει να πιστεύετε για το Λουκά. τα υπόλοιπα θα σας ανακοινωθούν κατά την ευ­καιρία που σας υποσχέθηκα. Αμήν.

 Η Γη μας προήλθε από τον αρχέγονο κεντρικό ήλιο

8 Απριλίου1864

Δεν είναι οπωσδήποτε απαραίτητο για την τελειοποίηση του αν­θρώπου να εισδύσει με το φυσικό του νου σε όλες τις συνθή­κες της Δημιουργίας Μου. Αλλά είναι επίσης γραμμένο ότι ένας άνθρωπος με πνεύμα και νου πρέπει να ελέγχει τα πάντα και να κρατάει απ’ αυτά τα καλά και αληθινά. Έτσι, δίνω πά­ντα σε όλους όσους θέλουν ένα σύντομο μεν, αλλά σωστό φως, που στους σοφούς και ειδήμονες του κόσμου φαίνεται ανοη­σία, αλλά για κείνους που πιστεύουν σε Μένα είναι μία σοφία υπεράνω κάθε σοφίας, που οι σοφοί του κόσμου δεν έχουν δει ούτε στον ύπνο τους.

Για να καταλάβει όμως κανείς ποια σχέση έχουν μεταξύ τους οι πρωταρχικές ουσίες τόσο του ορυκτού βασιλείου ολό­κληρης της Γης όσο και οι φυτικές ουσίες που προκύπτουν από αυτές και κατόπιν οι ζωικές ουσίες που προκύπτουν από τα φυτά, πρέπει πρώτα να ξέρει πώς έγινε η εξέλιξη αυτής της Γης και από πού έφθασε κατά την πρώτη φάση της ανάπτυξής της στην περιοχή αυτού του ήλιου. Αν κάποιος τα ξέρει αυτά μέσω της πίστης του στον Λόγο Μου, πολύ γρήγορα θα κατα­λάβει και όλα τα άλλα με κάθε σαφήνεια.

Όλοι οι άλλοι πλανήτες που περιστρέφονται σε τροχιά γύ­ρω από τον ήλιο μαζί με τα ουράνια σώματα που τους συνο­δεύουν, είναι παιδιά ακριβώς αυτού του ήλιου, όχι όμως και αυτή η Γη με τη Σελήνη της. Είναι παιδί που έρχεται από τον πρωταρχικό ήλιο, που εκσφενδονίστηκε από το μεγαλοπρεπές εσωτερικό του με απερίγραπτη δύναμη στο μεγάλο χώρο του σφαιρικού περιβλήματος σαν αρκετά συμπαγές ήδη σώμα, φυ­σικά πριν από τόσα πολλά γήινα έτη, που εσείς δεν μπορείτε να τα φανταστείτε. Παρόμοια ήταν και η καταγωγή εκείνου του μεγάλου πλανήτη που ξέρετε ότι καταστράφηκε από εσω­τερικές εκρήξεις. Άλλωστε, γι’ αυτό η Γη είναι τόσο εξαιρε­τικά πολύμορφη και πολύπλοκη, διότι μέσα, πάνω και από πά­νω της υπάρχουν όλα εκείνα τα πρωταρχικά στοιχεία, που βέ­βαια συναντώνται -και πρέπει να συναντώνται- σε μεγαλύτερο μέτρο μόνο στον πρωταρχικό κεντρικό ήλιο, επειδή εκείνος εί­ναι ο τροφός και ο οδηγός των αμέτρητων δευτερευόντων κε­ντρικών ήλιων και των πλανητικών ήλιων, καθώς και των ίδιων των πλανητών.

Έτσι, αυτή η Γη είναι, όσον αφορά τα πρωταρχικά στοι­χεία της ύπαρξης, απόλυτα όμοια με τον πρωταρχικό κεντρι­κό ήλιο και επομένως απόλυτα κατάλληλη για την εκπαίδευ­ση εκείνων των ανθρώπινων ψυχών που έχουν κληθεί να γί­νουν παιδιά του Θεού.

Φυσικά, τώρα κάποιος θα ρωτούσε: Πώς απέκτησε λοιπόν αυτή η Γη την ατμόσφαιρα και τα ύδατά της; Εγώ απαντώ: Πε­ρίπου όπως κάθε πλανήτη ς και ο ίδιος ο ήλιος, δηλαδή μέσω του διαρκούς, σχεδόν επταπλού ταξιδιού της γύρω από τον πρωταρχικό κεντρικό ήλιο. Το πρώτο, (ουσιαστικά το δεύτε­ρο) ταξίδι το κάνει όπως βλέπετε γύρω από τον ήλιο, και το ουσιαστικά πρώτο ταξίδι μέσω της δικής της περιστροφής. Το τρίτο, πολύ μεγαλύτερο, ταξίδι το κάνει μαζί με τον ήλιο γύ­ρω από τον κεντρικό ήλιο, όπως ξέρετε, σε περίπου 28.000 γή­ινα έτη. Το τέταρτο ταξίδι, που είναι κατά πολύ μεγαλύτερο και διαρκεί περισσότερο, το κάνει μαζί με το Σείριο, που εί­ναι ουσιαστικά ο κεντρικός ήλιος αυτής της ηλιακής περιοχής, γύρω από έναν πολύ μεγαλύτερο κεντρικό ήλιο της ηλιακής περιοχής. Το πέμπτο ταξίδι το κάνει μαζί με όλους τους πολυάριθμους κεντρικούς ήλιους της ηλιακής περιοχής, που όλους μαζί θα μπορούσατε να τους ονομάσετε ένα ηλιακό σύ­μπαν, γύρω από έναν πολύ μεγαλύτερο κεντρικό ήλιο του ηλιακού σύμπαντος. Το συγκεκριμένο ταξίδι είναι βέβαια πάρα πολύ γρήγορο, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, διαρκεί πολλά δισεκα­τομμύρια γήινα έτη. Το έκτο ταξίδι της το πραγματοποιεί μαζί με τους μεγάλους κεντρικούς ήλιους των ηλιακών συμπάντων γύρω από τον ίδιο τον πρωταρχικό κεντρικό ήλιο. Το έβδομο ταξίδι, για το οποίο απαιτούνται πάρα πο­λύ μεγάλες περίοδοι, είναι ένα ταξίδι εναλλαγής, κατά το οποίο ο κεντρικός ήλιος ενός ηλιακού σύμπαντος μια πλησιάζει τον πρωταρχικό κεντρικό ήλιο και μια το περίβλημα της μεγάλης σφαίρας που περιβάλλει όλα αυτά και έτσι παρέχεται σε ένα τεράστιο ηλιακό σύμπαν αρκετή τροφή: η θετική όταν πλη­σιάζει τον πρωταρχικό κεντρικό ήλιο και η αρνητική όταν πλη­σιάζει στο περίβλημα της σφαίρας. Αν δε ένα ουράνιο σώμα έχει κορεσθεί επαρκώς από αυτά τα δύο ψυχο-ηλεκτρομαγνη­τικά πρωταρχικά στοιχεία, μπορεί να παράγει από τον εαυτό του και να θρέψει όλα όσα έχει εν σπέρματι τη δυνατότητα να παραγάγει και να θρέψει, δυνατότητα συνυφασμένη με την πρωταρχική δύναμη και φύση του. Μα ένα ουρά­νιο σώμα σαν αυτήν τη Γη φέρει μέσα του απείρως πoλλά, και γι’ αυτό μπορεί να δημιουργήσει από τον εαυτό του σχεδόν άπειρα πράγματα από φυσική άποψη.

Τα δύο βασικά πρωταρχικά στοιχεία είναι οι δύο εγκατοι­κούσες τη Γη ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, και μάλιστα στο μέγιστο βαθμό, γι’ αυτό άλλωστε η Γη είναι ένα από τα ουρά­νια σώματα με τη μεγαλύτερη πυκνότητα. Χάρη δε στις δύο αυτές δυνάμεις της πρωταρχικής ζωής έχει και την ικανότητα να αποκτά από όλους τους ήλιους του σφαιρικού περιβλήμα­τος μέσω του αιθέρα σχεδόν άπειρα διαφορετικά στοιχεία για τη δική της ανάπτυξη.

Μέρος της πρωταρχικής ύλης της Γης είναι ένα είδος πρω­ταρχικού ασβεστόλιθου, καθώς και κιμωλία και θειάφι. Χάρη σ’ αυτά μπόρεσε να έλξει κατά το μεγάλο της ταξίδι, από τότε ακόμη που ήταν κομήτης, από το μεγάλο αιθερικό διάστημα πολλούς ατμούς που περιείχαν νερό και που με τον καιρό συ­μπυκνώθηκαν δημιουργώντας νερό, αλλά μετά ξαναέγιναν ατμοί μέσω της εσωτερικής δύναμης. Οι ατμοί αυτοί αιωρού­νταν πάνω από την καθαυτό επιφάνεια του νερού και δημιούργησαν σταδιακά τον ατμοσφαιρικό αέρα, που για να γίνει Κα­θαρός όπως σήμερα, απαιτήθηκαν πολλά εκατομμύρια χρό­νια.

Τον πρώτο καιρό, σχημάτισαν κυρίως τα πρωταρχικά ορυκτά, που όμως φυσικά την εποχή αυτή αποτελούν την εσω­τερική πυκνή μάζα της Γης και ουσιαστικά σπάνια φτάνουν μέχρι την επιφάνειά της ή και δεν παρουσιάζονται σχεδόν καθόλου σήμερα.

Η δεύτερη περίοδος ήταν εκείνη της ιζηματογένεσης, της απόθεσης στα βάθη της θάλασσας. Όταν τα υλικά που είχαν αποτεθεί απέκτησαν την απαιτούμενη πυκνότητα και βάρος, από την πίεση το εσω­τερικό της Γης αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη θερμοκρασία και έτσι αναφλέγονταν τα θειούχα στοιχεία, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να τήκονται μερικώς τα άλλα πρωταρχικά στοι­χεία και σε πολλά σημεία να ανεβαίνουν στην επιφάνεια των υδάτων. Με τον τρόπο αυτόν έδωσαν τη δυνατότητα στο νε­ρό να εισχωρήσει στο εσωτερικό της Γης, με αποτέλεσμα να κατέβει εκεί η θερμοκρασία, πράγμα που ήταν αναγκαίο.

Με τέτοιες ευκαιρίες όμως, τα αέρια που αναπτύσσονταν με τη συγκεκριμένη διαδικασία έβγαιναν από τις άπειρες τρύ­πες στην επιφάνεια και γέμισαν τόσο τη γεμάτη ατμούς ατμό­σφαιρα, όσο και τη θάλασσα -που θα την αποκαλέσουμε ακό­μη ύδατα της Γης- με αυτό που σήμερα ονομάζουμε διοξείδιο του άνθρακα. Αυτός όπως ξέρετε δεν είναι ένα απλό και αδιαί­ρετο στοιχείο, αφού προήλθε κατά την πρωτόγονη εξέλιξή του πρώ­τα από το θετικό και αρνητικό ηλεκτρισμό και από πρωταρχικό θειάφι, κιμωλία και ασβεστόλιθο. Παρ’ όλ’ αυτά όμως είναι πά­ντα ακόρεστο και είναι διαρκώς έτοιμο να έλξει ένα σωρό άλ­λα στοιχεία και να ενωθεί μαζί τους. Όταν γίνει αυτό, τότε γί­νεται παραγωγικό και τα πνευματικά ζωτικά του τμήματα είναι πια σε θέση, αν και είναι ακόμη πολύ χονδροειδή, να παρά­γουν όντα πάνω στα πιο στερεά μέρη της Γης χωρίς προηγούμενη εναπόθεση σπερμάτων. Προξενούν δηλαδή ένα είδος ζύ­μωσης και από αυτό σύντομα προκύπτει ένα πρωτόγονο φυ­τό, περίπου όπως αναπτύσσονται σήμερα πλήθος διαφόρων μανιταριών χωρίς προηγούμενη γονιμοποίηση στα πιο ελώδη μέρη της Γης, που ιδιαίτερα στα δάση είναι προφυλαγμένα από ισχυρούς ανέμους, κι εκεί, αν υπάρχει η κατάλληλη θερμότη­τα, εμφανίζονται σύντομα τα πιο διαφορετικά μανιτάρια.

Παρόμοια, αν και πολύ πιο μεγαλειώδη αιτία δημιουργίας έχουν εκείνα τα περισσότερο ή λιγότερο γνωστά τεράστια αρχέγονα φυτά αυτής της Γης που σήμερα απαντώνται σποραδικά ως μαύρος βιτρίτης.

Βέβαια, εδώ θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει γιατί τα ση­μερινά μανιτάρια, ως προϊόντα άνθρακα, δεν απολιθώνονται και δεν γίνονται βιτρίτης. Αυτό δεν γίνεται πια, γιατί τότε ο ατμοσφαιρικός αέρας, ιδιαίτερα κοντά στην επιφάνεια της γης και της θάλασσας, αποτελείτο, σε ύψος περισσότερο από ένα μίλι, κατά 8/10 άνθρακα και πολύ λίγο οξυγόνο και υδρογόνο.

Όμως οπουδήποτε στη Γη βρίσκεται μόνος του άνθρακας, εκεί θα υπάρχουν επίσης λίγα μόνο ή και καθόλου φυτά και ζώα. Αν ένα ζώο ή ένα ανεπτυγμένο φυτό φτάσουν εκεί, σύ­ντομα θα πεθάνουν, δεν θα αποσυντεθούν, παρά ο άνθρακας θα καταναλώσει γρήγορα όσα στοιχεία απ’ αυτά που ξέρετε περιέχονται στο φυτό ή το ζώο. Το ίδιο γίνεται με τον άνθρα­κα που περιέχουν, κι έτσι σε τέτοιες κοιλάδες και χαράδρες, ύστερα από ένα χρόνο, δεν βρίσκει κανείς παρά λίγη σκούρα γκρίζα ή κάποτε σκούρα καφέ στάχτη, πράγμα για το οποίο θα σας πείσουν απόλυτα ορισμένα νεκροταφεία στην περιοχή της Νάπολης και της Σικελίας.

Πάρτε για παράδειγμα τις κοντινές σας περιοχές διαβρω­μένων ασβεστολιθικών πετρωμάτων, όπου το λιγοστό έδαφος χρησιμοποιείται από τους κατοίκους για την καλλιέργεια των φυτών με τα οποία τρέφονται. Στις φτωχές ενορίες τους, των οποίων τα νεκροταφεία είναι κάποια κοντινή σπηλιά, οι σωροί σύντομα χάνουν την κακοσμία τους και σε δύο χρόνια αποσυ­ντίθενται τόσο πολύ, που δεν βρίσκεται πια τίποτα από αυτά εκτός ίσως από το ρούχο με το οποίο είχαν ταφεί ή ό,τι ήδη ανέφερα για τη Νάπολη και τη Σικελία. Αυτό είναι αποτέλε­σμα της δράσης του άνθρακα του ενωμένου με ατμούς θείου, και οι νεκροθάφτες πρέπει, όταν θάβουν κάποιον, να καλύ­πτουν (για προστασία) το στόμα τους με ένα ύφασμα βουτηγ­μένο σε ξίδι.

Αφού όμως τα τεράστια αρχέγονα φυτά που αναφέραμε αποτελούνταν κυρίως από άνθρακα, δεν μπορούσαν να απο­συντεθούν, παρά βρίσκονται έτσι μέχρι τη σημερινή μέρα. Επί­σης, μέχρι σήμερα συνηθίζεται να καίνε το εξωτερικό των ξύλινων πασσάλων μέχρι να καλυφθεί με άνθρακα, προκειμένου να τους χώσουν βαθιά στο έδαφος, επειδή έτσι το ξύλο προ­φυλάσσεται από την αποσύνθεση που πάντα είναι συνέπεια εσωτερικής ζύμωσης στο έδαφος, κατά την οποία αναπτύσσε­ται περισσότερο ή λιγότερο ενεργός άνθρακας. Αν βρει τον πάσσαλο περιβεβλημένο με άνθρακα όμοιο με τον ίδιον, είναι αβλαβής. Στην αντίθετη περίπτωση, ο πάσσαλος δεν θα κρα­τήσει για πολύ μέσα στη γη ως κατάλληλο υποστήριγμα.

Αν τώρα τα καταλάβετε αυτά κατά απτό τρόπο, θα μπορέ­σετε επίσης να καταλάβετε πολλά άλλα φαινόμενα της Γης. Όσο περισσότερο ενωνόταν με τον καιρό ο άνθρακας με άλ­λα στοιχεία, τόσο λιγότερο μπορούσε ν’ αποτελέσει εμπόδιο στην παραγωγή πολλών άλλων σωμάτων. Στη γη συσσωρεύ­τηκαν ξανά από το εσωτερικό πυρ περίπλοκα αέρια που τα πε­ρισσότερα ήταν ήδη δυνατόν ν’ αναφλεγούν από τον εσωτε­ρικό γήινο ηλεκτρισμό. Αυτά ανύψωναν με την ωστική τους δύναμη τεράστια κομμάτια του ήδη στερεού βυθού σε πολύ μεγάλα ύψη πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, τα ακου­μπούσαν κάθετα και τα στήριζαν με άλλα τμήματα της Γης που ανύψωναν εν συνεχεία. Μέσα σε αρκετές χιλιετίες, τα βα­θιά και πλατιά ρήγματα του βυθού γέμισαν ξανά με ιλύ που σιγά-σιγά στερεοποιήθηκε, δημιουργώντας ένα νέο έδαφος, η δε επιφάνεια της Γης τότε ήταν πια ικανή να παραγάγει μεγά­λο πλήθος θαυμάσιων δέντρων, θάμνων και φυτών. Τότε ήταν επίσης δυνατόν να δημιουργηθούν λίγα μεν, αλλά μεγάλα, ζώα.

Κατά την εν λόγω περίοδο, σταδιακά σχηματίστηκαν, ιδιαί­τερα στα ψηλά μέρη του πρώην βυθού -που θα τα χαρακτηρίσουμε τώρα πια πρωταρχικές οροσειρές της Γης- μεγάλοι κρυσταλλικοί σχηματισμοί που μοιάζουν με τους σημερινούς σταλακτίτες. Μ’ αυτά και με τα φυτά θεμελιώθηκε η κατοπι­νή ύπαρξη μεταλλικών σχηματισμών. Εκείνη την εποχή άρχι­σε να δημιουργείται κυρίως ο χρυσός, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές που ήδη δέχονταν για πολλές ώρες την ηλιακή ακτι­νοβολία.

Σύντομα ακολούθησε μία τέταρτη περίοδος, της οποίας φυσικά προηγήθηκαν και πάλι μεγάλες εκρήξεις φωτιάς. Τό­τε, τα πολλά αυτά φυτά και δέντρα μαζί με τα ζώα τάφηκαν ξανά και επίσης αποσυντέθηκαν πολύ λίγο, καλύφθηκαν αλ­λού από νερό κι αλλού από ιλύ, σήμερα βρίσκονται δε σε με­γάλες εκτάσεις ως γαιάνθραξ. Σε μερικές χώρες βρέθηκαν και σκελετοί των αρχέγονων ζώων και τους δόθηκαν ονόματα.

Ύστερα από αυτή την περίοδο -μετά από σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα- υπήρξε και πάλι μία πολύ παραγωγική προ­καταρκτική περίοδος. Τότε δημιουργήθηκε τεράστιο πλήθος φυτών και ζώων, τόσο στο νερό όσο και στην ξηρά και στον αέρα, και μ’ αυτό τελείωσε η συγκεκριμένη περίοδος.

Τώρα βλέπουμε και τους πρώτους ανθρώπους, και μετά από περίπου δύο χιλιάδες χρόνια, μία έκτη περίοδο μεταβολής της Γης, αυτήν όπου ζείτε ακόμη εσείς οι ίδιοι. Και όλα τα σημερινά ύδατα της Γης, η ξηρά και η ατμόσφαιρα είναι μάρτυρες αυτής της ποικίλης αύξησης της παραγωγικότητας της Γης μέσα στις έξι περιόδους που ξέρετε.

Τώρα λοιπόν το θέμα είναι τα πρωταρχικά στοιχεία που απετέλεσαν όλα όσα βρίσκονται και αναπαράγονται σήμερα στη γη, στα ύδατα και στον αέρα.

Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι θα χρειαστεί να πούμε πά­ρα πολλά για ν’ απαντηθεί το εν λόγω θέμα. Όχι, καθόλου! Σκεφτείτε μόνο από πού κατάγεται η Γη και ποια μεγάλη κλη­ρονομιά έλαβε από τον πατέρα της, και θα καταλάβετε αμέσως από ποια πηγή μπορεί να δημιουργήθηκαν και να υπάρχουν όλα αυτά πάνω στη Γη.

Κάθε πρωταρχικό στοιχείο είναι δεσμευμένο πνευματικό στοιχείο, και όταν τύχει να ελευθερωθεί, ενεργοποιείται κατά το είδος του και σχηματίζει τη μορφή και τη σύστασή του υ­πό τη διαρκή επιρροή και συνδρομή του αντίστοιχου πνεύμα­τος του άλλου κόσμου. Θα αποκαλέσουμε αυτό το πνεύμα θετι­κό ηλεκτρομαγνητικό και θα του δώσουμε το όνομα αστρικό πνεύμα. Εκείνο που βρίσκεται στην ύλη της Γης, τόσο του στε­ρεού γήινου βασιλείου, όσο και των υδάτων και του αέρα, θα το αποκαλέσουμε ηλεκτρομαγνητικά αρνητικό στοιχείο ή κα­ταδικασμένο στη δέσμευση σ’ αυτήν τη Γη φυσικό πνεύμα. Αυτό αφυπνίζεται μόνο από το αντίστοιχο αστρικό πνεύμα του άλλου κόσμου και τίθεται σε δραστηριότητα που ταιριάζει στην ευφυΐα που εμπερικλείει.

Αφού όμως αυτές οι ιδιαίτερες ευφυΐες του φυσικού πνεύματος είναι τόσο ποικίλες και διαφορετικές όσο και στον πρωταρχικό κεντρικό ήλιο, από τον οποίο κατάγονται όλοι οι ήλιοι και τα άλλα ουράνια σώματα σ’ αυτό το σφαιρικό περίβλημα, υπάρχουν έτσι και εξίσου πολλά θετικά αστρικά πνεύ­ματα, που αφυπνίζουν προς μία όλο και πιο ελευθερωμένη δρα­στηριότητα τα φυσικά πνεύματα τα προσκολλημένα σε αυτήν τη Γη. Βέβαια, ένα φυσικό πνεύμα αυτής της Γης έχει μία α­πλή νοημοσύνη, η οποία όμως χάρη στο αστρικό πνεύμα γίνεται σύνθετη. Ας πάρουμε τα πιο δεσμευμένα απ’ όλα τα πνεύ­ματα, εκείνα του ορυκτού βασιλείου. Από μόνα τους δεν θα δημιουργούσαν παρά πολύ απλά μορφώματα από ένα μόνο στοιχείο. Όμως με την επίδραση του αντίστοιχου αστρικού πνεύματος, κατά κάποιον τρόπο διευρύνεται η νοημοσύνη τους, αποκτούν κάποια αίσθηση και όραση ανάλογη με το εί­δος τους και αρχίζουν να συλλέγουν και να έλκουν αυτό που τους ταιριάζει από τα άπειρα πολλά που υπάρχουν στη Γη α­πό τον πρωταρχικό κεντρικό ήλιο. Με αυτό τον τρόπο δημιουρ­γούνται τα διάφορα ορυκτά, τα μέταλλα, οι πολύτιμοι λίθοι, που αποτελούν από υλική άποψη κάτι σαν μάτια αυτών των πνευμάτων και εκμεταλλεύονται την επίδραση του φωτός του ήλιου και αναρίθμητων άλλων άστρων.

Αν αναζητήσετε τώρα τα στοιχειώδη αρχικά συστατικά των ορυκτών και των μετάλλων, θα βρείτε παντού τα ίδια. Η μό­νη διαφορά συνίσταται στην αναλογία του θετικού και του αρ­νητικού, ενώ η ποικιλία των αναλογιών εκτείνεται στο άπειρο. Γι’ αυτό άλλωστε θα συναντήσετε τα προϊόντα τους, όπως στα ορυκτά, σε πολύ μεγαλύτερη ποικιλία και διαφοροποίη­ση, στο φυτικό βασίλειο.

Με την αφύπνιση από το αστρικό πνεύμα, δημιουργείται, από την αρνητική αρχή, η καθαυτό ρίζα και ο κορμός του φυ­τού και, φυσικά, η φυσική ψυχή αυτού του κόσμου που απο­κτά ζωή. Το αστρικό πνεύμα πάλι πολλαπλασιάζει τη νοημο­σύνη και το πεδίο δράσης της και σχηματίζει όλα εκείνα τα μέρη του φυτού που βρίσκονται πάνω από το έδαφος. Τα πά­ντα δεν είναι, λοιπόν, παρά μία επίδραση του συν και πλην των δύο πνευμάτων που ενώνονται όλο και περισσότερο.

Το ίδιο συμβαίνει και στο ανώτερο, ζωικό βασίλειο. Μα η συνολική ένωση όλων αυτών των ειδικών ψυχικών ευφυών με το αστρικό πνεύμα ή πνεύμα φωτός του άλλου κόσμου δεν συντελείται παρά στον άνθρωπο, στου οποίου επίσης την ηθική κυρίως σφαίρα παίζει το μεγαλύτερο ρόλο το συν ή το πλην, εάν προέρχεται από κάτω ή από πάνω. Στο τέλος βέβαια όλοι, σύμφωνα με το ουράνιο σχέδιο, πρέπει να περά­σουν στο θετικό, αλλά αυτό θα απαιτήσει αρκετά μεγάλο χρό­νο. Εκεί όμως που στον άνθρωπο επικρατεί ήδη το εκ των άνω θετικό, η τελείωση, τόσο εδώ όσο και στον άλλο κόσμο, θα εί­ναι εύκολη και γρήγορη, ανάλογα με την ισχύ της φωτιάς της αγάπης αυτών των δύο πνευματικών δυνάμεων ζωής.

Όσα σας είπα απαντούν σε όλες τις ερωτήσεις σας και σε πολλά ακόμη. Όμως η έρευνα της φύσης και η σημερινή Χη­μεία δεν θα φθάσουν σ’ αυτά τα τελικά αποτελέσματα, ακόμη κι αν εργάζονται αιώνια. Γιατί πρώτον δεν έχουν το συνδετι­κό μέσο για να ενώσουν σε ένα στερεό σώμα το θετικό και αρ­νητικό ηλεκτρισμό, ακόμη δε λιγότερο το μέσο για να συνδέ­σουν το συν και το πλην προκειμένου να δημιουργήσουν κά­ποιο στοιχείο, κι έτσι είναι αναγκασμένες να αναλύουν το ήδη υφιστάμενο, χωρίς να μπορούν να δημιουργήσουν απ’ αυτό κάτι νέο.

Γνωρίζουν τα συστατικά του νερού. Όμως αν κανείς σπεί­ρει χίλια είδη φυτών στη γη και τα ποτίζει με το ίδιο νερό, και πάλι από κάθε σπόρο θα προκύψει το ανάλογο με το εσωτερι­κό πνεύμα του φυτό. Ποιο είναι το πρωταρχικό στοιχείο του καθενός; Δεν είναι παρά το συν ή πλην που σας έδειξα.

Δεν μπορώ να σας φανερώσω κάτι πιο βαθύ και εσωτερι­κό, γιατί με αυτά έτσι κι αλλιώς σας ανακοίνωσα ό,τι μπορεί­τε να συλλάβετε. Γι’ αυτό, να αρκεστείτε σ’ αυτά στο όνομά Μου. Αμήν.

Για τα Ευαγγέλια

24 Απριλίου 1864

Αλήθεια, αγαπημένε Μου υπηρέτη, η αρκούδα που ήταν κουφή από το ένα αυτί, που είδες στ’ όνειρό σου, σε οδήγησε σε μία μεγαλοπρεπή αντίφαση του ευαγγελίου, την οποία δεν είχες παρατηρήσει νωρίτερα, από τα παιδικά σου χρόνια, μο­λονότι διάβασες πολλές φορές προσεκτικά την Καινή Διαθήκη.

Αργότερα θα σου είχα επισημάνει ο ίδιος αυτή την αντί­φαση, αλλά καλύτερο είναι και για σένα και για πολλούς άλ­λους που αυτό ήρθε από τώρα στο φως, για να καταλάβει ο καθένας ότι Εγώ τώρα επανήλθα πνευματικά στη Γη αυ­τή με τρόπο ιδιαίτερα αντιληπτό, για να προσλάβω και να δεχθώ τους τελευταίους εργάτες στον αμπελώνα Μου. Αυτοί οι εργάτες δεν είναι παρά οι σοφοί του κόσμου και οι φιλόσοφοί του, που ακριβώς αυτό τον καιρό προσπαθούν να Με εξα­λείψουν εντελώς, με τη μορφή που τώρα έχω στις αποκαλού­μενες χριστιανικέ ς εκκλησίες, και να Με εξαφανίσουν μαζί με εκείνα τα Ευαγγέλια που μόνο δύο ή τρεις αιώνες μετά από Μένα κατέληξαν να γίνουν αυτό που είναι ακόμη σήμερα χά­ρη σε ιουδαϊκές και ειδωλολατρικές μηχανορραφίες.

Η τυφλή ανθρωπότητα που δεν ελέγχει ούτε έλεγξε ποτέ τίποτα, εν μέρει ακόμη πιστεύει σ’ αυτά τα ως επί το πλείστον καταστροφικά κακοτεχνήματα στο όνομά Μου.

Δεν θέλω να καταδικάσω γι’ αυτά ούτε το Λουκά, ούτε το Μάρκο ή το Ματθαίο. Γιατί στην εποχή τους έκαναν τουλάχιστον τον κόπο να επιλέξουν τα καθαρότερα και καλύτερα από τα ήδη πολλαπλά νοθευμένα στοιχεία της διδασκαλίας Μου. Όσον αφορά όμως στα υλικά γεγονότα, εν μέρει τα κατασκεύ­ασαν μόνοι τους και ως προς τα περισσότερα, τελικά αναγκά­σθηκαν να υιοθετήσουν κάποια από τα λεγόμενα των ανθρώ­πων εκείνων που συχνά ισχυρίζονταν θρασύτατα ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες κάποιων τέτοιων γεγονότων. Κατόπιν τα συνέκριναν με τα γνωστά τους χωρία των παλιών προφητών κι αν έβρισκαν ότι συμφωνούσαν, αυτό αποτελούσε το κριτή­ριο για το ότι όσα είχαν γράψει ήταν απόλυτα αληθινό.

Βέβαια, θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα αν είχαν μεί­νει έτσι τα ευαγγέλια αυτά. Γιατί επειδή εκεί ήταν γραμμένα πολύ λίγα θαυμαστά, αποτρόπαια και ανατριχιαστικά για την ανθρωπότητα, γι’ αυτό αργότερα κρίθηκε αναγκαίο, ιδιαίτερα ανάμεσα στους Ιουδαίους χριστιανούς, τους Έλληνες και τους Ρωμαίους ήδη εκατό χρόνια πριν από τη μεγάλη σύνοδο της Νικαίας, να γίνουν πολλές προσθήκες. Ιδιαίτερα τέτοιες που είχαν έντονο το χαρακτήρα θαυμάτων και ένα πολύ αυστηρό τιμωρό πρόσωπο, για να μεταβάλουν στο αντίθετο Εμένα, που φέρνω την ευτυχία στους ανθρώπους, που ποτέ δεν κήρυξα στους ανθρώπους τίποτ’ άλλο πιο σημαντικό από την αγάπη και την αλήθεια.

Ποτέ δεν ήμουν ενάντιος στη σωστή επιστήμη των αν­θρώπων, παρά με πολλές ευκαιρίες δίδαξα πολλά τους ανθρώ­πους, για τα οποία πριν δεν ήξεραν απολύτως τίποτα. Γι’ αυ­τό τότε Με μίσησαν πάνω απ’ όλα οι εξαπατητές Φαρισαίοι, επειδή δίδασκα στο λαό όλα εκείνα για τα οποία οι Φαρισαί­οι μέχρι τότε προσπαθούσαν να τον κρατήσουν στο σκοτάδι για να τον αποβλακώσουν όσο γίνεται περισσότερο, με σκο­πό να τον εκμεταλλεύονται.

Και πραγματικά κατάφεραν τόσα πολλά, ώστε να συμβεί ένας αρχιερέας όπως ο Άννας και ο Καϊάφας, να φωνάξουν θυ­μωμένα στο Ναό, προκειμένου να παρακινήσουν το πλήθος σε μεγαλύτερες θυσίες, ότι στο ποτάμι Κυντρόν δεν πρέπει να ρέει για τρεις ημέρες άλλο από αίμα και ο ήλιος δεν επιτρέπε­ται να λάμψει για μια ολόκληρη μέρα. Και ο λαός πίστεψε όλες αυτές τις βλακείες, κρύφτηκε φοβούμενος μια τέτοια τιμωρί­α στα πιο εσωτερικά του δωμάτια και όταν πέρασε ο καιρός της τιμωρίας, πήγε γεμάτος φόβο και τρόμο να δει τον Κυ­ντρόν, αν έρρεε εκεί ακόμη το αίμα. Κι αν αυτός είχε το κα­νονικό νερό του, τότε ο λαός δεν έβρισκε τίποτα καλύτερο να κάνει από το να φέρει μεγάλες θυσίες στο Ναό και να τις απο­θέσει στα πόδια των ιερέων.

Βέβαια, μια μέρα σαν κι αυτήν, ο ήλιος εξακολουθούσε να λάμπει και στον ποταμό δεν υπήρχε σταγόνα αίμα, οι δε έξυ­πνοι Ιουδαίοι ασφαλώς βεβαιώθηκαν γι’ αυτό και ήθελαν να ενημερώσουν σχετικά και τους φτωχούς, εξαιρετικά δεισιδαίμονες κοινούς Ιουδαίους, συνήθως όμως δεν είχαν καμιά επι­τυχία. Γιατί εκείνοι μέσα στο φόβο τους έβλεπαν για μια ολό­κληρη μέρα να ρέει το αίμα και τον ήλιο να έχει χαθεί.

Και όπως τότε ο λαός ήταν μέσα στην πιο τυφλή δεισιδαι­μονία, έτσι είναι ακόμη και σήμερα. Σε τέτοιους ανθρώπους μπορείτε να πείτε τα πιο παράλογα παραμύθια για θαύματα, και θα τα πιστέψουν. Κι αν τα διηγηθούν στους γείτονές τους, εκείνοι θα προσθέσουν κι άλλα σ’ αυτά και θα γυρίσουν ακό­μη περισσότερο προς το θαυματουργό ό,τι έβρισκαν να υπο­λείπεται σχετικά. Αλλά δεν μπορεί κανείς να τους κάνει να εν­διαφερθούν για την αλήθεια.

Γι’ αυτό και στον καιρό Μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσελκύσει κανείς προς την αλήθεια τους πωρωμένους Ιου­δαίους. Εκτός κι αν συνέβαινε κάποιο θαύμα που θα τους ξυ­πνούσε και θα τους έκανε να σκεφτούν λίγο τι εννοούσα λέ­γοντας το ένα ή το άλλο.

Είχα όμως πει επανειλημμένα στους Αποστόλους στην επο­χή Μου ότι καθώς θα διέδιδαν τη διδασκαλία Μου, θα έπρεπε να μιλούν και να κηρύσσουν πολύ περισσότερο το εσωτερικό βάθος της αλήθειας της διδασκαλίας Μου από τα θαύματά Μου.

Αυτό το τήρησε μόνο ένας, ο Ιωάννης, πιστά, οι δε άλλοι πολύ λιγότερο. Προτιμούσαν ν’ αρχίζουν από τα θαύματα και μιλούσαν κατόπιν για το βασίλειο του Θεού και την εσωτερι­κή αλήθεια, έτσι ώστε να έχουν προηγουμένως καθηλώσει το ακροατήριο με τα θαύματα.

Με την πάροδο των δεκαετιών, η μανία διήγησης θαυμά­των μεγάλωσε τόσο, ώστε ο αριθμός των ήδη γραμμένων, αλ­λά και προφορικά μεταβιβαζόμενων, ευαγγελίων αυξήθηκε τό­σο, που ο καθένας έχανε το λογαριασμό.

Ο Λουκάς και ο ψευδοευαγγελιστής Ματθαίος (ο l’Rabbas) άρχισαν να καταγράφουν τα ευαγγέλιά τους σχετικά σύ­ντομα μετά από την εποχή Μου, παρ’ όλ’ αυτά όμως υπερέ­βαλαν τόσο, ώστε τελικά φανερώθηκε ανάμεσά τους η μεγα­λύτερη αντιφατικότητα για πολλά σημαντικά θέματα.

Έτσι κι αλλιώς, την εποχή εκείνη δεν γινόταν λόγος για έλεγχο. Γιατί ο κάθε ευαγγελιστής είχε τους ακροατές και τους αναγνώστες του, και λίγο νοιαζόταν για τους άλλους ευαγγελι­στές, ενώ οι ίδιοι οι ευαγγελιστές παρέμεναν προσκολλημένοι σε όσα είχαν γράψει, ορισμένες φορές μάλιστα χαίρονταν αν κάποιος άλλος δεν περιελάμβανε κάτι στο δικό του ευαγγέλιο.

Έτσι και ο l’Rabbas δεν νοιαζόταν παρά λίγο ή και καθόλου για τον Ιησού και την περιτομή Του στο Ναό οκτώ μέρες μετά από τη γέννησή Του, όπως επίσης και για τους τρεις μάγους από την Ανατολή, για τη φυγή στην Αίγυπτο και τις σκληρές παιδοκτονίες του Ηρώδη στη Βηθλεέμ.

Ο l’Rabbas (ψευδο-Ματθαίος) είχε πληροφορηθεί σχετικά στην Τύρο και τη Σιδώνα και είχε καταγράψει τις πληρο­φορίες, αλλά αφού ο ίδιος μέχρι τότε ήταν περισσότερο ειδω­λολάτρης παρά Ιουδαίος, δεν νοιάστηκε πολύ για την περιτο­μή του Ιησού όταν ήταν παιδί. Έτσι, αυτοί οι δύο Ευαγγελιστές παρουσιάζουν μία πολύ παράξενη αντίφαση, ενώ σε άλλα στοιχεία ταυτίζονται, ακόμη και ως προς τα γεωγραφικά και χρονολογικά στοιχεία.

Κατά το Λουκά, υπάρχει ένας Ιησούς που είχε κάνει περιτομή σύμφωνα με όλους τους ιουδαϊκούς νόμους και θεσμούς, που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ σ’ ένα στάβλο, που τον χαιρέτι­σαν μόνο οι βοσκοί -ενώ δεν αναφέρεται η επίσκεψη των τριών μάγων- που δεν είχε ανάγκη να φύγει στην Αίγυπτο, αλλά αντί­θετα γύρισε με την άνεσή του στη Ναζαρέτ για να περιμένει εκεί να γίνει δώδεκα χρονών χωρίς καμία καταδίωξη από τον Ηρώδη κι ύστερα πήγε με τους γονείς του στην Ιερουσαλήμ.

Στο Ματθαίο βλέπουμε τον Ιησού να γεννιέται σε ένα τα­κτικό σπιτικό, δεν τον χαιρετούν οι βοσκοί αλλά οι τρεις μά­γοι από την Ανατολή, που ο Λουκάς στο δικό του Ευαγγέλιο δεν τους είχε δει ούτε στ’ όνειρό του. Επίσης, δεν αναφέρεται τίποτα για τη φυγή στην Αίγυπτο, τους φόνους παιδιών από τον Ηρώδη στη Βηθλεέμ, καθώς και την επιστροφή του Ιησού από την Αίγυπτο στη Γαλιλαία όταν βασίλευε ο Αρχέλαος. Όμως ο Ματθαίος δεν είχε ούτε καν ονειρευτεί την περιτομή του Ιησού στο Ναό οκτώ μέρες μετά τη γέννησή του και διάφορα άλλα που συνέβησαν επίσης. Κι έτσι, με βάση όσα λένε αυτοί οι δυο Ευαγγελιστές, έχετε έναν Ιουδαίο Χριστό με πε­ριτομή και έναν ειδωλολάτρη Χριστό χωρίς περιτομή!

Οι δυο Ευαγγελιστές αρχίζουν και πάλι να συμφωνούν από το δωδέκατο έτος, εκτός από μερικές ασήμαντες λεπτομέρειες.

Εδώ ο καθένας αναρωτιέται: Ποιος από τους δύο ευαγγελι­στές παρέμεινε κοντά στην αλήθεια; Η απάντηση είναι: Ουσια­στικά κανένας. Γιατί ο καθένας ανέφερε μόνο όσα είχε ακούσει. Στην Ιερουσαλήμ, κανείς δεν τολμούσε να πει πολλά για την υπερβολική σκληρότητα του Ηρώδη, από φόβο μην τιμωρηθεί. Στην Τύρο και τη Σιδώνα όμως ο Ηρώδης ήταν τότε πιο μιση­τός κι από το θάνατο και δεν αποσιωπούνταν οι σκληρές του πράξεις, ούτε και η αφορμή που τον είχε οδηγήσει σ’ αυτές.

Αν κάνατε μία προσεκτική αντιπαραβολή των δύο Ευαγ­γελίων, θα βρίσκατε πολλές παρόμοιες, σημαντικές διαφορές και ανωμαλίες, που όμως μπορούν πιο εύκολα να εξομαλυν­θούν σε κάποιο μέτρο και να διορθωθούν απ’ ό,τι ο Χριστός με ιουδαϊκή περιτομή και ο ειδωλολάτρης Χριστός που δεν την διαθέτει.

Γι’ αυτό όμως πρέπει να απαλειφθούν την τωρινή εποχή από τα ευαγγέλια αυτά τόσο οι παλιές όσο και οι νέες ανοη­σίες, που είναι σε όλα αντίθετες με όσα έχω πει – κι Εγώ μα­ζί μ’ αυτές, για να προβληθεί όπως πρέπει το μοναδικό και πά­ντα αληθινό Ευαγγέλιο του Ιωάννη.

Γιατί ο καθένας εύκολα καταλαβαίνει ότι Εγώ δεν μπορώ να εξακολουθήσω να υπάρχω για πολύ σύμφωνα με την άπο­ψη αυτών των τεσσάρων υφιστάμενων ευαγγελίων, καθώς και μερικών επιστολών του Παύλου και άλλων Αποστόλων, για­τί κάθε αντίφαση που υπάρχει εκεί Με κάνει τον ίδιο μια α­ντίφαση μπροστά στους σοφούς του κόσμου -όπως δηλαδή συμβαίνει στις σημερινές χριστιανικές εκκλησίες, που καθε­μιά τους έχει το δικό της Χριστό, ο οποίος θεωρεί πως μπορεί να καταδικάζει ολότελα κάθε άλλο Χριστό άλλης εκκλησίας.

Όποιος δεν το πιστεύει, ας διαβάσει τουλάχιστον τους τύ­πους για την αλλαγή δόγματος της καθολικής εκκλησίας, π.χ. για έναν προτεστάντη που θέλει να γίνει καθολικός, και θα πει­σθεί απόλυτα γι’ αυτή την αμοιβαία καταδίκη των Χριστών, γιατί εκεί ο μελλοντικός καθολικός πρέπει να καταδικάσει τους προτεστάντες γονείς, τη γέννησή του και όλη την προτεστα­ντική πίστη του ως τα βάθη της κόλασης. Μόνο τότε γίνεται δεκτός στην κοινότητα των Πιστών της Ρώμης, με διάφορες τελετουργίες.

Έτσι γίνεται συνήθως μεταξύ των κυρίων εκκλησιών. Πώς μπορεί ποτέ να έχουμε έτσι έναν ποιμένα κι ένα ποίμνιο, όταν οι Χριστοί των διάφορων εκκλησιών βρίσκονται σε μεγαλύτε­ρη έριδα μεταξύ τους από τα πιο άγρια αρπακτικά του δάσους;

Όλα αυτά πρέπει λοιπόν να απαλειφθούν, και γι’ αυτό έστειλα ήδη εργάτες στον αμπελώνα Μου, που εργάζονται με ζήλο, σύντομα δε θα προστεθούν κι άλλοι που θα εργαστούν με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο και αποτελεσματικότητα, ώστε να μπορώ να έλθω εν αληθεία στους ανθρώπους ως αληθινός Χρι­στός και Θεός από την αιωνιότητα. κι όχι πια όπως τώρα, που, ανάλογα με το τι αρέσει στην κάθε εκκλησία, δεν έχω γενικά τίποτ’ άλλο να κάνω από του να κρίνω και να καταδικάζω διαρ­κώς, ενώ επιτρέπεται να κάνω μόνο εκείνους στον ουρανό ευ­τυχισμένoυς ή μακάριους, που οι αρχηγοί των εκκλησιών τους και αντιπρό­σωποι του Θεού έκριναν άξιους και ικανούς.

Όποιος π.χ. έχει την εύνοια ενός τέτοιου αντιπροσώπου, ιδίως κάνοντας εξαιρετικές προσφορές, πρέπει σύμφωνα με τη διδασκαλία τους να έχει και τη δική Μου χάρη! Ασφαλώς πα­ραδέχεστε τώρα ότι μια τέτοια τεράστια ανοησία δεν μπορεί να διατηρηθεί πια, αφού ανέτειλα σαν αστραπή στον ουρανό, παρ’ όλα τα παπικά κονκορδάτα.

Γι’ αυτό ας αφήσουμε στην επιστήμη το χώρο της ακέραιο. Γιατί είναι τώρα ένα σημαντικό μέσο εκκαθάρισης της βρω­μιάς από τον κόσμο και συγχρόνως ένας Ηρακλής που ξέρει πώς θα καθαρίσει την κόπρο του Αυγεία, όπως λέει ένας πανάρχαιος μύθος των ειδωλολατρών που σήμερα έχει ακόμη με­γάλη εφαρμογή.

Όλα όσα σας έδωσα και σας έδειξα τώρα να τα σκεφτείτε καλά και ν’ αφεθείτε να σας φωτίσουν. Γιατί σας τα έδωσα Εγώ, ο μόνος αληθινός Χριστός, κι όχι κάποιος ψευτο-Χρι­στός που η αλήθεια του προκαλεί φρίκη. Αμήν.

 Η δημιουργία της Καινής Διαθήκης – ιστορική ανασκόπηση

25 Απριλίου 1864

Χθες σου επέστησα την προσοχή σε διάφορες άλλες μι­κροαντιφάσεις που υπάρχουν στα τρία ευαγγέλια του Ματ­θαίου, του Μάρκου και του Λουκά. Θέλω να σου επισημάνω μερικές ακόμη, που ρίζωσαν αργότερα στις διάφορες κοινότη­τες -όχι από τους τρεις αυτούς ευαγγελιστές, αλλά πολύ πε­ρισσότερο εξαιτίας πολλών άλλων, τόσο Ιουδαίων όσο και εθνικών, που διέδιδαν τη διδασκαλία Μου και τους απο­καλούσαν επίσης ευαγγελιστές. Ρίζωσε μάλιστα τόσο βαθιά, ώστε ούτε καν τριάντα χρόνια μετά από Μένα έγιναν εξαιτίας των διαφορών των γραπτών που Με αφορούν κανονικοί πό­λεμοι και άλλες ταραχές, μεταξύ άλλων μία στη Ρώμη τον καιρό του Νέρωνα, μεταξύ των πολλών Ιουδαίων χριστιανών και των ειδωλολατρικής προέλευσης μαθητών του Παύλου. Οι εχθροπραξίες ήταν τόσο έντονες, που ο Νέρων έκρινε ανα­γκαίο να καταστρέψει τη μεγάλη πλειοψηφία των Ιουδαίων χριστιανών της Ρώμης μαζί με μεγάλο μέρος της πόλης, εκεί που κατοικούσαν, και μάλιστα να μην αφήσει έξω ούτε εκεί­νους τους Ρωμαίους που έδειχναν δημόσια το λάβαρο των Ιου­δαίων χριστιανών, κατά κάποιον τρόπο, ως διακριτικό.

Μα ακόμη και αυτή η σκληρή καταδίωξη των Ιουδαίων χριστιανών από το Νέρωνα δεν είχε σπουδαία αποτελέσματα, γιατί οι Ιουδαίοι κατάφεραν να μπουν και πάλι κρυφά στη Ρώ­μη, όταν κυβερνούσαν οι διάδοχοί του, και την έκαναν μία δεύτερη Ιερουσαλήμ, όπως οι Έλληνες την Κωνσταντινούπολη. Αφού έγινε αυτό, ιδιαίτερα η ρωμαϊκή Ιερουσαλήμ (Ρώμη) γι­νόταν όλο και πιο ισχυρή και κατασκεύασε αυτά που αφορούν τον Ποντίφηκα -εν μέρει από τα ιουδαϊκά Ευαγγέλια και εν μέρει επίσης υιοθετώντας τους παλιούς θεσμούς του Ναού της Ιερουσαλήμ κι εκείνους των Ρωμαίων ειδωλολατρών.

Συνεπώς οι Ρωμαίοι ήταν κάτοχοι διάφορων ιουδαϊκών ευαγγελίων και των παλαιών ιουδαϊκών κειμένων, καθώς και των εθνικών ευαγγελίων, και προσέλαβαν κάποιους μορφωμένους εκκλησιαστικούς πατέρες που έγιναν οι κύριοι κατασκευαστές των ρωμαιοκαθολικών δογμάτων. Αυτά πολ­λές φορές ήταν εντελώς αντίθετα με τα ελληνικά ευαγγέλια, και μάλιστα όλο και περισσότερο και όλο και πιο εύκολα, αφού ο Ρωμαίος προκαθήμενος δεν είχε τίποτα πιο σημαντικό να κά­νει από το να στέλνει διαρκώς και στους Έλληνες ακόμα ιεραπόστο­λους, πράγμα που δημιούργησε 300 (325) χρόνια μετά από Μένα τόση σύγχυση στους πιστούς, ώστε πολλοί Έλληνες ξα­νάρχισαν να επισκευάζουν τους ειδωλολατρικούς βωμούς και ναούς και να θυσιάζουν εκεί στη θεά Αθηνά, στον Απόλλωνα, το Δία και τη Δήμητρα.

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, που ήταν πολύ ένθερμος Χριστιανός, αποφάσισε να περιορίσει αυτή την κατάσταση συ­γκαλώντας μία μεγάλη εκκλησιαστική σύνοδο στη Νίκαια, που ήταν κύρια έδρα των διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων, στην οποία προσκάλεσε και τον αρχιεπίσκοπο της Ρώμης. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος προήδρευσε και τους έδειξε τα κακά ε­πακόλουθα που θα είχε προσεχώς αναγκαστικά αυτή η μεγά­λη απόκλιση απόψεων του Χριστιανισμού.

Τότε, πρότεινε ένα πλήρες ξεκαθάρισμα τόσο των πολλών γραπτών ευαγγελίων όσο και ακόμη περισσότερο των παρα­δοσιακών, και είπε ότι από όλα αυτά τα απόλυτα αντιφατικά μεταξύ τους ευαγγέλια θα έπρεπε να χρησιμοποιείται μόνο ένα, συγκεκριμένα του Ιωάννη, για να αποκτήσουν οι χριστιανοί ενιαία πίστη και να μην αλληλοκαταδιώκονται για δογματικά ζητήματα σαν τα άγρια ζώα. Οι δε εθνικοί έβρισκαν πια κα­λύτερο να επιστρέψουν στην παλιά θρησκεία τους παρά να μείνουν μέσα σε μία τέτοια διδασκαλία που όσο καλή θέληση και να είχε κανείς, δεν της έβρισκε πια τίποτα σωστό κι αληθινό.

Γιατί αν υπήρχε ένας δημιουργός της χριστιανικής διδα­σκαλίας, θα πρέπει να ήταν Ένας που έδωσε επίσης μόνο μία διδασκαλία στους ανθρώπους. Αυτή πάλι πρέπει να έχει ένα νόημα και ένα πνεύμα. Έτσι όμως υπήρχαν από πολύ καιρό πολλά γραπτά ευαγγέλια, ακόμη περισσότερα προφορικά, που το καθένα τους είχε τον εντελώς δικό του Χριστό, που δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους άλλους.

Επομένως, θα έπρεπε να απορριφθούν όλα τα ευαγγέλια εκτός από ένα, που προφανώς θα ήταν το πιο παλιό. Κι αν δεν το ενέκριναν αυτό οι επίσκοποι, τότε εκείνος θα εγκατέλειπε τελείως το Χριστιανισμό και θα αποκαθιστούσε στο μεγάλο του βασίλειο την ειδωλολατρία, που παρ’ όλο το πλήθος των θεών της είχε πολύ μεγαλύτερη ενότητα από έναν τέτοιο διχα­σμένο Χριστιανισμό.

Τότε οι Έλληνες επίσκοποι πρότειναν να ενταχθούν τα ονό­ματα Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς επίσης στην πρώτη χρι­στιανική εποχή και να μην εμφανίζονται δυο και τρεις φορές με το όνομα ενός ευαγγελιστή. Ο αυτοκράτορας το δέχθηκε υπό τον όρο να συμπεριληφθεί επίσης η διδασκαλία του απο­στόλου των ειδωλολατρών Παύλου και να απορριφθούν όλα τα άλλα ευαγγέλια.

Του επέστησαν βέβαια την προσοχή στο ότι και ο Παύλος δεν είχε διατηρήσει πάντα ίδια τη διδασκαλία του και ότι έγρα­φε διαφορετικές επιστολές στους εθνικούς απ’ ό,τι στους Ιουδαίους, που δεν ταυτίζονταν ως προς το νόημα και το πνεύ­μα τους. Ο Κωνσταντίνος είπε ότι αυτό δεν πειράζει, γιατί ο Παύλος είχε αποδείξει πιο πολύ απ’ όλους με έργα και λόγια ότι δεν κήρυττε έναν ψεύτικο Χριστό, παρά μόνο Εκείνον του οποίου το πνεύμα του είχε δώσει με θαυμαστό τρόπο κοντά στη Δαμασκό το αξίωμα του αληθινού αποστόλου.

Μετά από κρίση που διήρκησε πάνω από τριάντα χρόνια, τελικά απορρίφθηκαν όλα εκτός από τα τέσσερα ευαγγέλια που υπάρχουν και σήμερα, μαζί με τις Πράξεις των Αποστό­λων του Λουκά και τις επιστολές του Παύλου, καθώς και με­ρικές άλλες επιστολές παλαιότερων αποστόλων μαζί με την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Τα κατέγραψαν τακτικά σ’ ένα βι­βλίο και το ονόμασαν σύμφωνα με τις δύο επιστολές του Παύ­λου προς τους Εβραίους «Η Καινή Διαθήκη». Αυτό τότε έγι­νε αποδεκτό από τους επισκόπους, αλλά μετά από άλλα εκα­τό χρόνια είχε και πάλι τροποποιηθεί τόσο, ώστε ο Ιωάννης έφυγε από το προσκήνιο και πρώτη θέση πήραν ο Ματθαίος, ο Λουκάς και ο Μάρκος, έγιναν επίσης μικροαλλαγές στα κε­φάλαια και στους στίχους και καταγράφηκε σε ποια γιορτή πρέπει να διαβάζεται στο λαό ποιο ευαγγέλιο, πράγμα που οι Έλληνες το τηρούν ακόμη, όπως και μερικές άλλες χριστιανικές αιρέσεις.

Η Ρώμη όμως έκανε μία δική της διαίρεση και σε κατοπι­νές εποχές κατασκεύασε ένα σύντομο ευαγγέλιο αποτελούμε­νο από αποσπάσματα για τις Κυριακές και τις γιορτές. Απα­γόρευσε αυστηρά στο λαό να διαβάζει ολόκληρο το Ευαγγέ­λιο και τα παλιά βιβλία των Ιουδαίων και τιμωρούσε μάλιστα τους παραβάτες ακόμη και με το θάνατο.

Έτσι δημιουργήθηκε η σημερινή Καινή Διαθήκη και σιγά­ σιγά οι Χριστιανοί την αποδέχθηκαν σαν τέτοια πριν από περί­που χίλια τριακόσια χρόνια. Όμως περιείχε διάφορες τροποποι­ήσεις, καθώς και αυθαίρετες προσθήκες, κυρίως των Ρωμαιο­καθολικών επισκόπων, όπως φαίνεται στη λατινική Vulgata κυρίως από τις ερμηνείες των ρωμαιοκαθολικών εκκλησιαστι­κών πατέρων, ο καθένας δε μπορεί με λίγη καθαρή σκέψη να δει ποιου πνεύματος παιδιά είναι αυτές.

Προστέθηκε και μία διδασκαλία σύμφωνα με την οποία οι ψυχές των νεκρών πρέπει να κοιμούνται μέχρι την Ημέρα της Κρίσης, διδασκαλία που έλαβε τον ελληνικό χαρακτηρισμό ψυχοπαννυχίς, δηλαδή ύπνος της ψυχής.

Όμως αυτή η διδασκαλία διατηρήθηκε μόνο μέχρις ότου κάποιος πάπας εισήγαγε τη θεία ευχαριστία, που υπάρχει ακό­μη σήμερα, και δήλωσε με στόμφο τα εξής: ότι ως αναίμακτη θυσία είχε απόλυτα την ίδια δύναμη και ισχύ με την αιματη­ρή θυσία του Χριστού στο σταυρό και επομένως ο Χριστός προσέφερε έτσι κατά θαυμαστό τρόπο θυσία στον Πατέρα Του στον ουρανό για τους πραγματικούς πιστούς της ρωμαιοκαθο­λικής εκκλησίας, και ότι ένας πραγματικά πιστός χριστιανός που θα ήθελε να διαβαστεί μία τέτοια θυσία για την αγίασή του συνοδευόμενη με μία μικρή θυσία του κόσμου τούτου, θα αφυπνιζόταν αμέσως μετά το σωματικό θάνατο από τον Χρι­στό χωρίς μακρό ύπνο της ψυχής και θα γινόταν απόλυτα μα­κάριος. Αν δε ο χριστιανός δεν ήταν τέλειος, μπορούσε να κά­νει πολλές τέτοιες θυσίες Και να ξεφύγει έτσι από την αιώνια καταδίκη, μετά δε από μία μικρή κάθαρση στο καθαρτήριο του άλλου κόσμου να φθάσει, παρ’ όλ’ αυτά, στον παράδεισο.

Έτσι, το δόγμα του ύπνου της ψυχής, που η διατήρησή του θα απέκλειε να αποδώσει η νέα εφεύρεση της θείας ευχαριστί­ας, πήγε κι αυτό για ύπνο, όπως κι εκείνο το γελοίο δόγμα που δίδασκε στα σοβαρά ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει λίγους μό­νο ανθρώπους για τον παράδεισο, το δε μεγαλύτερο μέρος για την κόλαση.

Αυτές οι δύο κουτές διδασκαλίες με τον καιρό καταργή­θηκαν εντελώς, αλλά αντί γι’ αυτές εισήχθηκαν οι γνωστές πέ­ντε εκκλησιαστικές εντολές και αρκετά νεοσύστατα μυστήρια, που δεν χρειάζεται να σας απαριθμήσω, αφού ο καθένας τα αναγνωρίζει εύκολα μόνος του.

Μολονότι η χριστιανική διδασκαλία απλουστεύτηκε πολύ βάσει των αυστηρών συμβουλών του Κωνσταντίνου, ωστόσο έμειναν πολλά σκουπίδια μέσα σ’ αυτήν, παρ’ όλες τις συχνές εκκαθαρίσεις που έγιναν και επιτράπηκαν και που καθεμία τους είχε ως αποτέλεσμα την απόσχιση μιας νέας αίρεσης και εν συνεχεία την εκ νέου δημιουργία αρκετών Χριστών που μέ­χρι σήμερα τραβιούνται από τα μαλλιά ως προαιώνιοι εχθροί.

Γι’ αυτό πρέπει τώρα να γίνει η τελευταία και μεγαλύτερη εκκαθάριση και όπως ήδη παρατηρήθηκε πιο πριν, ο εκκαθα­ριστικός μηχανισμός λέγεται επιστήμη.

Οι Χριστοί που είναι εχθροί μεταξύ τους πρέπει να φύγουν μαζί με όλα όσα συνάπτονται σ’ αυτούς, ώστε να μπορέσει να φανερωθεί στους ανθρώπους και να κατοικήσει εκεί ο Ένας Χριστός που κήρυξε ο Ιωάννης.

Αυτό βέβαια θα φέρει μαζί του κάποιους σκληρούς και δύ­σκολους αγώνες, αλλά οι πραγματικοί οπαδοί του Χριστού δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν απ’ αυτούς, γιατί θα ενδυναμωθούν σε όλα και έτσι οι μέχρι τώρα λιγότερο πιστοί θα δουν ένα φως που δεν θα μπορούν πια να το σβήσουν.

Και Εγώ, ο Κύριος, που σας τα είχα πει αυτά δια στόμα­τος Ιωάννη, θα δοκιμάσω τη Γη παντού με διάφορες κρίσεις και δυστυχίες όπως μεγάλους πολέμους, ακρίβεια και πείνα, επιδημίες ανθρώπων και ζώων, μεγάλους σεισμούς και άλλα μετεωρολογικά φαινόμενα, πλημμύρες και φωτιά. Μα τους δι­κούς Μου θα τους διατηρήσω μέσα στην αγάπη Μου και δεν θα πάθουν καμία ζημιά.

Όποιος όμως επιχειρήσει να Με καταδιώξει με οποιοδή­ποτε τρόπο και οπουδήποτε σ’ αυτήν τη δεύτερη έλευσή Μου, θα τον εξαφανίσω από τη Γη.

Όσον αφορά τις υπόλοιπες αντιφάσεις στα τέσσερα ευαγ­γέλια που υπάρχουν σήμερα, αυτές θα χαθούν από μόνες τους στο «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη» κι Εγώ, όπως είπα, στο τέλος θα προσθέσω ένα δικό Μου παράρτημα, όπου θα παρου­σιάζονται με σαφήνεια όλα τα σφάλματα.

Γι’ αυτό προς στιγμήν να αρκεστείτε σε όσα σας έδωσα και να εργαστείτε με επιμέλεια πάνω στο «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη», γιατί μ’ αυτό θα φθάσετε μελλοντικά σε περίσ­σεια εσωτερικού φωτός. Αν όμως κάποιος έχει κάτι δικό του για το οποίο θέλει να ενημερωθεί, ας ρωτήσει, κι Εγώ θα είμαι πρόθυμος να του δώσω γι’ αυτό ένα μικρό, δυνατό φως. Αμήν.

                                                      ***

Ο Ιησούς Χριστός στο «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη»

«Όταν θα μιλήσετε στους ανθρώπους για Μένα και το βα­σίλειό Μου, προπαντός να τους κάνετε να καταλάβουν ότι το βασίλειό Μου δεν είναι κάτι που ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο, παρά είναι το εσωτερικό βασίλειο κάθε αλήθειας και κάθε ζωής βαθιά μέσα στον άνθρωπο. Όποιος το ανακαλύψει μέσα του και εισέλθει εκεί μέσω της ζωντανής πίστης και της ενεργής αγάπης, έχει υπερβεί τον κόσμο, την κρίση και το θάνατο Και από τότε έχει την αιώνια ζωή.

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσα πράγματα είναι κρυμμέ­να μέσα στον άνθρωπο ως αναγκαία για τη ζωή, εκτός από το πνεύμα που βρίσκεται και κατοικεί βαθιά μέσα του. Αν όμως δεν αφυπνιστεί το πνεύμα μέσα στον άνθρωπο ως το αληθινό φως της αλήθειας, τότε μέσα του υπάρχει σκοτάδι και εκείνος δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του. Όταν όμως το πνεύμα αφυπνιστεί και αναφλεγεί, oλoφώτεινo από την πίστη σε Μένα και την αγάπη για Μένα και το συνάνθρωπο, το πνεύμα διαπερνά ολό­κληρο τον άνθρωπο πέρα για πέρα και βλέπει τι υπάρχει μέσα του και αναγνωρίζει τον εαυτό του. Κι όποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του, αναγνωρίζει και τον Θεό. Γιατί το αληθινό, αιώνιο πνεύμα ζωής στον καθένα δεν είναι ανθρώπινο πνεύμα, παρά πνεύμα Θεού μέσα του, διαφορετικά ο άνθρωπος δεν θα ήταν κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού.»

 Ο Ιησούς Χριστός και οι Εσσαίοι

Ο Ιησούς κατά τα χρόνια που δίδαξε ήρθε επανει­λημμένα σ’ επαφή με μέλη του τάγματος των Εσσαίων. Αυτοί έβλεπαν τη διδασκαλία Του πολύ θετικά και έγι­ναν πολλές συζητήσεις μεταξύ του Κυρίου και των Εσ­σαίων, που έχουν καταγραφεί στο Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη όπου μεταξύ άλλων ο Ιησούς έψεξε επανει­λημμένα τους Εσσαίους για τη διπλή ηθική και την εσφαλμένη πίστη τους.

Στο Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη ΙΙ, ο Ιούδας εξυ­μνεί τα ψεύτικα θαύματα των Εσσαίων.

Ο Ιωάννης λέει στον Ιούδα: «Φίλε μου, πες μου με απόλυ­τη ειλικρίνεια αν μετά από όσα είδες με τα μάτια σου και άκου­σες με τ’ αυτιά σου και ασφαλώς αντιλήφθηκες με όλες σου τις αισθήσεις, ακόμη δεν έχεις πειστεί για το ότι ο Κύριός μας ο Ιησούς είναι στ’ αλήθεια ο Θεός, όπως εγώ λέγομαι στ’ αλή­θεια Ιωάννης, και ότι σ’ Αυτόν ανήκει όλη η εξουσία να δη­μιουργεί και να κυβερνά στους άπειρους ουρανούς και σ’ αυ­τήν τη Γη! Σε παρακαλώ να μου μιλήσεις ειλικρινά!»

Ο Ιούδας είπε: «Αν το πίστευα αυτό αμέσως και χωρίς κα­νέναν ενδοιασμό, θα ήμουν τόσο αδύνατος, όσο είσαι εσύ και αρκετοί από σας! Δεν έχει περάσει ακόμη ούτε ένα εξάμηνο που είμαστε μαζί του, και έχουμε δει κι ακούσει μερικά που πραγματικά είναι εξαιρετικά και θαυμαστά, εσείς όμως που εί­σαστε εντελώς απλοί άνθρωποι και δεν έχετε ποτέ μέχρι τώ­ρα ακούσει ή δει τίποτ’ άλλο από τον Ιησού, ο οποίος βέβαια μας ξεπερνάει όλους κατά πολύ, αισθανόσαστε αναγκασμένοι να του αποδώσετε απόλυτα την ιδιότητα της θεϊκότητας. Για σας, ασφαλώς αυτά τα λόγια και τα έργα αρκούν. Για μένα ό­μως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, γιατί έχω ταξιδέψει πολύ και έχω δει κι ακούσει σε διάφορα μέρη πολλά άλλα θαυ­μαστά πράγματα. Πηγαίνετε στους Εσσαίους να δείτε τι έργα επιτελούν, και στοιχηματίζω ότι θα τους θεωρήσετε θεούς, όπως οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες, οι οποίοι μάλιστα τους προ­σφέρουν πλούσιες θυσίες, επειδή τους θεωρούν θεούς.

Όλα όσα κάνει ο Ιησούς, κατά καιρούς δε και ακόμη σπου­δαιότερα, μπορείτε να τα δείτε και στους Εσσαίους. Αφού όμως υπάρχουν αρκετοί ακόμη άνθρωποι στη Γη που κάνουν ό,τι κάνει και ο Δάσκαλός μας ο Ιησούς, δεν βλέπω για ποιο λόγο και πώς θα έπρεπε ουσιαστικά να του αποδώσουμε χωρίς αμ­φισβήτηση το αποκλειστικό προνόμιο της απόλυτης θεϊκότητας.

Αν ήταν ο μόνος στον κόσμο που τα στοιχεία τον υπακούουν, τότε θα ήταν εύκολη υπόθεση να πιστέψει κανείς ότι είναι Θεός. Εφόσον όμως σύμφωνα με την εξαιρετικά ζωντα­νή εμπειρία μου υπάρχουν πολλοί άλλοι πάνω στη Γη που φο­ρούν χιτώνα χωρίς ραφή, ο Ιησούς μας θα πρέπει να κάνει πο­λύ περισσότερα ώστε να του αποδώσουμε το αποκλειστικό προνόμιο της θεϊκότητας κι ύστερα να μπορούμε να πιστεύ­ουμε και να λέμε χωρίς αμφιβολία: Αυτός είναι ο Ιεχωβά, όπως ήταν από την αιωνιότητα!

Θεωρείτε την ανάσταση νεκρών, τον έξαφνο πολλαπλασιασμό τροφής και ποτού, την ανέγερση κτιρίων και τα ση­μεία στη σελήνη και στον ήλιο για θεία θαύματα! Αυτά όμως καθόλου δεν αρκούν για ν’ αποδείξουν τη θεϊκότητα ενός ανθρώπου που μπορεί να τα επιτελέσει, γιατί τέτοια και παρό­μοια είδα συχνά να κάνουν οι Εσσαίοι. Εκεί, η θεραπεία των αρρώστων είναι κατά κάποιον τρόπο πάρεργο. Μα εγώ ο ίδιος ήμουν μάρτυρας όταν ο ανώτατος των Εσσαίων έγραψε σε τρεις γλώσσες πάνω στη σελήνη! Επίσης, ήμουν μάρτυρας του ότι μια μέρα έκανε να σκοτεινιάσει ο ήλιος το καταμεσήμερο! Έκανε τα σημεία του και έναν υπολογισμό κι ύστερα μας εί­πε: “Σε μια ώρα, θα δώσω στους ανθρώπους μια πληγή: θα σκοτεινιάσω για αρκετά δευτερόλεπτα τον ήλιο και το σκοτά­δι θ’ απλωθεί σ’ ολόκληρη τη Γη!”

Εμείς όλοι απορήσαμε πολύ μ’ αυτή την όχι και τόσο ελ­κυστική υπόσχεση και περιμέναμε φοβισμένοι την πληγή που είχε εξαγγελθεί, που στιγμή με στιγμή κέρδιζε σε αξιοπιστία, αφού μετά την εκφώνησή της άρχισε σταδιακά να σκοτεινιά­ζει όλο και πιο πολύ. Όταν ο χρόνος είχε σχεδόν φθάσει, ο ανώτατος των Εσσαίων άπλωσε τα χέρια και μίλησε αργά και με πάθος: “Εγώ το θέλω! Ήλιε, σκοτείνιασε!” Τότε ο ήλιος σκοτείνιασε και σε όλη τη Γη απλώθηκε το σκoτάδι της νύ­χτας. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, κυρίως χάρη στις θερ­μές μας παρακλήσεις, άπλωσε ξανά τα χέρια του και είπε στον ήλιο: “Φτάνει το βάσανο των ανθρώπων. Γι’ αυτό, φώτισε και πάλι σταδιακά και θέρμανε τη Γη!” Και μετά απ’ αυτό, ο ήλιος έγινε πάλι φωτεινός, μετά δε από μισή ώρα είχε αποκτήσει ξα­νά τη δύναμή του να θερμαίνει!

Όχι μακριά από το μεγάλο ανάκτορο που κατοικούσαν οι Εσσαίοι, μέσα σ’ έναν κήπο περικυκλωμένο από ψηλά τείχη, βρισκόταν ένα σημαντικό βουνό που είχε διπλάσιο ύψος από το ανάκτορο. Εγώ πήγαινα τέσσερις φορές το χρόνο στους Εσσαίους να τους πουλήσω διάφορα σκεύη μαγειρικής. Μια φο­ρά, ένας Εσσαίος μου είπε: “Αν θέλεις να δεις πάλι ένα μεγά­λο θαύμα που θα επιτελέσει η δύναμη της βούλησης του αρ­χηγού μας, πως δηλαδή και Τα βουνά είναι υποχρεωμένα να τον υπακούουν, τότε μείνε σήμερα εδώ! Κοίτα, εκείνο το βου­νό μας εμποδίζει. Σήμερα το βλέπεις ακόμη ως βουνό, αλλά αύριο θα δεις στη θέση του ένα πολυτελές παλάτι!”

Εξέτασα το βουνό, που απείχε το πολύ τετρακόσια βήμα­τα από την κατοικία των Εσσαίων, και τα μάτια μου δεν με γε­λούσαν. ήταν ένα γυμνό βουνό που σε μερικά σημεία το κά­λυπταν λίγα βρύα και μικροί θάμνοι. Τότε είπα χαμογελώντας στον Εσσαίο: “Αν αυτό είναι στ’ αλήθεια ένα βουνό από βρά­χο, πράγμα που δεν αμφισβητώ, τότε ο αρχηγός σας θα πρέ­πει να διαθέτει πραγματικά θεϊκή δύναμη για να το κάνει μέ­σα σε μια νύχτα παλάτι!”

Ο Εσσαίος απάντησε: “Μήπως αμφιβάλλεις για το ότι το βουνό είναι μία τεράστια πέτρινη μάζα; Αν αμφιβάλλεις, πήγαι­νε να δεις!” Εγώ όμως απάντησα: “Φίλε, αυτό που πολύ καλά βλέπουν τα μάτια μου, δεν χρειάζεται να το ψηλαφήσω. Γιατί σε απόσταση τετρακοσίων βημάτων βλέπω καθαρά ακόμη και τα μικρότερα αντικείμενα!” Ο Εσσαίος απάντησε: “Καλά λοι­πόν, τότε μείνε και θα παραγάγω ένα σωρό θαυμαστά φαινόμε­να.” Ακόμη απορώ και θαυμάζω για τα πράγματα που είδα εκεί.

Ο Εσσαίος με οδήγησε σ’ ένα σκοτεινό νεκραθάλαμο με τουλάχιστον εκατό πτώματα σε ξεχωριστά νεκροκρέβατα, η δε γνωστή μυρωδιά του πτώματος μου έλεγε ολοφάνερα ότι δεν υπήρχαν πια ζωντανοί στις μακρές σειρές των σωμάτων που κείτονταν εκεί. Ενώ οι δυο μας τριγυρίζαμε ανάμεσα στους νεκρούς αγγίζοντας πότε-πότε κάποιον απ’ αυτούς, τέσσερις άνθρωποι κουβάλησαν άλλους δύο, τους έβαλαν σε κρεβάτια που ήταν ακόμη κενά, κι έφυγαν από το δωμάτιο.

Ρώτησα τον οδηγό μου αν φοβάται με τόσους νεκρούς. Εκείνος απάντησε: “Μα γιατί; Όσο είναι πεθαμένοι, δεν μπο­ρούν να μου κάνουν τίποτα, κι όταν τους ξαναφέρω στη ζωή, θα μου είναι ευγνώμονες που τους αφύπνισα από βέβαιο θάνα­το! Κοίτα˙ είναι άντρες, γυναίκες και κοπέλες. Κρίμα που αυ­τήν τη φορά δεν υπάρχουν παιδάκια. Να είσαι όμως ακλόνητος και να μην τρομάξεις όταν σηκωθούν όλοι μόλις τους το πω.”

Πήγα και στάθηκα κοντά στην έξοδο, ώστε να μπορέσω να βγω γρήγορα αν ήταν ανάγκη.

Ο Έσσαίος τότε σήκωσε τα χέρια του και φώναξε με δυ­νατή φωνή: “Εσείς, νεκροί, ξυπνήστε όλοι, συνεχίστε να ζεί­τε και να κερδίζετε με έντιμο τρόπο το ψωμί σας! Προ πάντων όμως αποδώστε στο ύψιστο πνεύμα του Θεού την τιμή, που δίδαξε σε μας τους ανθρώπους τόση σοφία και δύναμη!”

Μ’ αυτά τα λόγια του Εσσαίου, όλοι οι νεκροί σηκώθηκαν και τον ευχαριστούσαν θερμά για την ανάσταση κι ήταν από­λυτα υγιείς και φιλικοί. Εκείνος τους χαιρέτησε το ίδιο φιλικά και τους άφησε ύστερα να φύγουν.

Σίγουρα είναι κι αυτό μια ανάσταση, όταν ξαναζωντα­νεύουν μεμιάς εκατόν δύο νεκροί, ή όχι; Τότε ρώτησα τον Εσσαίο αν αυτό συνέβαινε πολλές φορές το χρόνο. Κι εκείνος απάντησε: “Γίνεται μια φορά την εβδομάδα. Ο αρχηγός όμως μπορεί να ξαναφέρει στη ζωή ακόμη και σκελετούς που δεν έχουν πια καθόλου σάρκες, έτσι που να γίνουν ζωντανοί σαν αυτούς που αφύπνισα εγώ εδώ πέρα. Όμως εγώ δεν έχω ακό­μη τόσο πολλή δύναμη.”

Τότε με οδήγησε σε μια άλλη, ακόμη πιο σκοτεινή αίθουσα, όπου μου έδειξε πολλούς σκελετούς, επίσης τοποθετημένους σε σειρές από πάγκους. Αυτή η φοβερή αίθουσα φωτιζόταν μόνο λίγο, αλλά μπορούσε κανείς να διακρίνει καλά τους σκελετούς.

Κοιτάξαμε για λίγη ώρα τα άψυχα λείψανα. Τότε ήρθε ο αρχηγός με φοβερά σοβαρό παρουσιαστικό Και ρώτησε τον οδηγό μου αν είχε επιτύχει τελείως την ανάσταση των νεκρών. Εκείνος του απάντησε με μεγάλο σεβασμό: “Ναι, μεγάλε, σοφότατε δάσκαλε!” Τότε ο αρχηγός είπε: “Τότε λοιπόν πρόσεχε τα πάντα, γιατί τώρα μπροστά σ’ αυτό τον ξένο θα σε μυήσω, ώστε μελλοντικά να μπορείς να φέρνεις πίσω στη ζωή και τα άψυχα κόκαλα των νεκρών! Πήγαινε και άγγιξε με τον αντί­χειρα και το μέσο και των δύο χεριών μόνο το κρανίο και το θώρακα των σκελετών, μέτρα ύστερα αργά μέχρι το επτά και στη συνέχεια φώναξε δυνατά: Σκεπαστείτε με σάρκα και δέρ­μα, κι ας βγει από τους τοίχους η φωτιά της ζωής κι ας σας δώ­σει ζωή κάνοντάς σας κανονικούς ανθρώπους!”

Αυτό έκανε αμέσως ο οδηγός μου, και μόλις είπε την τε­λευταία λέξη του, πραγματικά ξεπήδησαν δυνατές, καθαρές φλόγες και οι πρώην σκελετοί, που τώρα πια δεν φαίνονταν καθόλου, στέκονταν εκεί σαν κανονικοί άνθρωποι γεμάτοι ζωή και ενεργητικότητα -ήταν και πάλι κάπου εκατό- μας χαιρέ­τησαν κι ευχαρίστησαν τον αρχηγό για τη χάρη που τους έκανε. Εκείνος τους έστειλε έξω στον καθαρό αέρα που, όπως τους είπε, τους χρειαζόταν περισσότερο απ’ όλα.

Τι λέτε για όλ’ αυτά; Πόσο πιο πίσω απ’ αυτούς βρίσκε­ται ο δικός μας δάσκαλος!

Ύστερα με κάλεσαν για φαγητό και καθίσαμε σ’ ένα άδειο, μεγάλο τραπέζι. Ο αρχηγός απάγγειλε μια προσευχή σε μια ξένη γλώσσα, κοίταξε τον ουρανό και όλοι ακολουθήσαμε το παράδειγμά του. Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος, λες κι εί­χε σπάσει το ταβάνι του δωματίου. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, που ούτε εγώ, ούτε κανένας άλλος ασφαλώς δεν μπόρεσε να δει τι είχε γίνει -καθόμασταν βέβαια ακόμη στο ίδιο τραπέζι, αλλά δεν ήταν πια άδειο, παρά φορτωμένο με τα καλύτερα φαγητά και ποτά, όπως ταιριάζει σ’ ένα βασιλικό γεύμα! Με­τά το δείπνο κοίταξα άλλη μια φορά το βουνό που επρόκειτο να μεταμορφωθεί σε παλάτι, κι ύστερα πήγα να κοιμηθώ, σύμφωνα με τη συνήθεια των Εσσαίων, σε ένα ξεχωριστό δια­μέρισμα.

Νωρίς το πρωί ήρθε ο οδηγός μου και είπε: “Έλα να δεις!” Τον ακολούθησα γεμάτος περιέργεια – δεν υπήρχε πια ίχνος από το βουνό! Στη θέση του βρισκόταν ένα μεγάλο, βασιλικό παλάτι, που με ξενάγησαν στα διαμερίσματά του και βεβαιώ­θηκα ότι το θαύμα αυτό ήταν πραγματικό.

Σας ρωτάω λοιπόν τώρα αν ο Κύριός μας ο Ιησούς έχει κα­τορθώσει κάτι πιο μεγάλο! Κι εσείς λέτε κιόλας ότι είναι ο ίδιος ο Ιεχωβά!

Γι’ αυτό, αν έχουμε εν συνεχεία ξανά την τύχη να τον δούμε, δεν θέλω να θυμώσετε πολύ αν από καιρό σε καιρό του κάνω κάποιες ερωτήσεις που ασφαλώς δεν αρέσουν ούτε σε σας ούτε σε κείνον. Γιατί έχω δει κι ακούσει πολλά και θαυμαστά πριν από τον Ιησού, κι αν το καλοσκεφτείτε, τότε δεν μπορεί πια να ξαφνιάζεστε και να θυμώνετε, αν έχετε μέσα σας λίγη αρσενι­κή δύναμη, για το ότι μερικές φορές φέρομαι λίγο παράξενα.»

Ο Ιωάννης και ο Βαρθολομαίος εξηγούν στον Ιούδα τα ψεύτικα θαύματα των Εσσαίων

 Ο Ιωάννης είπε: «Όλ’ αυτά που μας λες, τα ήξερα κι εγώ κι άλλοι από μας από καιρό. Εμείς όμως ξέρουμε ακόμα Πε­ρισσότερα από σένα, ξέρουμε δηλαδή ότι οι Εσσαίοι, που εσύ επαινείς, είναι ακόμη πιο μεγάλοι απατεώνες και παλιάνθρωποι από τους γνωστούς ενορατικούς του μαντείου των Δελ­φών, που τώρα πια έχουν χάσει σχεδόν όλους τους πιστούς τους!

Οι άνθρωποι αυτοί, .που είναι κατάλοιπα της παλιάς ιερα­τικής κάστας της Αιγύπτου κι έχουν μεγάλους θησαυρούς, ασή­μι Και χρυσό, πολύτιμες πέτρες και μαργαριτάρια, έφτιαξαν στα σύνορα ανάμεσα στη χώρα μας Και την Αίγυπτο ένα αλη­θινό εργαστήρι θαυμάτων κι έχουν ήδη άλλο ένα κοντά στην Ιερουσαλήμ, όπου κάνουν κιόλας χρυσές δουλειές. Εμείς, βλέ­πεις, το ξέρουμε αυτό και μας εκπλήσσει πολύ που εσύ, ενώ γενικά δεν είσαι αργόστροφος, δεν το ήξερες!»

Ο Ιούδας λέει: «Μα αφού είχα πάντα τις αισθήσεις μου σε εγρήγορση!»

Ο Ιωάννης λέει: «Και παρ’ όλ’ αυτά, ούτε είδες ούτε άκου­σες ούτε αισθάνθηκες ή κατάλαβες τίποτα! Πιστεύεις λοιπόν ότι αυτοί που είδες ν’ ανασταίνονται ήταν στ’ αλήθεια νεκροί;» Ο Ιούδας λέει: «Τι άλλο;»

Ο Ιωάννης απαντά: «Βλέπεις ότι δεν διέκρινες τίποτα στο δωμάτιο εκείνο, που επίτηδες ήταν σκοτεινό; Οι νεκροί που σου έδειξαν ήταν τόσο ζωντανοί, όσο κι εσύ, και το παράγγε­λμα της αφύπνιση ς δεν ήταν παρά το σύνθημα για να σηκω­θούν από τα υποτιθέμενα νεκροκρέβατα. Ρώτα σχετικά τον αδελφό μας Βαρθολομαίο, που προσέφερε δυο χρόνια τις κα­λές του υπηρεσίες στους Εσσαίους ως νεκρός, αλλά μετά βρήκε επιτέλους μια καλή ευκαιρία να ξεφύγει κρυφά από το φο­βερό μοναστήρι αυτών των απατεώνων. Εκείνος θα σου πει με ποιο τρόπο οι Εσσαίοι ξυπνούν τους νεκρούς τους!

Όπως μου διηγήθηκε πολλές φορές, ήταν νεκρός τέσσερις φορές την εβδομάδα. Πρώτα στην αίθουσα εκείνων που είχαν πεθάνει πρόσφατα, ύστερα σ’ εκείνη των σκελετών, όπου εί­ναι τοποθετημένες σε σειρές οι μαύρες θήκες, πάνω στα κα­πάκια των οποίων είναι συνήθως ζωγραφισμένοι οι σκελετοί, ενώ μόνο στο πρώτο είναι φτιαγμένοι από ξύλο, επειδή αυτό αγγίζουν οι ξένοι που οδηγούνται εκεί μέσα. Οι θήκες αυτές είναι πάγκοι με ημικυκλικά καπάκια, που έχουν ταινίες που τα συνδέουν με τους πάγκους. Οι ζωντανοί άνθρωποι πρέπει να ξαπλώσουν στον κάτω πάγκο. Κατόπιν κλείνουν από πάνω τους τις δύο πλευρές του καπακιού, όπου συνήθως είναι ζω­γραφισμένοι οι σκελετοί. Μόλις φθάσουν ένας ή περισσότε­ροι ξένοι στην αίθουσα, που την κρατούν στο σκοτάδι, τότε γίνεται η ανάσταση. Η προσταγή της ανάστασης δεν είναι πα­ρά ένα σημάδι, πρώτα για τους δώδεκα υπηρέτες που περιμέ­νουν από την έξω μεριά των τοίχων εμπρός σε συγκεκριμένα ανοίγματα. Μόλις ακούσουν το σύνθημα, πρέπει να φυσήξουν σκόνη από ρητίνη μέσα σ’ ένα σωλήνα πάνω από μικρά δο­χεία με αναμμένη πίσσα, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα με­γάλη φλόγα και πολύ καπνό.

Μόλις λοιπόν ξεπηδήσουν οι φλόγες από τους τοίχους, οι ξένοι τρομάζουν, και σ’ αυτή την καλά προμελετημένη ανα­ταραχή, όσοι είναι ξαπλωμένοι στους πάγκους πρέπει να βγά­λουν γρήγορα τα καπάκια και ύστερα να σηκωθούν αργά από τους πάγκους, μετά δε να ευχαριστήσουν και να υμνήσουν τον αφυπνιστή τους ώστε να γίνουν πιστευτοί. Αυτή είναι η αφύ­πνιση των νεκρών στο νεκροθάλαμο! Να και ο αδελφός Βαρ­θολομαίος ως μάρτυρας!»

Ο Ιούδας, καταλαβαίνοντας την απάτη, λέει απορημένος: «Καλό! Η απάτη είναι καλοσχεδιασμένη και πρέπει να φέρνει σ’ αυτούς τους παλιάνθρωπους πολλά χρήματα. Πώς όμως έφτιαξαν το παλάτι από το βραχώδες βουνό;»

Τότε είπε ο Βαρθολομαίος: «Το παλάτι είναι χτισμένο εδώ και χρόνια. Δεν είδες όμως από πάνω του ένα μεγάλο θόλο στηριγμένο σ’ ένα δυνατό και ψηλό στύλο;»

Ο Ιούδας λέει: «Ναι, τον είδα και τον θαύμασα.»

Τότε λέει ο Βαρθολομαίος: «Στο θόλο βρίσκεται το μυστι­κό από λινό ύφασμα για το πώς οι Εσσαίοι μπορούν να μεταμορφώνουν σε μισή ώρα το παλάτι σε βουνό και το βουνό σε άλλη μισή ώρα ξανά σε παλάτι! Καταλαβαίνεις ή πρέπει να στο πω πιο καθαρά;»

Ο Ιούδας λέει: «Ω, σε καταλαβαίνω πολύ καλά! Ποιος όμως θα πίστευε ότι αυτοί οι άνθρωποι που κάνουν τους ευσεβείς και τους σοφούς θα ήταν τέτοιοι απατεώνες; Και τι συμβαίνει λοιπόν με τη γραφή στην πανσέληνο και την ολική συσκότι­ση του ήλιου;»

Ο Βαρθολομαίος απαντά: «Αυτό αγγίζει τα όρια του γελοί­ου, και εγώ ο ίδιος πολλές φορές αναγκάστηκα να κρατώ μα­ζί με άλλους πενήντα δυνατούς άντρες σ’ ένα μπαλκόνι του παλατιού το ψεύτικο αυτό φεγγάρι πάνω σ’ ένα πάρα πολύ μα­κρύ κοντάρι λοξά στον αέρα! Το ίδιο το φεγγάρι αποτελείται από ένα στεφάνι κόσκινου με πλάτος περίπου δύο πιθαμές, που είναι κι από τις δύο μεριές καλυμμένο με λευκή περγαμηνή. Η διάμετρός του είναι περίπου δέκα μεγάλες πιθαμές και στο εσωτερικό του, ανάμεσα από τις περγαμηνές, και μάλιστα στο κέντρο, υπάρχουν τέσσερις λάμπες λαδιού, που όταν ανάβουν, δίνουν ένα δυνατό φως. Η μεριά που είναι στραμμένη προς το παλάτι φέρει μεγάλα μαύρα γράμματα σε τρεις γλώσσες. Όταν λοιπόν ένας ξένος οδηγείται γρήγορα σε ένα συγκεκριμένο πα­ράθυρο, του φαίνεται ότι βλέπει στο στερέωμα την πανσέλη­νο που αναφέρθηκε, την οποία, όπως είπαμε, στηρίζουν πενή­ντα δυνατοί άντρες σ’ ένα κοντάρι μήκους τουλάχιστον δώδε­κα οργιές, που δεν μπορεί να το διακρίνει ο ξένος από το παράθυρο και που κρέμεται λοξά στον αέρα. Πώς σου φαίνε­ται λοιπόν η πανσέληνος;»

Ο Ιούδας λέει: «Σταμάτα λοιπόν, όλα αυτά είναι εντελώς φρικτές απάτες! Και πώς έχει το θέμα με το σκοτείνιασμα του αληθινού ήλιου;»

Ο Βαρθολομαίος απαντά: «Αυτό γίνεται με ένα συγκεκρι­μένο έντεχνο υπολογισμό, με τον οποίο εξακριβώνεται η ημε­ρομηνία και η ώρα μιας μελλοντικής έκλειψης ηλίου, η οποία -όπως μου εξήγησε κάποτε ένας απ’ αυτούς- συμβαίνει όταν η σελήνη περνάει στη διάρκεια της ημέρας μπροστά από τον ήλιο. Ο υπολογισμός αυτός είναι σωστός μόνο και μόνο επειδή ανάγεται στη σφαίρα της πραγματικής καθαρής γνώσης του ανθρώπου, και οι Εσσαίοι τον έμαθαν από τους Αιγυπτίους. Όσον αφορά δε το πρώτα άδειο κι ύστερα στρωμένο τραπέζι, κι αυτό στηρίζεται σε μία απλή μηχανή, που είναι κατασκευασμένη περίπου όπως οι πάγκοι με τους σκελετούς στη σκοτεινή αίθουσα.

Βλέπεις, έτσι είναι τα θαύματα των Εσσαίων, από τα οποία όμως εσύ δεν είδες παρά το ένα χιλιοστό και τα οποία είναι κατάλληλα για να εξαπατήσουν κάθε άνθρωπο που δεν γνω­ρίζει τι συμβαίνει, όσο γνωστικός κι έμπειρος αν είναι.

Έτσι, σε μια απομακρυσμένη γωνιά του μεγάλου κήπου που περιβάλλεται από ψηλό τοίχο είναι ένα δάσος, όπου ο ξέ­νος ακούει τα δέντρα να μιλούν. Σε ένα άλλο σημείο του κή­που μιλούν οι βράχοι και σ’ ένα τρίτο μπορείς ν’ ακούσεις να μιλάει μια πηγή που αναβλύζει από το έδαφος! Σε μια πέτρι­νη δεξαμενή με βάθος πάνω από μια οργιά βρίσκονται πολλά εξημερωμένα φίδια που τα ταΐζουν καθημερινά με γάλα. Κι αυτά μιλούν πότε-πότε! Σε ένα άλλο σημείο του κήπου μάλι­στα μιλάει και το χορτάρι. Πολλά θα μπορούσε κανείς να πει για να τα περιγράψει όλ’ αυτά. Φτάνει να σου πω ότι σχεδόν κάθε μέρα εξαπατώνται εκεί 30 έως 40 ξένοι για χάρη μεγά­λων ποσοτήτων χρυσού και αργύρου!»

(Βαρθολομαίος:) «Το καλύτερο όμως είναι πως κατά και­ρούς οι Εσσαίοι δέχονται και παιδιά πλουσίων γονέων που έχουν πεθάνει στ’ αλήθεια, προκειμένου να τ’ αναστήσουν. Όμως ο αναστημένος γιος ή κόρη δεν επιστρέφουν στους γο­νείς πριν περάσει ένα, κάποτε και δύο χρόνια. Όταν ένα νεκρό παιδί γίνει δεκτό μετά από πολλές παρακλήσεις και πολύ χρυ­σό και άργυρο, προκειμένου να το αναστήσουν οι Εσσαίοι, ένα είδος σωτήρα Εσσαίου πηγαίνει στους λυπημένους γονείς και ενημερώνεται διεξοδικά για όλα όσα αφορούν στο παιδί. Πρέπει να αναφερθεί η ηλικία του, καθώς και κάθε τι που εί­δε, άκουσε ή έμαθε ποτέ, τι του άρεσε να τρώει και να πίνει, πώς ήταν το κρεβάτι του και το δωμάτιό του, ποιοι και πώς ήταν οι φίλοι κι οι σύντροφοί του, τι είχε συμβεί μαζί τους, πώς και πότε. Με δυο λόγια, δεν επιτρέπεται ν’ αποσιωπηθεί ούτε η παραμικρή λεπτομέρεια – γιατί διαφορετικά, λέει ο Εσ­σαίος, δεν μπορεί να γίνει η ανάσταση.

Οι καλοί γονείς διηγούνται πραγματικά ευχαρίστως ό,τι τους ζητούν και δεν αμφιβάλλουν για το ότι ο σωτήρας Εσ­σαίος τα χρειαζεται όλ’ αυτά για την ανάσταση του αγαπημέ­νου τους παιδιού. Μόνο που ο Εσσαίος τα χρειάζεται για εντε­λώς άλλο λόγο!

Οι Εσσαίοι έχουν στα σύνορα με την Αίγυπτο ένα μεγάλο ίδρυμα ανατροφής παιδιών κάθε είδους και μορφής. Παίρνουν λοιπόν επιδέξια ένα αποτύπωμα του νεκρού παιδιού, το οποί­ο μετά από αυτό θάβουν βαθιά στο έδαφος. Πηγαίνουν με το αποτύπωμα στο ίδρυμα κι αναζητούν ανάμεσα στις χιλιάδες παιδιών κάθε ηλικίας εκείνο που μοιάζει περισσότερο στο νε­κρό παιδί, το παίρνουν μαζί τους και το διαπαιδαγωγούν με μεγάλη προσοχή σύμφωνα με όσα ξέρουν για το νεκρό παιδί. Συχνά το οδηγούν κρυφά στα μέρη όπου πήγαινε το νεκρό παι­δί, επίσης καλούν σταδιακά τους φίλους του στο μοναστήρι και τους γνωρίζουν στο νέο παιδί. Το εξοικειώνουν όσο γίνε­ται καλύτερα με το μελλοντικό πατρικό σπίτι και τη διαρρύθμισή του, περιγράφουν τα δωμάτια έτσι ώστε να μπορεί αργό­τερα να ρωτήσει για όλα τους γονείς κι εκείνοι να χαίρονται αληθινά για το γιο ή την κόρη τους. Με δυο λόγια, το θέμα ορ­γανώνεται τόσο έξυπνα, που οι γονείς δεν έχουν καμία αμφιβολία για τη γνησιότητα του γιου ή της κόρης που τους επι­στρέφεται από το ίδρυμα ως αναστημένος. Φυσικά, κατά την επιστροφή καταβάλλονται τεράστια ποσά, και μάλιστα με με­γάλη χαρά.

Βέβαια, τέτοια θαύματα δεν γίνονται σχεδόν ποτέ για φτω­χούς γονείς. Σε αντάλλαγμα, τους παρηγορούν εγκάρδια και η πίστη τους ενισχύεται με διάφορα μικρότερα θαύματα που έχουν μικρό κόστος, λέγοντας τους ότι το παιδί τους πήγε κα­τευθείαν στα Ηλύσια Πεδία, πράγμα που κάνει με τη σειρά του χαρούμενους τους γονείς.

Κατά βάθος, όμως, οι Εσσαίοι δεν έχουν καθόλου κακές αρχές στη ζωή τους. Γιατί λένε: “Πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους μια ομάδα πολύ μορφωμένων ατόμων, που πρέπει να κάνει τα πάντα για την ευτυχία των συνανθρώπων της, με οποιοδήποτε μέσον θεωρεί κατάλληλο.” Μια τέτοια μορφωμένη ομάδα έχει μάθει μέσα από χρόνια μάθησης, συλ­λογισμού κι έρευνας ότι ο θάνατος είναι το τέλος όλων των πραγμάτων και ότι μετά το θάνατο δεν υπάρχει συνείδηση και ζωή οποιασδήποτε μορφής. Όμως τα μέλη της ομάδας έχουν αρκετή φιλοσοφία ώστε να περιφρονούν τη ζωή και να μην τη θεωρούν το μέγιστο αγαθό. Μα για να κάνουν τους ανθρώπους εκτός της ομάδας ευτυχισμένους, πρέπει να τους κηρύξουν μια τέλεια μετά θάνατον ζωή της ψυχής. Για να το κάνουν όμως αυτό καλά κατανοητό στους εκτός ομάδας ανθρώπους, πρέπει να χρησιμοποιούν ψεύτικα θαύματα. Όσο πιο ιδιαίτερα μπο­ρούν να παρουσιαστούν αυτά, τόσο πιο αποτελεσματικά είναι!

Εδώ όμως απαιτείται από πλευράς των μυημένων μελών πάντοτε η πιο μεγάλη μυστικότητα και το καθένα έχει την αυ­στηρή υποχρέωση να αποφεύγει την αλήθεια μπροστά στους αμύητους περισσότερο απ’ ό,τι την πανούκλα. Γιατί κάθε αλή­θεια κάνει τον άνθρωπο σκλάβο του θανάτου. Γι’ αυτό άλλω­στε ήδη ο Μωϋσής στη Γένεση αναφέρθηκε σ’ αυτή την κα­θαρή αλήθεια μόνο με μια σύντομη πρόταση, όταν είπε: “Αν φας από το δέντρο της γνώσης -που σημαίνει το δέντρο της αλήθειας- τότε κι εσύ θα πεθάνεις!” Έτσι συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο που διαρκώς αναζητά την αλήθεια και κατ’ αυτό τον τρόπο πέφτει στην αγκαλιά της και συνεπώς στην αγκαλιά του θανάτου. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Μωϋσής, ένας μυη­μένος σε όλη τη σοφία και την αλήθεια του αιγυπτιακού ιερα­τείου, έφτιαξε αμέσως ένα ιερατείο για τους Ιουδαίους που διατηρήθηκε, αλλοιωμένο βέβαια, μέχρι σήμερα.

Όμως η βασική αρχή πρέπει να είναι η αγάπη, με την οποία πρέπει να είναι υποχρεωμένοι οι άνθρωποι να ζουν δεμένοι με άρρηκτα δεσμά, σαν να ήταν μια εντολή από τον Θεό, και γι’ αυτό οι άνθρωποι πρέπει να ωθούνται με αυστηρότητα, ακόμη και με νόμους που αποκάλυψε ο Θεός, στην άσκηση αυτής της αρετής. Για να ασκούν με όλο και μεγαλύτερο ζήλο αυτή την αρετή και να μπορούν να φανταστούν καλύτερα τη Θεότητα που τους έχουν κηρύξει ως υπαρκτή, πρέπει να τους βάλουν μέσα στην καρδιά τους όσο πιο δυνατή γίνεται την αγάπη για τον Θεό και να τους τον παραστήσουν από τη μια σαν έναν κα­λό πατέρα γεμάτο αγάπη για κείνους, από την άλλη δε σαν τον πιο δίκαιο δικαστή για τους ατίθασους, ο οποίος αμείβει αιώ­νια κάθε καλό σύμφωνο με την κηρυσσόμενη αγάπη, αλλά τι­μωρεί επίσης κάθε κακό που είναι ενάντιο σ’ αυτήν, και τώρα και στην αιωνιότητα. Αυτός είναι ο πιο εύκολος τρόπος να συ­γκρατηθεί η ανθρωπότητα και να χρησιμοποιηθεί για διάφορα καλά κι ωφέλιμα πράγματα.

Αν όμως βρισκόταν ένας άνθρωπος που θ’ άρχιζε να κη­ρύττει την αλήθεια στους συνανθρώπους του και να δημιουργεί υποψίες για ιδρύματα σαν τα δικά τους, τότε πρέπει να γίνει ό,τι είναι δυνατόν από πλευράς του ιδρύματος, προκειμένου να απαλλαγεί από ένα τέτοιο τέρας που φέρνει σε εκατομμύ­ρια το θάνατο με τις διδασκαλίες του για την αλήθεια ή, πράγ­μα που θα ήταν ακόμη καλύτερο, να τον πάρει το ίδρυμα με το μέρος του! Γιατί τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο για τον αμύητο άνθρωπο από οποιαδήποτε διαφώτιση στον τομέα της πίστης σε ένα Θεό και σε μια αιώνια ζωή.»

Βλέπεις τώρα ποιες είναι οι αρχές ζωής των Εσσαίων, που εσύ, αδελφέ Ιούδα, μας παρουσίασες ως τόσο διάσημους! Από την επίγεια άποψη, δεν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει πο­λύ, αλλά από πνευματική άποψη, όπου έχουμε ένα εντελώς διαφορετικό φως, είναι απόλυτα κατακριτέες! Γιατί ένας μη μυημένος δεν ακούει ποτέ απ’ το στόμα τους ούτε μια αληθι­νή λέξη. Κι αν θελήσει να πει μπροστά τους την αλήθεια, υπο­γράφει με βεβαιότητα τη θανατική του καταδίκη!»

Ο Ιούδας λέει με εντελώς οργισμένη όψη: «Τι κτήνη που εί­ναι! Αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα πίστευα με κανέναν τρόπο ότι πρόκειται για τέτοιους απατεώνες! Αφού όμως αυτά τα λες εσύ, ένας πρώην Εσσαίος, τα πιστεύω! Πώς όμως έφυγες σώος από το μοναστήρι;»

Ο Βαρθολομαίος απαντά: «Άφησα να με μυήσουν πλήρως, πέρασα τις δοκιμασίες μου και μετά τοποθετήθηκα σε εξωτε­ρική υπηρεσία. Επειδή δε μου είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη, με άφησαν να μείνω έξω. Γιατί το πλεονέκτημα αυτό το παρέχει ευχαρίστως το μοναστήρι, αφού απ’ αυτό έχει μόνο όφελος και ποτέ ζημία.

Τώρα όμως που γνώρισα αντί για το ψέμα την πλήρη αλή­θεια, είναι εντελώς σίγουρο ότι θα παραμείνω για πάντα έξω! Δεν με νοιάζει αν όσοι βρίσκονται στο μοναστήρι δεν μάθουν ποτέ όσα ξέρω. Με τον καιρό όμως πρέπει να μάθουν όσοι βρί­σκονται έξω τι κάνουν οι Εσσαίοι μέσα στο μοναστήρι!»

Σε άλλο σημείο, ο Κύριος επιπλήττει τους Εσσαίους: «Λί­γο αργότερα έφθασαν αρκετοί θεραπευμένοι, ανάμεσά τους Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι από την Ιερουσαλήμ και δύο Εσσαίοι αδελφοί, για να Μου μεταβιβάσουν τις ευχαριστίες για τη θεραπεία και ίσως να μάθουν από Μένα την επιστήμη αυτήν, πώς δηλαδή μπορώ να θεραπεύσω αμέσως τους αρρώ­στους μόνο με το λόγο.

Εγώ όμως δεν ασχολήθηκα πολύ μαζί τους, παρά είπα μόνο: «Τι ψάχνετε; Δικό σας αντικείμενο είναι αυτός ο κόσμος και μόνο η για σας πολύτιμη ύλη του. Εδώ όμως πρόκειται για κάτι καθαρά πνευματικό! Εσείς όμως ποτέ δεν καταλάβατε τι εί­ναι η ύλη. Πώς θέλετε να καταλάβετε αυτό που είναι καθαρά πνευματικό; Ιδιαίτερα μάλιστα εσείς οι Εσσαίοι, που κηρύττε­τε στους οπαδούς σας έναν Θεό και μία ανάσταση και κάνετε θαύματα που κοστίζουν ακριβά, για να κερδίσετε έτσι οπαδούς για την τυφλή διδασκαλία σας. Αρχή σας είναι: Πρέπει κανείς να εξαπατά τους ανθρώπους από καλή θέληση και να τους λέ­ει ψέματα, αν θέλει να τους κάνει ευτυχισμένους. Γιατί η αλή­θεια σκοτώνει την ευημερία των ανθρώπων αυτής της Γης!

Αφού όμως η βάση της ευτυχίας που προσφέρετε στους ανθρώπους είναι το ψέμα, πώς μπορεί να θέλετε ν’ ακούσετε από Μένα την αλήθεια; Σας λείπουν όλα όσα απαιτούνται για την αναγνώριση του βασιλείου του Θεού πάνω στη Γη και είσαστε οι εντελώς τελευταίοι, μολονότι θέλετε να είσαστε οι πρώτοι! Στ’ αλήθεια, αν μείνετε όπως είσαστε, τότε δεν θα έ­χετε αιώνια μερίδιο στο βασίλειο του Θεού!

Τι σας ωφελεί η καλή σας θέληση να κάνετε τους ανθρώ­πους ευτυχισμένους πάνω στη Γη με την απάτη και το ψέμα, αν έτσι σκοτώνετε τις ψυχές των τυφλών;

Όμως η δική Μου βάση είναι να σώσω την ψυχή με κάθε θυσία του σώματος και όλης της ευτυχίας του και να της πα­ράσχω μία αληθινή, αιώνια ζωή!

Πώς όμως θα νιώσετε και πρέπει να νιώσετε στον άλλο κό­σμο, όταν εκείνοι που εξαπατήσατε γίνουν δικαστές σας; Φυ­σικά, δεν πιστεύετε ότι θα γίνει έτσι. Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, αυ­τό θα συμβεί, όπως σας το λέω τώρα.

Αν όμως δεν πιστεύετε τα λόγια Μου, πιστέψτε τουλάχι­στον στα έργα Μου, αυτά που κάνω και που ποτέ πριν από Μέ­να δεν έκανε κανένας άνθρωπος!

Αν όμως τα έργα Μου είναι αληθινά και γνήσια και απο­τελούν μαρτυρίες για τα λόγια Μου, τότε δεν είναι και τα λό­για Μου αληθινά;

Κανείς δεν μπορεί να σας πει πώς είναι τα πράγματα στην Ινδία, εκτός από εκείνον που ήταν εκεί και ήρθε σε σας από κει. Άρα, κανείς δεν μπορεί να σας δώσει, επίσης, πληροφο­ρίες για τον άλλο κόσμο, εκτός από εκείνον που ήρθε σε σας από κει – κι αυτός είμαι Εγώ!

Όποιος πιστεύει στα λόγια Μου, θα λάβει την αιώνια ζωή. Όποιος όμως δεν πιστεύει, θα περάσει στον αιώνιο θάνατο! Γιατί τα λόγια Μου δεν είναι σαν τα λόγια ενός ανθρώπου του κόσμου τούτου. Είναι ζωή και δίνουν ζωή σε όποιον τα δεχθεί μέσα στην καρδιά του και πράττει σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα τους, που ζωογονεί τα πάντα!

Τα λόγια όμως που εσείς οι Εσσαίοι κηρύττετε στο λαό είναι καθαρά ψέματα, επειδή εσείς οι ίδιοι δεν πιστεύετε αυ­τά που διδάσκετε. Γιατί έχετε διπλή διδασκαλία: μία για το λαό και μία εντελώς διαφορετική για σας, για την οποία λέτε μεταξύ σας πως είναι αληθινή, μα ο λαός δεν πρέπει ν’ ακού­σει γι’ αυτή, για να μένει ήρεμος κι ευτυχισμένος μέσα στο ψέμα.

Σας λέω όμως ότι μέσα σ’ αυτό που θεωρείτε ψέμα έχετε δώσει στο λαό περισσότερη αλήθεια απ’ ό,τι έχετε εσείς! Αυτό που θεωρείτε αλήθεια, είναι εντελώς ψευδές, ενώ αυτό που διδάσκετε στον λαό είναι κατά το ήμισυ αληθινό! Γι’ αυτό και ο Θεός σας ανέχτηκε.

Στο μέλλον όμως να διδάσκετε την αλήθεια και να την πι­στέψετε οι ίδιοι, και τότε θα γίνετε εργάτες του θείου αμπε­λώνα, άξιοι ανταμοιβής. Μα την απάτη και το ψέμα πρέπει από δω και πέρα να τ’ αποφεύγετε διαρκώς και ποτέ πια να μην τα ξαναχρησιμοποιήσετε, αλλιώς σύντομα θα έχετε αυ­στηρή τιμωρία!»

Οι δύο Εσσαίοι είπαν: «Δάσκαλε, αναγνωρίζουμε βέβαια ότι μίλησες σωστά, κι όσον αφορά σε μας τους δύο, θα κάνου­με ό,τι είναι δυνατόν για να ανοίξουμε το δρόμο στα λόγια Σου ώστε να μπουν στη μεγάλη κοινωνία μας. Όμως δεν μπορού­με να εγγυηθούμε τίποτα! Οι αδελφοί μας δεν είναι καθόλου σκληροί. με κλειστές τις πόρτες μπορεί κανείς να συζητήσει ελεύθερα και τον ακούν ευχαρίστως, αλλά το αν οι συζητήσεις αυτές έχουν κάποιο αποτέλεσμα, είναι άλλο θέμα! Πάντως εμείς οι δύο θα μιλήσουμε, και είμαστε εκ των προτέρων βέ­βαιοι ότι θα μας ακούσουν με τη μεγαλύτερη προσοχή!»

Εγώ είπα: «Κάντε ό,τι μπορείτε, και ο Θεός δεν θα παρα­λείψει να κάνει ό,τι πρέπει! Δεχθείτε την πλήρη αλήθεια, κι αυτή θα σας απελευθερώσει για πάντα!»

Σε άλλο σημείο του Μεγάλου Ευαγγελίου, ο Ιησούς προφήτευσε:

«… κι εσείς (οι Εσσαίοι) θα δείτε να σας λένε ότι κι Εγώ υπήρξα τάχα ένας μαθητής του δικού σας τάγματος κι ότι ερ­γάζομαι μόνο για την πρόοδο του τάγματος …».

Όμως ίσχυε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ο Ιησούς διαφώ­τισε τους Εσσαίους, τους εισήγαγε στην πλήρη αλήθεια, έτσι ώστε ο αρχηγός τους κατόπιν ορκίστηκε: Μελλοντικά δεν θα προφυλασσόμαστε πια από τα ισχυρά τείχη του φρουρίου μας από τους εχθρούς, αλλά θα μας προστατεύει μόνο η δύναμη και μοναδική ισχύς του θείου Λόγου Σου!»

Έτσι, ο Κύριος δημιούργησε με τη μεταστροφή των Εσσαίων ένα πραγματικό «τεκτονικό σχολείο» σύμφωνο με το πνεύμα Του:

(Ο Ιησούς): «Δημιουργήστε ένα σχολείο σύμφωνα µ’ αυτά και χτίστε για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο κτίριο, που οι τοίχοι του δεν θα έχουν ούτε μπάρα ούτε κλειδαριά! Γίνετε αληθινοί τέκτονες των σχολικών σας κτιρίων, και το νέο έργο σας θα είναι οι σχολές προφητών! Όμως, κύριο μέλημά σας να είναι να διαφυλάσσετε όλοι πιστά τη διδασκαλία Μου, που έχει δοθεί και ακόμη δίδεται, κι όχι ν’ ανακατέψετε μ’ αυτήν τα δικά σας δόγματα όπως κάνουν οι Φαρισαίοι και οι πρεσβύ­τεροι! Το σημερινό καταστατικό σας πρέπει ν’ αλλάξει και ν’ αντικατασταθεί παντού από τον Λόγο Μου, κι αυτό με δική σας ελεύθερη πρωτοβουλία, γιατί διαφορετικά, δεν θα μπο­ρούσε να επιδράσει το πνεύμα Μου σύμφωνα με την υπόσχε­ση που δόθηκε στους ανθρώπους δια των προφητών!»

Οι Εσσαίοι τότε ευχαρίστησαν για τη διδασκαλία αυτήν και υποσχέθηκαν σοβαρά ότι θα τα τηρούσαν όλα κατά γράμ­μα. Ζήτησαν μόνο να τους προσφέρω πάντα τη δίκαια προ­στασία και την απαιτούμενη δύναμη προκειμένου να υλοποιήσουν με σωτήρια έργα όλη αυτήν τη θεία αλήθεια όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για πολλούς άλλους ανθρώπους που το επιθυμούν.

Εγώ είπα: «Εγώ θα είμαι πάντα παρών. Εσείς όμως προ­σέξτε να μην προκύψουν ανάμεσά σας στη συνέχεια διεκδι­κήσεις ως προς την ιεραρχία! Ο πιο έμπειρος από σας πρέπει να είναι ο αρχηγός, αλλά ποτέ δεν πρέπει εξαιτίας της αρχηγίας του να πιστέψει ότι είναι κάτι παραπάνω από τον κατώ­τερο από σας! Αυτό πάλι δεν σημαίνει πως οι πιο αδύναμοι δεν οφείλουν να του προσφέρουν τον απαιτούμενο σεβασμό. Πρέπει να τον αγαπούν και να τον σέβονται και όλοι ν’ ακολουθούν τις συμβουλές του σαν να ήταν νόμος. Αλίμονο σε όποιον επιχειρήσει να τον βλάψει! Στ’ αλήθεια, θα αντιμετω­πίσει το οργισμένο βλέμμα Μου!

Κατά την επιλογή, όμως, του προκαθήμενου και αρχηγού, να προσεύχεστε και να ελέγχετε να μη δοθεί το αξίωμα σε κά­ποιον ανάξιο. Γιατί ένας κακός κι όχι έξυπνος αρχηγός είναι σε μια κοινωνία όπως ο κακός βοσκός στο κοπάδι. Βλέποντας το λύκο να πλησιάζει, τρέπεται πρώτος σε φυγή και αφήνει στο λύκο τα πρόβατα, ή γίνεται στο τέλος ο ίδιος λύκος και στραγγαλίζει πνευματικά το ποίμνιό του, όπως τώρα οι Φαρι­σαίοι κι οι αρχιερείς. Παρουσιάζονται σαν αρνιά, όμως εσω­τερικά είναι αιμοβόροι λύκοι! Δεν δίνουν ούτε στα κουνούπια τροφή αν όμως δώσουν κάτι σ’ ένα κουνούπι, απαιτούν ως αντάλλαγμα μια ολόκληρη καμήλα!

Μη γίνετε λοιπόν σαν κι αυτούς! Κατοικούν σε πέτρινα δώματα, που πάντα είναι καλά φυλαγμένα και κλειδωμένα, ώστε κανείς να μην μπορεί και να μην επιτρέπεται να φθάσει εκεί, για να μην μπορέσει κανείς ν’ αποκαλύψει τις απάτες τους! Κι αν κάποιος θαρραλέος αποτολμούσε να μπει σ’ ένα δώμα του Ναού, θα τον κατηγορούσαν για βεβήλωση του Ιερού και θα τον λιθοβολούσαν!

Γι’ αυτό σας λέω ότι τα σχολεία που θα ιδρύσετε πρέπει να είναι ανοιχτά κι ελεύθερα, ώστε να μπορεί να μπαινοβγαί­νει όποιος θέλει. Να μην υπάρχουν πια μυστικά στα σχολεία σας! Να μυείτε όποιον το θέλει, στο μέτρο που μπορεί να συλλάβει τη μύηση. Γιατί δεν σας δίνω με τη διδασκαλία Μου γου­ρούνι στο σακί! Σας λέω τα πάντα ξεκάθαρα και δεν κρατώ κάτι μυστικό, εκτός από τα σημεία που το απαιτεί η σύνεση για το καλό κάθε ανθρώπου. Γι’ αυτό να είστε κι εσείς ανοι­χτοί σε όποιον βλέπετε να έχει καλή θέληση. Όμως, παράλλη­λα να είστε Και έξυπνοι. Γιατί η δημοσιότητα δεν πρέπει να γί­νει τόσο μεγάλη, ώστε να ριχτούν τα πολύτιμα μαργαριτάρια στα γουρούνια.

Πολλά θα είχα ακόμη να σας πω, αλλά δεν θα τα καταλα­βαίνατε, ούτε θα τ’ αντέχατε. Μα όταν το πνεύμα της πλήρους αλήθειας ξυπνήσει μέσα σας, τότε αυτό θα σας οδηγήσει στη σοφία. Και το πνεύμα αυτό είναι το θείο ομοίωμα μέσα στις καρδιές σας, θα το αφυπνίσετε δε εσείς οι ίδιοι με το σωστό εορτασμό του Σαββάτου. Για πείτε τώρα, τα καταλάβατε όλα;»

Οι Εσσαίοι απάντησαν με συντετριμμένη καρδιά: «Ναι, Κύριε! Ποιος δεν θα μπορούσε να καταλάβει τα άγια λόγια Σου; Δεν είναι σαν τα λόγια των ανθρώπων! Είναι όλα λόγια που έχουν υπόσταση, φως, ζεστασιά και ζωή! Όταν μιλάς, Κύ­ριε, νιώθουμε μέσα μας τη γέννηση μιας αληθινής υπόστασης, έτσι ώστε μας φαίνεται πως με κάθε λέξη από το στόμα Σου γεννιέται μια άπειρα μεγάλη, νέα δημιουργία και νιώθουμε μέ­σα μας ένα άπειρο νέο γίγνεσθαι!

Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, καταλαβαίνουμε το νόημα των άγιων λόγων Σου που είναι απαραίτητο για μας, μολονότι ποτέ δεν θα εννοήσουμε την τελική τους έννοια, γιατί νιώθουμε ζωντα­νά μέσα μας ότι τα λόγια που λες εδώ δεν αφορούν μόνο εμάς, αλλά ολόκληρο το αιώνιο άπειρο! Αναγάλλιασε λοιπόν, Γη, που επιλέχθηκες μέσα από αναρίθμητους κόσμους για να πα­τήσει ο Κύριος της αιωνιότητας τα πόδια Του στο έδαφός σου και ν’ ακουστεί στον αέρα σου η άγια φωνή Του! Κύριε, πόσα ακόμη πλάσματα θα δημιουργηθούν από κάθε λέξη και κάθε ανάσα Σου; Άσε να Σε υμνήσουμε, να Σε αγαπάμε, να Σε δο­ξολογήσουμε και να Σε λατρέψουμε, γιατί μόνο σε Σένα αρ­μόζουν όλ’ αυτά!»

Οι βασικές αρχές του Εσσαϊκού Ινστιτούτου που αναδιοργάνωσε ο Ιησούς

Ο Ιησούς απαγορεύει στους Εσσαίους τις απάτες σχετικά με την αφύπνιση νεκρών και συνεχίζει λέγοντας στον αρχηγό τους Ρόκλους:

«Όλα όσα συνέβησαν εδώ μέχρι τώρα, τα παίρνω επάνω Μου και θα τα επανορθώσω για χάρη σας. Στο μέλλον όμως δεν επιτρέπεται να ξανασυμβεί σε καμία περίπτωση στο ινστι­τούτο σας οτιδήποτε έχει το παραμικρό στοιχείο απάτης, αν θέλετε να μείνω πνευματικά σ’ αυτό, με διαρκή απτή δράση, μέχρι το τέλος των καιρών αυτής της Γης.

Πρέπει να επικρατεί η πιο τέλεια αγάπη και αλήθεια, και να μη συμβαίνει η παραμικρή απάτη, και τότε το ινστιτούτο θα υπάρχει για πάντα. Ακόμη κι αν κατά καιρούς εμφανιστούν ζηλόφθονοι και σκοτεινοί διώκτες, δεν θα μπορέσουν να του κάνουν τίποτα.

Βέβαια, δεν θα υπάρχει για πολύ καιρό σ’ αυτήν τη χώρα, το ίδιο και η διδασκαλία Μου. γιατί η χώρα θα καταπατηθεί από τους πιο σκοτεινούς ειδωλολάτρες. Όμως στην Ευρώπη κάποτε θα γίνει η κύρια έδρα όλων εκείνων που θα πιστεύουν και θα ελπίζουν στο όνομά Μου, και τότε θα βρεθείτε σε πολ­λά θυγατρικά ινστιτούτα που αρκετοί ηγέτες θα τα βλέπουν με συμπάθεια και εκτίμηση, ενώ άλλοι απλώς θα τα ανέχονται. Μόνο μερικοί τυφλοί θα σας διώξουν πέρα από τα σύνορά τους. Κι αυτούς όμως θα τους βρουν ασφαλώς κάποια δεινά, από τα οποία δύσκολα θ’ απαλλαγούν. Επίσης, εκείνες οι χώρες που απλώς θα σας ανέχονται, δεν θα έχουν μεγάλη άνθηση και ευημερία.

Σας το δίνω ως ευλογία, ότι πάντα θα μείνετε σωστοί αρ­χιτέκτονες και όπου γίνετε δεκτοί με αγάπη και τιμές, το κράτος θα είναι σταθερό και καλό. Δεν θέλω να σας κάνω μελλοντι­κά γιατρούς, παρά οικοδόμους, που θα χτίσουν παντού με τις πιο σκληρές πολύτιμες πέτρες το τείχος μιας νέας, ουράνιας Ιερουσαλήμ και πολλές από τις πιο ωραίες κατοικίες της πό­λης αυτής, που τώρα ασφαλώς εγκαινιάστηκε, πρόκειται όμως να συνεχίσει να δομείται ακατάπαυστα και μετά από αυτό το αρχικό τείχος.

Μια λοιπόν και είσαστε τώρα οι χτίστες μου και ελεύθε­ροι οικοδόμοι κι Εγώ θέλω η πόλη Μου να χτιστεί με τα πιο σκληρά πολύτιμα πετράδια, γι’ αυτό εσείς, κι εσύ, φίλε Ρό­κλους, εύκολα θα καταλάβετε ότι δεν Μου χρειάζονται κοινοί ασβεστόλιθοι, πωρόλιθοι και τούβλα. Λέγοντας αυτά, εννοώ όλα τα έργα ψεύδους και απάτης, που δεν μπορούν να διατη­ρηθούν αιώνια. Μόνο η καθαρότερη και αψεγάδιαστη αλήθεια είναι το διαμάντι που μπορεί ν’ αντισταθεί για πάντα στην αιωνιότητα.

Προφανώς πολλές φορές θα περιέλθετε σε πειρασμό να φερθείτε διαφορετικά απ’ ό,τι θα έπρεπε να κάνετε σύμφωνα με τα αληθινά σας συναισθήματα. Μην αφεθείτε να παρασυρ­θείτε και μην εξαπατήσετε κανέναν με το βλέμμα σας, παρά μέσα από ολόκληρη την ύπαρξή σας ας εκφράζεται η πιο από­λυτη αλήθεια, κι έτσι πάντα θα σας συντροφεύει η χάρη, η ισχύς και η σοφία Μου.

Μην υπόσχεστε ποτέ σε κανέναν κάτι που αργότερα δεν θα μπορέσετε ή, για κάποιους λόγους, δεν θα θελήσετε να εκ­πληρώσετε. Γιατί σας λέω αλήθεια ότι τίποτα δεν είναι πιο πικρό και καταθλιπτικό για έναν άνθρωπο από μια υπόσχεση που του δόθηκε κι αργότερα αθετήθηκε σιωπηρά. Αν δεν του είχε δοθεί καμία υπόσχεση, εκείνος δεν θα είχε βασιστεί εκεί, αλ­λά θα είχε κάνει κάτι άλλο, που θα του εξασφάλιζε κάποια βοή­θεια ή άλλο όφελος. Μια όμως και είχε στηριχτεί απόλυτα στην υπόσχεση που δόθηκε, αλλά δεν τηρήθηκε, βρίσκεται κατόπιν σε μια απελπιστική κατάσταση και κάθεται λυπημένος κι απο­γοητευμένος, συνήθως δε καταριέται εκείνους που τον έρι­ξαν με την υπόσχεσή τους στη μεγαλύτερη δυστυχία.

Συνεπώς, πρέπει να τηρείτε όσα υποσχεθήκατε, ακόμη και με τίμημα την επίγεια ζωή σας, γιατί αλλιώς δεν θα μπορού­σα να παραμείνω μέλος του ινστιτούτου σας! Αναλογιστείτε καλά ποιος σας δίνει την εντολή αυτήν! Είναι ο αιώνιος Κύ­ριος αυτού που ονομάζεται ζωή και θάνατος. Κι αν ακόμη Εγώ δεν τιμωρούσα τίποτα ήδη σ’ αυτό τον κόσμο, ωστόσο θα τι­μωρούσα τουλάχιστον το να υπόσχεται ένας άνθρωπος κάτι σ’ έναν άλλο και μετά να μην το τηρεί εξαιτίας κάποιου κοι­νού, συνήθως εγωιστικού λόγου!

Αν στερείς από κάποιον που σου προσέφερε μία υπηρεσία την αμοιβή που του υποσχέθηκες, διαπράττεις ακόμη μεγαλύ­τερη αμαρτία από του να είχες κλέψει κάποιον! Αν εκτέλεσε την υπηρεσία του κακά και με κρύα καρδιά, μπορείς φυσικά να το επισημάνεις και να του πεις ότι την επόμενη φορά δεν θα πρέπει πλέον να περιμένει παρόμοια αμοιβή, αν δεν έχει επιδείξει τον απαιτούμενο ζήλο στην εκτέλεση της υπηρεσί­ας. Όμως, όσο χλιαρά κι αν εξετέλεσε την αποστολή του, πρέπει να κρατήσεις το λόγο σου, για να καταλάβει ότι μέσα σου ζει και δρα το πνεύμα της απόλυτης αλήθειας!

Γι’ αυτόν το λόγο θα σας βοηθήσω να αναστήσετε αληθι­νά τα εκατόν επτά παιδιά σας, ώστε να μη φανείτε ψεύτες και αφερέγγυοι μπροστά σ’ εκείνους που τους υποσχεθήκατε ως αληθινό ότι θα αναστήσετε τους αγαπημένους τους. Μελλο­ντικά όμως πρέπει να μαζευτείτε και να σοβαρευτείτε! Γιατί ό,τι τυχόν κάνετε που αντιβαίνει αυτήν τη συμβουλή Μου που είναι εύκολο να τηρηθεί, θα είχε αναπότρεπτες και σοβαρές συνέπειες!»

 Το σχολείο της αγάπης

9 Μαρτίου 1864

Χωρίς αγάπη δεν υπάρχει ζωή και χωρίς φως δεν υπάρχει αλήθεια! Η κάθε δράση την οποία θα ανακαλύψει ένας που παρατηρεί προσεκτικά οποιαδήποτε σφαίρα της ύπαρξης, σε οποιοδήποτε βασίλειο της φύσης, προέρχεται από την αγάπη και από το φως.

Η αληθινή αγάπη, αυτή που ονομάζεται ζωή, είναι εκείνη η αέναη θέρμη που πηγάζει από το Θείο Κέντρο, το οποίο Εγώ, ο Κύριος, το ονομάζω με την έκφραση «Πατέρας». Από αυ­τόν τον «Πατέρα» εκπορεύεται και διαχέεται σε όλο το άπει­ρο το Φως, το οποίο είμαι Εγώ, ο «Υιός», σαν επακόλουθο της θέρμης της Ζωής, η οποία είναι αέναα ίδια.

Επομένως όποιος λαμβάνει έμπρακτα το Φως από Μένα, το οποίο συνίσταται στη Διδασκαλία Μου, προσλαμβάνει συ­νάμα επίσης την Αγάπη ή τη Ζωή του Πατέρα. Όταν έχει δε προσλάβει αυτήν, τότε έχει επίσης αφυπνίσει το θείο πνεύμα μέσα του στην αιώνια ζωή, γεγονός που αποτελεί απόρροια της αληθινής αγάπης και του αληθινού φωτός!

Παράλληλα ωστόσο με το μοναδικό αληθινό Φως, το οποίο πηγάζει από την αληθινή Αγάπη, υπάρχει -ιδίως στη δική σας υλική γη- ένας αμέτρητος αριθμός από διάφορα είδη αγάπης και φωτός, τα οποία παράγουν επίσης κάποια προϊόντα. Αλλά τα προϊόντα αυτά είναι εξίσου εφήμερα με αυτά τα είδη αγά­πης και φωτός που τα παρήγαγαν, οδηγούν δε μάλιστα σε κά­ποια λίγο ως πολύ κακά επακόλουθα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτε­ρα όταν εκφυλίζονται σε κάποια μορφή εγωπάθειας και αυτολατρείας, όπου το υποτιθέμενο φως τους μετατρέπεται από πνευματική σκοπιά σε αμιγές και πυκνότατο σκοτάδι. Το απο­τέλεσμα είναι ότι τέτοιοι άνθρωποι πέφτουν κάτω και από το επίπεδο των ζώων και φθάνουν μάλιστα συχνά στο σημείο να θεωρούν κάποια ζώα σοφότερα και από τους ίδιους.

Και μάλιστα δεν έχουν άδικο απ’ αυτή την άποψη! Γιατί όπως έγινε με τον ψευδοπροφήτη Βιλεάμ, ο οποίος υποχρεώ­θηκε να διδαχθεί από το γάιδαρό του σχετικά με τα πνευματικά πράγματα, το ίδιο συμβαίνει και στη δική τους περίπτωση, τουλάχιστον με το καλύτερο μέρος απ’ αυτούς τους ανθρώ­πους. Επομένως τέτοιοι άνθρωποι δεν διαθέτουν καμιά αγάπη απολύτως και άρα καμιά ζωή και κανένα φως, αφού ούτε ξέ­ρουν καν πως έχουν ψυχή και ότι αυτή είναι αθάνατη.

Αυτοί λοιπόν οι αμέτρητοι άνθρωποι, που ιδίως αυτή την εποχή, έχουν βυθιστεί από τη μεγάλη τους αγάπη για τον κόσμο και τον εαυτό τους σε ένα τέτοιο ακραίο σκοτάδι στη ζωή τους, στον άλλον κόσμο θ’ αρχίσουν πάλι από το ίδιο ακριβώς σημείο και ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να γίνουν ακόμη χειρότεροι και πιο υλικοί. Κι όσο είναι αληθινό ότι είμαι ο Κύ­ριος, αυτός που το λέει, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι και αυτοί θα εισέλθουν μέσα στη νεκρή ύλη. Και μάλιστα μέσα από μια ασύλληπτα οδυνηρή διαδικασία, που θα κρατήσει αιώνες και αιώνες, μέχρις ότου ξαναγίνουν και οι ίδιοι σκληρή, αδρανής ύλη. Και τέλος, αφού κατακερματιστούν σε αμέτρητα κομμάτια, θα ξαναγίνουν μετά από ατέλειωτο διάστημα άνθρωποι ή άλλα πλάσματα, είτε σ’ αυτήν τη γη είτε σε κάποιο άλλο κοσμικό σώ­μα. Γιατί για Μένα χίλια γήινα χρόνια μετράνε όσο μια μέρα.

Το θέλημά Μου έχει αποκαλυφθεί σε όλους τους ανθρώ­πους. Όποιος όμως δεν θέλει να υποταχθεί σ’ αυτό, χάρη στην ελεύθερη θέληση που διαθέτει ως άνθρωπος, δεν πρόκειται βέ­βαια να χαθεί γι’ αυτόν το λόγο, αλλά τον περιμένει ένας με­γάλος και μακροχρόνιος «συνετισμός».

Αυτό τον καιρό ζουν στη γη άνθρωποι για έβδομη φορά και τώρα την έβδομη φορά πάνε καλύτερα τα πράγματα μαζί τους. Θα χρειασθεί όμως να περάσουν από μερικά ουράνια σώματα ακόμη με ένα ελαφρύτερο σώμα, ώσπου να γίνουν δε­κτοί σε μια καθαρά πνευματική σφαίρα, την οποία μπορείτε να ονομάσετε «κατώτερο παράδεισο». Από εκεί δε είναι ακό­μη πολλές οι βαθμίδες ως το εσωτερικό, αληθινό βασίλειο των ουρανών όπου εξουσιάζει η Αγάπη του Πατέρα, το Φως του Υιού και η Δύναμη του Αγίου Πνεύματος που ζωογονεί πέρα για πέρα κάθε πνεύμα που είναι άγγελος.

Γι’ αυτό λοιπόν συλλογισθείτε καλά αυτά τα λόγια Μου! Ν’ αναγνωρίζετε και ν’ αγαπάτε πάνω απ’ όλα Εμένα, ως Θεό και Κύριό σας, με το ν’ αγαπάτε τον διπλανό σας ει δυνατόν πιο πολύ ακόμα και από τον ίδιο σας τον εαυτό. Τότε έχετε μέ­σα σας ήδη πρόσκαιρα και αιώνια την αληθινή αγάπη που εί­ναι η αληθινή ζωή και το αληθινό φως που είναι η αιώνια αλή­θεια. Κι άρα βρισκόσαστε με το πνεύμα σας κιόλας εδώ που είμαι Εγώ! Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο παραμένω κοντά σας ως το τέλος του κόσμου!

Αυτά σας τα λέει Εκείνος τον Οποίο μπορείτε ν’ αναγνω­ρίσετε κάλλιστα από τη γλώσσα Του και από το νόημά της! Αμήν.

 Το μεγαλύτερο πράγμα στη ζωή

 Το μεγαλύτερο πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς στη ζωή του, είναι να φροντίζει τα αδέλφια του που είναι φτωχά, να στηρίζει όπου μπορεί τα γηρατειά και να δίνει στοργή στα παιδιά. Όποιος το κάνει αυτό, από αγνή αγάπη για Μένα, η οποία τον οδηγεί ν’ αγαπάει και τ’ αδέλφια του, σε βεβαιώνω πως όσες αδυναμίες κι αμαρτίες κι αν είχε, κι ας ήταν τόσο πολλές όσο άμμο έχει η θάλασσα και η γη χορτάρι, πραγματι­κά θα του συγχωρηθούν όλες ως την τελευταία!

(Από την «Οικονομία του Θεού»)

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιάκομπ Λόρμπερ

«Δώρα του Ουρανού»

Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος