Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥΣ

14354878_1483644124986266_947059596462655480_n«Πώς εξέπεσες εκ του Ουρανού Εωσφόρε… Συ δε έλεγες εν τη καρδία σου… θέλω ανυψώσει τον θρόνον μου υπεράνω των άστρων του Θεού… Θέλω αναβή επί τα ύψη των νεφελών’ θέλω είσθαι όμοιος του Υψίστου»

Ησαΐας 14, 12-14

 

Σύμφωνα με τον Λόρμπερ και την Ντούντε, οι νέες αποκα­λύψεις που δόθηκαν και δίνονται μετά τον Χριστό αποσφρα­γίζουν τις συμβολικές έννοιες του Ευαγγελίου. Σκοπός τους είναι να καθαρίσουν το μήνυμα του Ιησού από τις ανθρώπι­νης προέλευσης προσθήκες που ενσωματώθηκαν με το χρόνο και ταυτόχρονα να φανερώσουν στους ανθρώπους της τελευ­ταίας εποχής το αληθινό περιεχόμενο και νόημα της διδασκα­λίας του.

Στον Γκότφριντ Μάγερχοφερ (Βαυαρός μυστικός 1807-1877) λέγεται σε σχέση με την παλαιότερη αποκάλυψη του Θεού ό­τι «ο λόγος που διατηρήθηκε η Βίβλος είναι για να σας δίνει τη μεγαλύτερη και την πιο ατράνταχτη απόδειξη ότι εκεί εί­χαν ήδη καταγραφεί όλα όσα επρόκειτο να συμβούν σταδια­κά σε μεταγενέστερες εποχές». Μιλώντας δε μέσα του Λόρ­μπερ λέει ο Κύριος: «Η μεγάλη αυτή ζωντανή προσφορά της χάρης Μου (η νέα αποκάλυψη) έχει ασφαλώς τον προορισμό να διαδοθεί στον κόσμο. Αλλά αυτό θα συμβεί μόνο όταν ο κόσμος που έχει κακομάθει νιώσει πάλι πείνα για να πάρει τη δική Μου τροφή. Το αίσθημα της πείνας το προετοιμάζει τώρα η καθο­λική εκκλησία. Πώς γίνεται αυτό; Με το κακό γεύμα που προσφέρει το οποίο χαλάει το στομάχι της ψυχής. Για τούτο το λόγο οι άνθρωποι θα αποφεύγουν για αρκετό καιρό στο μέλ­λον οποιαδήποτε τροφή μέχρι που θα νιώσουν τελικά πείνα για τη σωστή τροφή. Τότε λοιπόν θα αρπάξουν με μεγάλη λαι­μαργία το αληθινό ψωμί από τους ουρανούς Μου ώστε χορ­ταίνοντας με αυτό να έχουν τη δύναμη να φθάσουν στην αιώ­νια ζωή. Έτσι θα γίνουν τα πράγματα κατά το θέλημα Μου».

Η ώρα αυτή έχει τώρα έρθει. Στον Λόρμπερ τονίζεται επα­νειλημμένα ότι τίποτα από το ασύλληπτης σοφίας και επιστη­μονικής γνώσης περιεχόμενο του έργου του δεν προέρχεται από το δικό του το κεφάλι. Αντίθετα στο ίδιον το Λόρμπερ επισημαίνεται ότι πρέπει να ξέρει πως στην πραγματικότητα δεν ξέρει τίποτε από όλα αυτά που καταγράφει. «Λεν είναι δικά του αυτά που λέει, άλλωστε ούτε είναι αυτό δυνατόν, αφού ουσιαστικά είναι πιο αμαθής από όλους σας. Αλλά ακριβώς για το λόγο αυτό για Μένα είναι ένα αρκετά κατάλληλο εργα­λείο επειδή δεν έχει σχεδόν τίποτα μέσα στο κεφάλι του, αλ­λά αντ’ αυτού έχει κατά καιρούς πολύ πκρισσότερα μέσα στην καρδιά του…

…Εντούτοις οι λογικιστές, οι διανοούμενοι και οι ιερείς θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να πείσουν την ανθρωπότητα για το αντίθετο από όσα του αποκαλύπτω Εγώ».

Το γεγονός ότι οι νέες αποκαλύψεις επιβεβαιώνουν κάποιες παραδοσιακές διδασκαλίες της εκκλησίας οι οποίες έχουν βρε­θεί στο στόχαστρο των μοντερνιστών μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά σε ορισμένους κύκλους οι οποίοι επηρεάζονται από το ορθολογιστικό-υλιστικό πνεύμα της εποχής και να τους εμποδίσει να τις αποδεχτούν. Αλλά οι προφήτες ακολουθού­σαν ανέκαθεν τους δικούς τους δρόμους, χωρίς να ενδιαφέρο­νται για τον κόσμο.

Η δημιουργία των αρχέγονων πνευμάτων

Η πνευματική υπόσταση του ανθρώπου ξεκινάει από ένα πο­λύ απώτατο παρελθόν και είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πτώση του Εωσφόρου. Μπορεί πολλοί σήμερα να κατατάσσουν μία τέτοια διαπίστωση στο χώρο της μυθολογίας, αλλά δεν είναι καθόλου μύθος, είναι ένα γεγονός όπως δηλώνουν ρητά οι νέες αποκαλύψεις. Όντως πριν από ανυπολόγιστα με­γάλο διάστημα ο Θεός εδημιούργησε μυριάδες πνευμάτων.

Για την πτώση του Εωσφόρου -που ήταν ο πρώτος τη τά­ξει- και της μεγάλης ακολουθίας του συγκεκριμένα αναφέρε­ται ότι: «ένα τεράστιο πλήθος από αρχέγονα πνεύματα παρέκ­κλινε από τους εντεταλμένους και καλοχαραγμένους δρόμους που ήταν σύμφωνοι με τη θεία τάξη και πήραν το δρόμο της αυτοκαταστροφής τους».

Στις νέες αποκαλύψεις τονίζεται ότι το σχέδιο του Θεού και το νόημα της ανθρώπινης ζωής δεν μπορούν να κατανοηθούν εάν δεν γνωρίζει κανείς τι ήταν ο Εωσφόρος. «Μόνο όταν έχει διασαφηνιστεί καλά αυτό το σημαντικό θέμα είναι δυνατό να καταλάβει κανείς σωστά τη δημιουργία, τον ερχομό Μου στη γη, τα πάθη και το θάνατο Μου… Ας ακούσει λοιπόν ο κόσμος, το μεγάλο μυστήριο του σχεδίου Μου πάνω στο οποίο βασίζεται η δημιουργία και η λύτρωση, τελείως απογυμνωμένο από κάθε αλληγορία».

Επομένως η ιστορία της δημιουργίας δεν αρχίζει με τη γέ­νεση της γης, όπως εξάγεται από τη βιβλική αλληγορία. Εκεί η ύπαρξη του Θεού – Δημιουργού προϋποτίθεται ως δεδομέ­νη. Αλλά ποιος είναι ο Θεός; Πώς ήταν το σύμπαν προτού πά­ρει υπόσταση ο ορατός κόσμος; Η ιστορία της δημιουργίας αποκαλύπτεται σε μεγάλη έκταση μέσω των νέων προφητών στο βαθμό βέβαια που μπορούν να την καταλάβουν οι σημε­ρινοί άνθρωποι. Ο Θεός προσπαθεί επανειλημμένα να κάνει τα παιδιά του να τον καταλάβουν, γι’ αυτό δεν μιλά πια με πα­ραβολές και παρομοιώσεις όπως έκανε αναγκαστικά τον και­ρό του Ιησού. Κάθε εποχή απαιτεί μια άλλη γλώσσα αντίστοι­χη με το επίπεδο ωριμότητας που επικρατεί γενικά. Στη σύγ­χρονη εποχή που ο ορθολογισμός έχει αλαζονικά αναχθεί σε καθοριστική αξία για τα πάντα, το Πνεύμα είναι υποχρεωμέ­νο να εκφράζεται διαφορετικά απ’ ό,τι πριν από μερικούς αιώ­νες. Έτσι λέει ο Λόγος μέσω του Γιάκομπ Λόρμπερ στην «Οι­κονομία του Θεού», ένα τρίτομο έργο που αναφέρεται στους προπάτορες της ανθρωπότητας: «Θέλω να σας αποκαλύψω ένα μεγάλο μυστικό γιατί σαν παιδιά Μου πρέπει να είστε μυημέ­να στην Οικονομία του προαιώνιου Πατέρα σας. Έτσι θα δεί­τε πόσο αδερφικά σας συμπεριφέρεται ο στοργικός, άγιος Πατέρας σας, αφού σας αφήνει να Τον δείτε καινά Τον χαρεί­τε πρόσωπο με πρόσωπο…

Η Θεότητα ήταν προαιώνια η δύναμη που διαπερνούσε όλο το άπειρο αφού ήταν, είναι και θα είναι επ’ άπειρον το ίδιο το άπειρο. Στο κέντρο του βάθους της υπήρχα ανέκαθεν Εγώ η Αγάπη αποτελώντας την ίδια τη Ζωή μέσα Της. Αλλά ήμουν τυφλή όπως το έμβρυο στο σώμα της μητέρας του. Όμως στη Θεότητα άρεσε η Αγάπη που ήταν το επίκεντρο του Εαυτού Της γι’ αυτό και πίεζε ορμητικά προς το μέρος της. Έτσι η Αγάπη γινόταν όλο και πιο καυτή στο κέντρο Της, όπου συ­νωστίζονταν όλο και πιο πολλές μάζες της Θεότητας και συ­νάμα όλη η Ισχύς και όλες οι Δυνάμεις ορμούσαν πάνω της με σφοδρότητα…

Τότε όλα αντάριαζαν, κόχλαζαν και μαίνονταν με παράφορη ορμή έτσι που η Αγάπη φοβήθηκε πολύ καθώς πιεζόταν από όλες τις πλευρές και σαν αποτέλεσμα σείστηκε ως τα κατάβα­θα της. Και όταν η Αγάπη το αντιλήφθηκε αυτό, η βοή έγινε ήχος, ο ήχος μέσα στην Αγάπη έγινε Λόγος και ο Λόγος είπε: Ας γίνει Φως. Τότε φούντωσαν οι φλόγες μέσα στην καρδιά της Αγάπης που είχε πάρει φωτιά και έγινε Φως σε όλους τους χώρους του απείρου… Και ο Θεός είδε μέσα Του την υπέροχη μεγαλειότητα της Αγάπης Του και η Αγάπη ενισχύθηκε με τη δύναμη της Θεότητας και έκτοτε η Θεότητα ενώθηκε με την Αγάπη αιώνια και έτσι από τη θερμότητα πήγασε το Φως… Τό­τε η Αγάπη είδε μέσα στη Θεότητα όλες τις μεγαλειότητες που ο αριθμός τους δεν έχει τέλος και η Θεότητα είδε πως όλες αυ­τές πέρασαν από την Αγάπη μέσα Της, και η Αγάπη βλέποντας τις σκέψεις Της μέσα στη Θεότητα ευφράνθηκε υπέρμετρα. Τό­τε η Αγάπη πήρε πάλι φωτιά και οι δυνάμεις της Θεότητας στροβιλίζονταν γύρω της σαν ορμητικά κύματα και να: οι σκέ­ψεις της Αγάπης ήταν επίσης Αγάπη και ήταν άπειρες στον αριθμό. Έτσι η Θεότητα είδε τη μεγαλειότητα Της και η Αγάπη αισθάνθηκε την ισχύ Της. Τότε μίλησε η Αγάπη μέσα στη Θε­ότητα: Ας σταθεροποιήσουμε τις σκέψεις της μεγαλειότητας και ας τις αφήσουμε να εξωτερικευτούν ώστε να γίνουν ελεύ­θερες, να Μας αισθάνονται και να Μας βλέπουν, όπως τις αισθανόμαστε και τις βλέπουμε Εμείς και όπως τις αισθανόμα­σταν και τις βλέπαμε πολύ προτού φωτίσει το Φως τις μορφές τους… Ο Λόγος αυτός πέρασε στη Θεότητα και έτσι έγινε εξ ολοκλήρου Αγάπη. Και τότε μίλησε για πρώτη φορά η Θεό­τητα και είπε: Γεννηθήτω! Και έτσι ο Θεός άφησε από μέσα Του ελεύθερα μία στρατιά από πνεύματα, που ο αριθμός τους δεν έχει τέλος, ώστε η Αγάπη είδε τον Εαυτό Της πολλαπλασια­σμένο επ’ άπειρον και είδε την άπειρη τέλεια ευμορφία της…

Αλλά όλα αυτά τα όντα δεν ήταν ακόμη ζωντανά ούτε αισθάνονταν ακόμη κι ούτε έβλεπαν ακόμη, γιατί ήταν ακόμη έξω από την Αγάπη, μορφές που είχαν σταθεροποιηθεί μέσα στη Θεότητα… Αλλά η Αγάπη που τα συμπόνεσε σκίρτησε ελαφρά και η δόνηση της αναδύθηκε μέσα στη Θεότητα και η Θεότητα έδωσε τα δέσμια πνεύματα στην Αγάπη και αυτή δια­πέρασε τα πάντα. Τότε, οι μορφές έγιναν ζωντανές και θαύμα­σαν η μία την άλλη και καθώς ζεστάθηκαν από τα πύρινα ρεύ­ματα της θείας Αγάπης απόκτησαν ανεξάρτητη κίνηση και ενεργητικότητα. Αλλά ακόμη δεν είχαν επίγνωση του εαυτού τους.

Έτσι μίλησε πάλι η Αγάπη λέγοντας: Ας τα κάνουμε να ανα­γνωρίσουν τον εαυτό τους ούτως ώστε να μπορούν μετά να αναγνωρίσουν Εμένα και μέσω Εμού να αναγνωρίσουν και Εσένα… Τότε αναδύθηκε πάλι ο Λόγος μέσα στη Θεότητα και ο Λόγος ήχησε μέσα στη Θεότητα και ο Λόγος έγινε ο Νόμος και ο Νόμος ήταν η Αγάπη που κατέκλυσε τα πάντα. Τότε δη­μιουργήθηκαν τρεις και από αυτούς εκπορεύτηκαν επτά. Και οι τρεις αντιστοιχούσαν στην Αγάπη, το Φως και τη Θεότητα. Ενώ οι επτά αντιστοιχούσαν στα επτά πνεύματα του Θεού…»

Σε ένα άλλο σημείο της «Οικονομίας του Θεού» αναφέρε­ται επεξηγηματικά σε σχέση με τα επτά πνεύματα: «Η Αγάπη και η Ζωή είναι ένα κι εντούτοις είναι δύο: η Αγάπη είναι η αιτία και η Ζωή είναι το αποτέλεσμα. Ομοίως Φως και Σοφία είναι επίσης ένα αλλά είναι και πάλι δύο: το Φως είναι η αιτία ενώ η Σοφία το αποτέλεσμα. Από την Αγάπη και τη Ζωή πη­γάζει ακόμη ένα τρίτο, η Ενεργητικότητα, η οποία είναι το πα­ντοδύναμο Πνεύμα. Από το Φως και τη Σοφία πηγάζει επίσης ένα τρίτο, και αυτό είναι η Τάξη, η οποία δίνει μορφή σε όλα τα πράγματα και προσδιορίζει τον απώτατο σκοπό τους. Τέ­λος, από την Αγάπη και τη Ζωή και από το Φως και τη Σοφία πηγάζει το Πνεύμα όλης της Αγιότητας (το Άγιο Πνεύμα) το οποίο είναι ο Λόγος από το στόμα του Θεού. Αυτός ο Λόγος είναι δημιουργικός, καθώς είναι η βάση πάνω στην οποία δη­μιουργήθηκαν όλα τα πράγματα… Άμα παρατηρήσεις την ου­σία της Αγάπης και της Ζωής και την Ενεργητικότητα που πηγάζει από αμφότερες και παρατηρήσεις την ουσία του Φωτός και της Σοφίας και την Τάξη που πηγάζει από αυτές τις δύο και τέλος παρατηρήσεις επίσης αυτή που πηγάζει από όλα τα προηγούμενα, την Αγιότητα ή την ουσία του αιώνιου Λόγου από το στόμα του Θεού, τότε έχεις επτά πνεύματα. Όλα τους πηγάζουν από την Αγάπη, η δε Αγάπη είναι το πρώτο πνεύμα που γεννιέται από τον εαυτό του, ενώ τα άλλα έξι εκπορεύο­νται από την Αγάπη ταυτόχρονα καίτοι είναι προαιώνια ένα μαζί της».

Οι επτά ιδιότητες του Θεού

Οι επτά ιδιότητες του Θεού αποτελούν βασικές δυνάμεις στη φύση και στον άνθρωπο που πρέπει να τις πραγματώσει στη ζωή του και είναι κατά σειρά: Αγάπη, Σοφία, Βούληση, Τάξη; Σταθερότητα, Υπομονή και Ευσπλαχνία.

Αντιστοιχούν δε στα επτά πνεύματα, τα οποία ως προσωπι­κότητες ταυτίζονται με επτά αρχάγγελους που εργάζονται μα­ζί με τον Θεό στη λυτρωτική διαδικασία. Επειδή οι ιδιότητες αυτές μπορούν να χωριστούν η μία από την άλλη, είναι δυνα­τό να αναστραφούν και να γίνουν οι αντίθετοι πόλοι, δηλαδή η αμαρτία (ανομία) και η αδράνεια. «Η Αγάπη και η Ζωή μπο­ρούν να χωριστούν η μία από την άλλη και τότε η Αγάπη μοιά­ζει με μία παγωμένη μάζα που δεν έχει σπίθα θερμότητας μέσα της. Από μόνη της η Ζωή είναι μία σκέτη φωτιά που κατα­στρέφει τα πάντα και με την καταστροφικότητα προσπαθεί να εκτονωθεί ως ένα υποφερτό βαθμό ώστε να καταπραϋνθεί. Όμοια μπορούν να χωριστούν το Φως από τη Σοφία. Τότε το Φως είναι σαν νεκρό μέσα στην καταστροφική φωτιά, ενώ η Σοφία γίνεται μαύρη νύχτα, απάτη, πλάνη και ψέμα. Έτσι μπο­ρεί να χωριστεί ως υπόσταση και ο Λόγος που πηγάζει από την Αγάπη και τη Ζωή, και από το Φως και τη Σοφία… Όλη η δη­μιουργία σού δείχνει ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό καθώς μέσα στην (υλική) δημιουργία μπορείς να διακρίνεις όλες αυτές τις διαιρέσεις που αναφέρθηκαν.

Όλες τους έχουν έρθει στον κόσμο από Μένα και Εγώ είμαι η βάση τους, γιατί ο τελικός στόχος είναι να περάσουν όλα τα όντα τις εξετάσεις της ελευθερίας στη ζωή ή με άλλα λόγια να ασκούνται διαρκώς καινά δυναμώνουν για την αιώνια Ζωή… Παρ’ όλες αυτές τις διαιρέσεις Εγώ είμαι εντούτοις αδιαίρε­τος αφού έχω πλήρως στην κατοχή Μου όλα Μου τα πνεύμα­τα».

Σε άλλο σημείο, σχετικά με τη δημιουργία του μεγαλύτερου αρχέγονου πνεύματος, του Εωσφόρου, αποκαλύπτονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Αφού η Θεότητα είχε βιώσει τον εαυτό της μέσα από διαδικασίες οι οποίες για σας θα παραμείνουν παντοτινό μυστήριο και είχε αναγνωρίσει μέσα της το Πνεύμα των Κόσμων που δημιουργεί και περιέχει τα πάντα, τότε γεν­νήθηκε στο εσωτερικό της μία σφοδρή αναταραχή και πίεση και είπε στον Εαυτό της: “Θέλω να εκδηλώσω τις ιδέες Μου έξω από Μένα για να δω πάνω τους τι είναι άξιες να κάνουν οι δυνάμεις Μου!” Διότι όσο δεν υπάρχει καμία δράση η Θεό­τητα μπορεί να αναγνωρίσει τον Εαυτό της μόνο κατά ένα μι­κρό βαθμό. Μόνο μπροστά στα έργα της αναγνωρίζει όλο και πιο πολύ τη δύναμη της και χαίρεται για αυτήν (ακριβώς όπως ο κάθε τεχνίτης χρειάζεται να δει τα προϊόντα του για να δια­πιστώσει τι κρύβεται μέσα του και χαίρεται γι’ αυτό).

Καθώς ήθελε λοιπόν να δημιουργήσει, είπε στον εαυτό της: “Εντός Μου κρύβεται όλη η δύναμη για τους αιώνες των αιώ­νων ας δημιουργήσουμε λοιπόν ένα ον που θα είναι εφοδιασμένο με κάθε δύναμη όπως Εγώ και θα φέρει τις ιδιότητες εκείνες από τις οποίες θα μπορώ να αναγνωρίσω τον Εαυτό Μου!” Έτσι δημιουργήθηκε ένα πνεύμα το οποίο το εφοδία­σα με όλη τη δύναμη Μου για να παρουσιάσει ορατά στη Θεό­τητα τις δυνάμεις που βρίσκονταν μέσα Μου.

…Εάν θα σας πω λοιπόν πως το πρωτοδημιούργητο εκείνο πνεύμα ονομαζόταν “Εωσφόρος” (δηλαδή Φορέας του Φω­τός), 0α καταλάβετε γιατί λεγόταν έτσι κι όχι αλλιώς- έφερε μέσα του το Φως της Γνώσης και εφοδιασμένος με την πλήρη Ισχύ Μου έφερε τότε κι άλλα όντα στη ζωή τα οποία ήταν τε­λείως όμοια με αυτόν και τα οποία αισθάνονταν εσωτερικά τη Θεότητα· όπως αυτός έβλεπαν να καίει μέσα τους το ίδιο Φως της Γνώσης, δημιουργούσαν από μόνα τους και ήταν εφοδιασμένα με όλη τη δύναμη του Πνεύματος Μου.

…Ο Εωσφόρος νόμιζε ότι θα είχε τη δυνατότητα να απορ­ροφήσει κατά κάποιον τρόπο τη Θεότητα· υπέπεσε δηλαδή στην πλάνη να πιστεύει ότι θα μπορούσε – καίτοι δημιουργη­μένο, συνεπώς πεπερασμένο ον-να ενσωματώσει μέσα του το άπειρο. Όμως και εδώ ίσχυε ο νόμος ότι “κανένας δεν μπορεί να δει τον Θεό (το Άπειρο) και να μείνει στη ζωή”. Για το λό­γο αυτό εκείνος μπορούσε άριστα να αισθανθεί την ύπαρξη της Θεότητας και να ακούσει τα κελεύσματα της, αλλά ουδέ­ποτε να την δει πρόσωπο με πρόσωπο.

Το πεπερασμένο ον δεν μπορεί ούτε πρόκειται ποτέ να συλ­λάβει το Άπειρο, εξ ου και μόνιμα θα υποπίπτει εύκολα σε πλά­νες ως προς αυτό το σημείο και εάν ακολουθήσει μία καθοδι­κή, αντίθετη προς τον Θεό πορεία, μπορεί να εγκλωβιστεί σε αυτές τις πλάνες. Έτσι και ο Εωσφόρος παρ’ όλες τις προει­δοποιήσεις που έλαβε περιέπεσε στην αυταπάτη ότι ήταν σε θέση να απορροφήσει τη Θεότητα και να την κρατήσει αιχμά­λωτη. Με αυτές τις βλέψεις απομακρύνθηκε από το κεντρικό σημείο της καρδιάς Μου και κυριευόταν διαρκώς περισσότε­ρο από την πλανημένη επιθυμία να συγκεντρώσει γύρω του τα δημιουργήματα του – τα οποία είχαν προέλθει μεν μέσω αυ­τού, αλλά με τη δική Μου δύναμη – γιατί η πρόθεση του ήταν να κυριαρχήσει στους χώρους του απείρου που κατοικούνταν από κάθε είδους όντα. Τότε προέκυψε ένας διχασμός, ένας δια­χωρισμός των στρατοπέδων, που τελικά κατέληξε στο να αφαι­ρέσω από τον Εωσφόρο τη δύναμη που του είχα δώσει. Έτσι αυτός και η ακολουθία του έμειναν ανίσχυροι και χωρίς δη­μιουργική δύναμη».

Ο Εωσφόρος και η πτώση

Καταγραφή της Μπέρτα Ντούντε στις 28.2.1953

«Η ανθρώπινη νοημοσύνη σας συλλαμβάνει μόνο έως ένα ορισμένο βαθμό τη βαθύτερη αλήθεια. Διότι το καθαρά πνευ­ματικό ερμηνεύεται μόνο πνευματικά. Το εσωτερικό σας πνεύ­μα προσλαμβάνοντας αυτή την ερμηνεία βέβαια την διοχε­τεύει επίσης μέσω της ψυχής και προς τη νοημοσύνη. Όμως αυτή είναι τόσο επιβαρυμένη με γήινες αντιλήψεις που δεν μπορεί να διεισδύσει τόσο βαθιά στην πνευματική γνώση έτσι ώστε να καταλαβαίνει με ενάργεια τα πάντα. Μολαταύτα το Πνεύμα Μου σας αποκαλύπτεται μέσω του πνευματικού σας σπινθήρα και όποιος έχει αγάπη μέσα του συλλαμβάνει επί­σης το νόημα των αποκαλύψεων του.

Η θέληση Μου να δημιουργήσω ήταν τεράστια, η δύναμη Μου αστείρευτη και η μακαριότητα Μου συνίστατο στο να πραγματοποιώ τις σκέψεις και τα σχέδια Μου. Είχα την επι­θυμία να μοιραστώ αυτή τη μακαριότητα και να χαρίσω την αγάπη Μου, ήθελα εκτός από Μένα να χαίρεται κι ένα άλλο ον με αυτά που Εμένα Με έκαναν απέραντα ευτυχισμένο. Τη μοναξιά Μου την αισθανόμουν σαν μία έλλειψη την οποία μπορούσα να καταργήσω εάν το ήθελα. Ήθελα λοιπόν να ξα­ναβρώ τον Εαυτό Μου μέσα σε ένα ον, το οποίο θα ήταν στε­νότατα συνδεδεμένο μαζί Μου. Επιθυμία Μου ήταν να το δια­μορφώσω σαν ένα καθρέφτη του Εαυτού Μου, σαν μία εικόνα Μου, για να μπορώ να του προσφέρω απεριόριστη μακαριό­τητα και με τον τρόπο αυτό να αυξάνω επίσης τη δική Μου μα­καριότητα. Το ότι ήθελα να δημιουργήσω ένα τέτοιο ον ήταν αρκετό για να γίνει, αφού η θέληση Μου είναι δύναμη που δρα εσαεί με αγάπη και σοφία.

Το ον που γέννησα τότε ήταν μεν κατ’ εικόνα Μου, αλλά αδυνατούσε να Με δει. Γιατί εάν θα μπορούσε να Με δει θα διαλυόταν από την ευδαιμονία που θα ένιωθε, αφού κανένα πλάσμα δεν θα μπορούσε να αντέξει την όψη Μου. Διότι το κάθε ον, ακόμη και το πιο τέλειο ομοίωμα του Εαυτού Μου δεν είναι παρά μόνο ένα παράγωγο της δύναμης της αγάπης Μου, ενώ Εγώ είμαι η ίδια αυτή η δύναμη. Κι επειδή η δύνα­μη Μου είναι ασύγκριτα ισχυρότερη από τα πάντα, γι’ αυτό το λόγο δεν ήμουν ορατός για το ον που είχα δημιουργήσει. Ωστόσο το ον αυτό είχε δημιουργηθεί σαν ένα σκεύος μέσα στο οποίο μπορούσε να ρέει ακατάπαυστα η δύναμη της αγά­πης Μου και συνεπώς του παρείχα επίσης συνεχώς και αφει­δώς τη δημιουργική Μου θέληση, τη δύναμη, τη σοφία και την αγάπη Μου. Επομένως μπορούσε τότε να νιώθει την ίδια μα­καριότητα, να εκδηλώνει τη δύναμη του όπως ήθελε, να δη­μιουργεί προς δική του ευχαρίστηση, πράγμα που αύξανε αδιά­κοπα και τη δική Μου μακαριότητα, επειδή ήταν η δική Μου η δύναμη που του έδινε αυτή την ικανότητα κι ως εκ τούτου χαιρόμουν με την ευτυχία του.

Έτσι από εκείνο το ον προέκυψαν αμέτρητα όμοια όντα. Όλα τους ήταν παιδιά της αγάπης Μου, που διέθεταν διαυγέστατο φως και ύψιστη τελειότητα. Διότι από τη σύμπραξη εκείνου του όντος που είχα πλάσει ως εικόνα του Εαυτού Μου και της απέραντης αγάπης Μου μόνο κάτι το ύψιστα τέλειο μπορού­σε κάθε φορά να προκύψει, για το λόγο ότι αμφότεροι είχαμε την ίδια βούληση. Μέσα στα δημιουργημένα όντα ήταν η αγά­πη και των δυο μας, διότι όσο η βούληση κι η αγάπη Μου ε­νεργούσαν μέσω εκείνου του πρωτοδημιούργητου όντος δεν υπήρχε τίποτα το ατελές. Υπήρχε ένας πνευματικός κόσμος γεμάτος φως με αναρίθμητα αρχέγονα πνεύματα, η δε δύναμη Μου έρρεε απεριόριστα προς εκείνο το ον που είχα επιλέξει για να είναι ο φορέας φωτός και δύναμης.

Το ίδιο αυτό το ον ήταν τρισμακάριστο μα Εγώ επιδίωκα να αυξήσω ακόμη περισσότερο τη μακαριότητα του. Ήθελα να μην είναι δέσμιο της δικής Μου βούλησης, επειδή δεν μπο­ρούσε να είχε άλλη θέληση από τη δική Μου λόγω του ότι το είχα δημιουργήσει Εγώ. Αλλά Εγώ το ήθελα να ενεργεί με μία καθαρά ανεξάρτητη θέληση, η οποία ωστόσο θα ήταν όμοια με τη δική Μου σε τελευταία ανάλυση, εφόσον το ον αυτό ήταν και παρέμενε τέλειο.

Επιθυμία Μου άρα ήταν να ενεργεί ελεύθερα. Γιατί το γνώ­ρισμα ενός θεϊκού όντος είναι καταρχάς ότι η αγάπη του είναι τόσο δυνατή που το οδηγεί να έχει ίδια βούληση με Μένα. Την αγάπη αυτή ήθελα να παίρνω από το ον αυτό που είχα πρωτο-δημιουργήσει και ταυτόχρονα η ίδια αγάπη θα του απέφερε την υπέρτατη τελειοποίηση. Γιατί δεν θα ενεργούσε πλέον εκ των πραγμάτων κατά το θέλημα Μου επειδή έτσι κι αλλιώς ή­ταν ένα δημιούργημα Μου, αλλά θα είχε ασπασθεί τη βούλη­ση Μου λόγω της δικής του αγάπης κι έτσι θα απολάμβανε απεριόριστη μακαριότητα.

Για να μπορεί ωστόσο να αποδείξει τη βούληση και την αγά­πη του, έπρεπε να κινείται με πλήρη ελευθερία βούλησης. Δεν Με έβλεπε βέβαια αλλά Με γνώριζε διότι στεκόταν μέσα στο Φως. Ταυτόχρονα όμως έβλεπε τα αμέτρητα όντα που είχαν προκύψει με τη θέληση του κι αισθανόταν ως γεννήτορας τους, μολονότι ήξερε ότι είχε λάβει από Μένα την απαραίτητη δύ­ναμη. Και για τη δύναμη Μου αυτή Με φθονούσε. Επειδή δε ο ίδιος ήταν ορατός για τα δημιουργημένα όντα και αν και εί­χε συνείδηση της προέλευσης τους από Μένα, εντούτοις ιδιοποιήθηκε αυθαίρετα το δικαίωμα της αποκλειστικής κυριαρ­χίας πάνω τους. Έτσι τους παρουσιάστηκε ως η πηγή της δύ­ναμης και ως η μοναδική δημιουργική ισχύς. Για να μπορεί δε να κυριαρχεί πάνω τους έπαψε να Μου δίνει την αγάπη του. Το γεγονός αυτό είναι αδιανόητο για σας τους ανθρώπους, το πώς δηλαδή ένα ον με αυτογνωσία μπορούσε να παρασυρθεί σε μία τόσο λανθασμένη σκέψη. Εντούτοις η εξήγηση βρίσκε­ται στην ελεύθερη βούληση η οποία για να μπορεί να είναι ενεργή, πρέπει να έχει τη δυνατότητα, να επιλέξει αρνητικά, αλ­λά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αναγκασμένη και να το κάνει.

Ο φορέας φωτός και δύναμης έβλεπε από τη μία πλευρά τις αποδείξεις της δύναμης που είχε δράσει μέσα από αυτόν, όμως την Πηγή της δεν την έβλεπε. Έτσι αυτοανυψώθηκε σε κυρί­αρχο όλων των πνευμάτων που είχε δημιουργήσει με τη δική Μου ωστόσο δύναμη και προσπάθησε να διαψεύσει την ύπαρ­ξη Μου. Επεδίωκε με αυτόν τον τρόπο να τους επιβάλλει τη δική του, αρνητική απέναντι Μου, βούληση. Τότε λοιπόν ήρ­θε η στιγμή να αποφασίσουν για να αποδείξουν έτσι την τε­λειότητα τους αυτά τα όντα τα οποία είχαν δημιουργηθεί μεν από τον Εωσφόρο που όμως έκανε χρήση της δικής Μου δύ­ναμης. Επομένως η δύναμη Μου ήταν μέσα σε όλα τα πλά­σματα που ήταν γεμάτα φως και φλογερή αγάπη για Μένα, γιατί αν και δεν Με έβλεπαν εντούτοις Με αναγνώριζαν. Ταυ­τόχρονα όμως αισθάνονταν αγάπη και για το γεννήτορα τους, επειδή η δύναμη που τα είχε δημιουργήσει ήταν η αγάπη η οποία έρρεε μέσω του πρωτοδημιούργητου όντος και του έδι­νε την ικανότητα να δημιουργεί. Η αγάπη αυτή έπρεπε τότε να αποφασίσει και μπροστά στο δίλημμα διασπάστηκε στα δύο.

Ανάμεσα στα πνεύματα που αισθάνονταν την πίεση να λά­βουν θέση προέκυψε ένα ανεπανόρθωτο χάος. Αλλά όπως ή­ταν επίσης ευνόητο, αφού η δύναμη της αγάπης Μου ενερ­γούσε ως φως, για πολλά από τα όντα η έλξη προς την πρωταρχική Πηγή της δύναμης ήταν ισχυρότερη. Έτσι μειώθηκε η αγάπη τους για κείνον που αποσπάσθηκε από Μένα, με απο­τέλεσμα να στραφούν προς το δικό Μου μέρος με μεγαλύτε­ρο σθένος. Διότι το φως που φώτιζε μέσα τους ήταν η γνώση ότι Εγώ ήμουν η Αγάπη από προαιώνια. Κάθε ον είχε μεν τη γνώση αλλά και την ελεύθερη βούληση η οποία δεν περιορι­ζόταν από την πρώτη, γιατί τότε θα ήταν ανελεύθερη. Έτσι ο πνευματικός κόσμος διασπάστηκε στα δύο. Το πρώτο ον που είχε βγει από μέσα Μου είχε τη δική του ακολουθία όπως κι Εγώ είχα τη δική Μου, παρ’ όλο που δεν Με έβλεπαν. Η δύ­ναμη Μου ήταν τόσο ισχυρή που πολλά όντα απομακρύνθη­καν από εκείνον που ήθελε να Μου αντιταχθεί. Η δική τους η βούληση παρέμεινε στο σωστό προσανατολισμό ενώ ο φορέας του φωτός με την ακολουθία του την είχαν στρέψει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Επομένως αποκόπηκαν με τη θέ­ληση τους από Μένα κι αυτό σήμαινε την πτώση τους στην ά­βυσσο.*

Με τον τρόπο αυτό ο Εωσφόρος, το πιο φωτεινό ον που είχα δημιουργήσει, μετατράπηκε σε αντίπαλο Μου. Παράλλη­λα τα πνεύματα που είχαν γεννηθεί από αυτόν, δημιουργημέ­να όμως από τη βούληση της αγάπης και των δυο μας, στρά­φηκαν εν μέρει προς Εμένα κι εν μέρει προς τη δική του πλευ­ρά, ανάλογα με το πόσο πύρινη ήταν η αγάπη που τα γέμιζε. Διότι από τι στιγμή που ο Εωσφόρος αποκόπηκε από Μένα στα υπόλοιπα όντα αναδύθηκε μία ακαθόριστη επιθυμία να έ­χουν ένα σταθερό πόλο αναφοράς. Η ελευθερία της βούλησής τους άρχισε τότε να εκδηλώνεται χωρίς να ασκηθεί πάνω της καμία βία είτε από Μένα είτε από τον αντίπαλο Μου. Απλά η δύναμη και των δύο μας άγγιζε το κάθε ον χωριστά και κάθε πλευρά προσπαθούσε να το κερδίσει με το μέρος της. Η δική Μου δύναμη ήταν αμιγής αγάπη, η οποία άγγιζε με τέτοια σφο­δρότητα τα όντα ώστε Με αναγνώριζαν χωρίς να Με βλέπουν, ενώ συνάμα διέκριναν και τη μεταστροφή της βούλησης του Εωσφόρου. Επειδή όμως εκείνον μπορούσαν να τον δουν, πολ­λά πνεύματα τον ακολούθησαν, πράγμα που σήμαινε ότι έθε­σαν τον εαυτό τους κάτω από τη δική του θέληση κι έτσι απο­μακρύνθηκαν από Μένα.

Άλλα αρχέγονα όντα ωστόσο αισθάνονταν ότι ήταν δικά Μου παιδιά και ως εκ τούτου παρέμειναν πιστά σε Μένα με τη θέληση τους, όμως ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρότερος. Συγκεκριμένα ήταν τα πνεύματα που είχαν δημιουργηθεί στην αρχή, τα οποία είχαν γεννηθεί από τη μέγιστη ευφορία της δη­μιουργικής βούλησης του Εωσφόρου Μου και της δύναμης της αγάπης που του παρείχα Εγώ απεριόριστα. Τούτη λοιπόν η δύναμη της αγάπης που τη διέθεταν επίσης αυτά τα όντα τα ωθούσε διαρκώς προς το μέρος Μου, επειδή αντιλαμβάνονταν την αλλαγή της βούλησης του γεννήτορα τους ως λανθασμέ­νη κι ως συνέπεια του έστρεψαν τα νώτα τους. Το ίδιο πράγ­μα θα μπορούσαν να το είχαν αντιληφθεί ομοίως και τα άλλα πνεύματα, μολαταύτα ακολούθησαν τυφλά εκείνον που μπο­ρούσαν να δουν. Η δε θέληση τους έγινε απόλυτα σεβαστή, ούτως ώστε δεν την επηρέασα με κανένα τρόπο. Γιατί αυτή ακριβώς ήταν η απαραίτητη απόφαση που θα οδηγούσε τα δη­μιουργημένα όντα στην αυτοτελή τελειοποίηση τους. Η οντότητα που Με εγκατέλειψε παρέσυρε μαζί της στην άβυσσο ένα μεγάλο πλήθος ακολούθων. Διότι το να απομακρυνθεί κανείς από Μένα συνεπάγεται ότι κινείται προς την άβυσσο, δηλαδή προς μία διαμετρικά αντίθετη κατάσταση η οποία σημαίνει σκότος και αδυναμία, σημαίνει ότι κάποιος είναι αδαής και ανίσχυρος. Αντίθετα τα παιδιά Μου παρέμειναν μέσα στο πιο λαμπερό φως, απολαμβάνοντας απροσμέτρητη δύναμη και μα­καριότητα.

Μετά την πτώση του ο Εωσφόρος έχασε τη δύναμη του ώστε δεν μπορούσε πλέον να δημιουργεί ούτε να δίνει μορφή στα όντα, παρ’ όλο που Εγώ δεν του στέρησα τη δύναμη Μου, αφού ήταν δημιούργημα Μου.

Η ισχύς και η δύναμη του ήταν η ακολουθία του, την οποία δυνάστευε ως άρχοντας του σκότους. Όμως αυτά τα πλάσμα­τα έχουν προέλθει επίσης από την αγάπη Μου κι ως εκ τούτου δεν τα αφήνω επ’ άπειρον στον αντίπαλο Μου. Όσο φέρουν ακόμη μέσα τους τη δική του βούληση, ανήκουν σε εκείνον. Μα μόλις κατορθώσω να στρέψω τη βούληση τους προς το μέρος Μου, τότε τους έχει χάσει. Ως συνέπεια η δύναμη του μειώνεται αντίστοιχα στον ίδιο βαθμό που Εγώ λυτρώνω τους υποτελείς του από την εξουσία του, πράγμα όμως που προϋ­ποθέτει πάντοτε την ελεύθερη βούληση του κάθε όντος. Εκεί δε αποσκοπεί το προαιώνιο σχέδιο Μου για τη σωτηρία τους, το οποίο το υποστηρίζουν με μεγάλο ζήλο κι αγάπη όλοι οι κάτοικοι του φωτεινού βασιλείου, οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι Μου. Γιατί όλοι τους είναι συνεργάτες Μου που πασχίζουν να ξαναδώσουν στους πεσμένους αδερφούς τους τη μακαριότη­τα την οποία έχασαν κάποτε από δική τους ευθύνη. Τούτο λοι­πόν το απελευθερωτικό έργο θα επιτύχει οπωσδήποτε έστω κι αν χρειασθούν αιωνιότητες ώσπου να επιστρέψει και το τε­λευταίο έκπτωτο πνεύμα στον κόλπο Μου, ώσπου ακόμη κι αυτό το πρώτο δημιούργημα της αγάπης Μου να Με ξαναπλη­σιάσει αποζητώντας την αγάπη Μου κι επιστρέψει μετανοη­μένο στο πατρικό σπίτι το οποίο κάποτε εγκατέλειψε με τη θέλησή του.

Αμήν»

Όλα τα όντα δημιουργήθηκαν εξίσου τέλεια

Καταγραφή της Μπέρτα Ντούντε στις 3 και 4.4.1964

«Ένα και μόνο ον εξέπεμψα ως ακτινοβολία από μέσα Μου, τον Εωσφόρο, το Φορέα του Φωτός, τον οποίο δημιούργησα με σκοπό να του χαρίσω τον Εαυτό Μου και την αγάπη Μου. Για το λόγο αυτό ήταν πλασμένος σαν ομοίωμα Μου που εκ­πορεύτηκε από Μένα απολύτως τέλειο –  ήταν δηλαδή μία Μου σκέψη που τη στιγμή που την είχα μπροστά Μου πήρε ήδη υ­πόσταση με κάθε πληρότητα φωτός και δύναμης, πράγμα που άλλωστε δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, καθότι δεν είναι δυνατό να προέλθει κάτι το ελαττωματικό από Μένα. Το ον αυτό το δημιούργησα για τη δική Μου ευχαρίστηση, επειδή η φύση Μου είναι πρωταρχικά αγάπη και σαν τέτοια επιθυμεί να προσφέρει συνεχώς τη χαρά σε άλλα όντα. Προηγούμενα όμως δεν υπήρχε κανένα άλλο ον που θα μπορούσε να δεχθεί την αγάπη Μου. Αυτό λοιπόν το ον που έβγαλα από το εσω­τερικό Μου ήταν ένα αντικαθρέφτισμα του Εαυτού Μου, μέ­σα σε αυτό έβλεπα Εμένα τον Ίδιο. Ήταν κατά έναν τρόπο το δεύτερο Εγώ Μου το οποίο συγκέντρωνε ομοίως αγάπη, σο­φία και δύναμη, συνεπώς δεν μπορούσε να είναι άλλο από ότι Εγώ ο Ίδιος και για το λόγο αυτό άλλωστε ήταν απερίγραπτα μακάριο, αφού το κατέκλυζε διαρκώς η δύναμη της αγάπης Μου. Ήθελα να έχω δίπλα Μου ένα ον όμοιο με Μένα γιατί η δύναμη Μου να δημιουργώ Με έκανε μακάριο, γι’ αυτό επι­θυμούσα την ίδια αυτή μακαριότητα να την προσφέρω σε μί­α άλλη ύπαρξη ενώ και Εγώ θα μπορούσα να χαρώ με τη δι­κή του ευτυχία.

Η πρωταρχική ουσία Μου είναι αγάπη, η οποία αγάπη πάλι είναι δύναμη. Η δύναμη που πήγαζε από την αγάπη Μου δεν μπορούσε να μείνει αδρανής και ακατάπαυστα γεννούσε πνευ­ματικές δημιουργίες. Όμως εκτός από Μένα δεν υπήρχε κανέ­νας να χαρεί με αυτές, γεγονός που Με ώθησε να φτιάξω ένα ομοίωμα Μου, δηλαδή ένα ον το οποίο ήταν απολύτως όμοιο με Μένα, με τη μόνη διαφορά ότι εκείνο είχε μία αρχή ενώ Εγώ υπήρχα ανέκαθεν. Το να παρέχω τη δύναμη της αγάπης Μου σε αυτό το ον που είχα δημιουργήσει Μου γεννούσε ατέ­λειωτη ευδαιμονία. Αλλά και εκείνο από την πλευρά του, καθώς το πλημμύριζε η ίδια δύναμη ήθελε επίσης να δρα δη­μιουργικά, πράγμα που είχε κάθε δυνατότητα να κάνει γιατί ήταν απολύτως ελεύθερο.

Είχε γίνει τελείως ένα με την αγάπη Μου ώστε μεταξύ μας υπήρχε μία συνεχής ανταλλαγή αγάπης, επειδή αυτή που του χάριζα Εγώ Μου την επέστρεφε με τη σειρά του πίσω. Έτσι Μου ήταν απόλυτα αφοσιωμένο και ένα μαζί Μου. Αυτό σή­μαινε ότι η ακτινοβολία της αγάπης το διαπερνούσε και το πλημμύριζε χωρίς να συναντά εμπόδια· ως εκ τούτου μέσα του έρρεε επίσης ανεμπόδιστα και η δύναμη Μου που όπως κάθε δύναμη ήθελε να έχει ένα πεδίο δράσης. Όπως λοιπόν Εμένα Μου είχε προσφέρει ύψιστη ευδαιμονία η δημιουργία του πρώ­του φωτεινού πνεύματος, γι’ αυτό και η δική του ευδαιμονία συνίστατο στο να δημιουργεί άλλες όμοιες του υπάρξεις. Έτσι από τη δύναμη της αγάπης και των δυο μας προέκυψε μια στρατιά από αμέτρητα όντα που όλα τους ήταν απόλυτα τέ­λεια και απεριόριστα μακάρια.

Η διαδικασία αυτή έχει ήδη εξηγηθεί πολλές φορές στους ανθρώπους στις κατά καιρούς αποκαλύψεις Μου, εντούτοις δεν παύετε να ρωτάτε ποιος δημιούργησε στην πραγματικό­τητα τόσο τις υψηλές όσο και τις ύψιστες φωτεινές οντότητες. Κι αυτό γιατί ως άνθρωποι έχετε πια μία διαφορετική αντίληψη για το πρωτοδημιούργητο φωτεινό πνεύμα, επειδή δεν κα­τέχετε πια την πλήρη γνώση κι αυτό εξαιτίας της πτώσης σας. Ξεχνάτε όμως ότι όλα τα αρχέγονα πνεύματα προήλθαν από Μένα και από το Φορέα του Φωτός… καθώς αυτός χρησιμο­ποίησε τη δική Μου τη δύναμη για να δημιουργήσει όλα τα πνευματικά όντα. Ξεχνάτε ότι ναι μεν εκπορευτήκατε και από τους δύο μας. αλλά ότι επίσης έκανε με τη βούληση του χρή­ση της δύναμης Μου, την οποία λάμβανε χωρίς κανένα περιο­ρισμό. Ως εκ τούτου αντιλαμβάνεσθε ότι ο Φορέας του Φω­τός κατείχε μία εξέχουσα θέση καθώς ήταν ο μόνος τον οποίο είχα φέρει Εγώ ο Ίδιος στη ζωή.

Βέβαια λόγω της πτώσης του απώλεσε τη δύναμη και την ισχύ του, χάνοντας παράλληλα τη γνώση του και έπεσε στα πιο αβυσσαλέα βάθη. Ωστόσο ως ον είναι πάντοτε το ίδιο αρ­χέγονο πνεύμα, το οποίο όμως τώρα παριστάνει τον αντίθετο πόλο προς Εμένα, ενώ προηγούμενα Μου ήταν αφοσιωμένο με ένθερμη αγάπη και απολάμβανε ύψιστη μακαριότητα. Αλ­λά όλα τα άλλα έκπτωτα πνεύματα διαλύθηκαν στην αρχέγο­νη ουσία τους και η δύναμη αυτή που κάποτε είχε βγει από μέ­σα Μου υπό τη μορφή των πνευματικών όντων μεταπλάστη­κε σε δημιουργήματα διαφόρων ειδών.

Ο Φορέας του Φωτός όμως, ο οποίος έχει χάσει όλο το φως του, ως ον παρέμεινε αυτό που ήταν εξαρχής, με τη διαφορά ότι έχει αναστραφεί στο ακριβώς αντίθετο από ό,τι ήταν. Έτσι έγινε ο αντίθετος πόλος από Μένα και ως τέτοιος Με υπηρε­τεί τώρα στη διαδικασία επαναφοράς των έκπτωτων πνευμά­των κοντά Μου. Γιατί όταν κάποτε δοκιμάστηκε η βούληση τους καθώς τέθηκαν μπροστά στην απόφαση να αναγνωρίσουν Εμένα ή εκείνον, αυτά τα πνεύματα ακολούθησαν εκείνον και έτσι έγιναν δυστυχισμένα.

Και τώρα δοκιμάζονται επανειλημμένα γιατί ο σημερινός Μου αντίπαλος επιμένει να διεκδικεί τα δικαιώματα του πά­νω στους εκπεσόντες. Ασφαλώς ούτε κι Εγώ εγκαταλείπω αμα­χητί όλα αυτά τα όντα που πήγασαν από τη δύναμη της αγάπης Μου, όμως το κάθε ον παίρνει από μόνο του την απόφαση του. Ο αντίπαλος Μου απαιτεί τα δικαιώματα του επιδρώντας πά­νω τους με την αρνητική έννοια, ενώ Εγώ προσπαθώ ασκώ­ντας θετική επίδραση να τα κερδίσω με το μέρος Μου.

Παράλληλα έχω στο πλευρό Μου αμέτρητα άλλα όντα δη­μιουργημένα από εκείνον που όμως έχουν αναγνωρίσει Εμέ­να ως την Πηγή της Δύναμης από την οποία πήγασε και ο ί­διος. Αυτά δε παρέμειναν στη μακαριότητα καθώς εξακολου­θούν να απολαμβάνουν αδιάκοπα τη δύναμη της αγάπης Μου και η δραστηριότητα τους είναι να δημιουργούν και να δια­μορφώνουν. Ωστόσο όντα με αυτοσυνείδηση δημιουργήσαμε μόνο εμείς οι δύο από κοινού και αυτά δεν θα πάψουν να υπάρχουν σε όλη την αιωνιότητα. Απλά λόγω της πτώσης τους έχασαν για ένα διάστημα τη συνείδηση του εγώ τους ώστε να μπορούν διαλυμένα σε άπειρα πολλοστή μόρια να αναρριχη­θούν και πάλι από τα βάθη της κατακρήμνισής τους. Αποκτούν όμως και πάλι την αυτοσυνείδηση τους όταν ως άνθρωποι πλέον πρέπει να περάσουν από την τελευταία δοκιμασία της βούλησης τους.

Πάντως θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ότι ο αντίπαλός Μου υφίσταται πράγματι ως ον καθώς έχει παραμείνει αυτό που ήταν… και θα παραμείνει το ίδιο για αιωνιότητες ακό­μη. Αλλά κάποτε θα αλλάξει πάλι η φύση του για να ξαναγί­νει αγάπη και τότε θα είναι και εκείνος πάλι απεριόριστα μα­κάριος. Η αγάπη Μου θα τον πλημμυρίζει και πάλι τότε, όπως συνέβαινε στην αρχή…

Αμήν»

4.4.1964

«Καταρχάς δημιούργησα Εγώ ο Ίδιος το πρώτο φωτεινό ον και στη συνέχεια από κοινού με αυτό δημιουργήθηκαν τα άλ­λα όντα κανένα από τα οποία δεν μειονεκτούσε απέναντι στα υπόλοιπα. Σε σας τους ανθρώπους όμως, που έχετε περιορι­σμένη νόηση επειδή δεν είσαστε ακόμη τέλειοι, σας γεννήθη­κε η σκέψη ότι τα όντα που προέκυψαν από την αγάπη και των δυο μας δεν ήταν ίσης αξίας με την πρωτοδημιούργητη φωτει­νή οντότητα, δηλαδή τον Εωσφόρο. Ο συλλογισμός αυτός εί­ναι ωστόσο λανθασμένος δεδομένου ότι δημιουργήθηκαν όλα τους από την ίδια δύναμη, αγάπη και βούληση και σε κάθε πε­ρίπτωση ήταν απολύτως τέλεια, πιστά ομοιώματα του Εαυτού Μου.

Σεις σαν άνθρωποι βέβαια αξιολογείτε τους συνανθρώπους σας συγκρίνοντας τους μεταξύ τους, όπου διακρίνετε περισ­σότερο ή λιγότερο ώριμες προσωπικότητες και γι’ αυτό νομί­ζετε ότι μπορείτε να κάνετε επίσης ανάλογες αξιολογήσεις για τα όντα τα οποία είχαν δημιουργηθεί αρχικά. Θα πρέπει να εί­ναι κατανοητό εντούτοις ότι τέτοιες αξιολογήσεις δεν ενδείκνυνται για την περίπτωση των όντων που έπλασα Εγώ με την αγάπη Μου. Όλα τα πνευματικά πράγματα που είχαν δημιουρ­γηθεί ήταν ύψιστα τέλεια και μάλιστα ιδιαίτερα τα αρχέγονα όντα έχαιραν απόλυτης τελειότητας. Το γεγονός ότι παρ’ όλα αυτά ένα μέρος τους έπεσε από το επίπεδο της τελειότητας δεν δικαιολογεί την υπόθεση ότι οι “εκπεσόντες” ήταν συγκριτι­κά λιγότερο τέλειοι ούτε ότι έπεσαν επειδή δήθεν ο γεννήτο­ρας τους ο Εωσφόρος με την πάροδο του χρόνου παρήγαγε κα­τώτερης αξίας πνεύματα λόγω του ότι κάθε τόσο απέκρουε τη δύναμη της αγάπης Μου με την οποία δημιουργούσε. Γιατί όταν απέστρεψε τον εαυτό του από Μένα και στράφηκε προς την άβυσσο, τον ακολούθησε ακόμη και ένα μέρος από τα πρώ­τα όντα που είχαν παραχθεί από την αγάπη και τη βούληση και των δυο μας. Επιπλέον η βούληση όλων ήταν εξίσου ισχυρή, αλλά, συνάμα ήταν και ελεύθερη… πράγμα που εξηγεί τα πάντα. Γιατί η ελευθερία δεν έχει περιορισμούς και ως εκ τούτου μία ελεύθερη βούληση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκδιπλωθεί προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η δεύτερη αιτία για την πτώση είναι η εσφαλμένη σκέψη με­μονωμένων όντων. Διότι η ικανότητα να σκέφτονται περιλάμ­βανε επίσης τη δυνατότητα να κάνουν εσφαλμένες σκέψεις, τους επέτρεπε δηλαδή να ερμηνεύσουν διαφορετικά αυτά που ηχούσαν μέσα τους ως Λόγος Μου μέσω της συνεχούς ακτι­νοβολίας αγάπης που τους παρείχα. Με άλλα λόγια δεν ήταν υποχρεωμένανα ερμηνεύσουν το Λόγο μόνο προς μία και μο­ναδική κατεύθυνση, καθώς δυνάμει της νοητικής τους ικανό­τητας μπορούσαν να του δώσουν μία άλλη έννοια. Αυτό ακρι­βώς έκαναν λοιπόν όταν απέκρουσαν την αγάπη Μου και έτσι έχασαν από τη γνωστική τους δύναμη με αποτέλεσμα οι σκέ­ψεις τους να περιπέσουν σε σύγχυση.

Ένα επιπρόσθετο στοιχείο ήταν ότι η δύναμη που τους πα­ρείχε απεριόριστα η αγάπη Μου τους έκανε αλαζόνες, γιατί πί­στευαν ότι είχαν την ίδια ισχύ με Μένα επειδή αισθάνονταν πα­νίσχυροι, και ως εκ τούτου μειώθηκε η αγάπη προς το Δη­μιουργό τους. Επιπλέον, το πρωτοδημιούργητο ον έθεσε κατά κάποιο τρόπο ορισμένες απαιτήσεις τις οποίες εξέφρασε εκδηλώνοντας την επιθυμία να παρουσιαστώ ορατά στα δημιουρ­γήματα. Μου. Αυτά θεώρησαν τότε ότι είχαν το δικαίωμα να Με δουν, ένας τελείως λανθασμένος συλλογισμός που τους τον είχε μεταβιβάσει αυτή συγκεκριμένα η οντότητα που είχα δημιουργήσει πρώτα. Γιατί ο Εωσφόρος εκδήλωσε αυτή την επιθυμία μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι μία τέτοια επιθυμία έπρεπε, αναγκαστικά, να μείνει ανεκπλήρωτη προκειμένου να εξακολουθήσουν να υφίστανται όλα τα όντα που είχα δημιουρ­γήσει και να μην εξοντωθούν. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να ει­πωθεί για κανέναν από τους εκπεσόντες ότι υπήρξε απλά θύ­μα της βούλησης του γεννήτορα του, διότι κάθε μεμονωμένη οντότητα είχε το δικαίωμα να αποφασίζει για τον εαυτό της και εκτός τούτου κατείχε τέλεια γνώση. Το πρόβλημα ήταν όμως ότι το κάθε ον που έπεσε το είχε κυριεύσει η αλαζονεί­α, με αποτέλεσμα να ξεχάσει ή να μη θέλει πια να αναγνωρί­σει ότι είχε εκπορευτεί από Μένα. Έτσι επέλεξε συνειδητά να αγνοήσει το γεγονός ότι ήμουν Εγώ ο Δημιουργός και Πατέ­ρας του, κι ότι η εξέγερση εναντίον Του συνιστούσε το βαρύ­τερο αμάρτημα, το οποίο ουδέποτε δεν θα μπορούσε να το εξα­λείψει από μόνο του.

Όλα τα όντα είχαν δημιουργηθεί εξίσου τέλεια. άλλωστε μία απόδειξη της τεράστιας ενοχής των αποστατών αποτελεί ήδη το γεγονός ότι ένα μέρος των πνευμάτων που ήταν πλασμένα ακριβώς το ίδιο με τα άλλα Μού παρέμειναν πιστά. Γιατί απλά δεν έπαψαν να Με αγαπούν ενώ οι “αποστάτες” απέκρουσαν την αγάπη Μου, πράγμα που αποτέλεσε την αρχική μεγάλη α­μαρτία τους που χρειάστηκε να την εξαλείψει Ένας ο Οποίος ανήκε στα πνεύματα που Μου είχαν μείνει πιστά. Το γεγονός της αποστασίας δεν μπορεί να συγχωρεθεί με το ελαφρυντι­κό κάποιας ελαττωματικότητας των όντων, ούτε ότι διέθεταν ελλειπή γνωστική ικανότητα, ούτε λιγότερη φώτιση ή ασθε­νέστερη βούληση. Ήταν πλασμένα ακριβώς το ίδιο με εκείνα που Μου έμειναν αφοσιωμένα αλλά καθώς η συναίσθηση της απροσμέτρητης δύναμης τους τα οδήγησε στην αλαζονεία, αρ­νήθηκαν από ένα σημείο και μετά τη δύναμη που τους παρεί­χε η αγάπη Μου με αποτέλεσμα να γίνουν τελείως αδύναμα πλέον. Έτσι για να αποκτήσουν πάλι δύναμη είναι αναγκα­σμένα να καταβάλουν μεγάλους αγώνες εάν θέλουν να ξανα­γίνουν αυτό που ήταν αρχικά. Μία κάποια ελαττωματικότητα θα αποτελούσε μία δικαιολογία για την πτώση τους, όμως τέ­τοιο δεδομένο δεν υπήρχε. Αλλά όταν ο Εωσφόρος είδε την ατέλειωτη στρατιά των πνευμάτων που απολάμβαναν λαμπρό­τατο φως και μέγιστη δύναμη και τα οποία είχαν δημιουργη­θεί από τη θέληση του – κάνοντας ωστόσο χρήση της δικής Μου δύναμης – επαναστάτησε εναντίον Μου επειδή δεν μπο­ρούσε να Με δει, ενώ ο ίδιος ήταν ορατός με όλη του τη λα­μπρότητα για όλα τα αμέτρητα πνεύματα. Εντούτοις αναρίθ­μητα από τα αρχέγονα πνεύματα παρέμειναν αφοσιωμένα σε Μένα καίτοι είχαν δημιουργηθεί ακριβώς ίδια με εκείνα που εξέπεσαν. Ούτε Εγώ τα είχα ευνοήσει περισσότερο από τα άλ­λα, απλά Μου επέστρεφαν πάλι την άπειρη αγάπη που τα πλημμύριζε την οποία λάμβαναν συνεχώς από Μένα και συ­νακόλουθα η μακαριότητα τους μεγάλωνε διαρκώς. Αντίθετα η αγάπη εκείνων που εξέπεσαν μετατράπηκε σε μία εγωλατρεία, η οποία δεν ήθελε πλέον να δίνει ευτυχία, αλλά ήθελε μόνο να παίρνει.

Όλη αυτή η εξέλιξη είναι και θα παραμείνει ακατάληπτη για σας τους ανθρώπους για το λόγο ότι επρόκειτο για μία πνευ­ματική διαδικασία την οποία μόνο το πνεύμα μπορεί να κατα­λάβει. Εντούτοις μπορούν να σας εξηγηθούν κατά προσέγγι­ση τα αίτια τα οποία Με ώθησαν να δημιουργήσω τον υλικό κόσμο με τα κτίσματα που τον αποτελούν. Θα προσπαθώ συ­νεχώς να σας διαφωτίσω στο βαθμό που το επιτρέπει η κατα­νόηση σας και να διορθώνω κάθε εσφαλμένη γνώμη που έχε­τε. Γιατί μία και μοναδική λανθασμένη σκέψη ήδη αρκεί για να κατασκευάσετε ένα ολόκληρο οικοδόμημα λανθασμένων σκέψεων το οποίο δεν μπορείτε να γκρεμίσετε πλέον καίτοι βρίσκεται πολύ μακριά από την αλήθεια.

Εξάλλου κάνετε πολύ καλά εάν δεν βασανίζετε το μυαλό σας με πράγματα που δεν έχουν καμία σημασία για τη σωτηρία και. την τελείωση της ψυχής σας, καθώς πρόκειται αποκλειστικά και μόνο για ένα είδος φιλοπεριέργειας που η ικανοποίηση της δεν προωθεί στο παραμικρό την ψυχική σας ωρίμαση. Γιατί οτιδήποτε είναι απαραίτητο να το μάθετε Εγώ ασφαλώς θα σας το παρέχω, με τον εξής περιορισμό όμως, ότι εξαρτάται από τη δική σας ψυχική ωριμότητα, το πολύ ή το λίγο της κάθε πα­ροχής Μου.

Οπωσδήποτε θα πρέπει να γνωρίζετε ότι είμαι υπέρτατα τέ­λειος, ότι επιπλέον τα πάντα βασίζονται στην αγάπη, τη σοφία και την ισχύ Μου και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να πα­ρουσιάζονται ελαττώματα εκεί όπου υπάρχει ζωντανή σύνδε­ση μαζί Μου. Αυτή δε η σύνδεση υπήρχε κατά τη δημιουργία των πνευμάτων καθότι το ον που είχε βγει από μέσα Μου,  ο Εωσφόρος, ήταν δεμένος μαζί Μου με βαθύτατη αγάπη και γι’ αυτό άλλωστε η δύναμη της αγάπης Μου που του διοχετευό­ταν ασταμάτητα του παρείχε απεριόριστη ευδαιμονία. Και τη δύναμη αυτή την αξιοποιούσε πάλι κατά το θέλημα Μου, κα­θώς η βούληση του ήταν εναρμονισμένη με τη δική Μου για όσο μας συνέδεε βαθύτατη αγάπη.

Κάθε δημιουργική πράξη ήταν δυνατή μόνο με την παροχή δύναμης από την αγάπη Μου και επομένως το κάθε ον που δη­μιουργήθηκε ήρθε εξ ορισμού τέλειο στη ζωή. Το γεγονός ότι ορισμένα στη συνέχεια πήραν άλλη κατεύθυνση και έγιναν α­τελή ήταν αποκλειστικά και μόνο παρεπόμενο της ελεύθερης βούλησης τους η οποία συμβάδιζε με τη δική Μου μόνο για το διάστημα που Μου ανήκε η αγάπη τους. Όταν όμως απέ­κρουσαν την αγάπη Μου εξήλθαν αναγκαστικά από την αιώ­νια τάξη. εντούτοις εξακολουθούσαν να διαθέτουν διαυγέστα­το φως μέχρις ότου πήραν την τελειωτική απόφαση να απο­μακρυνθούν από Μένα. Τότε μόνο πια έχασαν τελειωτικά τη γνώση, τότε μόνο συσκοτίστηκε το πνεύμα τους και τότε μόνο πήραν θέση αντίθετη προς Εμένα! Έπαψαν να είναι θεϊκά όντα και αντίθετα υιοθέτησαν όλες τις ιδιότητες εκείνου ο οποίος ήταν ο πρώτος που Μου αρνήθηκε την αγάπη του και μετατρά­πηκε σε αντίπαλο Μου. Από εκεί και ύστερα κάθε έκπτωτο πνεύμα απαρνήθηκε την τελειότητα του, παρουσίασε ελαττώ­ματα και τοποθετήθηκε εχθρικά απέναντι Μου έτσι ώστε δεν μπορούσε να το αγγίξει πλέον η ακτινοβολία της αγάπης Μου.

Σαν αποτέλεσμα σκλήρυνε κάθε πνευματική ουσία, γι’ αυτό και Εγώ στη συνέχεια τη μεταμόρφωσα σε δημιουργίες που έ­γιναν υλικές, σε πλήρη αντίθεση με ό,τι ήταν αρχικά. Έτσι οι εκπεσόντες έχουν ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να επανέλ­θουν στην πρωταρχική τους κατάσταση εφόσον είναι πρόθυ­μοι να το κάνουν. Γι’ αυτό θα πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν την αντίσταση τους απέναντί Μου και να δεχθούν εκούσια να τους αγγίξει πάλι η δύναμη από την αγάπη Μου. Η πτώση από τον κόλπο Μου συνέβη αυτόβουλα, ως εκ τούτου και η επι­στροφή κοντά Μου πρέπει να συμβεί επίσης αυτόβουλα. Τότε το κάθε ον θα είναι απεριόριστα μακάριο πάλι και θα παρα­μείνει έτσι για όλη την αιωνιότητα.

Αμήν»

* * *

Σε συνάρτηση με το παραπάνω θέμα έχει ενδιαφέρον η απάντηση στο αρχαίο ερώτημα:

Πώς ήλθε το κακό στον κόσμο;

«Όταν σεις οι άνθρωποι Με βλέπετε σαν τον Θεό και Δη­μιουργό σας, και επιπλέον έχετε δημιουργήσει τη σωστή σχέ­ση μαζί Μου που είναι η σχέση του παιδιού προς τον πατέρα του, τότε έχετε βρει και τη σωστή επαφή μαζί Μου. Αυτό ση­μαίνει ότι περιμένετε από Μένα γεμάτοι με βαθιά ταπεινοσύ­νη να επικοινωνήσω μαζί σας με ένα Μου λόγο, τον οποίο δεν αρνούμαι σε κανένα που προσεύχεται σε Μένα με το σωστό τρόπο, όπου ακριβώς απαραίτητη προϋπόθεση είναι η πολύ μεγάλη ταπεινοσύνη. Γιατί Εγώ στον ταπεινό χαρίζω το έλεος Μου…

Για να γίνει αυτό χρειάζεται να είσαστε ανοιχτοί για να ακού­σετε το λόγο Μου, δηλαδή πρέπει να αναγνωρίσετε ότι η κάθε σκέψη που αναδύεται από μέσα σας μετά από μία βαθιά, εγκάρ­δια προσευχή είναι η απάντηση Μου σε αυτό που σας απασχο­λεί. Γιατί εκείνη την ώρα είναι αδύνατο να σκεφθείτε οτιδή­ποτε άλλο εκτός από αυτό που είναι σύμφωνο με τη βούλησή Μου, αφού άλλωστε σας το έχω υποσχεθεί ότι αρκεί να προ­σεύχεστε σωστά, με άλλα λόγια πνευματικά και αληθινά για να ακούσω και να εισακούσω την προσευχή σας. Δεν πρέπει ωστόσο να περιμένετε ότι θα βιώσετε υπερφυσικές καταστά­σεις, ότι παραδείγματος χάρη θα μπορείτε να ακούσετε τον ήχο της φωνής Μου. Αλλά κάθε σκέψη που αναδύεται μέσα σας μετά από μία βαθιά προσευχή είναι η απάντηση Μου και είναι βέβαιο ότι τότε θα έχετε καλές μόνο σκέψεις που δεν θα μπορούν να έχουν προέλθει από καμία άλλη πηγή εκτός από τη δική Μου.

Λάβετε υπόψη σας ότι Εγώ ξέρω πάντοτε πότε οι σκέψεις σας είναι στραμμένες προς Εμένα και ότι τότε αποκλείεται να σας επηρεάσουν σκέψεις που προέρχονται από την αντίπαλη πλευρά. Να ξέρετε ότι Με ευχαριστεί να έχετε αυτή τη σχέση μαζί Μου, οπότε σαν ανταπόδοση μπορώ και Εγώ να ανταπο­κριθώ, ανάλογα με την ψυχική σας ωριμότητα, μέχρι σε τέ­τοιο σημείο μάλιστα που να έχετε τη δυνατότητα να ακούσε­τε τη φωνή Μου, πράγμα που όμως πολύ σπάνια μπορεί να συμ­βεί.

Στην περίπτωση όμως που μπορείτε να συλλάβετε ακουστι­κά τον ήχο της φωνής Μου αποκλείεται οποιαδήποτε πλάνη, γιατί αυτή ηχεί μέσα σας σαν μία πολύ απαλή μικρή καμπάνα που στο άκουσμα της νιώθετε να σας πλημμυρίζει ευτυχία. Και Εμένα Μου δίνεται τότε η δυνατότητα να σας αποκαλύψω βα­θύτατες σοφίες τις οποίες μπορείτε να πιστέψετε χωρίς κανέ­ναν ενδοιασμό.

Πρέπει να λάβετε όμως ένα υπ’ όψη σας, ότι όταν ο άνθρω­πος ασχολείται με τέτοια προβλήματα (όπως αυτό της προέ­λευσης του κακού), είναι δυνατό ο νους του να πάρει λάθος κατεύθυνση. Γιατί τότε δίνεται η δυνατότητα και στον αντί­παλο να παρεισφρύσει, οπότε κανείς ακούει επίσης μία φωνή, η οποία όμως όχι μόνο δεν του δίνει ένα αίσθημα μακαριό­τητας αλλά αντίθετα του προκαλεί εσωτερικά μία ελαφριά δυ­σφορία. Αυτή δε η φωνή δίνει απάντηση στο ερώτημα με τρόπο τέτοιο που να ανταποκρίνεται σε αυτό που θέλει να ακούσει ο άνθρωπος. Και γι’ αυτό το λόγο, ειδικά σε τέτοια ερωτήματα, είναι ιδιαίτερα αναγκαίο ο αναζητητής της αλήθειας να Μου απευθύνει προηγούμενα την παράκληση να τον “προστατέψω από την πλάνη” καθότι η παράκληση αυτή τον προφυλάσσει από τη δράση του αντιπάλου. Με τον τρόπο αυτό καθιστά τον εαυτό του ικανό να λάβει τη σωστή απάντηση, γιατί μπορώ τότε να του τη δώσω επειδή η παράκληση του έχει εξοβελίσει τον αντίπαλο…

Και ειδικά αυτό το ερώτημα εάν το κακό προήλθε επίσης από Μένα σας απασχολεί εσάς τους ανθρώπους ακόμη σήμερα όπως και παλιότερα. Όμως το μόνο που μπορώ να σας λέω πά­ντοτε είναι ότι δεν είναι δυνατό να υπάρχει ούτε μία κακή σκέ­ψη μέσα Μου και οτιδήποτε έχει προέλθει από Μένα δεν μπο­ρεί παρά να είναι καλό. Πώς ήρθε τότε λοιπόν “το κακό”  στον κόσμο;…

Η εξήγηση βρίσκεται στην ικανότητα του κάθε όντος να σκέ­φτεται… Διότι αυτή δεν υφίστατο περιορισμούς, άρα το κάθε ον μπορούσε χάρη στην ελεύθερη βούληση του να μετατρέπει την οποιαδήποτε καλή σκέψη που του μετέδιδα Εγώ. Άλλω­στε ελεύθερη βούληση σημαίνει ότι αυτή μπορεί να εκδιπλωθεί προς πάσα κατεύθυνση… Επομένως το κακό γεννήθηκε εξαιτίας της ελεύθερης βούλησης και είναι σαφώς ένα παρα­γωγό της αφού πριν δεν υπήρχε. Το γεγονός ότι η ικανότητα του κάθε όντος να σκέφτεται ήταν τέτοια που δεν του έθετε κανένα περιορισμό, αποδεικνύει ότι το κακό τελικά είναι ένα δημιούργημα εκείνου που εκδήλωσε τη δύναμη του σε κατα­φανή αντίθεση προς Εμένα και προς τη θέληση Μου. Με άλ­λα λόγια, επειδή ήταν προικισμένος με την ικανότητα να δη­μιουργεί, “δημιούργησε” επίσης και το κακό. Συνεπώς το κα­κό οφείλεται αποκλειστικά σε αυτόν, αφού αυτός το έφερε στον κόσμο και σαν επακόλουθο έγινε και ο ίδιος ένα ακάθαρτο ον.

Σαν άνθρωποι θέλετε πάντοτε να δίνετε σε Μένα το φταίξι­μο για το κακό, που όμως ποτέ δεν θα μπορούσε να βρει θέση μέσα Μου αφού Εγώ είμαι υπερτέλειο Ον. Δεν αντιλαμβάνε­σθε ότι ο αντίπαλος Μου ήταν η μοναδική πηγή του κακού για το λόγο ότι έδωσε μόνος του στην ικανότητα του σκέπτεσθαι που είχε την κατεύθυνση προς το κακό, καθώς απομακρύνθηκε αυτόβουλα από το πεδίο της αγάπης Μου και αυτό αποτέ­λεσε μία εκούσια “έξοδο” από την προαιώνια τάξη Μου. Επει­δή ήταν ένα ανεξάρτητο ον, ακριβώς όπως Εγώ, άρα με τη δι­κή του θέληση μετέτρεψε σε κακές τις καλές σκέψεις που του μετέδιδα, πράγμα που ήταν η αρχή της παραβίασης της τάξης Μου και της ανομίας απέναντι Μου. διότι είχα δώσει σε όλα τα όντα ελευθερία βούλησης και τα είχα όλα προικίσει με την ικανότητα να σκέπτονται.

Πώς εξηγείται επομένως ότι δεν χρησιμοποίησαν όλα τα όντα την ελεύθερη βούληση και τη νοητική τους ικανότητα με τον ίδιο τρόπο; Ήταν αυτός μόνος του που γέννησε από τον εαυτό του το κακό, πράγμα που άρχισε όταν ένιωσε μία λανθασμένη αγάπη και επειδή φθόνησε τη δύναμη Μου. Σαν απόρ­ροια του φθόνου του προέκυψε στη συνέχεια κάθε άλλο κακό. Όλο το κακό προήλθε από αυτόν τον ίδιο, γιατί έκανε κακή χρήση της νοητικής του ικανότητας, και Εγώ δεν μπορούσα να επέμβω λόγω της ελεύθερης βούλησης του. Οπωσδήποτε όμως Εγώ δεν του μεταβίβασα καμία λανθασμένη σκέψη.

Θα πρέπει να λαμβάνετε πάντοτε υπόψη σας ότι εκείνο το ον, ο Εωσφόρος ή φορέας του Φωτός, ήταν κάτι το διαφορε­τικό από τα άλλα όντα που γεννήθηκαν από τη δύναμη και τη βούληση των δυο μας. Γιατί εκείνον τον είχα δημιουργήσει σαν ομοίωμα Μου, ώστε είχε ακριβώς τις ίδιες ιδιότητες με Μένα, εκτός αυτού του είχα δώσει μεγάλη δημιουργική δύνα­μη και επίσης ήταν ένα ον καθ’ όλα καλό. Μα η πληθώρα των όντων που είχαν προέλθει από τους δυο μας μαζί, τον έκανε αλαζόνα, ένα γεγονός που θόλωσε προσωρινά τις σκέψεις του και αποτέλεσε ήδη ένα μικρό δείγμα φιλαυτίας, η οποία ήταν αντίθετη προς την Οντότητα Μου.

Γι’ αυτό το λόγο λέω ότι από τη στιγμή που εκινείτο πλέον έξω από Μένα, έπαψε να κινείται μέσα στο πλαίσιο της τάξης Μου. Έτσι ο Εωσφόρος έκοψε τους δεσμούς του μαζί Μου και καθώς όλα μέσα του πήραν λανθασμένη κατεύθυνση, μετα­τράπηκε σε ένα εκ θεμελίων κακό ον που γέννησε από μόνο του όλες αυτές τις κακές ιδιότητες και τις εκδήλωσε ανοιχτά, Επομένως το μόνο που είναι σωστό να πείτε σε σχέση με το συγκεκριμένο ερώτημα είναι ότι αυτός, που ήταν επίσης μία δύναμη όπως Εγώ, έφερε το κακό στον κόσμο, όχι όμως ότι Εγώ έχοντας το κακό μέσα Μου το μεταβίβασα και σε εκείνα τα πρώτα όντα. Άλλωστε το γεγονός ότι δεν εξέπεσαν όλα τα όντα θα έπρεπε να σας πείθει ότι δεν ήταν κάτι το αναπόφευ­κτο, ότι δηλαδή δεν ήταν απαραίτητο να τα οδηγήσει υποχρε­ωτικά στην πτώση η διανοητική τους ικανότητα. αλλά ο αντί­παλός Μου είχε πολλά μέσα στη διάθεση του για να προκαλέ­σει την πτώση και όλων όσων τον ακολούθησαν.

Ένα ισχυρό μέσο ήταν σαφώς το γεγονός ότι Εγώ, ως το ύψι­στο Ον, δεν τους ήμουν ορατός, ενώ εκείνος ακτινοβολούσε με κάθε πληρότητα φως, με αποτέλεσμα να αναγνωρίσουν ε­κείνον ως Θεό τους παρ’ όλο που τα ίδια διέθεταν διαυγέστα­το φως και γνώση. Άλλωστε η πτώση του Εωσφόρου χρειά­στηκε αιωνιότητες ώσπου να ολοκληρωθεί, επομένως δεν ήταν δυνατό να είχε δημιουργηθεί από Μένα ως ακάθαρτο πνεύμα αφού όλες οι κακές ιδιότητες του αναπτύχθηκαν σταδιακά. Και βέβαια σε καμία περίπτωση αυτές δεν προήλθαν από Μένα αλ­λά αποκλειστικά από εκείνον ο οποίος ήταν μεν ισχυρός όπως Εγώ, όμως αντίθετα από Μένα, είχε λάβει κάποτε μία αρχή, πράγμα που ο ίδιος το γνώριζε καλά.

Έτσι λοιπόν το κακό άρχισε ταυτόχρονα με την αρχή της πτώσης των πνευμάτων από τον κόλπο Μου. Μέχρι εκείνο το σημείο όμως όλα ήταν τέλεια και συνεπώς και ο Εωσφόρος εί­χε εκπορευτεί από Μένα με επίσης απόλυτη τελειότητα. Αυ­τό ωστόσο δεν τον εμπόδισε να χρησιμοποιήσει όλα τα χαρί­σματα του τελείως διαφορετικά από ό,τι ήταν η πρόθεση Μου…

Σαν συμπέρασμα επομένως όλα αυτά προέκυψαν από την ικανότητα του να σκέπτεται, την οποία όμως δεν επηρέασα καθόλου, αφού του μεταβίβαζα πάντοτε μόνο καλές σκέψεις… Για το λόγο αυτό δεν παύω κατά καιρούς να υπενθυμίζω ότι υπήρχαν επίσης άλλα αναρίθμητα πνεύματα τα οποία δεν απο­στάτησαν καίτοι είχαν ομοίως την ικανότητα του σκέπτεσθαι. Έτσι αυτά αντιλήφθηκαν την κατάχρηση δυνάμεων από την πλευρά του Εωσφόρου ο οποίος, αφού έφερε το κακό στον κό­σμο, στη συνέχεια Μου απέδωσε όλη την ευθύνη γι’ αυτό ισχυριζόμενος ότι Εγώ έχω μέσα Μου το κακό και με τον τρόπο αυτό θα παραπλανά συνεχώς τους ανθρώπους εκείνους που εί­ναι δεκτικοί σε τέτοιες πλάνες…

Αμήν»

* * *

Οι συνέπειες της πτώσης

Στην «Οικονομία του Θεού» του Λόρμπερ δίνεται έμφαση στο γεγονός ότι τα αρχέγονα πνεύματα προτού αφεθούν στην απόλυτη ελευθερία είχαν λάβει πλήρη γνώση των συνεπειών που θα σήμαινε η πτώση τους από την τέλεια ισορροπία των επτά ιδιοτήτων του Θεού:

«…Με βροντερή φωνή που βοούσε στους χώρους του απεί­ρου η Θεότητα προειδοποίησε τα όντα για την τρομερή τιμω­ρία που περίμενε τους παραβάτες και τους δόθηκε η εντολή να λατρεύουν τη Θεότητα με φόβο και δέος και να αγαπούν την Αγάπη. Και ύστερα τα όντα αφέθηκαν στην απόλυτη ελευ­θερία όπου μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν και τίποτα δεν τα εμπόδιζε. Κι αυτό μέχρι τον καιρό που θα αποκτούσαν την αυτογνωσία τους μέσα από την ελευθερία και την τα­πεινότητα τους, οπότε θα έκαναν κτήμα τους το Νόμο και τό­τε θα γίνονταν πλέον τελείως ελεύθερα.

Αλλά τότε αντιλήφθηκαν τη μεγάλη τους δύναμη, την ωραιό­τητα που ξεπερνούσε με τη λάμψη της τα πάντα και τη μεγα­λοπρέπεια τους. Έτσι ο ανώτερος από τους τρεις, που αντι­στοιχούσε στο Φως της Θεότητας, φλογίστηκε από τον πόθο να κυριαρχήσει πλήρως πάνω στη Θεότητα. Κι από αυτόν πή­ραν φωτιά με τη σειρά τους πολλά από τα πνεύματα που είχαν γίνει από τη δική του θέληση. Τότε άναψε από το θυμό της και η Θεότητα και μαζί της άναψαν οι δύο επόμενοι στη σειρά από τους τρεις πρωτοδημιούργητους αγγέλους και εκσφενδόνισε τον κακό συρφετό στα βάθη της αβύσσου της οργής της.

Ον δύο όμως, μαζί με όσους είχαν εκπορευτεί από αυτούς, και οι άλλοι επτά, που ήταν όλοι δίκαιοι, βρέθηκαν να έχουν μείνει πιστοί και ταπεινοί και γι’ αυτό έγιναν δεκτοί στον κύκλο της εξουσίας του Θεού. Η δε Αγάπη βλέποντας ότι βρέ­θηκαν αγνοί χάρηκε με την τελειοποίηση τους. Και τότε η δύ­ναμη της Θεότητας αναδύθηκε μέσα στην Αγάπη και η Θεό­τητα κινήθηκε και οι Δημιουργημένοι αντιλήφθηκαν την κί­νηση της Θεότητας και η Θεότητα κινήθηκε προς την Αγάπη της οπότε ανοίχτηκαν τα μάτια των όντων και είδαν για πρώ­τη φορά την Αιώνια Αγάπη.

Έκθαμβες έμειναν τότε οι στρατιές των Αμέτρητων και έγι­ναν μεγάλοι πανηγυρισμοί κι αγαλλιασμοί. Γιατί είδαν την ισχύ του Θεού μέσα στην Αγάπη και είδαν την Αγάπη εντός τους και τη δύναμη που τους είχε δώσει τη ζωή. Έτσι αναγνώρισαν τον εαυτό τους και αναγνώρισαν την Αγάπη και αναγνώρισαν τον Θεό.

Τότε κινήθηκε η Θεότητα και οι Δημιουργημένοι τη φοβή­θηκαν και η Αγάπη που είδε το φόβο τους είδε ότι ο φόβος τους ήταν δίκαιος. Και ο φόβος μετατράπηκε σε υπακοή και η υπακοή ήταν η ταπεινοσύνη και η ταπεινοσύνη ήταν η αγάπη τους και η αγάπη έγινε ο νόμος τους και ο νόμος η αιώνια ελευ­θερία τους και η ελευθερία έγινε η ζωή τους και η ζωή η μα­καριότητα τους αιώνια.

Τότε η Αιώνια Αγάπη τους μίλησε και αυτοί κατάλαβαν το Λόγο. Κι ύστερα λύθηκαν οι γλώσσες τους και η πρώτη λέξη που ανάβλυσε από τα χείλη τους ήταν αγάπη. Στη Θεότητα άρεσε ο ήχος της ομιλίας τους και συγκινήθηκε από την Αγάπη και η συγκίνηση πήρε μορφή μέσα στα δημιουργημένα όντα. η δε μορφή έγινε ήχος και ο ήχος ήταν η δεύτερη λέξη και λε­γόταν Θεός.

Τότε πλέον είχαν τελειοποιηθεί τα όντα. Και η Αγάπη τους είπε: “Αυτός που ήταν ο πρώτος ανάμεσα σας έχει πάρει το δρόμο του χαμού· γι’ αυτό θα πάρω Εγώ τη θέση του και θα είμαι αιώνια ανάμεσα σας!” Τότε λύθηκαν εκ νέου οι γλώσ­σες τους και λύγισαν τα γόνατα τους για να λατρέψουν την Αγάπη.

Άκου λοιπόν παρακάτω όλα όσα έκανε η Αγάπη και ο Θεός μέσα στην Αγάπη και η Αγάπη μέσα στον Θεό! Αλλά ενώ η Αγάπη λυπόταν για τους χαμένους η Θεότητα έτρεμε από την οργή της και σε όλους τους χώρους της απεραντοσύνης του θεού ακούστηκε μία μεγάλη βροντή. Και η βροντή εισχώρη­σε έως τα κατάβαθα της Αιώνιας Αγάπης και μόνο η Αγάπη κατάλαβε τη βροντή της Θεότητας που έγινε μέσα Της Λόγος και είπε: “Ας γίνει δική σου κάθε εξουσία· πράξε κατά πως Σε ευαρεστεί και όταν πεις ‘Γενηθήτω!’ θα γίνει!”. Τότε η Αγάπη συγκινήθηκε έως τα κατάβαθα της και έτσι ανάβλυσε το πρώτο δάκρυ από τον οφθαλμό της Αιώνιας Αγάπης και το δάκρυ αυτό ανάβλυσε από την καρδιά της Θεότητας και ονομά­στηκε και ονομάζεται και θα ονομάζεται πάντα Ευσπλαχνία.

Από αυτό το δάκρυ έγιναν ύδατα απέραντα που χύθηκαν σε όλους τους χώρους του απείρου και χύθηκαν στα βάθη της αβύσσου του θυμού της Θεότητας και καταλάγιασε το πυρ της οργής της. Και ιδού, το Πνεύμα του Θεού με όλη τη δύναμη Του έπνεε απαλά πάνω από τα ύδατα της Ευσπλαχνίας και τα ύδατα χωρίστηκαν στα δύο. Τότε ο Θεός μίλησε από την Αγά­πη Του και η Αγάπη Του έγινε ο Λόγος κι ο Λόγος κατήλθε στα βάθη της αβύσσου και εφέρετο πάνω από τα ύδατα και τα ύδατα χωρίστηκαν σαν σταγόνες δροσιάς και μοιράστηκαν σε μεγάλες και μικρές, τόσες όσοι ήταν οι Απωλολότες που ο αριθ­μός τους δεν είχε τέλος και διασκορπίστηκαν σε όλους τους χώρους της απεραντοσύνης.

Αλλά η τελευταία σταγόνα που έμεινε ήταν η εσώτατη των υδάτων και η εσώτατη της Ευσπλαχνίας. και αυτή δεν δια­σκορπίστηκε, αλλά παρέμεινε εκεί όπου έμεινε και προορίστη­κε να γίνει το κεντρικό σημείο και το θέατρο της πιο μεγάλης πράξης της Αιώνιας Αγάπης.

Αυτή λοιπόν η τελευταία σταγόνα έγινε η γη που κατοικείς εσύ και τα αδέρφια σου! Οι δε άλλες σταγόνες έγιναν ήλιοι, πλανήτες και φεγγάρια κάθε λογής που ο αριθμός τους δεν έχει τέλος. Έτσι έγιναν ο ορατός ουρανός με τα αστέρια του, τον ήλιο, τη σελήνη και η ορατή γη με τις θάλασσες και τη στε­ριά!»

Η μοίρα που περίμενε τα εκπεσόντα πνεύματα ήταν ζοφερή. Τα αντιδραστικά πλάσματα φιλονικούσαν με τους πάντες και τα πάντα και πιο πολύ με τον ίδιο τους τον εαυτό, ώστε όχι μό­νο κατηγορούσαν τη θεότητα, αλλά πολύ περισσότερο εκτό­ξευαν κατηγορίες το ένα ενάντια στο άλλο.

«Στην αρχή αποκόπηκαν από το σύνολο και διασκορπίστη­καν σε μεγάλες ομάδες που τις χώριζαν αποστάσεις ασύλλη­πτες για τα δικά σας δεδομένα. Η κάθε ομάδα δεν ήθελε να βλέπει, να ακούει ή να ξέρει για τις άλλες, για να μπορεί να εντρυφήσει ανενόχλητη στον εγωισμό της. Η αυτολατρεία κι ο εγωισμός τους μεγάλωναν διαρκώς, η αλαζονεία κι η αρχομανία τους το ίδιο. Τελικά, οι αμέτρητες μορφές ζωής που υπήρχαν συμπυκνώθηκαν, σύμφωνα με το νόμο της βαρύτη­τας. Η συμπύκνωση προήλθε από τον εγωκεντρισμό και έτσι σχηματίστηκε μία υπέρογκη μάζα. Ο υλικός πρωταρχικός κε­ντρικός ήλιος ενός σφαιρικού περιβλήματος ήταν έτοιμος1.

Στο αχανές διάστημα υπάρχει ένα άπειρο πλήθος από τέτοια συστήματα ή σφαιρικά περιβλήματα, παντού όπου ένας πρω­ταρχικός κεντρικός ήλιος αποτελεί το κοινό εστιακό σημείο για αναρίθμητες κοσμικές περιοχές. Αυτοί οι πρωταρχικοί κεντρικοί ήλιοι δεν είναι άλλο από εκείνες τις συμπυκνωμένες ενώσεις αρχέγονων πνευμάτων. Απ’ αυτούς προέκυψαν σιγά-σιγά όλα τα άλλα ηλιακά σύμπαντα, οι ηλιακές περιοχές, οι δευτερεύοντες κεντρικοί ήλιοι, οι πλανητικοί ήλιοι, οι πλανή­τες, τα φεγγάρια και οι κομήτες».

«…Έτσι ανέκυψε φυσιολογικά το ερώτημα: Τι θα έπρεπε να γίνει με αυτές τις στρατιές των έκπτωτων όντων που έμοιαζαν με νεκρά, καθότι ήταν τελείως αδρανή;

Υπήρχαν δύο μόνο εναλλακτικοί δρόμοι. Ο πρώτος ήταν να εξοντωθεί ο Εωσφόρος μαζί με την ακολουθία του και να δημιουργηθεί αμέσως μετά ένας δεύτερος που θα έπαιρνε τη θέση του. Αλλά πιθανά και ο δεύτερος θα υπέπιπτε στο ίδιο σφάλμα διότι δεν μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ακόμη πιο τέλειο και ύψιστα ελεύθερο ον που επιπλέον να μην εξαρτάται από τη δική Μου βούληση. Δεν θα είχα καμία δυσκολία ασφαλώς να δημιουργήσω όντα που θα λειτουργούσαν σαν μηχανές και θα εκτελούσαν άβουλα τις διαταγές Μου. Ο δρόμος που είχε χαραχτεί μέχρι τότε όμως ήταν ο μόνος δυνατός προκειμένου να κατακτηθεί το φως της αυτογνωσίας. Εξάλλου και τα άλλα πνεύματα που Μου είχαν μείνει πιστά είχαν δημιουργηθεί μέ­σω του Εωσφόρου και ως εκ τούτου ανήκαν στη σφαίρα του. Συνεπώς η αιφνίδια εξόντωση του Εωσφόρου θα σήμαινε επί­σης την εξόντωση και όλων των άλλων έμβιων όντων.

…Αλλά γιατί θα άξιζε ο Εωσφόρος ένα τέτοιο τέλος, τη στιγ­μή που η πτώση του είχε προκληθεί από μία πλάνη, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι υπάρχει και η συνεπακόλουθη δυνα­τότητα της επανόρθωσης της πλάνης; Επιπλέον, γιατί να μοι­ραστούν την ίδια μοίρα της καταστροφής και τα πιστά σε Μέ­να πνεύματα που ασφαλώς δεν την άξιζαν; Τέλος, τι θα άξιζε όλη η Σοφία Μου εάν δεν είχα προβλέψει και αντιμετωπίσει εξ αρχής τη δυνατότητα μιας πτώσης και ως εκ τούτου προ­φανώς αποκλειόταν εκ των προτέρων να επαναληφθεί η ίδια δημιουργία για άλλη μια φορά! Και πάνω από όλα, τι θα είχε απογίνει η Αγάπη Μου εάν δεν είχε αποκλείσει το ενδεχόμε­νο της εξόντωσης, εάν αντίθετα μάλιστα δεν έβρισκε μαζί με τη Σοφία μέσα για να οδηγηθούν τα όντα που είχαν χαθεί, πί­σω στο φως της γνώσης; Επομένως λοιπόν δεν απέμενε άλλος από το δεύτερο δρόμο, τον οποίο βλέπετε με τη μορφή της υλι­κής δημιουργίας μπροστά σας.

Φαντασθείτε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν θέλει να αναγνω­ρίσει την κυριαρχική εξουσία του βασιλιά της χώρας παρόλο που εκείνος του έχει δώσει όλη την ισχύ του και τον έχει κά­νει πληρεξούσιο του. Επειδή όμως δεν τον έχει δει ποτέ στα­σιάζει εναντίον του και θέλει να αναρριχηθεί ο ίδιος στο θρό­νο. Προφανώς τότε ο βασιλιάς προκειμένου να προστατέψει τους πιστούς του υπηκόους για να μη διαφθαρούν και αυτοί, δίχως άλλο θα τον συλλάβει, θα τον καθαιρέσει από όλα τα αξιώματα του, θα του αφαιρέσει κάθε εξουσία και θα τον κλεί­σει σε μία ασφαλή φυλακή ώσπου να έρθει πάλι στα λογικά του και βέβαια το ίδιο θα κάνει επίσης με τους οπαδούς του. Εάν όμως ύστερα οι οπαδοί μετανοήσουν και αναγνωρίσουν το σφάλμα τους, τότε θα ελευθερωθούν, οπότε θα είναι από­λυτα αφοσιωμένοι στο βασιλιά, ο οποίος στο μεταξύ θα τους παρουσιαστεί και προσωπικά.

Αυτή η ωχρή σε σύγκριση εικόνα από τα γήινα πράγματα σάς δείχνει αυτό που έκανα, αφού η φυλάκιση αντιστοιχεί στην υλική δημιουργία. Για να καταλάβετε ωστόσο τα επόμενα, θα πρέπει να διεγείρετε τις ψυχικές σας αισθήσεις, δεδομένου ό­τι ο ανθρώπινος νους είναι πολύ περιορισμένος.

Κάθε ψυχή συνίσταται από αμέτρητα μόρια που το καθένα τους αντιστοιχεί σε μία ιδέα Μου. Από τη στιγμή που συγκε­ντρώνονται όλα αυτά τα μόρια σε ένα σύνολο, η ψυχή δεν μπο­ρεί να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, διότι τότε η ταυτό­τητα της ανταποκρίνεται στον ατομικό χαρακτήρα που της έχει δοθεί. Όταν ένα κρύσταλλο αποκρυσταλλωθεί, δεν μπορεί πλέ­ον να αλλάξει οντότητα.

Σε περίπτωση που πρέπει να γίνει κάποια αλλαγή, επειδή οι κρύσταλλοι δεν έχουν βγει τελείως καθαροί, τότε είναι απα­ραίτητο να λιώσουν με τη θερμότητα (της αγάπης) ώστε όταν μετά κρυώσει το θερμό Ύδωρ της αγάπης – πράγμα που σημαί­νει ότι αφήνονται ελεύθεροι να δρέψουν τους καρπούς της ατο­μικής τους βούλησης – θα κρυσταλλοποιηθούν εκ νέου. Τότε σχηματίζονται πάλι ωραίοι νέοι κρύσταλλοι και κάθε προσε­κτικός χημικός ξέρει πώς να παρασκευάσει όσο το δυνατό ωραίους, διαφανείς και μεγάλους κρυστάλλους που να αντα­ποκρίνονται στους σκοπούς για τους οποίους προορίζονται.

Ένας τέτοιος χημικός είμαι βλέπετε κι Εγώ. Διέλυσα τους κρυστάλλους που είχαν γίνει ακάθαρτοι (τον Εωσφόρο με την ακολουθία του) μέσα στο Ύδωρ νερό της αγάπης και άφησα αυτές τις ψυχές να κρυσταλλοποιηθούν εκ νέου για να γίνουν καθαρές. Σας είναι ήδη γνωστό ότι αυτό συμβαίνει μέσω της ανοδικής πορείας διά μέσου του ορυκτού, του φυτικού και του ζωικού βασιλείου μέχρι τον άνθρωπο. Καθώς δε η ψυχή του Εωσφόρου περιλαμβάνει ολόκληρη την υλική δημιουργία, ως εκ τούτου όλη η δημιουργία εκφράζεται υποχρεωτικά στη μορφή του ανθρώπου. Ομοίως, όλες επίσης οι ενώσεις των πνευμάτων πάντοτε συνενώνονται σε ένα πρόσωπο, το οποίο εκφράζεται από τον αρχηγό της εκάστοτε ένωσης και όλα μαζί τα πνεύματα αποτελούν τη λεγόμενη σφαίρα του. Επειδή δεν υπάρχει κάτι το ανάλογο στο υλικό επίπεδο που να αποτυπώνει καθαρά αυτό το πράγμα, γι’ αυτό σας είπα να ανοίξετε τις ψυχικές σας αισθήσεις!

Τώρα θα σας έχει γίνει πιο σαφές ότι είναι λάθος αυτό που λέει ο Εωσφόρος – πως πρέπει δηλαδή να κάνει ό,τι κάνει γιατί έτσι κατέστη δυνατό να δημιουργηθεί η ύλη – αφού δεν είναι η ύλη που αποτελεί τον τελικό στόχο της δημιουργίας Μου. Ο απώτατος σκοπός των όντων που τοποθέτησα έξω από τον Εαυτό Μου είναι μόνο να αναγνωρίσουν οικειοθελώς τη Θεότητα, να την αγαπήσουν και να την κατανοήσουν, η δε ύλη είναι απλά ένα προσωρινό βοηθητικό μέσο προς αυτό το σκο­πό. Για τον Εωσφόρο όμως είχε γίνει έμμονη ιδέα αυτό το δεύ­τερο λάθος του, ότι είναι δηλαδή δήθεν καθήκον του να δια­τηρεί την ύλη κι έτσι ψεύδεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυ­τό. Του είχε δοθεί τόση ελευθερία που θα μπορούσε να διεισδύσει μέσα στην ύλη, δηλαδή να ατενίσει συνειδητά το εσωτερικό του ώστε έτσι να συνειδητοποιήσει τι δυστυχία έχει προκαλέσει στους συντρόφους του αυτός που ήταν το πρώτο από όλα τα πνεύματα της δημιουργίας και έτσι να οδηγηθεί σε μία μεταστροφή. Όμως όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά απενα­ντίας ήθελε επιπλέον να κυριαρχεί ως άρχων πάνω στην ύλη η οποία θεωρεί ότι του ανήκει. Γι’ αυτό αμαύρωσε όσο περισ­σότερο μπορούσε τους ανθρώπινους κρυστάλλους που δια­μορφώνονταν πάλι προκειμένου να διατηρήσει τη βασιλεία του. Γιατί η πάλη του με τον Θεό τού φαινόταν ότι ήταν μεγαλειώδης και ανώτερη και ότι ήταν αυτή που διατηρούσε τη ζωή γενικά.

Οι ανθρώπινοι “κρύσταλλοι”, οι οποίοι έπρεπε πάλι να αφε­θούν ελεύθεροι προκειμένου να ολοκληρώσουν την επιστροφή τους οικειοθελώς, είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν αυ­τόν ή Εμένα, μα δυστυχώς πολλοί έπεσαν ενόσω ζούσαν στη γη στα δίχτυα του…

Ανακύπτει βέβαια το ερώτημα, γιατί το επέτρεψα Εγώ να συμβαίνει έτσι; Όμως η στάση Μου είναι ακατανόητη εάν δεν λαβαίνει κανείς υπ’ όψη του τον απώτερο στόχο του κάθε όντος που είναι να φθάσει τελείως ελεύθερα στη γνώση του εαυτού του μέσα στον Θεό.

Όταν ένας μεγάλος ηγέτης του λαού αρέσκεται να κάνει κα­κά πράγματα και παρασύρει μαζί του και τους οπαδούς του, πώς κατορθώνει τότε κανείς πιο γρήγορα να φέρει ένα σωστό φως σε όλους; Αναμφισβήτητα, όταν ο ίδιος ο ηγέτης εγκατα­λείψει τις κακές πρακτικές του καθώς τότε οι οπαδοί του θα τον ακολουθήσουν αυτόματα. Αν αντίθετα επιχειρήσει κανείς να αποσπάσει έναν-έναν τους οπαδούς του μέχρι που να βρε­θεί ολομόναχος, τότε η επίτευξη του στόχου καθυστερεί ση­μαντικά. Η δική Μου τακτική είναι να πηγαίνω πάντοτε στη ρίζα του προβλήματος, μα όταν αυτό δεν φέρνει αποτέλεσμα, τότε ακολουθώ τη δεύτερη εναλλακτική οδό.

Θυμηθείτε τώρα την παραβολή με το βασιλιά και το στασια­στή ο οποίος κατά τη φυλάκιση του κατηγορούσε και έλεγε: “Εάν μπορούσα να τον δω το βασιλιά, τότε θα τον πίστευα!” Έτσι λοιπόν δρομολογήθηκε η ενανθρώπισή Μου, καταρχάς για να επανακάμψουν οι στασιαστές και κατά δεύτερο για να φανεί ορατά η Θεότητα σε αυτούς που δεν έπεσαν κι έτσι να επιβραβευθεί η πίστη τους.

Εδώ κρύβεται το μυστήριο της ενανθρώπισής Μου, η οποία έπρεπε να διασπάσει την ύλη γιατί αλλιώς η ύλη θα γινόταν αναγκαστικά όλο και πιο σκληρή, εφόσον ο Εωσφόρος θα εγκλωβιζόταν όλο και πιο πολύ στη σκληρότητα που αντιπρο­σωπεύει ο αντίθετος πόλος από Μένα. Συνεπώς η ενανθρώπισή Μου έβαλε ένα τέλος σε αυτή τη σκλήρυνση και έδειξε ότι ο θάνατος που έδενε τους ανθρώπους με την ύλη και τις απολαύ­σεις της, μπορεί να νικηθεί. Κι επιπλέον κατέδειξε ότι η ζωή δεν αναπτύσσεται μέσα στην ύλη, αλλά μέσα στο Πνεύμα, κα­θώς η πρώτη είναι απλά και μόνο μία φυλακή για το δεύτερο.

…Οι στασιαστές, οι οποίοι απομακρύνθηκαν εκούσια οπό Μένα για να ακολουθήσουν το λανθασμένο δρόμο, δεν μπο­ρούσαν ή δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα προφανώς περί τε­λειοποίησης τους ή προόδου. Αλλά για να μην κλείσει και γι’ αυτούς τελείως ο δρόμος της επιστροφής έπρεπε να βρεθούν σε τέτοιες συνθήκες όπου χωρίς να θιγεί η προσωπική τους ελευθερία, μπορούν να επιστρέψουν όταν το θέλουν».

Ένα άλλο νεοαποκαλυπτικό κείμενο εμβαθύνει στο θέμα της γένεσης του σύμπαντος ως παρεπόμενο της εωσφορικής πτώ­σης: «…Για το λόγο αυτό έγινε ο υλικός κόσμος, ολόκληρο το σύμπαν, δηλαδή ο υλικός Άνθρωπος της Δημιουργίας*.

Τα πνεύματα τοποθετήθηκαν μέσα σε αυτό τον Άνθρωπο και περιβλήθηκαν με ύλη ανάλογα με το βαθμό της κακής τους βού­λησης, όπου έχουν να αντιμετωπίσουν αγώνες, πειρασμούς και δεινά. Σκοπός είναι κατά πρώτο να τους κάνουν οι συνθήκες που υφίστανται να συνειδητοποιήσουν τα σφάλματα τους και κατά δεύτερο με αυτό τον τρόπο να δρομολογήσουν από μό­νοι τους την εκούσια επιστροφή τους κοντά Μου… Παντού σε όλα τα πράγματα διαπιστώνει κανείς αυτή τη δεύτερη αρχή της τελειοποίησης.

… Επομένως ολόκληρο το σώμα της γης όπως και τα αμέ­τρητα άλλα ουράνια σώματα έχουν συγκροτηθεί από τη μία και μοναδική, μεγάλη ψυχή του Σατανά, η οποία κατακερμα­τίστηκε μέσα σε αυτά τα σώματα σε αμέτρητα κομμάτια. Εφό­σον η κάθε ψυχή μπορεί να διαιρεθεί, άρα το ίδιο ισχύει και για την αρχέγονη ψυχή του πρωτοδημιούργητου πνεύματος. Κι από αυτή την ψυχή τώρα αποσπώνται συνεχώς ένα ατελείωτο πλήθος από νέες ψυχές που μία – μία επανασυγκροτείται σε ένα ενιαίο σύνολο.

…Ολόκληρη η ορατή δημιουργία αποτελείται μόνο από μό­ρια του μεγάλου έκπτωτου πνεύματος, του Εωσφόρου, που έχει φυλακιστεί μαζί με την ακολουθία του μέσα στην ύλη».

Επομένως ο Θεός δεν μπορούσε να εξοντώσει τον Εωσφόρο «ένεκα της αιώνιας αγάπης και ευσπλαχνίας Του· είναι δυνατόν μεν οτιδήποτε έχει δημιουργήσει να αλλάξει μορφή, ώστε να περάσει από μία λιγότερο σε μία περισσότερο ευγενή ή αντίστροφα επίσης, όμως ποτέ δεν είναι δυνατόν να κα­ταστραφεί».

«…Όλα όσα περιέχει η γη από το κεντρικό της σημείο έως πολύ πιο πάνω από την ανώτερη ατμοσφαιρική περιοχή της είναι ψυχική ουσία. Η ψυχική αυτή ουσία, μέχρι να έρθει ο κα­θορισμένος χρόνος της διάλυσης της, βρίσκεται σε μία σκληρό­τερη ή ηπιότερη κατάσταση αναγκαστικής φυλάκισης και για το λόγο αυτό στα μάτια του ανθρώπου, όπως και στην αίσθη­ση του, παρουσιάζεται ως πιο σκληρή ή πιο μαλακή ύλη. Εδώ υπάγονται καταρχάς όλα τα πετρώματα, τα ορυκτά, το χώμα. το νερό, ο αέρας και όλα τα αδέσμευτα στοιχεία που αυτός πε­ριέχει. Μετά ακολουθεί το φυτικό βασίλειο, υδρόβιο και χερ­σαίο, μαζί με τα μεταβατικά στάδια προς το ζωικό βασίλειο.

…Οτιδήποτε είναι τώρα υλικό κάποτε ήταν πνευματικό το οποίο εξήλθε εκούσια από την καλή τάξη του Θεού, οπότε εγκλωβίστηκε μέσα στις λανθασμένες επιλογές του και έτσι τελικά σκλήρυνε. Συνεπώς η ύλη δεν είναι άλλο από φυλακι­σμένο πνευματικό στοιχείο το οποίο σκλήρυνε από μόνο του ή πιο συγκεκριμένα, είναι ένα χονδροειδέστατο και βαρύτατο περίβλημα του πνευματικού.

…Το καθετί που υπάρχει στο σύμπαν προέρχεται από τον Θεό, άρα είναι κατά βάση τελείως πνευματικό. Η επιμονή και η σταθερότητα της θεϊκής βούλησης είναι που το κάνουν να εμφανίζεται στον κόσμο ως στερεή ύλη. Εάν έπαυε η βούλη­ση του Θεού να κρατά σταθερά μία σκέψη του τότε δεν θα έμενε ούτε ίχνος από την υλική της υπόσταση.

…Κάθε ορατό στον άνθρωπο δημιούργημα είναι φυλακισμέ­νο πνευματικό το οποίο έχει τον προορισμό αφού διατρέξει μία μακριά σειρά κάθε είδους μορφών να περάσει τελικά σε μία ελεύθερη και ανεξάρτητη ζωή. Οι μορφές αυτές αρχίζουν από τα πετρώματα και αφού διασχίσουν τα βασίλεια των ορυ­κτών, των φυτών και των ζώων, καταλήγουν στον άνθρωπο Όλες αυτές οι μορφές αποτελούν φόρμες ή δοχεία που δέχονται στο εσωτερικό τους τη ζωή από τον Θεό. Στην κάθε φόρ­μα αντιστοιχεί μία ορισμένη ευφυΐα. Όσο πιο απλές είναι οι φόρμες τόσο πιο απλή και μηδαμινή είναι επίσης η ευφυΐα που περιλαμβάνει.

…Κάθε ζώο γνωρίζει ποια είναι η κατάλληλη τροφή γι’ αυ­τό και πώς να τη βρει. Ομοίως το πνεύμα των φυτών γνωρίζει με ακρίβεια ποια ουσία στο νερό, στον αέρα και στο χώμα χρειάζεται για τη δική του ιδιοσυστασία. Το πνεύμα ή ακριβέ­στερα η φυσική ψυχή της βελανιδιάς δεν πρόκειται ποτέ να απορροφήσει την ουσία από την οποία συγκροτεί την ύπαρξη και τη φύση του ο κέδρος. Ποιος είναι που το διδάσκει λοιπόν αυτό σε ένα φυτό; Κοιτάτε, όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της ύ­ψιστης, κοινής σε όλους θείας ευφυΐας για την επιβίωση στο χώρο. Κάθε φυτική και ζωική ψυχή αντλεί από αυτή την ειδι­κή ευφυΐα που της είναι απαραίτητη και δρα μετά υπό την κα­θοδήγηση της.

…Οι ψυχές των φυτών και των ζώων έχουν τον προορισμό να γίνουν μία μέρα με τη σειρά τους ανθρώπινες ψυχές, αν και είναι αλήθεια ότι το γεγονός αυτό σας είναι ακόμη άγνωστο. Διότι η σοφία και η διορατικότητα Μου έπλασε τα φυτά και τα ζώα για να είναι τα κατάλληλα προπαρασκευαστικά δοχεία μέσα στα οποία συλλέγεται και καλλιεργείται η γενική φυσι­κή δύναμη της ζωής η οποία υπάρχει παντού στον απέραντο χώρο της δημιουργίας κι από την οποία προέρχονται και οι δι­κές σας ψυχές».

Θα πρέπει να τονισθεί πάντως ότι «ποτέ δεν μπορεί μόνο α­πό μία απλή ψυχή ενός ζώου να γίνει μία ανθρώπινη ψυχή». Τουναντίον, για να συγκροτηθεί μία ανθρώπινη ψυχή χρειά­ζονται πολλές διαφορετικές ψυχές ζώων, στις οποίες ο Θεός προσθέτει ακόμη αμέτρητους ψυχικούς σπινθήρες και έτσι εκ-πηγάζει από το χέρι του κάθε μία ανθρώπινη ψυχή. «Κοιτάξ­τε», λέει ο Κύριος σε ένα σημείο των «Δώρων του Ουρανού» του Λόρμπερ, «πόσα κάνω για χάρη ενός αλαζονικού αγγέλου. Σας βεβαιώνω ότι δεν θα είχε δημιουργηθεί ποτέ ούτε ήλιος ούτε γη, ούτε οτιδήποτε το υλικό, εάν αυτός ο ένας και μονα­δικός είχε παραμείνει ταπεινός».

Και σε ένα άλλο σημείο: «Είμαι πρόθυμος για χάρη ενός παι­διού Μου να θυσιάσω δισεκατομμύρια ήλιους και κόσμους όλων των ειδών εάν δεν είχα άλλη δυνατότητα για να το φέ­ρω πάλι κοντά Μου. Και αν δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να το σώσω από το να δώσω αυτή τη μοναδική, αιώνια Ζωή Μου, και πάλι θα προτιμούσα να το κάνω παρά να χάσω έστω κι ένα από τα παιδιά Μου. Μπορείς να τη συλλάβεις μία τόσο μεγά­λη αγάπη;

…Τη μεγαλύτερη ευδαιμονία την αισθάνομαι όταν βλέπω τα αμέτρητα ατελή παιδιά Μου να εξελίσσονται, να αυξάνουν τη γνώση τους και καθώς γίνονται διαρκώς τελειότερα, να ανα­πτύσσουν διαρκώς μεγαλύτερη δραστηριότητα. Όταν χαίρο­νται δε με μία τέλεια ικανότητα που απόκτησαν με κόπο, τό­τε χαίρομαι κι Εγώ μαζί τους.

…Δεν υπάρχει σε όλη την Αγία Γραφή εδάφιο ή κεφάλαιο που να περιλαμβάνει κάτι το πιο μεγάλο από την παραβολή του άσωτου υιού. Αλλά ούτε υπάρχει ένα άλλο σημείο στη Γραφή που να είναι πιο δύσκολα κατανοητό από αυτό.

…Στο όνομα “Εωσφόρος” κρύβεται ολόκληρο το απέραντο περιεχόμενο του άσωτου υιού που για σας θα μείνει παντοτι­νά ακατάληπτο. Σκεφθείτε μόνο ότι σχεδόν εξ ολοκλήρου η σημερινή ανθρωπότητα δεν είναι άλλο από μέλη αυτού του απολωλότος υιού και συγκεκριμένα μάλιστα οι άνθρωποι που κατάγονται από το ανευλόγητο γενεαλογικό δέντρο του Αδάμ. Αυτός ο “άσωτος υιός” πήρε όλη την περιουσία που του πα­ραχωρήθηκε και την κατασπαταλεί εδώ και αιωνιότητες τώ­ρα. …Αλλά ως “απολωλώς υιός” εννοείται επίσης και ο κάθε άνθρωπος χωριστά».

Τέλος υπό τον ίδιο όρο εννοείται και ολόκληρος ο κόσμος με τα δισεκατομμύρια γαλαξίες, ο καθένας εκ των οποίων πε­ριλαμβάνει πενήντα ως εκατό δισεκατομμύρια ήλιους. Σύμφωνα με όσα καταμαρτυρούν οι νέοι προφήτες το σύμπαν ειδωμένο από «έξω» παριστάνει «μία τέλεια ανθρώπινη μορ­φή», το Μεγάλο Άνθρωπο της Δημιουργίας, αλλά κανείς εκτός από τον Θεό «δεν μπορεί να το δει σε αυτή του την πραγμα­τική διάσταση». «Η Θεότητα συνέλαβε τον Εωσφόρο με όλη του την ακολουθία και του αφαίρεσε όλες τις οντότητες που περιέκλειε. Από αυτές έφτιαξε κοσμικά σώματα τα οποία εγκατέστησε σε όλη την απεραντοσύνη. Στη συνέχεια, έδεσε το πνεύμα αυτής της απέραντης ψυχής η οποία αποτελείται από αμέτρητα όντα με ισχυρότατα δεσμά και το εξόρισε στα βάθη της ύλης».

…Ασφαλώς όλη η ύλη από την οποία αποτελείται το σύμπαν είναι κι αυτή έργο του Θεού και κρύβει επίσης θεϊκά στοιχεία μέσα της. Αλλά παράλληλα περικλείει επίσης ψέμα, απάτη και παραπλάνηση, από όπου ύστερα προκύπτει φθόνος, απληστία, μίσος, αλαζονεία, καταπίεση και όλων των ειδών τα, ελαττώμα­τα που δεν έχουν ούτε αριθμό ούτε μέτρο. Όλα αυτά ακριβώς τα κακά, το ψέμα κι η απάτη είναι από πνευματική άποψη ο «Σατανάς», ενώ τα υπόλοιπα ελαττώματα που αναγκαστικά προκύπτουν από αυτά είναι ό,τι ονομάζει κανείς «διαβόλους».

Το σχέδιο του Θεού που είναι να κάνει να επιστρέψουν όλοι οι στασιαστές πίσω στο γεννέθλιο χώρο τους περνώντας μέσα από την ύλη θα απαιτήσει ασύλληπτα μακρύ χρόνο ώσπου να ολοκληρωθεί. Εντούτοις κάποτε θα έρθει ο καιρός «όπου κα­νένας ήλιος από ύλη και κανένας υλικός πλανήτης δεν θα πε­ριστρέφεται πλέον στο άπειρο. Αντ’ αυτού θα υπάρχει μία υπέ­ροχη νέα πνευματική δημιουργία με μακάρια ελεύθερα όντα που θα γεμίζουν την απεραντοσύνη, ενώ Εγώ θα είμαι ο Θεός και Πατέρας όλων των όντων από τη μία αιωνιότητα στην άλ­λη. Κι αυτή η τρισμακάριστη κατάσταση δεν θα έχει ποτέ τέ­λος. Τότε θα είναι πλέον ένα ποίμνιο, ένας στάβλος και ένας Ποιμένας. Εντούτοις είναι αδύνατο να υπολογισθεί με τη γήινη μέτρηση του χρόνου το πότε θα συμβούν όλα αυτά. Ακό­μη κι αν σου φανέρωνα τον αριθμό δεν θα μπορούσες με κα­νένα τρόπο να τον συλλάβεις».

Η αποκατάσταση των πνευματικών όντων κατά τους Μυστικιστές

Ο μεγαλόπνοος στόχος του Θεού είναι να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους  – σε όποιο ουράνιο σώμα κι αν κατοικούν στο σύμπαν –  να αναγεννηθούν πνευματικά και έτσι να επιστρέ­ψουν στην πνευματική τους πατρίδα. Η γη με τους κατοίκους της σύμφωνα με τα δεδομένα των νέων αποκαλύψεων παίζει ως προς αυτό το θέμα ένα πολύ ιδιαίτερο και εξαιρετικά ευνο­ημένο ρόλο, παρόλο που ο δρόμος είναι αφάνταστα μακρύς και για ορισμένους μπορεί να είναι μαρτυρικός. Από αυτό το πρίσμα είναι κατανοητή η ρήση του γνωστού μυστικιστή του 14ου αιώνα Μάιστερ Έκχαρτ: «Το είναι και η ζωή όλων των πλασμάτων δεν είναι άλλο από μία επίκληση και μία πορεία με γοργά βήματα προς τον Θεό από τον οποίο εκπορεύτηκαν».

Η ίδια εικόνα της εκδίπλωσης της ζωής και της κλιμακωτής εξέλιξης της συναντάται και στον Γιάκομπ Μπαίμε, τον άλλο μεγάλο μυστικιστή από το 17ο αιώνα. Αλλά και σε όλη τη χρι­στιανική ιστορία υπήρχαν εμπνευσμένοι άνθρωποι που είχαν διεισδύσει στο κρυμμένο νόημα της φύσης. Ένας πολύ μεγάλος γνώστης της Βίβλου, ο Ωριγένης, πρέσβευε τον τρίτο μ.Χ. αιώ­να τη διδασκαλία της αποκατάστασης, δηλαδή της επαναφοράς όλων των πραγμάτων στην πηγή τους. Σύμφωνα με τη διδασκα­λία αυτή, η ψυχή εγκαταλείπει κάποτε τον τόπο της κάθαρσης της και καμία τιμωρία δεν διαρκεί αιώνια: «Η τελείωση θα έχει ολοκληρωθεί όταν κάποτε όλες οι ψυχές θα έχουν βρει τη λύ­τρωση και θα έχουν γίνει άγγελοι. Όλοι η κτίση επιστρέφει στον Θεό… Η βούληση που οδηγεί το σύμπαν προς την τελειοποίη­ση είναι μία αποκάλυψη του πολυεύσπλαχνου Θεού».

Στο βιβλίο του ενάντια στον Εθνικό Κέλσο, ο Ωριγένης ταυ­τίζει τον Αδάμ με την πρωταρχική ενότητα της ανθρώπινης φύσης η οποία στην αρχή της δημιουργίας έπεσε σαν ολότη­τα από τα ουράνια. «Το πνεύμα πέφτοντας έγινε ψυχή και η ψυχή εξασκούμενη στις αρετές θα γίνει πάλι πνεύμα». Παρα­πέμποντας στον προφήτη Ωσηέ που λέει επιγραμματικά: «Μα­κριά και αδιάκοπα περιπλανήθηκε η ψυχή μου» ο Ωριγένης απευθύνεται με αυτά τα λόγια στον Κέλσο: «Κατάλαβε λοι­πόν, αν μπορείς, ποιες είναι αυτές οι περιπλανήσεις που πρέ­πει να κάνει η ψυχή για τις οποίες κλαίει και οδύρεται. Η αλή­θεια είναι ότι όσο η ψυχή περιπλανάται, η κατανόηση γι’ αυ­τά τα πράγματα καρκινοβατεί κι είναι καλυμμένη από πέπλο. Μόνο όταν φθάσει πια στην πατρίδα της, στην ειρήνη του πα­ραδείσου, θα διδαχθεί την αλήθεια σχετικά και θα δει καθαρά ποιος ήταν ο σκοπός και το νόημα της περιπλάνησης της».

Στα οράματα της μεγάλης μυστικίστριας του μεσαίωνα αγίας Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν που κατέγραψε με το λατινικό τί­τλο «Scivias» δηλαδή «Γνώρισε τους δρόμους» επαναλαμβά­νεται η ίδια εικόνα της «αποκατάστασης»: «Και τότε άκουσα μία φωνή να μου λέει: Υμνωδίες αξίζουν στον εξαίσιο Δη­μιουργό με ακούραστη φωνή από την καρδιά κι από τα χείλη, γιατί δεν οδηγεί στον ουράνιο θρόνο μόνο τους στητούς και τους ορθούς με τη χάρη του, αλλά κι όσους έχουν πέσει κι ό­σους έχουν υποκύψει».

Το ότι οι άνθρωποι είναι εκπεσόντα πνεύματα κι ότι μια μέ­ρα όλοι θα επιστρέψουν στον Θεό χάρη στην αγάπη του για τα πλάσματα του, μετά από μία μακριά και περίπλοκη περι­πλάνηση μέσα από το ορυκτό, το φυτικό και το ζωικό βασί­λειο είναι μία διδασκαλία που συναντάται τόσο στους πρώ­τους χριστιανικούς αιώνες και στο χριστιανικό μυστικισμό αλ­λά και στο μυστικισμό άλλων θρησκειών, όπως στον Παρσισμό και στο Σουφισμό. Μία εκτενέστερη αναφορά όμως σε αυτό το θέμα ξεπερνά το πλαίσιο αυτού του βιβλίου.

Η δημιουργία είναι ένα θείο δώρο

Καταγραφή της Μπέρτα Ντούντκ στις 11.9.1963

«Όλα τα έργα της δημιουργίας Μου σας αποδεικνύουν την απεριόριστη αγάπη Μου για εσάς καθώς και την απαράμιλλη σοφία και παντοδυναμία Μου. Διότι όλα αυτά δημιουργήθη­καν αποκλειστικά και μόνο για τη σωτηρία και την επιστροφή των έκπτωτων πνευμάτων. Γι’ αυτό το λόγο ολόκληρο το έρ­γο της δημιουργίας είναι η έκφραση της απέραντης αγάπης Μου, επειδή έγινε για εκείνα ακριβώς τα πνευματικά όντα που προβάλλοντας αντίσταση σε Εμένα και απωθώντας την αγάπη Μου, δεν ήταν πλέον αντάξια της. Μολαταύτα ακριβώς αυτά τα πνεύματα που Μου προέβαλαν αντίσταση Με ώθησαν στο να δημιουργήσω τα έργα της πλάσης, με σκοπό την άρση της αντίστασης και την επιστροφή τους κοντά Μου.

Έτσι λοιπόν η αγάπη δεν έλαβε υπ’ όψη την αντίσταση τους, αλλά αιχμαλώτισε με τη δύναμη της τα έκπτωτα όντα. Με άλλα λόγια η σοφία και η ισχύς Μου τα διέσπασε σε άπειρα μικρο­σκοπικά σωματίδια και η δύναμη της αγάπης Μου τα περιέβα­λε, μεταμορφώνοντας τη δύναμη που είχα εκπέμψει αρχικά ως οντότητες, σε έργα της δημιουργίας, στα οποία η σοφία Μου καθόρισε εκ νέου τον προορισμό τους. Αγάπη, σοφία και δύνα­μη έδρασαν αδιαλείπτως για να πλαστεί κάθε έργο της δημιουρ­γίας. Έτσι λοιπόν η δημιουργία με την κυριολεκτική της σημα­σία ήταν και είναι ένα θεϊκό έργο, το οποίο μαρτυρεί την οντό­τητα Μου και το οποίο θα έπρεπε να φαίνεται σε εσάς τους ανθρώπους ως το πιο μεγάλο θαύμα, εφ’ όσον το συλλογιστείτε σε βάθος.

Και αυτή η δημιουργία θα παραμείνει ένα θαύμα, αφού δεν πρόκειται για άψυχα αντικείμενα παρά για διαρκώς μεταβαλλό­μενη ζωή. Οι λειτουργίες κάθε έργου της δημιουργίας χωριστά επιβεβαιώνουν σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο ένα ζωντανό, γε­μάτο σοφία Θεό, του οποίου η δύναμη θέλησης, η αγάπη και η ισχύς είναι ανεξάντλητες και δεν γνωρίζουν όρια. Αδιαλείπτως δημιουργώ μορφές για να περικλείουν τα μεμονωμένα μόρια τα οποία εξελίσσονται νομοτελειακά μέσα στα έργα της δημιουρ­γίας. Γιατί αυτά τα έκπτωτα όντα τα απόσπασα από την εξουσία του αντιπάλου Μου, τον οποίο κάποτε ακολούθησαν οικειοθε­λώς και έτσι οδηγήθηκαν στην πτώση τους. Ήταν βέβαια κτήμα του, ακριβώς επειδή τα ίδια τον ακολούθησαν εθελοντικά, εντού­τοις του αφαιρέθηκε κάθε ισχύς πάνω στα πνεύματα τα οποία η δύναμη της αγάπης Μου μεταμόρφωσε εν συνεχεία σε ύλη. Έτσι αυτά τα όντα απομακρύνθηκαν από την επιρροή του αντιπάλου και τελούσαν πλέον υπό το δικό Μου νόμο. Δεν ήταν πλέον ελεύ­θερα αφού έχασαν από επιπολαιότητα την ελευθερία τους, για το καλό των ίδιων όμως τα έθεσα πλέον υπό το νόμο Μου, ώστε να πρέπει να υπηρετήσουν με δεσμευμένη τη βούληση τους.

Συνολικά όλη η δημιουργία είναι συνεπώς ένα έργο της αγάπης Μου για αυτά τα έκπτωτα δυστυχισμένα όντα, τα οποία διανύουν το δρόμο μέσα από τα βασίλεια της φύσης με μεγά­λα βάσανα.

Εάν όμως ένα έκπτωτο ον έχει κάποια στιγμή ολοκληρώσει τη διαδρομή του μέσα από τα βασίλεια της φύσης και κινείται πλέον πάνω στη Γη ως άνθρωπος, τότε ως ένα βαθμό τού είναι φανερό το νόημα του σύμπαντος. Και αυτό θα πρέπει να το χα­ροποιήσει, διότι έχει ξεπεράσει πλέον τις βασανιστικές κατα­στάσεις, και επιπλέον βλέπει μπροστά του τα έργα της δημιουρ­γίας σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια η οποία του αποδεικνύει την αγάπη, τη σοφία και την ισχύ του δημιουργού, από τη στιγ­μή που αρχίζει να παραιτείται της τελευταίας αντίστασης του εναντίον Μου. Τότε πια από μια συγκεκριμένη άποψη είναι ελεύθερο, παρ’ όλο που είναι πλέον εκτεθειμένο στην επιρροή του αντιπάλου Μου, ο οποίος νωρίτερα δεν είχε κανενός εί­δους δύναμη πάνω στο εξελισσόμενο ον. Γιατί πάντοτε ο άν­θρωπος παραμένει κτήμα του έως ότου αποκοπεί από αυτόν με την ελεύθερη βούληση του.

Έτσι λοιπόν θα πρέπει να το κατανοήσετε ότι σ’ εσάς τους ανθρώπους η δημιουργία μπορεί και πρόκειται να σας χαρίζει ευτυχία, γιατί είναι ένα δικό Μου έργο. Για τη γένεση της χρη­σιμοποίησα απλώς τη δύναμη που εκπορεύτηκε από Εμένα με τη μορφή των όντων. Έτσι αν και τη μεταμόρφωσα στα πλέον διαφορετικά έργα της αγάπης και σοφίας Μου, παραμένει όμως ακόμη ως προς την ουσία της έκπτωτο πνευματικό στοιχείο. Είναι δηλαδή υποτελής του αντιπάλου Μου και θα παραμένει δικό του μερίδιο, έως ότου επιστρέψει πάλι πίσω σε Εμένα ως ολοκληρωτικά λυτρωμένη. Εσείς οι άνθρωποι δεν μπορείτε βέβαια να δείτε τα έκπτωτα πνεύματα στην πλάση, παρά μόνο τα έργα της αγάπης Μου και να χαίρεστε με αυτά, να διακρίνετε Εμένα τον ίδιο μέσα τους κι επίσης μπορείτε να θεωρείτε τον εαυτό σας ως ευτυχή επειδή έχετε ήδη διανύσει το δρόμο μέ­σα από τη δημιουργία και βρίσκεστε ένα βήμα πριν από την ολοκλήρωση σας.

Όμως παράλληλα οφείλετε να θυμάστε ότι ο πραγματικός κό­σμος είναι ένας πνευματικός κόσμος που ωστόσο είναι ορατός μόνο σε εκείνους που βλέπουν πνευματικά, ότι όλα αυτά που είναι ορατά σε εσάς τους ανθρώπους αποτελούν μόνο μια ανταύγεια εκείνου του πραγματικού πνευματικού κόσμου. Πρέ­πει να αναλογισθείτε ότι κάθε είδους ύλη είναι αποσκληρυμένη πνευματική ουσία και ότι αυτή η απσσκλήρυνση ήταν ου­σιαστικά το αποτέλεσμα της αντίστασης εναντίον Μου, της απόκρουσης της δύναμης της αγάπης Μου. Τότε θα σας γίνει κατανοητό ότι ο επίγειος κόσμος στην ουσία του είναι το πνευ­ματικό στοιχείο που είναι ανυπότακτο σε Εμένα και ότι είναι η αγάπη και η σοφία Μου που του επιβάλλει να υπηρετεί, με απώτερο σκοπό να σπάσει την αντίσταση του και να το καθο­δηγήσει κάποια στιγμή πάλι στην πρωταρχική του κατάσταση. Επομένως η πτώση των όντων από το πλευρό Μου επέφερε την αποσκλήρυνση της πνευματικής ουσίας και γι’ αυτό το έκ­πτωτο πνευματικό στοιχείο ανήκει ακόμη στον αντίπαλο Μου, έως ότου η ουσία αυτή πνευματοποιηθεί ξανά. Τούτο δεν Με εμποδίζει να του αφαιρέσω την εξουσία που έχει πάνω σε αυτό το πνευματικό και να το μεταμορφώσω σε δημιουργήματα κάθε είδους με σκοπό να πετύχω την οριστική, οικειοθελή απομάκρυν­ση από εκείνον και την επιστροφή σε Εμένα. Και έτσι η δημιουρ­γία παραμένει πάντα ένα θεϊκό έργο, ένα έργο της ατέρμονης αγάπης και σοφίας Μου, που μόνο Εγώ θα μπορούσα ποτέ να έχω δημιουργήσει, αφού μέσα Μου εγκατοικούν όλη η ισχύς και η δύναμη, ούτως ώστε μπορώ να θέσω σε εφαρμογή όλα όσα η αγάπη και η σοφία Μου θέλουν και έχουν κρίνει ως επιτυχή.

Αμήν»

20.7.1963

Το σχέδιο της Επανόδου στην πνευματική πατρίδα

«Κανένα πράγμα, το οποίο προήλθε κάποτε από Μένα και τη Δύναμη Μου, δεν μπορεί να πάει για πάντα χαμένο… Η υπό­σταση του παραμένει, διότι είναι ακατάλυτο και επιστρέφει απαράβατα σε Μένα, την προαιώνια Πηγή Δύναμης γιατί αυτός είναι ο νόμος της αιώνιας Τάξης Μου. Ωστόσο η οντότητα η οποία προήλθε από Μένα ως τέλειο, θεϊκό ον, μπορούσε, χάρη στη θέληση της που ήταν ελεύθερη, να μετατραπεί στο αντί­θετο, μπορούσε να αποποιηθεί την τελειότητα της και να γίνει ένα αντίθεο ον… Αυτό και έκανε, χωρίς να την εμποδίσω, δε­δομένου ότι είχα ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Διότι είχα θέσει ένα στόχο για όλα τα όντα που είχαν “δημιουργηθεί”, να εξε­λιχθούν δηλαδή σε αληθινά “παιδιά” Μου, τα οποία δεν θα τα είχα “πλάσει”, όπως θα ήθελα Εγώ, αλλά τα οποία έπρεπε εκού­σια από μόνα τους να αυτοδιαμορφωθούν σε παιδιά Μου…

Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν δεν τα εμπόδισα να αποστατήσουν από Μένα, αλλά σχεδίασα για όλα τα πεσμένα όντα μια δια­δικασία επανόδου κοντά Μου. Δηλαδή την ενέργεια που είχε εκπορευθεί κάποτε από Μένα υπό τη μορφή των διαφόρων ό­ντων, τη μεταμόρφωσα σε κάθε είδος δημιουργήματα. Διέλυ­σα τα όντα σε αμέτρητα μόρια, τα οποία έδωσαν ζωή στα διά­φορα δημιουργήματα και έτσι η δύναμη εκείνη ενεργοποιήθη­κε σύμφωνα με το Θέλημα Μου… Με άλλα λόγια το κάθε δημιούργημα υπακούοντας το φυσικό νόμο, εκτελούσε το κα­θήκον που του είχε ανατεθεί, διότι δεν άφησα να γίνει τίποτα χωρίς αιτία και σκοπό…

Το κάθε δημιούργημα είχε τον προορισμό του και η αγάπη, η σοφία και η δύναμη Μου έφτιαξαν έναν γήινο κόσμο, ο οποί­ος περιείχε όλα εκείνα τα μόρια των πεσμένων ψυχών. Αυτά ωρίμαζαν σιγά-σιγά προς τα πάνω, με το σκοπό πάλι κάποια στιγμή να ξανασμίξουν μεταξύ τους σαν ξεχωριστά όντα, καθώς θα έπρεπε πάλι στο μέλλον να ενσαρκωθούν στον άν­θρωπο για να συστήσουν το πρωταρχικό πνεύμα που είχε κά­ποτε εκπέσει από τον Θεό. Και τότε θα έπρεπε να περάσουν την τελευταία δοκιμασία της θέλησης τους, να στραφούν δη­λαδή εθελοντικά προς Εμένα, όπως κάποτε είχαν απομακρυν­θεί εθελοντικά από κοντά Μου… Αυτή λοιπόν η ατέλειωτα μα­κριά εξέλιξη προς τα πάνω, σημαίνει μια πορεία ταπείνωσης για το αρχικό ον που έχει διαλυθεί σε άπειρα μόρια, σε αντί­θεση δηλαδή με την πτώση του, η οποία οφείλετο στην αλα­ζονεία και τη μανία που είχε να κυριαρχεί…

Ο μόνος τρόπος για να επιστρέψουν τα όντα στην αρχική τους κατάσταση είναι υπηρετώντας συνεχώς. Η υπηρεσία αυτή γίνεται βέβαια υποχρεωτικά, ώσπου κάποια στιγμή το ον να έχει ολοκληρωθεί και να έχει γίνει άνθρωπος, οπότε οφείλει να υπηρετήσει πλέον εθελοντικά, ωθούμενος μόνο από την αγάπη του… πράγμα που τότε εγγυάται τη βέβαιη τελείωση του σε αυτή τη γη. Είναι ατέλειωτα μακρύς ο δρόμος τον οποί­ο πρέπει να καλύψει το πνεύμα που αποστάτησε κάποτε, μέ­χρι να μπορέσει να πάρει την τελευταία του απόφαση σαν άνθρωπος σε κατάσταση απόλυτα ελεύθερης θέλησης… Κι αυ­τός ο δρόμος είναι τόσο απερίγραπτα οδυνηρός, που γι’ αυτό αφαιρείται από τον άνθρωπο η ανάμνηση του, ούτως ώστε να μπορεί ν’ αποφασίσει ελεύθερα. Ενώ εάν γνώριζε τον πόνο και τη δυστυχία που πέρασε όσο δεν ήταν ελεύθερος, δεν θα μπορούσε να θέλει και να σκέφτεται ελεύθερα σαν άνθρωπος. Γιατί ο φόβος θα τον ωθούσε μεν προς τη σωστή απόφαση, αλλά αυτό δεν θα είχε καμία αξία για την ψυχή και την τελειο­ποίηση της…

Ο άνθρωπος πρέπει να υπηρετεί ελεύθερα, ωθούμενος από αγάπη και να φθάνει μόνος του στην ωριμότητα, γι’ αυτό άλ­λωστε διανύει το δρόμο του πάνω στη γη… Διότι ο άνθρωπος είναι εκείνο το πρωταρχικό πνεύμα το οποίο έπεσε κάποτε, στο οποίο η απέραντη Αγάπη Μου προσφέρει κάθε δυνατότητα προκειμένου να γίνει ξανά αυτό που ήταν στην αρχή: ένα ον ύψιστης τελειότητας. Τώρα όμως θα έχει φθάσει από μόνο του αυτόβουλα στην τελειότητα, την οποία Εγώ δεν μπορούσα να του δώσω, ούτως ώστε τώρα το “δημιουργημένο έργο” θα έχει γίνει ομοίωμα Μου, θα έχει γίνει “παιδί” Μου…

Αυτός είναι ο στόχος που έθεσα απαρχής, ο οποίος απαίτη­σε μία ατέλειωτα μακριά πορεία εξέλιξης και συνιστά το “προ­αιώνιο σχέδιο για τη σωτηρία”. Να ξέρετε λοιπόν ότι εσείς εί­σαστε εκείνο το εκπεσόν πνευματικό στοιχείο, το οποίο βρί­σκεται λίγο πριν την εκπλήρωση του στόχου. Ο δε στόχος σημαίνει ότι συνδέεσθε αυτόβουλα μαζί Μου, πράγμα που ση­μαίνει πάλι ότι πρέπει να μεταμορφώσετε το είναι σας σε αγά­πη για να μπορέσετε να ενωθείτε μαζί Μου, που είμαι η αιώνια Αγάπη. Ξέρετε λοιπόν τώρα ότι η ύπαρξη σας δεν άρχισε με την ανθρώπινη υπόσταση, αλλά ότι υπάρχετε εδώ και άπει­ρο καιρό…

Ξέρετε ότι προφανώς Εγώ δεν σας δημιούργησα σε μία τέτοια κατάσταση που κάθε άλλο παρά τέλεια μπορεί να ονομασθεί, αφού σαν άνθρωποι έχετε αδυναμίες και ελαττώματα. Εφόσον ασφαλώς δεν είσαστε τέλεια όντα, συνεπώς δεν μπορεί τότε να προήλθατε σε αυτή την κατάσταση από Μένα, που μόνο τέλεια όντα μπορώ να δημιουργήσω. Αυτή η γνώση λοιπόν θα πρέπει να σας βάλει σε σκέψεις και να σας οδηγήσει στην αναγνώριση ότι και η επίγεια ζωή σας πρέπει να έχει επίσης ένα σκοπό. Να επιστρέψετε δηλαδή στην τελειότητα την οποία είχατε πρωταρχικά και την οποία αποποιηθήκατε εκούσια…

Ξέρετε λοιπόν επίσης και για την αποστολή σας η οποία συ­νίσταται στο να μεταμορφώσετε το είναι σας σε αγάπη που αποτελεί το πρωταρχικό στοιχείο σας, αφού είσαστε όμοιοι μ’ Εμένα ως προς την πρωταρχική ουσία σας. Τώρα σαν άνθρω­ποι είσαστε ακόμη πολύ μακριά από την τελειότητα, ωστόσο είσαστε και παραμένετε δημιουργήματα του Θεού τα οποία δεν μπορούν ποτέ να χαθούν. Πάντα θα φροντίζω για την τε­λειοποίηση σας, ούτε πρόκειται να σας εγκαταλείψω ποτέ και κάποια μέρα θα φτάσετε σίγουρα στον τελευταίο στόχο, να ενωθείτε απόλυτα μαζί Μου και να μείνουμε ενωμένοι για όλη την αιωνιότητα… Το γεγονός ότι ελάχιστα γνωρίζετε σχετικά σαν άνθρωποι, οφείλεται στον πολύ χαμηλό βαθμό αγάπης που έχετε, ειδάλλως θα είχατε πλήρη γνώση. Σε αυτή την περίπτω­ση όμως θα είσασταν ήδη κοντά στην τελειοποίηση σας. Αυ­τή τη γνώση σας τη δίνω μόνο όταν είσαστε έτοιμοι να τη δε­χθείτε… μόνο όταν ζητάτε να μάθετε για τις σχέσεις που επι­κρατούν ανάμεσα σε σας τους ίδιους, τον Θεό και προαιώνιο Δημιουργό σας και ολόκληρη τη Δημιουργία…

Τότε θα γνωρίζετε πραγματικά όλη την Αλήθεια και θα βα­δίσετε συνειδητά τώρα πια την επίγεια πορεία σας με σκοπό την τελική ένωση μαζί Μου… Θα κατακτήσετε την τελειότη­τα και μαζί μ’ αυτήν μια ζωή μακαριότητας, που δεν έχει τέ­λος ποτέ…»

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

«Ήρθε στον τόπο το δικό τον και οι δικοί του δεν τον δέχτηκαν. Σε όσους όμως τον δέχτηκαν και πίστεψαν σ’ αυτόν έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά τον Θεού.

Απ’ τον Θεό γεννήθηκαν αυτοί και όχι από γυναίκας αί­μα, ούτε από επιθυμία ανθρώπινη ή επιθυμία άντρα. Κι ο Λόγος έγινε άνθρωπος κι έστησε τη σκηνή του ανάμε­σα μας, και είδαμε τη θεϊκή του δόξα, τη δόξα που ο μο­ναχογιός την έχει απ’  τον Πατέρα, κι ήρθε γεμάτος χάρη θεϊκή κι αλήθεια για μας.

Ο νόμος δόθηκε διά του Μωυσή, η χάρη η θεϊκή όμως και η αλήθεια ήρθε σ’ εμάς διά του Ιησού Χριστού».

Κατά Ιωάννη 1, 11-14. 17

«Σε καμία από τις αμέτρητες προηγούμενες δημιουργί­ες δεν περιβλήθηκα δυνάμει της θέλησης Μου με σάρκα ούτε κατέβηκα ως άνθρωπος σε καμία άλλη γη. Απλά επι­κοινωνούσα με τα ανθρώπινα πλάσματα μονάχα μέσα α­πό αγνότατα αγγελικά πνεύματα. Μόνο η παρούσα περί­οδος της δημιουργίας ήταν προορισμένη για την ενσάρ­κωση Μου που θα ισχύει για όλες τις μελλοντικές δημιουργίες. Γι’ αυτό βρίσκομαι πάνω στο μικρό ουρά­νιο σώμα που λέγεται γη με την προαιώνια θεία οντότη­τα Μου κλεισμένη μέσα σε μια περιορισμένη σαρκική μορφή για να φανερωθώ ορατό στα πλάσματα Μου και να τα διδάξω προσωπικά. προκειμένου να διαπλάσω για όλες τις εποχές και τις αιωνιότητες παιδιά δικά Μου που να Μου μοιάζουν αληθινά σε όλα, Εγώ, ο άπειρος, αιώνιος Θεός, πήρα σάρκα και ένωσα το κέντρο Ζωής της θεϊκής ύπαρξης Μου. Σκοπός Μου είναι να παρουσιαστώ σε σας που είσαστε τα παιδιά Μου ως ορατός και αισθητός Θεός και να σας διδάξω με το ίδιο Μου το στόμα και την καρ­διά την αληθινή θεϊκή αγάπη, σοφία και δύναμη. Γιατί χά­ρη σε αυτές μια μέρα θα άρχετε όπως Εγώ πάνω από όλα τα όντα, όχι μόνο αυτά της τωρινής περιόδου της δημιουρ­γίας, αλλά και σε αυτά των προηγούμενων, όπως και εκεί­νων που θα ακολουθήσουν στο μέλλον».

Από «Το Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη»

Στις προηγούμενες σελίδες αναλύθηκε το πως οι ψυχικέ; ουσίες των έκπτωτων αρχέγονων πνευμάτων χρειάστηκαν ανυ­πολόγιστα μεγάλο διάστημα εξέλιξης μέσα από τα τρία φυ­σικά βασίλεια ώσπου να αποκτήσουν πάλι την ωριμότητα εκεί­νη που τους επέτρεπε να ενσαρκωθούν πάνω στη γη ως ανθρώ­πινες ψυχές, προκειμένου να περάσουν άλλη μία φορά τι; εξετάσεις της βούλησης τους και να διαλέξουν στρατόπεδα. Η μακρόχρονη προεργασία στην οποία υποβλήθηκε η γη μέχρι να φθάσει στο επίπεδο εκείνο που να μπορεί να παράσχει δυ­νατότητα ύπαρξης στον ολοκληρωμένο πλέον, δηλαδή εμπλου­τισμένο με ένα θεϊκό σπινθήρα άνθρωπο, περιγράφεται διεξο­δικά στο λορμπερικό έργο «Γη και Σελήνη». Στη συνέχεια ακολουθούν ορισμένες πληροφορίες από τις νέες αποκαλύψεις για την πορεία του πρώτου ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Από τη δημιουργία του Αδάμ ως την απελευθέρωση

«Όταν πια στην έκτη περίοδο του σχηματισμού της γης, το έδαφος της ήταν εντελώς έτοιμο για να φιλοξενήσει ανθρώ­πους με πνεύμα, μία ισχυρότατη φυσική ψυχή, που είχε ωρι­μάσει περνώντας μέσα από τα τρία φυσικά βασίλεια, κλήθη­κε ν’ αφήσει την ελευθερία της αέρινης φύσης της και να συ­γκροτήσει ένα σώμα. Τούτο το σώμα σχηματίσθηκε από χουμικό πηλό σύμφωνα με την εικόνα της αρχέτυπης μορφή του Θεού που υπήρχε μέσα στην ψυχή. Κι αυτή η πρώτη, ώρι­μη και δυνατή φυσική ψυχή έκανε ό,τι της υπαγόρευε μέσα της η θεϊκή δύναμη. Έτσι η πρώτη ψυχή ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου, μπήκε σ’ ένα νέο, γερό σώμα που είχε διαμορφώ­σει με μεγάλη τάξη η ίδια. Τώρα μπορούσε να δει όλο τον αισθητό κόσμο και τα αμέτρητα, πλάσματα που ήταν εκεί πριν απ’ αυτήν. Κι αυτόν τον πρώτο ολοκληρωμένο άνθρωπο στη γη που βγήκε από τα χέρια της Εξουσίας και της Δύναμης που έχει η αιώνια Αγάπη, το στόμα της Χάρης τον ονόμασε Αδάμ, που σημαίνει “ο Γιος της Ευσπλαχνίας και της Χάρης”.

Με τον καιρό και με τις εμπειρίες που απόκτησε ο Αδάμ, ανέ­πτυξε με τη δύναμη της Θέλησης Μου μια τέτοια δύναμη, που σαν συνέπεια, η ζωτική σφαίρα που τον περιέβαλλε (σ.τ.μ.: η αύρα του) έγινε πάρα πολύ ισχυρή. Μια φορά λοιπόν, εξαντλη­μένος από τη δουλειά και από την πεζοπορία, αποκοιμήθηκε βαθιά. Τότε ήρθε η ώρα να μπει στην αιθερική σφαίρα ζωής που τον περιέβαλε, μια άλλη φυσική ψυχή, η οποία είχε προέλθει από όλες τις βαθμίδες της φύσης. Όταν αυτή η ψυχή βρέθηκε μέσα στην αιθερική σφαίρα του Αδάμ, βάλθηκε αμέσως να φτιά­ξει, σύμφωνα με τη Θέληση και την Τάξη Μου, το κατάλληλο γι’ αυτή σώμα. Για το σκοπό αυτό, απορρόφησε όσες ουσίες τής ταίριαζαν απ’ το αιθέριο σώμα του Αδάμ, δηλαδή από τους πλούσιους ζωτικούς αχνούς που αναδύονταν από τον κοιμισμέ­νο άνδρα. Το ίδιο κάνουν καμιά φορά και σήμερα ψυχές πεθα­μένων, όταν θέλουν να πάρουν μια μορφή, για να εμφανιστούν για λίγη ώρα στους ανθρώπους.

Μέσα σε τρεις μέρες είχε τελειώσει, κι έτσι, όταν ξύπνησε ο Αδάμ, αντίκρυσε δίπλα του όλο έκπληξη και χαρά ένα ο­μοίωμα του. Όπως ήταν φυσικό, αυτό το ομοίωμα του αφο­σιώθηκε απόλυτα, αφού σαν σώμα είχε προέλθει από τη δική του ουσία. Ο Αδάμ, από τη μεριά του, ένιωθε σαν να είχε ένα ευχάριστο σφίξιμο γύρω από την καρδιά του, άλλοτε πάλι αι­σθανόταν κάτι σαν ένα κενό. Αυτή ήταν η αρχή της αγάπης α­νάμεσα στα δύο φύλα. Από εκεί και μπρος δεν μπορούσε στιγ­μή ν’ αποχωριστεί το ομοίωμα του που του έδωσε από την αρ­χή τόση ευτυχία. Δεν έκανε πια βήμα μόνος του, όπου κι αν πήγαινε η γυναίκα τον ακολουθούσε. Κι αν πήγαινε κάπου η γυναίκα, πήγαινε δίχως άλλο κι αυτός από κοντά. Συναισθανόταν την αξία και την αγάπη της, γι’ αυτό σε κάποια ενορατική στιγμή της είπε: “Εμείς οι δύο, εγώ ένας άνδρας κι εσύ μια γυναίκα, είμαστε μια σάρκα κι ένα σώμα. Είσαι το πιο αγαπημένο κομμάτι της ζωής μου κι έτσι θα είναι για πάντα!”

Στη «Θεία Οικονομία» πληροφορούμαστε πως τα αιθέρια στοιχεία που απορρόφησε η γυναικεία ψυχή από τους ζωτι­κούς αχνούς του Αδάμ ήταν τα πιο επιφανειακά και εγωκε­ντρικά, δηλαδή τα πιο ναρκισσιστικά και αισθησιακά στοιχεία.

Γι’ αυτό, σε ένα άλλο κείμενο του Λόρμπερ ένας μαθητής του Ιησού λέει για τη γυναικεία φύση που προήλθε απ’ το πλευ­ρό του Αδάμ: «Τώρα τα καταλαβαίνω όλα! Το ότι η γυναίκα δημιουργήθηκε από το πλευρό του Αδάμ, σημαίνει πως χάρη στη Σοφία και τη Δύναμη του Θεού, αποσπάστηκαν από τον άνδρα τα πιο απείθαρχα πνευματικά στοιχεία, δηλαδή ό,τι ήταν πιο αισθησιακό, περήφανο κι αλαζονικό μέσα του, και ενσω­ματώθηκαν σε μία γυναικεία μορφή, παρόμοια μ’ αυτόν. Αφού λοιπόν βγήκε μέσα από τον άνδρα, έχει μία ζωντανή σχέση μαζί του. Γι’ αυτό και είναι ικανή (μέσα από την ερωτική πρά­ξη), να δώσει ζωή σ’ έναν καρπό μέσα στα σπλάχνα της, όπως το ορίζει το πανίσχυρο θέλημα του Θεού. Όντας το πιο απεί­θαρχο πνευματικά κομμάτι του άνδρα, έχει ν’ αντιμετωπίσει πιο πολλές δοκιμασίες από εκείνον. Γι’ αυτό όμως μπορεί, εξί­σου με τον άνδρα, να τελειοποιήσει το πνεύμα της, όπως κι αυτός το δικό του, που είναι πιο ήπιο.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, όπως λέει και η Γραφή, άνδρας και γυ­ναίκα γίνονται στο τέλος ένα. Υπάρχει η έκφραση πως άνδρας και γυναίκα “έσονται εις σάρκα μίαν”. Αυτό σημαίνει με άλ­λα λόγια, ότι ναι μεν το εγώ της γυναίκας είναι το πιο απείθα­ρχο κομμάτι του άνδρα, στο τέλος όμως, επειδή περνάει πιο μεγάλες δοκιμασίες στη ζωή της, γίνεται ίδια με το πιο ήπιο πνευματικό του μέρος. Κι αυτό θέλει να πει, άνδρας και γυ­ναίκα γίνονται μία σάρκα!»

Για την παραδείσια κατάσταση που ζούσαν οι πρωτόπλαστοι αλλά και για την πτώση τους από αυτή, αναφέρεται συνοπτι­κά στο «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη»:

«Στην αρχή ο Δημιουργός έβαλε μόνο ένα ζευγάρι ανθρώπων στη γη, αλλά το εφοδίασε με όλες τις απαραίτητες ικανό­τητες. Διέθετε βαθιές διορατικές γνώσεις, έναν πεντακάθαρο νου και μια πανίσχυρη ελεύθερη θέληση στην οποία υποτάσ­σονταν υποχρεωτικά όλα τα άλλα πλάσματα. Μαζί μ’ αυτές τις ιδιότητες, παρέλαβαν από το Δημιουργό και μία ολοκάθα­ρη, ευκολονόητη αποκάλυψη. Η αποκάλυψη αυτή τους έδει­χνε ανοιχτά και απροκάλυπτα τι χρειαζόταν να κάνουν για να φθάσουν στον προορισμό που τους είχε ορίσει ο Θεός, από τον πιο σύντομο και ευκολοδιάβατο δρόμο. Παράλληλα όμως ο θεός τους έδειξε πως ήταν απόλυτα ελεύθεροι και πως μπο­ρούσαν εξίσου να πράξουν ενάντια στο θέλημα Του, που το γνώριζαν καλά, αν ήθελαν να ακολουθήσουν τις προτροπές της σάρκας και της ύλης αυτού του κόσμου. Σ’ αυτή την πε­ρίπτωση όμως, θα προκαλούσαν μόνοι τους την τιμωρία τους και θα γνώριζαν το θάνατο.

Για ένα διάστημα τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά. Κι αυ­τό ήταν με την πνευματική έννοια ο παράδεισος, δηλαδή η τέ­λεια αρμονία της ψυχής με το θείο Πνεύμα. Η εικόνα δηλαδή του Αδάμ και της Εύας στον παράδεισο, συμβολίζει τους πρω­τόπλαστους που είναι εντελώς εναρμονισμένοι με τη θεία Τάξη. Σύντομα όμως η φιληδονία, (που ο Μωϋσής παρίστανε με το φίδι), υπερίσχυσε πάνω στη συνείδηση τού τι ήταν καλό και αληθινό όπως τους το είχε αποκαλύψει ο Θεός. Και τότε το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι παρέβη την εντολή του Θεού, για να δει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτό λοιπόν που έκαναν οι πρωτόπλαστοι, το επαναλαμβάνουν τώρα σχεδόν όλοι οι άνθρωποι!»

«Αν ο Αδάμ είχε σεβαστεί τη θετική εντολή, η ανθρωπότητα, δηλαδή η τέλεια ψυχή του ανθρώπου, δεν θα είχε καταλή­ξει να έχει ένα τέτοιο σκληρό, βαρύ και ασθενικό σώμα. Όμως η απείθεια απέναντι στο Νόμο του Θεού οδήγησε αναγκαστι­κά τον άνθρωπο να παρεκκλίνει σημαντικά από το δρόμο του. Έτσι τώρα φτάνει πιο δύσκολα και πιο αργά στον προορισμό του.

Θ’ αναρωτιέσαι ασφαλώς πώς γίνεται να επηρέασε τόσο δρα­στικά τη φύση του ανθρώπου ένας μικρός νόμος, που δεν είχε μάλιστα παρά απλά ηθική αξία; Και χωρίς την άσκοπη από­λαυση ο Αδάμ θα ήταν και πάλι από σάρκα, όπως ήταν και μετά την απόλαυση του “μήλου”. Και κάποτε θα ερχόταν η ώρα του να πεθάνει, όπως πεθαίνουν όλοι οι άνθρωποι τώρα!

Από τη μια μεριά έχεις δίκιο, αλλά από την άλλη άδικο. Η απόλαυση του μήλου όταν είναι υγιής και ώριμος καρπός, σί­γουρα δεν επιφέρει το θάνατο. Το μήλο αυτό καθαυτό δεν έχει καμιά ή μικρή σημασία. Όταν όμως η απόλαυση αυτή απαγο­ρεύεται για ένα αόριστο χρονικό διάστημα, κι αυτό μόνο για να “δέσει” πιο καλά η ψυχή, αυτή όμως με πλήρη επίγνωση της ελεύθερης θέλησης της παρακούει και παραβιάζει το Νόμο, ανοίγει έτσι ένα βίαιο ρήγμα στη θεϊκή αμόλυντη φύση της. Τούτο το ρήγμα μοιάζει τότε με μια ανοιχτή πληγή που δύσκο­λα μπορεί πια να γιατρευτεί. Ακόμη κι αν η πληγή στο τέλος κλείσει, η ουλή πιέζει ένα σωρό από αγγεία. Έτσι οι ζωτικοί χυμοί της ψυχής δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν πια καλά, γι’ αυτό της προξενούν μόνιμα μια δυσάρεστη κι οδυνηρή αί­σθηση στο μέρος της ουλής. Αυτή η ουλή λοιπόν είναι αυτό που ονομάζεται κόσμος!

Η ψυχή βέβαια επιχειρεί να αποβάλει αμέσως την ουλή, για­τί τραβάει διαρκώς την προσοχή της στον κόσμο και την πο­νάει. Αλλά όσο πιο πολύ πασχίζει να απαλλαγεί από αυτήν τό­σο πιο σκληρή γίνεται η ουλή- κι όσο πιο στερεή η ουλή, τό­σο πιο πολλές έγνοιες της προξενεί. Στο τέλος πια η ψυχή δεν κάνει άλλη δουλειά από το να ασχολείται με τη γιατρειά αυ­τής της παλιάς πληγής. Προσπαθώντας όμως να ξενοιάσει απ; αυτό το βάσανο, φροντίζει όλο και λιγότερο το θεϊκό πνεύμα της. Αυτό λοιπόν είναι στην ουσία το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα!

Πώς γίνεται όμως να κληρονομιέται κάτι τέτοιο, θα αναρω­τηθεί κανείς. Πανεύκολα! Αυτό που θα πάθει μια φορά ο ορ­γανισμός της ψυχής μπορεί να τη βασανίζει χίλια χρόνια, αν το πνεύμα που είναι μέσα της δεν αποκαταστήσει και πάλι την τάξη. Πάρτε για παράδειγμα την ιδιοτυπία ενός λαού! Αν βλέ­πατε σήμερα το γενάρχη τους, θα αντιλαμβανόσασταν αμέσως ότι έχει μια αδιάψευστη ομοιότητα με όλους τους απογόνους του. Αν ο γενάρχης και η γυναίκα του ήταν αγαθοί και πράοι άνθρωποι, στο τέλος όλος ο λαός, με λίγες εξαιρέσεις, θα εί­ναι πιο αγαθός και ειρηνικός απ’ ό,τι ένας λαός που είχε ένα γενάρχη οργίλο, αλαζόνα και αρχομανή.

Ένα δευτερεύον γνώρισμα του γενάρχη λοιπόν διακρίνεται εμφανώς σωματικά και ηθικά μέσα σε όλους τους απογόνους του; ακόμη κι αν περάσουν χιλιάδες χρόνια. Πόσο μάλλον θα σημαδεύει όλους τους απογόνους του αυτό το τόσο σημαντι­κό γνώρισμα του πρώτου ανθρώπου της γης, αφού μαζί με το σπέρμα περνάει από γενιά σε γενιά από τη στιγμή της σύλληψης κιόλας!»

Για το πώς θα είχε εξελιχθεί το ανθρώπινο γένος εάν το πρώ­το ζεύγος ανθρώπων δεν είχε αποτύχει στη δοκιμασία της βού­λησης του πληροφορεί ενδεικτικά μία μετάδοση στην Μπέρ­τα Ντούντε από τις 16.11.1963:

«…Η ενοχή των πνευμάτων που αποσχίστηκαν από Μένα ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Κι αυτό που έφταιγε κυρίως ήταν ότι δεν ήθελαν πια να Με αναγνωρίζουν ως Θεό, μολονότι βρί­σκονταν σε μια κατάσταση φωτός χάρη στην οποία έβλεπαν καθαρά το πως είχαν δημιουργηθεί. Δηλαδή η αμαρτία τους ήταν ότι στράφηκαν εναντίον Μου, παρ’ όλο που είχαν την απαραίτητη γνώση για να μην το κάνουν. Ωστόσο τους είχα τόσο μεγάλη αγάπη, που παρ’ όλα αυτά έθεσα σαν μόνη προ­ϋπόθεση για την επιστροφή τους την πλήρη αναγνώριση Μου από πλευράς τους και την παραδοχή της ενοχής τους απένα­ντι στον Θεό και Πατέρα τους. Θα πρέπει να τονιστεί όμως ότι τα όντα με την πτώση τους είχαν περάσει στην κατοχή του αντιπάλου Μου και ήταν πολύ αδύναμα πλέον για να ξεφύγουν από την εξουσία του. Τη δύναμη για να ελευθερωθούν απ’ αυ­τόν μόνο η αγάπη μπορούσε να τους τη δώσει, γιατί η αγάπη ήταν το μοναδικό πράγμα, μπροστά στο οποίο ο εχθρός ήταν ανίσχυρος, αφού αυτή μόνο ήταν σε θέση να τον νικήσει.

Αυτά τα όντα είχαν αρνηθεί εθελοντικά την αγάπη, αφού απέκρουσαν την αγάπη με την οποία τ’ ακτινοβολούσα, με αποτέλεσμα να είναι πλήρως υποταγμένα στον εχθρό τους· αλ­λά στους πρώτους ανθρώπους έδωσα τη δυνατότητα να δεχθούν  πάλι την αγάπη Μου. Τους προίκισα με κάθε είδους χαρίσματα και ικανότητες και είχαν επιπλέον τη δύναμη να κάνουν ολόκληρη τη γη υποτελή τους. Η αγάπη που τους προσέφερα ήταν χωρίς περιορισμούς και για να Μου την ανταποδώσουν, αρκούσε να ακολουθήσουν την πολύ απλή εντολή Μου. Εάν ανταπέδιδαν δε την αγάπη Μου, θα είχαν ενισχυθεί με τόση μεγάλη δύναμη, ώστε θα τους ήταν πανεύκολο ν’ αντισταθούν στον αντίπαλο και να ελευθερωθούν από τα δεσμά του. Επιπλέον με το να εκπληρώσουν το θέλημα Μου θα είχαν ανα­γνωρίσει την αλλοτινή ενοχή τους και θα είχαν εναρμονιστεί πάλι με τη βούληση Μου. Έτσι το κάθε ον που θα ενσαρκω­νόταν ως άνθρωπος στη γη μετά από κείνους θ’ ακολουθούσε την ίδια πορεία, και με αυτό τον τρόπο μέσα σε σύντομο διά­στημα η ανθρωπότητα θα είχε επιστρέψει μετανοημένη κοντά Μου. Γιατί τη δύναμη που θα διέθετε ο Αδάμ χάρη στη σωστή αγάπη του, θα την είχαν κληρονομήσει όλοι οι απόγονοι του. Η πλήρης πνευματοποίηση των έκπτωτων όντων θα είχε ολο­κληρωθεί πολύ γρήγορα, ακριβώς επειδή εκείνοι οι πρώτοι άν­θρωποι θα είχαν αναγνωρίσει την τεράστια ενοχή τους απένα­ντι Μου και με το να Με αγαπούν πάλι θερμά θα την είχαν εξιλεώσει πολύ γρήγορα.

Γιατί μία αμαρτία απέναντι στην Αγάπη, δηλαδή απέναντι σε Μένα τον Ίδιο, μόνο με την αγάπη πάλι μπορούσε να εξα­λειφθεί. Και είναι αλήθεια πως με όλα όσα χάρισα στους πρω­τόπλαστους, όταν πήραν στην κατοχή τους τη γη, η αγάπη τους θα έπρεπε να είχε γίνει από μόνη της μία ακατάσβεστη φωτιά. Γιατί το μόνο που απαιτούσα ως εξιλασμό ήταν αγάπη, την οποία αγάπη, επειδή ο Αδάμ και το ανθρώπινο γένος απέτυ­χαν σ’ αυτό, Μου την προσέφερε αργότερα ο άνθρωπος Ιησούς και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε πλήρωσε εκείνος τελικά γι’ αυτή την τεράστια ενοχή. Γιατί μόνο με την αγάπη μπορού­σε να εξιλεωθεί η ενοχή των έκπτωτων αγγέλων.

Οι πρώτοι άνθρωποι είχαν πραγματικά τη δυνατότητα να Μου προσφέρουν αυτή την αγάπη. Γιατί η πλάση που τους πε­ριέβαλε τους προσέφερε ασύγκριτα θαύματα, τα οποία τους έκαναν να αισθάνονταν πραγματική ευδαιμονία μετά τη μαρτυρική κατάσταση της δέσμευσης μέσα στην ύλη, από την οποία είχαν περάσει. Κι αυτή η ευδαιμονία θα ήταν αρκετή για να τους εμπνεύσει μια θεία αγάπη, μια αγάπη που θα ξυπνού­σε μέσα τους την ανάγκη να Με ευχαριστούν, να Με εγκωμιά­ζουν και να Μου είναι απόλυτα αφοσιωμένοι.

Αλλά έπρεπε να παραχωρήσω και στον αντίπαλο Μου το δι­καίωμα να παλέψει για να κρατήσει τους υποτελείς του κατά τη διάρκεια της επίγειας ενσάρκωσης τους, προκειμένου να δοκιμαστεί η θέληση τους την οποία είχαν κάποτε καταχρα­στεί. Και για να δείξω στους ανθρώπους το μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχαν, εάν υπέπιπταν σε ένα νέο ανόμημα απέναντι Μου, τους έδωσα μονάχα μια απλή εντολή. Αυτή την εντολή μπορούσαν και θα έπρεπε να την τηρήσουν, εφόσον η αγάπη τους θα είχε φθάσει σ’ έναν τέτοιο βαθμό που θα εξασφάλιζε την απόλυτη αφοσίωση τους σε Μένα και συνεπώς θα στερού­σε στον αντίπαλο κάθε εξουσία πάνω τους. Αυτός λοιπόν δο­κιμάζοντας τα πάντα για να παγιδέψει τους πρώτους ανθρώ­πους, απέναντι στην εύκολη εντολή Μου πρόβαλε μια υπόσχε­ση, η οποία όμως υπόσχεση, αφού ήταν εχθρός Μου, ήταν βέβαια ψέμα και έτσι τους παρέσυρε σε μια λανθασμένη αγά­πη. Τους υποσχέθηκε ότι εάν παρέβαιναν την εντολή Μου, θα γίνονταν όμοιοι με τον Θεό. Με εμφάνισε δηλαδή σαν ψεύτη, αφού τους είχα επισημάνει ότι θα πέθαιναν εάν θα παραβία­ζαν την εντολή Μου. Όμως οι άνθρωποι πίστεψαν εκείνον αντί για Μένα. Κι αυτή ήταν η δεύτερη βαριά αμαρτία τους, εξαι­τίας της οποίας έμειναν αδύναμοι και όλοι επίσης οι απόγονοί τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν ν’ απελευθερωθούν από την εξουσία του εχθρού με τις δικές τους δυνάμεις. Αυτό συναποτέλεσε την αιτία αργότερα για το απελευθερωτικό έργο του Ιησού Χριστού, ώστε να μπορέσουν να γλυτώσουν τελι­κά οι άνθρωποι από το πλήρες αδιέξοδο τους.

Αυτό το πράγμα το τονίζω επανειλημμένα, ότι δηλαδή μό­νο η αγάπη μπορούσε να εξιλεώσει την πρώτη μεγάλη ενοχή.  Ο δε Αδάμ είχε κάθε δυνατότητα να μου δείξει αυτή την αγάπη. Όμως, εξαιτίας και σαν συνέπεια της πτώσης του, κανένα πλάσμα δεν ήταν ικανό να επιδείξει μια αγάπη τόσο μεγάλη που θα εξασφάλιζε τον εξιλασμό της αρχικής ενοχής. Για το λόγο αυτό έπρεπε Εγώ ο Ίδιος με την αγάπη Μου να φέρω σε πέρας το έργο της απελευθέρωσης ενεργώντας μέσα από τον άνθρωπο Ιησού. Ο άνθρωπος Ιησούς ήταν επομένως γεμάτος με τη θεία αγάπη και γι’ αυτό προσφέρθηκε να πεθάνει στο σταυρό. Γιατί χωρίς αυτή τη θυσία, κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να επιστρέψει κοντά Μου, μια και ο αντίπαλος Μου δεν αφήνει καμία ψυχή ελεύθερη, ενώ η ίδια από μόνη της εί­ναι πολύ αδύναμη για να απελευθερωθεί απ’ αυτόν. Επειδή λοιπόν Εγώ γνώριζα από αιωνιότητες για την αποτυχία των πρώτων ανθρώπων, γι’ αυτό ο Ιησούς, ο μονογενής Υιός του Θεού, προσφέρθηκε να πραγματοποιήσει αυτό το λυτρωτικό έργο και το έφερε εν τέλει σε πέρας, γιατί η αγάπη Του για Μέ­να και για όλα τα δυστυχισμένα αδέρφια Του ήταν τεράστια.

Αμήν»

***

Η ενανθρώπιση

Από τη Βίβλο και τις νεότερες αποκαλύψεις γνωρίζουμε πως περίπου 2.000 χρόνια πριν, ο Θεός ενσαρκώθηκε μέσα στην ψυχή και το σώμα του Ιησού Χριστού. Σαν Χριστός δηλαδή, ο Δημιουργός έγινε ορατός με το Κέντρο Ζωής του σε όλα τα πνεύματα της πλάσης.

Σε όλους τους καιρούς υπήρχαν αθεϊστές, οι οποίοι αμφι­σβήτησαν αυτό το γεγονός που εξιστορεί η Αγία Γραφή, ισχυ­ριζόμενοι πως η ιστορία του Υιού του Θεού που θυσιάστηκε στη γη για το καλό της ανθρωπότητας, ανήκει στο χώρο της μυθολογίας. Αυτόν το μύθο, που υπήρξε σε πολλές παλιές θρη­σκείες και παραδόσεις, οι χριστιανοί απλά τον προσάρμοσαν αργότερα στο πρόσωπο του Ιησού, ενός προφήτη. Η χριστια­νική διδασκαλία της ενανθρώπισης του Θεού αποτελεί κατ’ αυτούς μία βελτιωμένη έκδοση παλιότερων μύθων και όχι ιστο­ρική αλήθεια.

Είναι αλήθεια πως στις αρχαίες θρησκείες των Αιγυπτίων. Περσών, Ινδών κλπ., υπάρχουν παρόμοιες μυθικές διηγήσεις και διδασκαλίες. Αλλά γιατί; Πού οφείλεται αυτή η ομοιότητα; Στον Λόρμπερ μαθαίνουμε πως αυτό το ανεπανάληπτο γε­γονός της καθόδου του ύψιστου Πνεύματος στον υλικό κόσμο είχε ήδη προαναγγελθεί στους προηγούμενους αιώνες σ’ όλους τους λαούς της γης μέσα από ενορατικούς ανθρώπους και προ­φήτες.

«Ο τωρινός Μου ερχομός είχε προαναγγελθεί απ’ τους πρώ­τους ανθρώπους κιόλας σε όλους τους λαούς που είναι σκορ­πισμένοι στις τέσσερις άκρες της γης. Οι ιερείς τους, που γνώ­ριζαν τους μύθους κι ένιωθαν μία εσωτερική παρόρμηση στα βάθη της καρδιάς τους, κατάφεραν να το δουν πνευματικά σαν όραμα.

Είναι αλήθεια πως συχνά περιέγραφαν αυτά που είχαν δει μέσα από πολύ ασαφείς εικόνες, που στο τέλος δεν τις κατα­λάβαιναν ούτε αυτοί οι ίδιοι. Ορισμένοι απ’ αυτούς που ήταν πραγματικά θεόπνευστοι, πολλές φορές έπεφταν σε λατρευτι­κή έκσταση· έτσι οι εικόνες που έβλεπαν ήταν καθαρές και μπορούσαν να εξηγήσουν καλύτερα τα οράματα τους».

Παράλληλα όμως, ο ερχομός του Κυρίου, η κάθοδος δηλα­δή του Πατέρα-Θεού στον υλικό κόσμο, ήταν ένα γεγονός που δεν αφορούσε αποκλειστικά τους ανθρώπους της μικρής γης αλλά κι όλα τα όντα σε όλη τη Δημιουργία σε μία χρονική στιγ­μή που όλη η πλάση ήταν ώριμη γι’ αυτό, και την οποία η Θε­ότητα είχε προγραμματίσει από πολύ πριν. Αυτή η χρονική στιγμή υπονοείται στην παραβολή του «άσωτου υιού»

Ο «άσωτος υιός» συμβολίζει ολόκληρο τον υλικό κόσμο, ο οποίος συναρμολογήθηκε κομματάκι-κομματάκι από τα μόρια του Εωσφόρου. Μέσα από μια τεράστια διαδικασία παλινόστησης, επιστρέφει στην πατρική αγκαλιά. Μια πιο συνει­δητοποιημένη ομάδα από αποστατημένα πνεύματα αναγνώρι­σε το λάθος της και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Η αιώνια Αγάπη έσπευσε να τα συναντήσει στα μισά του δρόμου, και τα συνοδεύει ώσπου να φθάσουν στο πατρικό τους σπίτι. Αυτό το νόημα είχε λοιπόν η ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού:

«Στον κάθε άνθρωπο που εξελίσσεται κανονικά, κάποτε έρ­χεται υποχρεωτικά η στιγμή που είναι άξιος να δεχθεί μία ανώτερη Αλήθεια. Έτσι και τώρα έφθασε αυτή η στιγμή για όλη την Πλάση. Τούτη τη στιγμή, που την έχει υπολογίσει καλά ο Θεός, θα δοθεί σε όλα τα ώριμα πλάσματα η ευκαιρία να βγουν απ’ τον τάφο όπου είναι καταδικασμένα και να γίνουν όμοια με τον Θεό. Γι’ αυτό λέει η Γραφή, πως όλοι όσοι είναι ακό­μα στον τάφο, θα εγερθούν και θα περάσουν στην αθανασία».

Από τα κείμενα της νέας αποκάλυψης μπορούμε εξάλλου να καταλάβουμε πώς ήταν δυνατό, το απέραντο Πνεύμα να πε­ριορισθεί σ’ ένα ανθρώπινο σώμα. Υπάρχει ο βασικός κανό­νας που λέει ότι ο άνθρωπος, όπως άλλωστε και κάθε πλάσμα, απαρτίζεται από τρία μέρη. Το ένα απ’ αυτά είναι το πνεύμα, το οποίο συνιστά τη θεμελιακή δύναμη της ζωής, αυτή που σαν διευθυντικό και οργανωτικό κέντρο κατευθύνει τα πάντα.

Πρόκειται συγκεκριμένα για τον σπινθήρα θείου πνεύματος που εμφυτεύει ο Θεός στον άνθρωπο ταυτόχρονα με τη γέν­νηση του στον υλικό κόσμο για να αποτελεί τον ομφάλιο λώ­ρο και συνδετικό μίτο με τον ουράνιο Πατέρα του. Κατά δεύ­τερο απαρτίζεται από την ψυχή, η οποία συγκροτείται από τα πιο αιθέρια-λεπτοουσιακά και πιο αγαθά συστατικά που προ­ήλθαν από την ύλη· και τέλος από το σώμα, που έχει διαμορ­φωθεί απ’ τα πιο χονδροειδή μέρη της ύλης, που είναι και τα πιο απείθαρχα.

Στο πρόσωπο του Ιησού κατοίκησε το προαιώνιο Κέντρο Δύναμης και Ισχύος που ονομάζεται «Πατέρας» ή «Αιώνια Αγάπη». Το φως που ξεχυνόταν από τη Φωτιά αυτής της Αγά­πης ήταν η θεϊκή Ψυχή του Ιησού ή ο «Υιός του Θεού» μέσα Του. Ως προς το γήινο, σαρκικό σώμα του, ήταν ο «Υιός του Ανθρώπου».

Το Πνεύμα του Ιησού, όντας το προαιώνιο Κέντρο Δύναμης και Ισχύος του Θεού που δρούσε σε όλη τη Δημιουργία, πε­ριείχε όντως το «πλήρωμα του Θεού». Γι’ αυτό ήταν και εξ ολοκλήρου αληθινός Θεός. Σαν ψυχο-σωματική υπόσταση ο Ιησούς όμως ήταν εξ ολοκλήρου ανθρώπινος, κι όχι μόνο ως προς τις ικανότητες και την εμφάνιση, αλλά και ως προς την ανάγκη να τελειοποιηθεί πνευματικά.

Αληθινός άνθρωπος κι Αληθινός Θεός

Ο Ιησούς αποτελούσε ένα αίνιγμα για τους σύγχρονούς του Ιουδαίους όπως και για τους περισσότερους ανθρώπους σήμερα. Οι απόψεις για την προσωπικότητα και τη φύση του διίστα­νται τώρα όπως και τότε. Στους  αποστόλους του είχε αποκαλύψει ότι είναι γιος του Θεού αλλά τους απαγόρευσε να μιλήσουν γι’ αυτό δημόσια. Άλλωστε δεν το ήξερε ούτε ο Ιούδας – ο οποίος ήταν συχνά απών – καθώς δεν έπρεπε να το ξέρει. Για το πώς έγινε άνθρωπος, ο Ιησούς λέει στο «M.E.I.»**: «Μονάχα το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι είχε πάρει σώμα απευθείας απ’ το χέρι της θεϊκής Θέλησης, όλοι οι άλλοι άνθρωποι βγή­καν από μια μάνα. Το ίδιο και το δικό μου σώμα, το γέννησε μια μητέρα από τη γη, αν και δεν το έσπειρε άνθρωπος, όπως γίνεται συνήθως. Έγινε μόνο χάρη στην παντοδύναμη βούληση του Θεού. Με ανθρώπους που είναι ολότελα αγνοί και αφο­σιωμένοι στον Θεό, αυτό το πράγμα είναι καθ’ όλα δυνατό. Παλιότερα δεν ήταν τόσο σπάνιο φαινόμενο και σήμερα ακό­μη συμβαίνει καμιά φορά.

Είναι φανερό πως αυτοί οι άνθρωποι που έχουν δημιουργη­θεί με καθαρά πνευματικό τρόπο, είναι πνευματικότεροι από τους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί φυσιολογικά. Γιατί τα παι­διά από ακμαίους και υγιείς γονείς γίνονται κατά κανόνα ρω­μαλέα και γερά ενώ συνήθως καχεκτικοί και φιλάσθενοι γο­νείς κάνουν αδύναμα και φιλάσθενα παιδιά. Σαν άνθρωπος, όπως στέκομαι τώρα εδώ μπροστά σας δεν είμαι Θεός αλλά ένας Υιός του Θεού, αυτό που ουσιαστικά πρέπει να γίνει ο κάθε άνθρωπος. Γιατί οι άνθρωποι αυτής της γης έχουν την αποστολή να γίνουν παιδιά του Θεού με το να ζουν σύμφωνα με το Θέλημα Του. Ένα όμως απ’ τα παιδιά του (σ. σ. δηλαδή ένα δημιουργημένο πνεύμα, όπως εμείς) ήταν προορισμένο προαιώνια να είναι το πρώτο που να έχει όλη τη θεϊκή Ζωή μέσα του και να τη δώσει στον καθένα που πιστεύει σ’ Αυτόν και ζει σύμφωνα με τη διδασκαλία του. Κι αυτός ο πρώτος είμαι Εγώ.

Αλλά όταν ήρθα στον κόσμο, δεν είχα από την αρχή μέσα Μου αυτή τη θεϊκή Ζωή. Ο σπόρος βέβαια υπήρχε μέσα Μου, αλλά έπρεπε πρώτα να καρπίσει, πράγμα που Μου κόστισε σχεδόν τριάντα χρόνια απ’ τη ζωή Μου και μεγάλο κόπο. Τώ­ρα όμως που στέκομαι μπροστά σας, είμαι τέλειος και μπορώ να πω πως Μου έχει δοθεί όλη η Εξουσία και η Ισχύς σε Ουρα­νό και γη. Και πως το Πνεύμα μέσα Μου έχει γίνει ένα με το Πνεύμα του Θεού. Γι’ αυτό μπορώ να κάνω τέτοια θαύματα, που κανένας άνθρωπος πριν από Εμένα δεν έκανε ποτέ. Όμως αυτό στο μέλλον δεν θα είναι αποκλειστικά προνόμιο δικό Μου. Θα το έχει και ο καθένας που πιστεύει πως Μ’ έστειλε ο Θεός σ’ αυτή τη γη για να φέρω στους ανθρώπους το φως της ζωής κι ακολουθεί τη διδασκαλία Μου. Αυτή η διδασκα­λία εξηγεί πεντακάθαρα ποιο είναι το θέλημα του θεϊκού Πνεύ­ματος που κατοικεί μέσα Μου με όλη του την πληρότητα.

Αυτό το Πνεύμα είναι Θεός, Εγώ όμως, σαν απλός Υιός του Ανθρώπου, δεν είμαι. Γιατί κι Εγώ παιδεύτηκα και ασκήθηκα πολύ σαν άνθρωπος, σαν κάθε άλλον, μέχρι να γίνω άξιος για να σηκώσω τη θεία φύση, Κι αφού ωρίμασα έτσι σαν άνθρωπος μπόρεσα πια να γίνω ένα με το Πνεύμα του Θεού. Τώρα βέβαια έχω ενωθεί ολότελα με τον Θεό στο Πνεύμα, αλ­λά στο σώμα όχι ακόμη. Αλλά και σ’ αυτό θα ενωθώ μαζί Του. Πρώτα όμως πρέπει να περάσω μία μεγάλη δοκιμασία. Η ψυχή Μου πρέπει να ταπεινωθεί βαθιά και ν’ απαρνηθεί τον εαυτό της».

Στον πρόλογο του πρωτευαγγέλιου του Ιακώβου το οποίο υπαγορεύτηκε εκ νέου στον Ιάκωβο Λόρμπερ ο Ιησούς Χρι­στός μιλάει για τα παιδικά και νεανικά του χρόνια καθώς και για το μυστήριο του θανάτου του: «Έζησα τη γνωστή εποχή μέχρι τα τριάντα Μου χρόνια, αρχικά ακριβώς όπως καθένας που έχει καλή ανατροφή σαν παιδί, μετά σαν νεαρός και μετά σαν άντρας. Και μέσα στην πορεία της ζωής Μου, σύμφωνα με το Μωυσαϊκό Νόμο, έπρεπε να αφυπνίσω μέσα Μου το Θείο όπως ο κάθε άνθρωπος έχει χρέος να αφυπνίσει Εμένα μέσα του. Όπως κάθε κοινός άνθρωπος, έτσι και Εγώ έπρεπε να αρχίσω να πιστεύω στον Θεό και έπρεπε να τον αγκαλιάσω με όλο και περισσότερη αγάπη με κάθε δυνατή αυταπάρ­νηση, ώστε με τον τρόπο αυτό να αφυπνίσω πλήρως το Θείο που είχα μέσα Μου.

Με αυτό τον τρόπο έγινα Εγώ ο ίδιος ο Κύριος, ένα ζωντα­νό παράδειγμα για τον κάθε άνθρωπο. Σαν συνέπεια λοιπόν μπορεί τώρα ο καθένας να Με ελκύσει κοντά του, έτσι όπως είχα και Εγώ ελκύσει τη Θεότητα μέσα Μου, και μπορεί να ενωθεί πλήρως μαζί Μου μέσω της Αγάπης και της Πίστης, όπως Εγώ σαν θεάνθρωπος είμαι ολοκληρωτικά ΕΝΑ με το Θείο σε ατέλειωτη πληρότητα.»

Συχνά προβάλλει η ερώτηση: Εφόσον τον Ιησού πρέπει να Τον θεωρούμε σαν άνθρωπο, τότε πώς μπορεί κανείς να εξη­γήσει τα θαύματα και τη θεϊκή πνευματική Του δράση από την παιδική Του κιόλας ηλικία;

Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση που πηγάζει από την απο­κλειστικά ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού στα χρόνια εκείνα, είναι η μελέτη της πορείας ενός δένδρου από την άνοιξη μέ­χρι και το φθινόπωρο. Την άνοιξη το δένδρο ανθίζει με τρόπο θαυμαστό και επιδεικνύει μεγάλη δραστηριότητα. Όταν πέ­σουν οι ανθοί του, το δένδρο φαίνεται να αδρανεί. Κατά το φθινόπωρο ξαναεμφανίζεται, το ίδιο δένδρο στη μέγιστη δρά­ση του: με τους θαυμάσιους καρπούς, που παίρνουν γεύση και χρώμα πιο όμορφο από τους πρώτους ανθούς και τελικά ωρι­μάζουν. Και η ευλογία που περιέχεται στον καρπό ελευθερώ­νεται από τα δεσμά της καν έτσι ελεύθερη πέφτει στην αγκα­λιά των πεινασμένων παιδιών.

Αυτή την εικόνα μπορεί να την καταλάβει κάποιος μόνο εάν την κοιτάξει με τα μάτια της καρδιάς του και όχι εάν προσπα­θήσει να την αντιληφθεί με τα μάτια της εγκόσμιας αντίληψης του.

Τα αμφιλεγόμενα σημεία μπορεί κανείς να τα καταλάβει όταν τα αντικρίσει μέσα από την πίστη της καρδιάς του, χωρίς να χρειαστεί να αναλύσει πολύ τη θεία υπόσταση του Ιησού,  αν τα αγκαλιάσει με αυτή την πίστη, η οποία είναι ένα φως που πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό, με την προϋπόθεση ότι έχει γίνει καθαρός στην καρδιά του.

Όταν λοιπόν η καρδιά είναι καθαρή, καταλαβαίνει ότι η πλήρης ένωση ολόκληρης της θείας υπόστασης με τον άνθρωπο Ιησού, έγινε σταδιακά και όχι από τη μια στιγμή στην άλλη. Έγινε, όπως όλα, κάτω από την καθοδήγηση του Θείου, στα­διακά και συνεχόμενα, όμοια με το βαθμιαίο ξύπνημα του θείο. Πνεύματος μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Η δε πλήρης ένω­ση ολοκληρώθηκε με το σταυρικό θάνατο, παρόλο που ολό­κληρη η Θεότητα κατοικούσε μέσα στον Ιησού από την παι­δική του ηλικία. Εμφανιζόταν όμως θαυματουργώντας μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης.

Ο σωματικός θάνατος του Ιησού αποτελεί την πιο βαθιά τα­πείνωση της Θεότητας με το ότι κατήλθε μέσα στην καταδίκη που αποτελεί η ύλη και με τον τρόπο αυτό δημιούργησε νέες δυνατότητες σχέσεων μεταξύ Δημιουργού και δημιουργήμα­τος. Με το θάνατο του Ιησού γίνεται για πρώτη φορά ο ίδιος ο Θεός πλήρης άνθρωπος και το πλάσμα άνθρωπος ένα νεοδημιούργητο παιδί Θεού χάρη σε αυτό το θείο ύψιστο Έλεος. Ο άνθρωπος ανυψώθηκε λοιπόν σε Θεό και μπορεί με τον τρό­πο αυτό να στέκεται απέναντι στον Πλάστη σαν τέλειο ομοί­ωμα Του. Μέσα από αυτό το ομοίωμα μπορεί τώρα να βλέπει, να μιλά, να αναγνωρίζει και να αγαπά πάνω από κάθε τι τον Θεό, Πλάστη και Πατέρα του. Μόνο έτσι μπορεί να κερδίζει την τέλεια, αιώνια, ακατάλυτη ζωή μέσα στον Θεό, από τον Θεό και μαζί με τον Θεό. Με αυτό τον τρόπο έχει καταλυθεί σε αυτό το σημείο και η εξουσία του Σατανά (ή καλύτερα η θέληση του) ώστε δεν μπορεί πια να εμποδίσει την πλήρη προ­σέγγιση του Θεού προς τους ανθρώπους όπως επίσης και των ανθρώπων προς τον Θεό.

Σε συντομία, με το θάνατο του Ιησού μπορεί τώρα ο άνθρω­πος σχετίζεται με τον Θεό σαν αδελφός προς αδελφό χω­ρίς να μπορεί ο Σατανάς να παρεμποδίσει τη σχέση αυτή. Γι’ αυτό εξάλλου αναφέρεται στο λόγο προς τις γυναίκες που γύ­ρευαν τον Ιησού στον τάφο Του: «Πηγαίνετε και πέστε στους
αδελφούς Μου».

Η εξουσία του Σατανά μπορεί να είναι ακόμη φανερή στον εξωτερικό μορφοποιημένο κόσμο, αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ πια να δημιουργήσει εκ νέου το παραπέτασμα μεταξύ του θείου και των ανθρώπων που σκίστηκε, ούτε να ξαναορθώσει το παλιό αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο.

Από αυτήν τη σύντομη επεξήγηση των πραγμάτων, μόνο εκείνος που βλέπει και σκέφτεται με την καρδιά του μπορεί να καταλάβει πολύ εύκολα και καθαρά το απέραντο όφελος που απέφερε ο σωματικός θάνατος του Ιησού».

***

Ο Ιησούς ως παιδί ήταν και Θεός και άνθρωπος λέει μία απο­κάλυψη στην Μπέρτα Ντούντε στις 26.11.1947:

«Ζητείστε διαφώτιση και αυτή θα σας δοθεί, γιατί ο άνθρω­πος που πάνω του κατέρχεται το Πνεύμα του Θεού μπορεί να δώσει την αληθινή απάντηση στα πνευματικά ερωτήματα που του τίθονται. Το δε μυστήριο της ενανθρώπισης του Θεού εί­ναι ένα τόσο δύσκολο θέμα για τους γήινους ανθρώπους ώστε ποτέ δεν μπορούν να διδαχθούν διεξοδικά όλες τις πλευρές του εκτός εάν λάβουν την εξήγηση από το ίδιο το θείο Πνεύμα. Και πάλι τότε μόνο ο παραλήπτης των πνευματικών αποκαλύ­ψεων μπορεί να τις καταλάβει, αλλά δεν μπορεί να τις κάνει κατανοητές και στους συνανθρώπους του, εάν δεν είναι κι εκεί­νοι αφυπνισμένοι ως ένα βαθμό.

Ο άνθρωπος Ιησούς γεννήθηκε βέβαια με θαυμαστό τρόπο και η γέννηση Του συνοδεύτηκε από κάθε λογής υπερκόσμια φαινόμενα. Εντούτοις το σώμα Του ήταν και παρέμεινε κα­ταρχάς γήινο και υλικό’ η ψυχή Του που προερχόταν από το φωτεινό βασίλειο είχε έρθει στον κόσμο αναμάρτητη και για το λόγο αυτό μπορούσε ο Θεός ο ίδιος να αποκαλύπτεται μέ­σω αυτής. Επιπλέον μπορούσε και να δρα μέσα από αυτήν αφού δεν έκρυβε τίποτα που να εμπόδιζε τη δράση Του.

Επομένως Θεός και άνθρωπος συνυπήρχαν στον Ιησού όταν ήταν παιδί. Ό,τι έβλεπαν τα ανθρώπινα μάτια επάνω του ήταν άνθρωπος, όμως αυτός που έδινε στο παιδί τη ζωή, που προ­σέλκυε τους ανθρώπους κοντά Του και τους ωθούσε να Τον λατρέψουν με αυτή Του την εγγύτητα ήταν Θεός.

Η ίδια η αιώνια Θεότητα ήταν που αποκαλυπτόταν τότε κα. πράγματι την αναγνώριζαν όσοι ήταν καλής βούλησης, με καρ­διές ικανές και πρόθυμες να αγαπήσουν, και ως εκ τούτου ανοι­χτοί στην επενέργεια του Πνεύματος του Θεού μέσα τους.

Τον καιρό της γέννησης του Ιησού ήρθαν κοντά Του μόνο εκείνοι οι άνθρωποι που τους οδηγούσε το Πνεύμα του Θεού να έρθουν σ’ αυτόν. Με άλλα λόγια ο Ίδιος ο Θεός τους τι­μούσε δίνοντας τους τη δυνατότητα να δουν το παιδί και όπως τους προσέγγιζε μέσω του μικρού Ιησού ξυπνούσε ταυτόχρο­να μέσα τους τη συναίσθηση ότι βρίσκονταν κοντά στο Δη­μιουργό τους. Στους υπόλοιπους ανθρώπους όμως το παιδί φαινόταν τελείως φυσιολογικό, σε τίποτα διαφορετικό από τα άλλα παιδιά, όπως ήταν άλλωστε και το γήινο σώμα Του.

Με τον ίδιο τρόπο επίσης Τον έβλεπαν οι άνθρωποι κατά την εφηβεία Του αλλά κι αργότερα, γιατί δεν έδειχνε ανοιχτά τη θεϊκότητα Του ούτε έδειχνε ότι η Οντότητα Του ήταν πλημμυ­ρισμένη από το θεϊκό Πνεύμα, μολονότι ενωνόταν όλο και πιο πολύ με τον Θεό χάρη στην παραδειγματική ζωή αγάπης που ζούσε. Η αγάπη αυτή είχε πνευματοποιήσει και το σώμα Του ακόμη και το είχε κάνει ένα σκεύος κατάλληλο για να δεχθεί το θείο Πνεύμα.

Αλλά ήταν ο άνθρωπος Ιησούς που με την έμπρακτη άσκη­ση της αγάπης έπρεπε να γίνει ένα άξιο ένδυμα για το Πνεύ­μα του Θεού ώστε να μπορεί αυτό να κατοικήσει μέσα Του με κάθε πληρότητα και να δρα μέσω αυτού δίχως κανένα περιορισμό. Αυτός που μιλούσε μέσα από το στόμα Του, που έκα­νε θαύματα και εξουσίαζε ακόμη και το θάνατο ήταν ο ίδιος ο Θεός, ενώ αυτός που έβλεπαν οι άνθρωποι σαν ορατή οντότη­τα ήταν άνθρωπος.

Όσοι πίστευαν στη θεϊκή αποστολή του ανθρώπου Ιησού οδηγούνταν να αναγνωρίσουν επίσης τον Θεό μέσα Του, τό­σο κατά την παιδική Του ηλικία όσο και στα χρόνια της δημό­σιας διδασκαλίας Του. και τότε Τον αναγνώριζαν εκείνοι πάλι που ήταν του ιδίου πνεύματος, δηλαδή ζούσαν μία ζωή σύμφωνα με το θείο θέλημα, κι ως εκ τούτου ήταν ανοικτοί να ληφθούν τη θεϊκή του φύση. Για τους ανθρώπους αυτούς δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μέσα Του κρυβόταν και δρούσε ο ίδιος ο Θεός.

Αλλά ακόμη κι εκείνοι είχαν καμία φορά τις αμφιβολίες τους επειδή δεν μπορούσαν να συλλάβουν το μυστήριο της ενανθρώπισης του Θεού και της πλήρους συνένωσης Θεού κι ανθρώπου, όπως εξάλλου δεν μπορεί να εξηγηθεί ολοκληρωτικά σε ανθρώπους που δεν είναι πνευματικά αφυπνισμένοι. Η ψυχή τους θα μπορούσε βέβαια να το συλλάβει, αλλά είναι ένα θέμα που δεν μπορεί ποτέ να εξηγηθεί λογικά με τέτοιο τρόπο που να γίνει πλήρως κατανοητό. Εντούτοις δεν μπορεί και δεν επι­τρέπεται σε καμία περίπτωση να αμφισβητείται η θεϊκότητα του μικρού Ιησού γιατί αυτός αξιώθηκε την ύψιστη χάρη, να κατοικήσει μέσα Του ο ίδιος ο Θεός προκειμένου να αποκα­λυφθεί σε εκείνους που Τον αγαπούσαν και ζούσαν σύμφωνα με τη βούληση Του.

Αμήν»

Η ζωή του Ιησού πριν τα χρόνια της δημόσιας δραστηριότητας του

Στο Ευαγγέλιο του Ιακώβου για τα παιδικά και νεανικά χρό­νια του Ιησού, που είχε χαθεί και ξαναδόθηκε στον Λόρμπερ να το καταγράψει, διαβάζουμε στα δυο τελευταία κεφάλαια: «Η Γραφή λέει πως η σοφία κι η χάρη του μεγάλωναν μπρος στον Θεό και στους ανθρώπους. Μέχρι να αρχίσει να διδάσκει, έμενε με τους γονείς του κι ήταν υπάκουος και πειθήνιος μαζί τους. Μας γεννιέται όμως η εύλογη απορία, πώς μπορούσε ο Ιησούς να μεγαλώσει σε σοφία και χάρη αφού ήταν απ’ αρχής το προαιώνιο, μοναδικό θεϊκό Ον; Και μάλιστα μπρος στους ανθρώπους, τη στιγμή που ήταν ανέκαθεν το πιο τέλειο Ον;

Για να το καταλάβουμε αυτό σωστά, δεν πρέπει να δούμε τον Ιησού σαν το μοναδικό Θεό, αλλά να τον φαντασθούμε σαν έναν άνθρωπο που μέσα του ήταν κρυμμένη η Θεότητα φαινομενικά αδρανής, όπως βαθιά στον καθένα μας κοιμάται το Πνεύμα και περιμένει να ξυπνήσει. Έτσι λοιπόν, αυτό που οφείλει να κάνει ο καθένας μας για να ελευθερώσει το πνεύμα του, το ίδιο έπρεπε να κάνει εντελώς συνειδητά ο άνθρωπος Ιησούς, ώστε να μπορέσει να ενωθεί με τον Θεό.

Ο κάθε άνθρωπος έχει κάποιες αδυναμίες, οι οποίες αποτε­λούν συνήθως τα δεσμά που περιζώνουν το πνεύμα σαν ένα σφιχτό πανωφόρι. Αυτά τα δεσμά μπορούν να σπάσουν μόνο όταν η ψυχή δυναμώσει τόσο πολύ, ώστε να είναι ικανή να περιβάλει και να συγκρατήσει το πνεύμα, που από τη φύση του είναι εντελώς ελεύθερο. Όμως η ψυχή έχει συνήθως “ζυμω­θεί” με τη σάρκα, γι’ αυτό πρέπει συνεχώς να ασκείται στην αυταπάρνηση για να δαμάσει τις αδυναμίες της. Γι’ αυτό το λόγο, μόνο όταν βρίσκεται ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τους κάθε λογής πειρασμούς κι ακούει το τραγούδι των Σειρήνων, μπορεί ν’ αντιληφθεί τ’ αδύνατα σημεία του και να μάθει τι κρατάει φιμωμένο το πνεύμα του. Αν λοιπόν με τον αυτοέλεγ­χο και την αυταπάρνηση ξεπεράσει αυτά τα μελανά σημεία στην ψυχή του, τότε λύνει τα δεσμά που καταδυναστεύουν το πνεύμα του και δένει με τούτα την ψυχή του.

Όταν με τον καιρό η ψυχή δεθεί για τα καλά με τα δεσμά που έσφιγγαν πρωτύτερα το πνεύμα, τούτο είν’ ελεύθερο πια. απλώνεται και καταλαμβάνει εντελώς φυσικά την ψυχή που έχει δυναμώσει. Μ’ αυτό τον τρόπο η ψυχή αποκτάει κι αυτή την παντοδυναμία του πνεύματος και σμίγει για πάντα ολότε­λα μαζί του.

Καθώς λοιπόν λύνονται τα δεσμά το ένα μετά το άλλο, με­γαλώνει η πνευματική δύναμη της ψυχής, που είναι η σοφία και η χάρη. Η σοφία είναι η φωτεινή, διεισδυτική ματιά μέσα στο εσωτερικό της αιώνιας Τάξης του Θεού. Και η χάρη είναι το παντοτινό Φως της Αγάπης χάρη στο οποίο φωτίζονται όλα τα χίλια – μύρια πράγματα, οι σχέσεις τους και η πορεία τους.

Όπως αυτό ισχύει για τον κάθε άνθρωπο, το ίδιο ίσχυε και για το Θεάνθρωπο Ιησού. Η ψυχή του ήταν όπως του κάθε άλ­λου ανθρώπου. Είχε μάλιστα να παλέψει με παραπάνω πειρασμούς, γιατί το παντοδύναμο θεϊκό Πνεύμα δέθηκε από μόνο του με τα πιο ισχυρά δεσμά, ώστε η ψυχή του να είναι ικανή να το κρατήσει. Γι’ αυτό η ψυχή του, με τον αυτοέλεγχο και την αυταπάρνηση, έπρεπε ν’ αντισταθεί στους μεγαλύτερους πειρασμούς για να λύσει τα δεσμά που περιέζωναν το θεϊκό Πνεύμα της, Έτσι δυνάμωσε τόσο, ώστε να μπορεί να βαστάξει το πιο μεγάλο και πιο ελεύθερο απ’ όλα τα πνεύματα και να γίνει ένα μαζί του.

Πώς πέρασε όμως ο Ιησούς από τα δώδεκα ως τα τριάντα, τα πιο σημαντικά χρόνια για την εξέλιξη του;* Διαρκώς ένιω­θε μέσα του ολοζώντανη την παρουσία της Θεότητας! Ήξερε πως το καθετί στο σύμπαν έπρεπε να υπακούει στο παραμικρό του νεύμα, ενώ συνάμα ένιωθε μέσα του την παρόρμηση να εξουσιάσει τα πάντα. Περηφάνια, φιλαρχία, η ανάγκη να εί­ναι απόλυτα ελεύθερος, η κλίση στην καλοζωία, η έλξη προς το γυναικείο φύλο, η τάση να οργίζεται εύκολα, κι άλλα πολ­λά ήταν οι κύριες αδυναμίες της ψυχής του.

Αλλά με τη θέληση του επιβλήθηκε σε όλ’ αυτά. Την περη­φάνια την ταπείνωσε με τη φτώχεια. Σκληρό μέσο αλήθεια γι’ αυτόν που κατείχε τα πάντα, αλλά δεν μπορούσε να ονομάσει τίποτα “δικό του”! Τη φιλαρχία τη δάμασε υπακούοντας τους ανθρώπους που ήταν ασήμαντοι μπροστά του. Την ακατάλυτη, υπέρτατη ελευθερία του τη χαλιναγώγησε δουλεύοντας σκλη­ρά σαν σκλάβος στις πιο ταπεινωτικές δουλειές. Καταπολέμη­σε την τάση για καλοπέραση νηστεύοντας συχνά, από ανάγκη ή από δική του πρωτοβουλία. Κατανίκησε την έλξη προς τις γυναίκες κάνοντας βαριές δουλειές, με τη λιτή διατροφή, με την προσευχή και συναναστρεφόμενος σοφούς ανθρώπους. Σ’ αυτό το σημείο είχε πολύ αγώνα να κάνει, γιατί η εξωτερική εμφάνιση και η ομιλία του ασκούσαν μεγάλη σαγήνη.

Με μια του ματιά διέκρινε την κακία, την υποκρισία και τον εγωισμό των ανθρώπων, γι’ αυτό είναι ευνόητο πως θύμωνε, πικραινόταν ή προσβαλλόταν εύκολα. Αλλά η αγάπη και η σπλαχνικότητά του μετρίαζαν την ταραχή του. Έτσι όλη του η ζωή ήταν διαρκής αυταπάρνηση, μέχρι να μπορέσει να εναρ­μονισθεί με τη θεία Τάξη.

Απ’ αυτά μπορεί να καταλάβει κανείς πως ο Ιησούς πέρασε δεκαοχτώ χρόνια παλεύοντας με τους πειρασμούς. Έτσι όμως μεγάλωσε η σοφία και η χάρη στην ψυχή του μπρος στο Θεά και στους ανθρώπους. Και μάλιστα σοφία και χάρη μεγάλω­ναν όλο πιο πολύ, όσο το θείο Πνεύμα ενωνόταν με την ψυχή του, που αυτή η ψυχή ήταν στην ουσία ο Υιός».

Αναφορικά με τη ζωή του Ιησού πριν αρχίσει να διδάσκει δημόσια γράφει επίσης η Μπέρτα Ντούντε:

«Η επίγεια πορεία του Ιησού ως ανθρώπου δεν μπορεί να αποδειχτεί πια. Μόνο από την πνευματική οδό μπορεί να σας δοθεί αναφορά για το πώς και πού πέρασε ο Ιησούς τα χρόνια της ζωής του πριν αρχίσει αποκλειστικά να διδάσκει…

ΙΙάντως ένα είναι βέβαιο, ότι δηλαδή ζούσε πολύ απλά με την οικογένεια του και ότι επίσης παρέμεινε πάντα πολύ συ­γκρατημένος ακόμη και στον κύκλο των ανθρώπων που σύ­χναζαν στο πατρικό του σπίτι. Δεν συμμετείχε ποτέ σε διασκε­δάσεις ή σε συγκεντρώσεις πολλών ανθρώπων, ήταν πάντα μόνος του, ωριμάζοντας εσωτερικά χάρη στην ιδιαίτερη προ­θυμία του να βοηθάει τους συνανθρώπους του που βρίσκονταν σε δυσκολίες. Γιατί η καρδιά του ήταν γεμάτη αγάπη και χά­ρη στην αγάπη αυτή η σοφία του μεγάλωνε και έτσι είχε απο­κτήσει τέτοια γνώση που συνειδητοποιούσε τα πάντα με διαύ­γεια. Στην αρχή η διαύγεια αυτή τον φώτιζε μόνο αστραπιαία και μετά χανόταν για ένα διάστημα, οπότε μιλούσε ή σκεφτό­ταν πάλι όπως κάθε άλλος άνθρωπος, ωστόσο υπερείχε σε γνώ­ση όλων των συνομηλίκων του. Και αρνιόταν επίμονα να δε­χθεί διδασκαλία από ανθρώπους…

Ένα πράγμα μπορείτε να πιστέψετε σεις οι άνθρωποι, ότι η αγάπη είναι ο καλύτερος δάσκαλος και ότι όποιος αναπτύξει σωστά την αγάπη που έχει μέσα του, καταλήγει οδηγημένος από το εσωτερικό του σε γνώσεις, τις οποίες κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να του δώσει χωρίς να παρουσιάζονται  κενά … Πρέπει λοιπόν να ξέρετε  ότι η ψυχή του Ιησού ερχόμενη από το φωτεινό βασίλειο, εγκατέλειψε μεν το Φως για την περίοδο της επίγειας πορείας της, όμως ποτέ δεν έχασε την αγάπη με την οποία ήταν πλημμυρισμένη, διότι ως αγνότατη ταπεινή οντότητα τη διαπότιζε η αιώνια πατρική Μου αγάπη…

Εφ’ όσον είχε γίνει άνθρωπος, το Φως της αγάπης μέσα του δεν μπορούσε να λάμψει σε όλη του την πληρότητα, γιατί δεν θα μπορούσαν να το αντέξουν οι συνάνθρωποι του, ωστόσο μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο Ιησού εξακολουθούσε να ακτι­νοβολεί και του προσέφερε όλη τη Γνώση. Για το λόγο αυτό δεν άργησε να αναγνωρίσει τη μεγάλη δυστυχία της ανθρω­πότητας, καθώς και τη δική του αποστολή και έτσι άρχισε να προετοιμάζεται συνειδητά για αυτή …

Γνωρίζετε βέβαια ότι ήδη ως νεαρό αγόρι δίδαξε στο ναό, ότι έδωσε απαντήσεις στους νομοδιδάσκαλους που τους άφη­σαν άναυδους… Επομένως, αυτό σας αποδεικνύει ότι ήδη ως νεαρό αγόρι διέθετε μία γνώση, την οποία δεν είχε διδαχθεί από ανθρώπους, αλλά πήγαζε από τη φωτεινή φλόγα που είχε μέσα του…. Η αγάπη του μεγάλωνε διαρκώς, γι’ αυτό μεγά­λωνε και η σοφία του…Και ήδη όταν ήταν νέος δάσκαλοι και νομομαθείς τον εχθρεύονταν, επειδή δεν δεχόταν να διδαχθεί από κείνους, αλλά παρέμεινε μακριά από κάθε σχολή …

Για το διάστημα ανάμεσα στη διδασκαλία στο ναό και την έναρξη της καθαυτό διδακτικής του δραστηριότητας δεν έχουν διασωθεί γραπτές πληροφορίες για τους μεταγενέστερους, γι’ αυτό ακούγονται οι πιο διαφορετικές υποθέσεις και ισχυρι­σμοί, όπως θέλει να τα κατασκευάσει το ανθρώπινο μυαλό…

Και ο λόγος που δεν υπάρχει καμία καταγραμμένη περιγρα­φή γι’ αυτό το διάστημα είναι επειδή ο Ιησούς ζούσε εντελώς ήσυχα στο πατρικό του σπίτι, δεδομένου ότι εκείνη την περίο­δο είχε χάσει φαινομενικά κάθε θεϊκή ικανότητα και έτσι αποτραβήχτηκε εντελώς από το οπτικό πεδίο της δημοσιότητας, ζώντας εντελώς απόκοσμη ζωή, δουλεύοντας ως μαραγκός, όπως ο πατέρας του… Δεν του συνέβηκε δε τίποτα το ασυνήθι­στο, γιατί αυτά ήταν τα χρόνια που ο Ιησούς όφειλε να ωριμάσει ως “άνθρωπος”, γιατί ήθελε να δείξει με το παράδειγμα του στους ανθρώπους το δρόμο που πρέπει να πάρουν για να ωριμάσουν και να τελειοποιηθούν και οι ίδιοι.

Εκείνη την περίοδο τα πάντα γύρω του ήταν ήσυχα, δεν εί­χε καμία ιδιαίτερη ικανότητα, αντίθετα μάλιστα έδινε μάλλον την εντύπωση ενός πνευματικά καθυστερημένου ατόμου, για­τί απομονωνόταν πάντα από τους άλλους ανθρώπους, συνάμα δε ήταν πάντα λιγόλογος στις απαντήσεις του και φαινόταν να αγνοεί τις συνήθεις ανθρώπινες γνώσεις…Και πάνω απ’ όλα απέφευγε να συναναστραφει όσους ανήκαν στο ναό και είχαν υποτίθεται ως καθήκον να καθοδηγούν πνευματικά τους αν­θρώπους… Έτσι σύντομα δεν είχε μείνει κανένας στο περι­βάλλον του, ούτε καν ανάμεσα στους στενούς συγγενείς του, που να ήταν ακόμη πεισμένος για τη θεϊκή αποστολή αυτού του κάποτε τόσο ασυνήθιστου παιδιού…

Αυτή η περίοδος της επίγειας πορείας ήταν ιδιαίτερα βασα­νιστική για τον Ιησού, διότι αυτό που δεν φαινόταν πια φανε­ρά προς τα έξω, υπήρχε ωστόσο βαθιά κρυμμένο μέσα του.

Μόνο που έπρεπε ο Ιησούς να ανταπεξέλθει μόνος του, έπρε­πε να αντιμετωπίσει τα πάντα ως άνθρωπος, όφειλε να κατα­πολεμήσει τα ένστικτα, τα πάθη, τα οποία βασάνιζαν το κορ­μί του, όπως κάθε άλλον άνθρωπο… Ήταν απαραίτητο να υπο­φέρει και να αγωνιστεί και υπηρετώντας τους άλλους να ωριμάσει η αγάπη του… Γιατί σύντομα χάρη στην αγάπη η οποία απαυγάζει σοφία, κατάλαβε όλες τις αιτίες και ήξερε ότι έπρεπε πρώτα να κατακτήσει έναν τέτοιο βαθμό πνευματικό­τητας που θα τον καθιστούσε ικανό να φέρει σε πέρας την απο­στολή του…

Αυτή την περίοδο εξέλιξης λοιπόν την πέρασε μέσα σε πλή­ρη αφάνεια και απομόνωση ως ένας απλός γιος ξυλουργού. Δεν απομακρύνθηκε καθόλου από την πατρίδα του, παρά μό­νο για λόγους εσωτερικής ωρίμασης αναζητούσε συχνά τη μοναξιά, οπότε ανέβαινε στα βουνά και συχνά έμενε για μέ­ρες ολόκληρες μόνος του, ενωμένος μόνο με τον Θεό και Πα­τέρα του. Βυθιζόταν στην προσευχή παρακαλώντας για δύνα­μη και ενίσχυση γι’ αυτά που τον περίμεναν, τα οποία έβλεπε συχνά μπροστά του με όλες τις λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα να περνάει τρομερές κρίσεις φόβου, κατά τις οποίες αναζητούσε τότε  βοήθεια από Μένα…

Κι Εγώ ήμουν με το γιο Μου, τον ενίσχυα και του χάριζα διαρκώς περισσότερο φως στη γνώση του, ώστε ανανέωνε συ­νεχώς την προσφορά του να φέρει σε πέρας το έργο που θα λύ­τρωνε την ανθρωπότητα από την αμαρτία και το θάνατο…

Γι’  αυτό είναι εντελώς λανθασμένη η άποψη ότι ο άνθρωπος Ιησούς απόκτησε ανώτερες γνώσεις συναναστρεφόμενος με σοφούς και διδασκάλους σε ξένες χώρες ….

Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να διδάξει καλύτερα τον Ιησού απ’ ό,τι Εγώ ο Ίδιος… Και Εγώ ο Ίδιος ήμουν μέσα στον άνθρωπο Ιησού σαν αποτέ­λεσμα της υπέρμετρης αγάπης του… Είναι εντελώς παράλογη η σκέψη πως ο Ιησούς χρειαζόταν να διδαχθεί από έναν συ­νάνθρωπο του προκειμένου να μπορέσει να διδάξει στη συνέ­χεια στην πατρίδα του…

Σεις οι άνθρωποι έχετε εδώ τώρα την απόδειξη ότι Εγώ ο Ίδιος διοχετεύω την Αλήθεια στη γη, φθάνει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις … πόσο μάλλον λοιπόν ήταν ικανός ο Ιησούς να διδαχτεί απευθείας από Μένα, τη στιγμή που ε­κείνος ξεπερνούσε όλους τους άλλους ανθρώπους σε αγάπη και απόλυτη αφοσίωση σε Μένα…

Μονάχα όποιος δεν έχει ακόμη καμία ιδέα για το τι αποτε­λέσματα φέρνει η αγάπη στη ζωή ενός ανθρώπου, μπορεί να υποστηρίξει τέτοιους ισχυρισμούς, ότι δηλαδή ο Ιησούς απέ­κτησε τις γνώσεις του σε άλλες χώρες για να μπορέσει να δι­δάξει ή ότι έπρεπε να αναζητήσει άλλους ανθρώπους για να μελετήσει τις διδασκαλίες τους …

Αυτό που επιτρέπω να συμβεί φανερά σε ένα απλό παιδί της γης, ότι δηλαδή του μεταδίδω μέσω του πνεύματος του την κα­θαρή αλήθεια από ψηλά, θα πρέπει σεις οι άνθρωποι να ανα­γνωρίσετε ότι ίσχυε επίσης και για τον άνθρωπο Ιησού, ο οποίος κατέβηκε στη γη για να Μου δώσει τη δυνατότητα να σας μιλήσω Εγώ ο Ίδιος μέσα απ’ αυτόν. Και πραγματικά δεν χρειαζόταν κανένα δάσκαλο, γιατί παρελάμβανε την πιο βα­θιά σοφία κατευθείαν από Μένα και χάρη σε αυτές τις διδασκαλίες έγινε ως άνθρωπος ικανός να διδάξει και να μεταδώ­σει την καθαρή Αλήθεια στους συνανθρώπους του…Και μπο­ρείτε αυτά τα λόγια Μου τώρα να τα δεχθείτε επίσης ως την πιο καθαρή αλήθεια, επειδή Εγώ ο Ίδιος θέλω να μην κάνετε λάθη και να σας δίνονται εξηγήσεις σ’ όποια σημεία, έχετε ακό­μη άγνοια.

Αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι να σχηματίσετε σεις οι άνθρωποι μια καθαρή εικόνα τού ποιος ήταν καταρχάς ο Ιησούς και για ποιο λόγο ήρθε στον κόσμο και μεγάλωσε μέ­σα στις πιο ταπεινές και πιο φτωχικές συνθήκες ….Γιατί παρ’ όλο που ήταν άνθρωπος όπως ο κάθε άλλος, ωστόσο απέδει­ξε στους ανθρώπους ότι ο καθένας μπορεί να αναπτύξει τις πιο υψηλές πνευματικές ικανότητες αφού και ο ίδιος διέθετε μια γνώση την οποία είχε κατακτήσει από μόνος του αντλώντας την από  μέσα του, την οποία γνώση έδωσε παρακάτω στους συναν­θρώπους του. Αλλά ο Ίδιος δεν το είχε ποτέ ανάγκη να διδαχθεί από άλλους ή να γνωρίσει κάποιες διδασκαλίες, αφού τον ήταν βέβαια όλα γνωστά, αλλιώς δεν θα είχε φθάσει στην ανώτατη τελειοποίηση πάνω στη γη, η οποία οδήγησε στην πλήρη ένωσή του με Μένα, ώστε έγινε ένα μαζί Μου… γιατί μέσα του έγινα Εγώ ο Ίδιος άνθρωπος, με σκοπό να σας ελευθερώσω…

Αμήν»

Ένα άλλο γραπτό της Μπέρτα Ντούντε από τις 9.2.1959 μαρ­τυρεί για τις αγωνίες και τους φόβους του ανθρώπου Ιησού: «Και για Μένα ήταν πολλές φορές δύσκολη η πορεία Μου σαν άνθρωπος στη γη, γιατί ίσχυαν οι ίδιοι νόμοι και για Μένα που ισχύουν για σας. Είχα να παλέψω με τις ίδιες αδυναμίες και τους ίδιους πειρασμούς. ούτε Μου ήταν πάντα εύκολο να τα αντιμετωπίσω όλα αυτά, παρόλο που η καρδιά Μου ήταν γε­μάτη αγάπη και για αυτόν το λόγο Με κατέκλυζε η θεϊκή δύ­ναμη όποτε τη χρειαζόμουν. Αλλά στην πορεία της ζωής Μου υπήρχαν και ώρες ψυχικής πάλης που αν δεν τις είχα βιώσει όπως εσείς, τότε δεν θα ήμουν “άνθρωπος” ίδιος με εσάς.

Η ψυχή Μου έπρεπε να περάσει από τη διαδικασία της πνευματοποίησης πάνω στη γη, πράγμα που οδήγησε στην απόλυ­τη ένωση και συγχώνευση με τον Πατέρα. Βέβαια η δική Μου η ψυχή είχε έρθει από πάνω, όμως είχε πάρει από τη γη σάρ­κα που είχε όλες τις ανώριμες ουσίες από τις οποίες αποτελεί­ται κατά βάση το υλικό περίβλημα κάθε ψυχής.

Όλες αυτές οι ουσίες έπρεπε να πνευματοποιηθούν, καθότι το σώμα ασκούσε ισχυρή πίεση με τις επιθυμίες και τους πό­θους του πάνω στην ψυχή που δεν μπορούσε να αποφύγει την πάλη με τους πειρασμούς. Αντίθετα, το καθήκον της ήταν να τους αντισταθεί όπως είναι επίσης το καθήκον των ψυχών των ανθρώπων εκείνων που θέλουν να ακολουθήσουν την πορεία του Ιησού προκειμένου να ελευθερωθούν από την αμαρτία και το θάνατο.

Οπωσδήποτε ήταν δύσκολοι οι αγώνες που έπρεπε να περά­σω, συχνά δε η επίγεια πορεία Μου Με βάραινε σαν ασήκω­το φορτίο και κινδύνευα να Με κάνει να αμφιβάλω ότι. θα μπο­ρούσα ποτέ να βαδίσω το δρόμο Μου μέχρι το τέλος. Αλλά συνεχώς αντλούσα δύναμη από την αγάπη. Χάρη στην αγάπη Μου και στην επενέργεια της επάνω Μου διέκρινα, εκ των προ­τέρων το δύσκολο δρόμο που έπρεπε να βαδίσω, προείδα τα πάθη και το θάνατο στο σταυρό, όπως είδα επίσης την πνευ­ματική κατάσταση των ανθρώπων εκείνων που θα Με κάρφω­ναν πάνω του, Και παρ’ όλα αυτά έπρεπε να προχωρήσω στο δρόμο Μου μέχρι τέλους. Ήμουν αναγκασμένος να προσπα­θώ συνέχεια να κυριαρχήσω στους φόβους και στις αδυναμί­ες Μου και να αρπάζομαι από τον Πατέρα για να Mε ενισχύ­σει σε κάθε δοκιμασία που αντιμετώπιζε το σώμα και η ψυχή Μου. Γιατί όλες αυτές τις δοκιμασίες τις βίωνα όπως εσείς και μάλιστα πολύ πιο έντονα ακόμη, για το λόγο ότι για Μένα απο­τελούσε ήδη μαρτύριο το γεγονός ότι ζούσα στο μέσον της αμαρτωλής ανθρωπότητας, καθώς βρισκόμουν με όλη Μου την αγνότητα ανάμεσα σε εκείνους για τους οποίους ήθελα να υποφέρω και να πεθάνω.

Όμως όσο πιο πολύ ωρίμαζε το σώμα Μου, όσο πιο στενά ενωνόταν η ψυχή Μου με τον Πατέρα που ήταν μέσα Μου, τόσο πιο καθαρά έβλεπα την αποστολή Μου. Την αποστολή αυτή που την άρχισα ως “άνθρωπος” αλλά την τέλειωσα ως “Θεός” μπόρεσα να τη φέρω σε πέρας μόνο και μόνο επειδή η δύναμη μέσα Μου μεγάλωνε συνεχώς, όπως μεγάλωνε επί­σης η αγάπη προς τη δυστυχισμένη ανθρωπότητα όσο το τέ­λος Μου πλησίαζε. Κι η αγάπη ήταν η δύναμη που Μου επέ­τρεπε να πραγματοποιήσω το λυτρωτικό έργο Μου. Με άλλα λόγια, η αγάπη ήταν ο Πατέρας που ήταν μέσα Μου κι Εγώ ήθελα να εκπληρώσω το θέλημα Του για να βοηθήσω τους πε­σμένους αδελφούς Μου.

Προχώρησα συνειδητά στη γήινη πορεία Μου, αν και στην αρχή ήταν μόνο αμυδρά προαισθήματα ανάμεικτα μερικές φο­ρές με καθαρές σκέψεις και οράματα. Όσο πιο πολύ προχω­ρούσε η πνευματοποίησή Μου τόσο σαφέστερα διαγραφόταν μπροστά στα μάτια Μου το λυτρωτικό σχέδιο για το οποίο εί­χα κατέβει από το φωτεινό βασίλειο στη γη. Όσο όμως στο σώμα Μου ήταν ακόμη προσκολλημένα ανθρώπινα στοιχεία, έπρεπε κι Εγώ επίσης να υποφέρω ανθρώπινα πάθη και βάσα­να, ένα μεγάλο μέρος τους δε είχε να κάνει με την εσωτερική Μου αγωνία ότι δεν θα ήμουν αρκετά δυνατός για να τα βγάλω πέρα με την αποστολή Μου. Γιατί γνώριζα τι θα σήμαινε εάν αποτύχαινα στον αγώνα ενάντια σε εκείνο που ήταν και είναι και θα παραμείνει για αιωνιότητες ακόμη εχθρός όλων σας.

Αλλά υπερίσχυσα επάνω του, μπήκα στον αγώνα με απερί­γραπτους πόνους και δοκιμασίες, μα η δύναμη Μου μεγάλωνε συνέχεια επειδή ταυτόχρονα μεγάλωνε και η αγάπη Μου για σας που είσαστε αναγκασμένοι να υποφέρετε μέχρι να ελευθε­ρωθείτε από αυτόν και την εξουσία του. Η δύναμη Μου αυξα­νόταν στο βαθμό που αυξανόταν και η αγάπη Μου. Γι’ αυτό να ξέρετε και σεις οι άνθρωποι ότι μόνο από την αγάπη μπορείτε να αντλήσετε τη δύναμη για να πετύχετε το στόχο σας στη γη. Γιατί ο αντίπαλος Μου θα προσπαθεί διαρκώς να σας αποδυ­ναμώσει παρακινώντας σας να συμπεριφέρεστε χωρίς αγάπη ή εμποδίζοντας σας να την εφαρμόζετε στην πράξη, αφού σκο­πός του είναι να σας κρατάει αδύναμους. Τότε όμως να σκέφτε­στε Εμένα, που επίσης πάλεψα μαζί του, αφού επίσης προσπα­θούσε να Με αποδυναμώσει καλλιεργώντας μέσα Μου φόβους και αγωνιώδη ερωτηματικά για το εάν θα μπορούσα να βρω τη δύναμη να πραγματοποιήσω την αποστολή Μου.

Τότε λοιπόν να στρέφεστε σε Μένα για να σας βοηθήσω, για να σας ενισχύσω απέναντι στον εχθρό της ψυχής σας και να σας δώσω δύναμη για κάθε αγώνα στη ζωή, είτε πρόκειται για εγκόσμια προβλήματα είτε για πνευματικά. Και δεν πρόκειται τότε να παρακαλείτε μάταια, γιατί είναι βέβαιο ότι θα εισα­κούσω όποιον Με καλεί την ώρα της ανάγκης.

Αμήν»

Το Φως στον Κόσμο

Επειδή λοιπόν ο Ιησούς ήταν Θεός στο πνεύμα αλλά άνθρω­πος, δηλαδή δημιουργημένο ον, ως προς την ψυχή και το σώ­μα, όπως εμείς, μπόρεσε να υλοποιηθεί ο στόχος της ενανθρώπισης του Θεού. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε ένας τέλειος Θεός, που δεν τον αγγίζουν πειρασμοί και προκλήσεις, να χρη­σιμεύσει σαν πρότυπο ζωής σε μας που παλεύουμε αδιάκοπα με τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης μας; Αν ο Θεός είχε εμ­φανισθεί φανερά στη γη, με όλη του τη μεγαλοσύνη, η ελεύ­θερη βούληση μας θα είχε παραλύσει. Κι αντί να γίνουμε αυ­τεξούσια παιδιά όμοια με τον Πατέρα, θα είχαμε καταδικασθεί να στερηθούμε την ελευθερία μας.

Από την άλλη, πώς θα ήταν αληθινή θυσία ο θάνατος στο σταυρό, αν δεν ήταν πραγματικά ένας άνθρωπος που άφησε τη ζωή του στο Γολγοθά;

Γι’ αυτό η Βίβλος (κι ακόμη περισσότερο η νέα αποκάλυ­ψη), αναφέρεται επανειλημμένα στα καθαρά ανθρώπινα χα­ρακτηριστικά του. Πολλούς αναγνώστες τους ξενίζουν αυτές οι ανθρώπινες πλευρές του Ιησού, γιατί τις βρίσκουν αταίρια­στες με τη θεϊκή του φύση. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο πολλοί αμφισβητούν τις σχετικές αναφορές στη Βίβλο. Πώς μπορεί, ρωτούν οι αμφισβητίες, ένας Θεός «να δειλιάζει και να τρέμει στη Γεθσημανή;» Ή να φωνάζει στο σταυρό: «Πατέρα, γιατί μ’ εγκατέλειψες;»

Τα κείμενα της νέας αποκάλυψης απαντούν σ’ αυτές τις απο­ρίες έτσι που το σημαντικό ερώτημα της ανθρώπινης φύση; του Χριστού φωτίζεται απ’ όλες τις πλευρές. Γι’ αυτό γίνεται κατανοητό π.χ. το πώς και γιατί ο άνθρωπος Ιησούς δεν γνώ­ριζε πάντα εξαρχής όσα γνώριζε και σχεδίαζε ο Πατέρας, το θεϊκό Πνεύμα μέσα του. Αν γνώριζε προκαταβολικά το μέλ­λον σε όλες του τις λεπτομέρειες, η ψυχή του Ιησού θα ήταν παραπάνω ευνοημένη από τους άλλους ανθρώπους στον αγώ­να προς την τελείωση. Έτσι ο Ιησούς εξηγεί αυτό το γεγονός σ’ ένα μαθητή του ο οποίος είχε παραξενευτεί: «Έχεις βέβαια απόλυτο δίκιο που λες πως ο Πατέρας είναι μέσα Μου σε όλη του την πληρότητα. Όμως σαν εξωτερικός άνθρωπος είμαι απλά ένας γιος Του και μέσα στην ψυχή Μου γνωρίζω μόνο αυτά που Μου αποκαλύπτει Εκείνος. Εγώ είμαι βέβαια η Φλό­γα της Αγάπης Του και η ψυχή Μου είναι το Φως που πηγάζει απ’ τη Φωτιά της Αγάπης Του. Αλλά κι ο ήλιος απ’ όπου πη­γάζει το φως, διαθέτει μία καταπληκτική εσωτερική και εσώτατη διαμόρφωση. Όμως μόνο στο εσωτερικό του ήλιου είναι γνωστή. Το φως απ’ έξω δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτή ούτε προβάλ­λει κάπου μία κάποια εικόνα για να δει κανείς πώς είναι φτιαγ­μένος ο ήλιος στο εσωτερικό του. Το ίδιο συμβαίνει στη δική Μου περίπτωση. Ο Πατέρας είναι μεν μέσα Μου, αλλά το ε­σωτερικό Του φανερώνεται στην ψυχή Μου μονάχα όταν το θέλει ο Ίδιος. Στ’ απύθμενα βάθη Του περιλαμβάνει πολλά που ο Γιος Του δεν τα ξέρει. Αν θέλει λοιπόν ο Γιος να τα μάθει, πρέπει να ρωτήσει τον Πατέρα! Αλλά πλησιάζει η ώρα όπου ο Πατέρας, με όλα όσα κρύβει στα βάθη Του, θα γίνει ένα μα­ζί Μου, τον προαιώνιο Υιό Του.

Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο το Πνεύμα του Πατέρα που έ­χετε μέσα στις ψυχές σας θα γίνει σε λίγο καιρό ένα μαζί τους ενόσω ζείτε ακόμη μέσα στα σώματα σας. Και μόνο τότε θα σας αποκαλυφθούν από το Πνεύμα του Πατέρα στο εσωτε­ρικό σας όλα όσα θα ήταν αδύνατο να σας αποκαλυφθούν τώ­ρα. Γι’ αυτό λοιπόν ο Πατέρας που είναι μέσα Μου γνωρίζει μερικά πράγματα επιπλέον που ο Υιός δεν τα γνωρίζει!

Επομένως αυτό το εσώτατο πυρ του ήλιου ισοδυναμεί με τον Πατέρα που είναι μέσα Μου, ενώ Εγώ είμαι το Φως που πηγάζει από το βασικό κεντρικό Πυρ και συνάμα είμαι το Πυρ από το οποίο δημιουργήθηκαν, ζουν και υφίστανται όλα όσα υπάρχουν.  Άρα στην παρούσα υπόσταση Μου είμαι η εξωτερι­κή «η ενεργητική εκδήλωση του εσώτατου Πατέρα μέσα Μου· ως εκ τούτου ό,τι είναι του Πατέρα είναι και δικό Μου όπως και αντίθετα ό,τι είναι δικό Μου είναι του Πατέρα. Επομένως Εγώ και ο Πατέρας πρέπει αναγκαστικά να είμαστε τελείως ένα, μόνο με τη διαφορά ότι στο εσωτερικό Πυρ θα υπάρχει εσαεί υποχρεωτικά μία βαθύτερη γνώση και πανεποπτεία από ό,τι στο εξωτερικό Φως, το οποίο πάντα θα ενεργοποιείται από το εσω­τερικό Πυρ μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο.»

Εξάλλου στα λόγια και στις πράξεις του Ιησού φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στο απέραντο θεϊκό Πνεύμα και στο Γιο του ανθρώπου. Στις μεγάλες διδαχές, στα σημάδια και τα θαύμα­τα, δρούσε το πρώτο. Στις ενέργειες της καθημερινότητας, στο δείλιασμα και την εσωτερική πάλη στη Γεθσημανή, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις που αφηγούνται τα Ευαγγέλια, ήταν φα­νερό πως μιλούσε και ενεργούσε ο Υιός του Ανθρώπου. Πρό­κειται για μια διαφορά η οποία αποτελεί κοινή διαπίστωση και για τους προφήτες όλων των εποχών. Όταν υπάκουαν στο θεί­ο κάλεσμα, εκδηλωνόταν το Πνεύμα μέσα τους, ειδάλλως επι­κρατούσε η ανθρώπινη ψυχή. Στο «M.E.I.» ο Ιησούς τονίζει αυτή τη διαφορά στους μαθητές του: «Τώρα δεν είναι ο θαυ­ματουργός γιατρός από τη Ναζαρέτ που σας μιλάει. Είναι Εκεί­νος που κατοικούσε προαιώνια μέσα Μου, ο Πατέρας που εί­ναι γεμάτος αγάπη και ευσπλαχνία, ο μοναδικός Θεός. ο οποίος λέει: “Εγώ είμαι το Α και το Ω, η Αρχή και το Τέλος του Απεί­ρου, δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από Μένα!”»

Τέλος, γίνεται κατανοητό επίσης γιατί ο Ιησούς αισθανόταν συχνά την ανάγκη να προσευχηθεί. Αυτό το γεγονός ξένιζε πά­ντα τους σκεπτικιστές. Όταν προσευχόταν, κάτι που συνήθως έκανε εντελώς μόνος του, η ψυχή του αναζητούσε μέσα στο «ήσυχο δωμάτιο»* της καρδιάς του την πλήρη ένωση με το Πνεύμα που κατοικούσε μέσα της. «Τι παράξενο», απορούν στο «M.E.I.» μερικοί αμύητοι στην προσωπικότητα του Ιησού. «Τώρα πάει να προσευχηθεί και να προετοιμασθεί για την αυ­ριανή μέρα! Τάχα σε ποιον να μιλάει καινά προσεύχεται; Μή­πως τελικά, παρ’ όλο που οι γνώσεις Του είναι τόσο βαθιές, δεν είναι αυτός το ύψιστο θείο Ον; Δεν μπορεί όμως και να προσεύχεται στον εαυτό Του!»

Τότε ο Μαθαήλ, ένας φωτισμένος μαθητής του Ιησού, απά­ντησε στους αδαείς: «Μα τι τυφλοί που είσαστε στ’ αλήθεια! Μήπως δεν έχει κι αυτός εδώ στη γη όπως όλοι μας σάρκα και αίμα; Μέσα σ’ αυτά δεν εξελίχθηκε και η δική Του η ψυχή, για να μπορέσει να ενωθεί με το θείο Πνεύμα; Θεϊκό μέσα του είναι μοναχά το Πνεύμα.  όλα τ’ άλλα είναι ανθρώπινα, όπως είναι και σε μας. Όταν προσεύχεται, την ανθρώπινη φύση Του τη διαπερνάει εντελώς το μοναδικό Πνεύμα, απ’ όπου προήλθαν όλα τα άλλα πνεύματα, όπως ένας αληθινός ήλιος καθρεφτί­ζεται σε άπειρες απεικονίσεις του μέσα στην καθεμιά μικρο­σκοπική σταγόνα δροσιάς».

Θα πρέπει κανείς να προσεγγίσει με μεγάλη ενδελέχεια και προσοχή τόσο τη Βίβλο όσο και τις νέες αποκαλύψεις προκει­μένου να διεισδύσει στο πολυσύνθετο μυστήριο της οντότη­τας του Ιησού Χριστού. Όπως διαπιστώθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο οι ίδιοι οι μαθητές του Ιησού είχαν μεγάλες δυσκο­λίες όσον αφορά αυτό το θέμα. Άλλωστε στην ουσία το ίδιο πρόβλημα καθρεφτίζεται στα πολλά και ποικίλα δόγματα πί­στης των διαφόρων ομολογιών αλλά και στο πλήθος των θεω­ριών που κυκλοφορούν κυρίως τελευταία γύρω από το πρό­σωπο του Ιησού Χριστού.

Ένα παράδειγμα για την αδυναμία κατανόησης αυτού του θέματος αποτελεί μία ερώτηση που του απευθύνει ο Πέτρος στο «M.E.I.»: «Ένα πράγμα που δεν έχω ακόμη καταλάβει κα­λά είναι γιατί τη μία φορά λες για Σένα ότι είσαι ο Υιός του Ανθρώπου, την άλλη ο Υιός του Θεού και άλλοτε πάλι λες ότι είσαι ο ίδιος ο Ιεχωβά;»

Η απάντηση του Ιησού σε αυτό είναι η ακόλουθη: «Ούτε ο Ιεχωβά που είναι μέσα Μου, ούτε η ψυχή Μου που είναι ο αιώνιος Υιός του θα θανατωθεί στην Ιερουσαλήμ, αλλά μόνο τούτο εδώ το σώμα του Υιού του Ανθρώπου. Την τρίτη ημέ­ρα όμως θα αναστηθεί τελείως μετουσιωμένο και θα είναι πλέ­ον εσαεί ένα με Αυτόν που είναι μέσα Μου και που Μου α­ποκαλύπτει όλα όσα έχω να κάνω ή να πω ως Υιός του Αν­θρώπου. Αυτόν λοιπόν εσείς ακόμη δεν τον γνωρίζετε πλήρως, μ’ όλο που μιλάει και δρα ανάμεσα σας εδώ και αρκετό και­ρό».

Ένας άλλος μαθητής τού έθεσε μία ενδιαφέρουσα ερώτηση η οποία έχει απασχολήσει πάρα πολλούς ανθρώπους μέχρι σή­μερα: «Πώς μπόρεσες Εσύ, ο άπειρος Ιεχωβά, να αφήσεις την απεραντοσύνη Σου και να περιοριστείς σε μία τόσο περιορι­σμένη φόρμα όπως είναι η ανθρώπινη μορφή;»

Στη δε απάντηση του ο Ιησούς είπε: «Είμαι παντού το αιώ­νιο Εγώ, όμως εδώ μαζί σας βρίσκομαι με το αιώνιο κέντρο της Ύπαρξης Μου το οποίο συντηρεί ολόκληρη την απερα­ντοσύνη στην άπειρη αιώνια έκταση της ίδια κι απαράλλακτα για αιώνες και αιώνες. Και αφού ο “Υιός” υπήρχε προαιώνια, πώς ήταν δυνατό να γεννηθεί! Κι αφού το “Άγιο Πνεύμα” υπήρ­χε κι εκείνο προαιώνια, πώς ήταν δυνατό να προέλθει από τον “Πατέρα” και τον “Υιό”; Με λίγα λόγια, αν τα τρία θεϊκά πρό­σωπα είναι αιώνια, δηλαδή δεν έχουν αρχή, πώς θα μπορούσε το ένα να δώσει την αρχή της ύπαρξης στο άλλο;

Σαν άνθρωπος με σάρκα είμαι τώρα μπροστά σας ο Υιός. Δεν Με γέννησε ποτέ κανένας άλλος (σ’ αυτό το σώμα) εκτός από Εμένα τον Ίδιο, και είμαι συνεπώς, ο προαιώνιος μοναδικός Πα­τέρας του Εαυτού Μου. Πού αλλού θα μπορούσε να είναι ο Πα­τέρας παρά μέσα στον Υιό και πού αλλού θα μπορούσε να εί­ναι ο Υιός παρά μέσα στον Πατέρα;

…Τούτο εδώ το σώμα Μου είναι η τέλεια μορφή του Πατέρα, η οποία υλοποιήθηκε για χάρη των ανθρώπων και των αγγέ­λων. Ο σκοπός ήταν να γίνω ένας Θεός χειροπιαστός και ορα­τός, για να μπορούν να Με βλέπουν, να Με ακούνε και να Μου μιλούν χωρίς να πρέπει να χάσουν τη ζωή τους! Γι’ αυτό Εγώ, ο Ιησούς, είμαι Θεός εξ ολοκλήρου. Μέσα Μου είναι ο “Πατέ­ρας” και η Δύναμη που πηγάζει από Εμένα, το ίδιο ισχυρή με την Αγάπη, τη Σοφία και την παντοδύναμη Θέληση Μου, είναι το “Άγιο Πνεύμα”! Αυτή είναι η Δύναμη που πλημμυρίζει το αέναο άπειρο, δρώντας απ’ άκρου σ’ άκρο.

Εγώ, όπως Με βλέπετε ανάμεσα σας σαν Θεάνθρωπο σ’ αυ­τή την αίθουσα στο όρος των Ελαιών, βρίσκομαι ολόκληρος κι αδιαίρετος μαζί σας, με όλο το προαιώνιο Κέντρο Μου. Δηλα­δή, σαν αληθινός Θεός και άνθρωπος συνάμα, δεν βρίσκομαι αυτοπροσώπως πουθενά αλλού αυτή τη στιγμή, ούτε σ’ αυτή τη γη ούτε σε κάποια άλλη. Όμως με τη Δύναμη που πηγάζει από Εμένα, που είναι το “Άγιο Πνεύμα”, γεμίζω με την Ενέρ­γεια Μου όλους τους ουρανούς κι όλο το χώρο, τον άπειρο και το γήινο – υλικό.

Βλέπω τα πάντα, από το πιο μεγάλο ως το πιο μικρό. Επο­πτεύω και γνωρίζω και το παραμικρό. Βάζω όλα τα πράγματα σε Τάξη και δημιουργώ το καθετί. Κατευθύνω τις μοίρες όλων και κυβερνώ τα πάντα.

Τώρα που τ’ ακούσατε από το στόμα Μου, καταλαβαίνετε για ποιο λόγο πρέπει να δυναμώνετε τους ανθρώπους που πιστεύ­ουν αληθινά σ’ Εμένα, ακουμπώντας τα χέρια σας πάνω τους στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Άμα τους διδάσκετε παράλληλα την Αλήθεια σωστά, δεν πρό­κειται να τους μπερδέψουν τα ονόματα από τις τρεις ιδιότητες του Θεού και να πιστέψουν λανθασμένα πως πρόκειται για τρεις εντελώς ξεχωριστές θεϊκές Οντότητες. Αλλά σας το τονίζω και θέλω να το βάλετε καλά μέσα στην καρδιά σας, πως πρέπει πα­ντού και πάντα να λέτε την Αλήθεια γι’ αυτά τα πράγματα. Όπου εκλείψει η Αλήθεια απ’ τους ανθρώπους, θα φτωχύνουν πνευ­ματικά και θα παραστρατίσουν, ακολουθώντας κάθε λογής λαν­θασμένες δοξασίες. Και τότε θα είναι πολύ δύσκολο να τους ξα­ναφέρει κανείς στο δρόμο της Αλήθειας.

Αλλά όσο κι αν διατηρηθεί η πίστη στον καθαρό Λόγο, θα υπάρξουν ωστόσο οπωσδήποτε ψεύτικοι διδάσκαλοι και προ­φήτες που θα παρασύρουν πολύ κόσμο και σεις δεν θα μπορεί­τε να το εμποδίσετε…

…Ως άνθρωπος δεν μπορώ να κάνω ούτε Εγώ τίποτα από μό­νος Μου. Αλλά ακούω διαρκώς τη φωνή του Πατέρα εσωτερικά και όπως ακούω, έτσι ακριβώς ενεργώ, μιλώ και κρίνω».

Στα «Δώρα τον Ουρανού» επίσης υπάρχει μεταξύ άλλων το εξής κείμενο: «Ο Πατέρας είναι η πάναγνη Αιώνια Αγάπη μέσα στον Θεό ή ο Αιώνιος Λόγος μέσα Του. Ο Υιός είναι ο Λόγος που εκφέρεται από τον Πατέρα ή ο ίδιος ο Πατέρας που σας απο­καλύπτεται ως υπόσταση μέσα στον Υιό. Η σχέση μεταξύ τους είναι ανάλογη με το Λόγο που είναι ακόμη σκέψη και με το Λόγο που έχει εκφραστεί, καθώς η σκέψη είναι η βάση ή ο Πα­τέρας του εκφρασμένου Λόγου, ενώ πάλι ο εκφρασμένος Λό­γος δεν είναι άλλο από την αποκαλυπτόμενη σκέψη, ήτοι ο ίδιος ο Πατέρας του Λόγου.

Εάν το καταλαβαίνετε αυτό λοιπόν, τότε θα πρέπει να σας εί­ναι και ολοκάθαρο πλέον ότι όποιος βλέπει και ακούει τον Υιό, αναγκαστικά πρέπει να βλέπει και να ακούει τον Πατέρα. Επο­μένως Πατέρας και Υιός είναι ένα και το αυτό, όπως η σκέψη από τη μία με τη σκέψη που έχει εκφραστεί σε λόγο από την άλλη. Καταλαβαίνετε άρα ότι ο Πατέρας είναι μέσα στον Υιό. ο δε Υιός είναι μέσα στον Πατέρα όπως η σκέψη εμπερικλείε­ται μέσα στον εκφρασμένο λόγο, όπως και ο εκφρασμένος λό­γος εμπερικλείεται μέσα στη σκέψη…

Ο Θεάνθρωπος Ιησούς έκρυβε μέσα του όλη την Οντότητα του Πατέρα ή ήταν η Αιώνια Αγάπη και Σοφία που είχε επεν­δυθεί με ανθρώπινη σάρκα ή η πληρότητα της Θεότητας μέσα σε ένα σώμα.

Ο εκφρασμένος Λόγος του Θεανθρώπου Ιησού ή η διδασκα­λία του είναι ο Υιός. Καθώς λοιπόν ο Πατέρας γνώριζε από προ­αιώνια τι επρόκειτο να κάνει, άρα ο Θεάνθρωπος Ιησούς ήταν επίσης από προαιώνια μέσα στον Πατέρα. Αλλά ως Θεάνθρω­πος σε ένα σώμα εκδηλώθηκε μόνο αφότου ο Πατέρας εκφρά­στηκε φανερά….»

Σε μία αποκάλυψη προς τον Γκότφριντ Μαγερχόφερ στις 26.8.1870 λέει ο Λόγος σχετικά με το μυστήριο της ενανθρώπισης του Θεού: «Εάν ήθελα να σας αναλύσω σταδιακά όλες τις πλευρές αυτής της τριαδικότητας, δεν θα έφταναν χρόνια ολόκληρα για να σας διαφωτίσω κάπως πιο διεξοδικά για το πλήρες βάθος όλων αυτών των θεϊκών ιδιοτήτων του Εγώ Μου.

Και ακόμη και τότε θα αποκτούσατε μόνο μία αμυδρή αντίλη­ψη του τι είναι ο Πατέρας και τι ο Ιησούς, ο οποίος ήταν και εί­ναι ο Υιός του Ανθρώπου που ήρθε από τα Ύψη».

Η προγενέστερη υπόσταση του Ιησού

Με βάση τα προηγούμενα πρέπει να έχει καταστεί εμφανές ότι όταν γίνεται λόγος για τον Πατέρα μέσα στον Ιησού εννο­είται με αυτό η προαιώνια, καθαυτό πνευματική οντότητα του. Ο Υιός του Θεού μέσα στον Ιησού, ο θείος Λόγος, ήταν το πνευματικό μέρος της ψυχής του, ενώ ο Υιός του Ανθρώπου ήταν ένα δημιουργημένο πνεύμα όπως εμείς. Ως εκ τούτου αξί­ζει να εμβαθύνει κανείς στο θέμα της προγενέστερης υπόστα­σης του Ιησού, μία υπόσταση που σαφώς είχε όπως και κάθε άλλο δημιουργημένο ον.

Πολυάριθμα είναι τα στοιχεία που προκύπτουν από μία ανα­δίφηση στη Βίβλο. Όταν ο Παύλος λόγου χάριν λέει ότι ο Θεός «απέστειλε τον Υιό του» (προς Γαλάτες 4,4 κ.εξ. -προς Ρω­μαίους 8,3 κ.εξ.) προϋποθέτει ότι ο Υιός του Θεού υπήρχε πριν από την ενανθρώπισή του. Επίσης και ο Ιωάννης μεταχειρίζε­ται τον όρο της «αποστολής» του Υιού του Ανθρώπου – όπως π.χ. στο κεφάλαιο 17, εδάφια 3 και 13- αλλά και της «επιστρο­φής» στον Πατέρα. Κατά τα εδάφια 1 έως 3 του πρώτου κε­φαλαίου της Επιστολής προς Εβραίους, ο Υιός είναι ο «χαρακτήρ» της θείας υπόστασης, ο οποίος Υιός δημιούργησε και συγκρατεί το σύμπαν. Πέραν τούτου στα εδάφια αυτά ο ρό­λος του Υιού στη δημιουργία έρχεται σε συνδυασμό με την πραγμάτωση του λυτρωτικού έργου.

Στην πρώτη σύνοδο της Νικαίας (325 μ.Χ.) η προηγούμενη υπόσταση του Ιησού Χριστού αποτυπώθηκε στο σύμβολο της πίστης, με την παραδοχή ότι είναι ο μονογενής (μοναδικός) ομοούσιος Υιός του Αιώνιου Πατέρα (βλέπε και κατά Ιωάννη 1,18) και ότι δι’ αυτού έγιναν τα πάντα, ενώ απορρίπτεται κά­θε ισχυρισμός ότι δεν προϋπήρχε της ενανθρώπισής του. Στην Κωνσταντινούπολη αργότερα η ίδια δήλωση πίστης συμπλη­ρώνεται με τα λόγια: «εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων».

Εκτός αυτού, σε πολλά σημεία της Βίβλου όπου γίνεται λόγος για έναν «άγγελο του Κυρίου» ως «άγγελο του Θεού» ή ως «άγγελο της Διαθήκης» (Μαλαχίας3,1), διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για έναν άγγελο με μία συγκεκριμένη επίγεια αποστολή, τον οποίον επεσκίαζε για το σκοπό αυτό το Πνεύμα του Θεού, ενώ σε μερικές περιπτώσεις πρόκειται για τον ίδιο τον Κύριο, αν και οι απόψεις διίστανται σχετικά με το πότε είναι απλά ένας άγγελος και πότε είναι ο ίδιος ο Θεός που εμφανίζεται στους ανθρώπους.

Ο «άγγελος του Κυρίου», ο οποίος στη Γραφή ξεχωρίζει από όλους τους άλλους αγγέλους, αναφέρεται συχνά στην Παλαιά Διαθήκη, όπως π.χ. στο Μωυσή Α’ 16, 7.22, 11.48,16· στους Κριτές 2, 1.6,11,13, 3- Στον Ησαΐα 63,9· στο Ζαχαρία 1,12.  3, 1. 12, 8. Ο δε «άγγελος του Θεού» συναντάται στην Π. Διαθήκη στο Μωυσή Α’21,17.31, 11-Μωυσή Β’ 14, 19-Σαμουήλ Β’ 14, 17.

Ο «άγγελος του Κυρίου» ως επί το πλείστον ταυτίζεται με τον ίδιο τον Κύριο αυτοαποκαλυπτόμενο στους ανθρώπους. Όπως θα διαπιστωθεί παρακάτω από τα σχετικά αποσπάσματα, ο άγγελος αυτός υπό το φως των νέων αποκαλύψεων μπορεί δίκαια να ταυτιστεί με τον Υιό του Θεού πριν την ενανθρώπισή του.

Ο Παύλος πάλι χαρακτηρίζει τον Χριστό ως τον «πνευματικό βράχο» που ακολουθούσε τους Ιουδαίους επί σαράντα χρόνια που περιπλανιόνταν με τον Μωϋσή στην έρημο (προς Κορινθίους Α’ 10, 1-4) ενώ κατά τα αναφερόμενα από τον Πέ­τρο στην πρώτη επιστολή του (1, 11) το Πνεύμα του Χριστοί μιλούσε μέσα από τους παλαιούς προφήτες.

Ως εκ τούτου είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ήδη πριν από την ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού οι αποκαλύψεις του Θεού που ελάμβαναν χώρα δια του «αγγέλου του Κυρίου» κα­τά τη βιβλική έκφραση, γίνονταν δια του Υιού του Θεού, ο οποίος ήταν εξ αρχής (Ησαΐας 41, 4).

Επιπλέον αυτό που λέει ο Ιωάννης στο 1,18 της αναφοράς του για τον Ιησού ότι «κανείς ποτέ δεν είδε τον Θεό, μόνο ο μονογενής Υιός μάς τον έκανε γνωστό», το ίδιο σημείο επιβε­βαιώνεται στην Έξοδο του Μωυσή 23, 20-21 όπου ο Θεός ομι­λεί προς το Ισραήλ: «Ιδού, εγώ στέλνω έναν άγγελο έμπρο­σθεν σου για να σε φυλάσσει καθ’ οδόν και να σε φέρει στον τόπο που έχω προετοιμάσει. Πρόσεχε τον και υπάκουε στις προσταγές του και μην απειθείς, γιατί δεν θα σε συγχωρήσει επειδή το όνομα Μου είναι επάνω του!»

Εξ άλλου στους Κριτές 13, 18 ο «άγγελος του Κυρίου» απα­ντά ως εξής στο Μανωέ, τον πατέρα του Σαμψών: «Γιατί με ρωτάς για το όνομα μου, αφού είναι θαυμαστό;» Στο δε Ησαΐα 9, 5 λέγεται: «Γεννήθηκε σε μας ένα παιδί, μας δόθηκε ένας γιος, και η εξουσία είναι πάνω στους ώμους του και το όνομα του θα κληθεί θαυμαστός, σύμβουλος, πατέρας αιώνιος, άρ­χων ειρήνης!» Και στη συνέχεια, στον Ησαΐα 9, 6 το όνομα αυτό αποδίδεται στον προφητευμένο Μεσσία του Ισραήλ, ενώ στο Μαλαχία 3, 1 επιβεβαιώνεται ότι ο Κύριος («ο άγγελος της διαθήκης») θα έρθει σύντομα στο ναό του.

Από αυτές τις αναφορές στη Βίβλο γίνεται σαφές ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρχε εξ αρχής, ήταν δηλαδή ο «πρώτος» και σε αυτό όπως και με την ανάσταση του (προς Κορινθίους Α’15, 20-23).

Παίρνοντας σάρκα ο Ιησούς έγινε όμοιος με τους ανθρώ­πους και για χάρη τους ήταν για λίγο κατώτερος από τους αγγέ­λους (προς Εβραίους 2, 7) αν και αυτοί τον υπηρετούσαν με μεγάλο σεβασμό και ως άνθρωπο. Βέβαια δεν είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες τους, απλά αυτό γινόταν προς δόξα του Πατέρα και για να εκπληρωθούν τα γραφόμενα στην Π. Διαθήκη.

Από τα προηγούμενα προκύπτει σαφώς ότι κατά τη Γραφή ο Ιησούς ενεργούσε ήδη πριν την ενσάρκωση του ως Υιός του Θεού. Εάν επιπλέον λάβει κανείς υπ’ όψη του τις διευκρινί­σεις των νέων αποκαλύψεων όσον αφορά την προ της ενανθρώπισης υπόσταση του Ιησού μπορεί να κατανοήσει καλύ­τερα το μυστήριο της θέωσής του επί γης.

Από πολλά σημεία των νέων αποκαλύψεων είναι κατάδηλο ότι ο Ιησούς ως άνθρωπος δεν ήταν Θεός, αλλά Υιός του Θεού. Το εσωτερικό του πνεύμα το οποίο ήταν ένα με την ψυχή του ήταν και είναι Θεός, όχι όμως και ο απλός Υιός του Ανθρώ­που, για το λόγο ότι έπρεπε πρώτα ο σωματικός του φορέας να ενωθεί με το Πνεύμα του Θεού, γεγονός το οποίο επετεύ­χθη με τη σταύρωση και την ανάσταση του.

Επομένως όταν λέγεται ότι ο άνθρωπος Ιησούς και ο Πατέ­ρας ήταν απολύτως ένα, τότε η ενότητα αυτή αφορά αποκλει­στικά και μόνο την ενότητα του πνεύματος του Ιησού με την ψυχή του, πράγμα που ίσχυε μετά το τριακοστό έτος της ηλι­κίας του, όταν ανέλαβε δημόσια την αποστολή του. Συνεπώς ο Ιησούς είχε έλθει απευθείας από το φωτεινό βασίλειο και ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο κατοίκησε η πληρότητα της Θεότητας (κατά Ιωάννη 1, 14-προς Κολοσσαείς 2,9).Έτσι εξηγείται άλλωστε ότι ο Ιησούς έβλεπε τον Πατέρα (κατά Ιω­άννη 6,46). Διατυπωμένο διαφορετικά, αυτό σημαίνει ότι πριν την ενανθρώπιση του Ιησού ο Θεός δεν κατέβηκε ποτέ σε αυ­τή την πληρότητα ανάμεσα στους ανθρώπους- ούτε ως «άγγε­λος του Κυρίου» αλλά ούτε ως προσωρινή υλοποίηση, δηλα­δή μέσα σε μία αιθερική ανθρώπινη μορφή, όπως έγινε στις περιπτώσεις του Αβεδάμ, του Εμμανουήλ και του Μελχισεδέκ την εποχή των πατριαρχών πριν τον κατακλυσμό, όπως εί­ναι γνωστό από την «Οικονομία του Θεού» του Λόρμπερ. για­τί το θείο Πνεύμα παρουσιάστηκε εξ ολοκλήρου και για πρώ­τη φορά σε αυτή τη γη μόνο μέσα στον Ιησού.

Στον Γιάκομπ Λόρμπερ. τονίζεται ότι ο Ιησούς ήταν και εί­ναι το ύψιστο Πνεύμα του Θεού και ότι έλεγε όταν ήταν στη γη για τον εαυτό του: «Με έχει στείλει ο Πατέρας από τον Ου­ρανό!» Στο «Γη και Σελήνη» λέει ο ίδιος για τη σχέση του με τον Πατέρα: «Αυτός ήταν μεν μέσα σε Μένα όπως και Εγώ μέσα σ’ Εκείνον αλλά Αυτός ήταν το Πνεύμα του Θεού ως προαιώνιος Πατέρας ενώ Εγώ ήμουν και είμαι η Ψυχή Του. Αυ­τή η Ψυχή διαθέτει ασφαλώς τη δική της γνώση και ικανότη­τα αφού είναι η ύψιστη και πιο τέλεια Ψυχή από όλες τις ψυχές. Εντούτοις η Ψυχή αυτή δεν μπορούσε να πράττει ό,τι ήθελε, αλλά μόνο ό,τι ήθελε Εκείνος από τον οποίο είχε προέλθει».

Επομένως με τους όρους Υιός του Ανθρώπου και Υιός του Θεού εννοείται κάτι το δημιουργημένο, ήτοι μόνο το σώμα και η ψυχή του Ιησού. Μόνο μετά την πλήρη συγχώνευση με το Πνεύμα του Πατέρα μέσω της σταύρωσης και της ανάστασης έγινε πλέον Θεός ο Ιησούς, εξ ου κι από τότε Ιησούς Χριστός και Θεός σημαίνει ένα και το αυτό.

Με αυτή την ουσιώδη διαφοροποίηση αποκαλύπτεται μία πλευρά του μυστηρίου του Ιησού Χριστού. Παράλληλα δίνε­ται μία απάντηση στο ερώτημα εάν ο Ιησούς χάρη στην επί γης θέωσή του είναι ο Θεός – Πατέρας ή απλά ο Γιος του Θεού, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι χριστιανοί. Και τα δύο είναι βέβαια αλήθεια και άρα ένας χριστιανός μπορεί να γίνει μα­κάριος είτε πιστεύει στη μία εκδοχή είτε στην άλλη, μόνο που αυτός που τον Ιησού τον αναγνωρίζει ως Θεό έχει διεισδύσει βαθύτερα στο μυστήριο της Θεότητας και ως εκ τούτου βρί­σκεται και πιο κοντά της. Όποιος δέχεται τον Χριστό μόνο σαν Γιο του Θεού αποδεικνύει ότι δεν έχει ακόμη καταλάβει το μυ­στήριο της θέωσής του και συνεπώς έχει συλλάβει κατά κά­ποιον τρόπο μόνο το εξωτερικό περίβλημα και όχι τον εσώτε­ρο πυρήνα του. Άλλωστε αυτή η εκδοχή επιτρέπει και κάποιες άλλες υποβαθμίσεις ή παρανοήσεις του ρόλου του, αφού μάλιστα όπως συμβαίνει συχνά ο Ιησούς υποβαθμίζεται σε ένα διδάσκαλο ή προφήτη μεταξύ άλλων πολλών, Επιπλέον οι εξω­τερικές θεωρήσεις των πραγμάτων είναι η αιτία των αναρίθ­μητων σχισμάτων της χριστιανοσύνης ενώ αντίθετα οι εσωτε­ρικές θεωρήσεις ενώνουν πνευματικά, όπως θα φανεί και στο κεφάλαιο για τους μυστικιστές που ήταν διαφορετικών εξω­τερικών πιστεύω. Όταν ήταν στη γη ο Ιησούς δήλωνε για τον εαυτό του; «Ως άνθρωπος, όπως στέκομαι τώρα μπροστά σας, δεν είμαι θεός, αλλά ένας Υιός του Θεού…» («Το μεγάλο ευαγ­γέλιο του Ιωάννη»). Συνεπώς το μεν Πνεύμα στο εσωτερικό του ήταν Θεός, αλλά όλα τα άλλα πάνω του ήταν ανθρώπινα, όπως σ’ εμάς.

Επομένως ο άνθρωπος Ιησούς έπρεπε να αγωνισθεί για την υπέρβαση του κόσμου προκειμένου να γίνει ένα με το Πατρι­κό Πνεύμα κάνοντας τον ίδιο αγώνα που πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Γιατί ειδάλλως ούτε εκείνος δεν θα μπορούσε να μας καλέσει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του ούτε εμείς θα ήμασταν σε θέση να το κάνουμε, αφού θα ήταν τελείως έξω από τις δυνατότητες μας. Αλλά στην ουσία ο Ιησούς μάς έδω­σε ένα παράδειγμα που μπορούμε να εφαρμόσουμε (κατά Ιωάν­νη 13, 15) και ταυτόχρονα μας δίνει επιπλέον τη δύναμη να το κάνουμε μέσω της χάρης του. Γι’ αυτό μια άλλη πλευρά του μυστηρίου Ιησούς Χριστός είναι ότι ο Ιησούς πάνω στο σταυ­ρό νίκησε ως άνθρωπος κι όχι ως Θεός, ο οποίος Θεός φυσι­κά δεν μπορεί να υποφέρει· κι αυτός ήταν ο λόγος που το Πνεύ­μα του Θεού αποτραβήχτηκε μέσα στο εσώτατο σημείο του όταν σταυρώθηκε, επειδή αυτή ήταν η επιθυμία του ίδιου του Ιησού, όπως αποκαλύπτεται στην Μπέρτα Ντούντε. Τούτο ση­μαίνει ότι ουσιαστικά μεν νίκησε η αγάπη του Θεού αλλά σε τελευταία ανάλυση ήταν ο Υιός του Ανθρώπου που κατέκτη­σε αυτή τη νίκη αφού χάρη στην ένωση του με τον Θεό δεν μπορούσε να πράττει, διαφορετικά από Εκείνον.

Μολονότι πνεύμα, ψυχή και σώμα του Ιησού στη γη συνι­στούσαν μία και μοναδική προσωπικότητα, ωστόσο είναι απα­ραίτητο να γίνουν αυτές οι διαφοροποιήσεις, γιατί μόνο έτσι μπορεί να κατανοηθεί ως ένα βαθμό η διαδικασία της θέωσής του και μαζί με αυτήν συνάμα η προγενέστερη υπόσταση του.

Σε σχέση με το προκείμενο θέμα ανακύπτει το ερώτημα εάν η ψυχή του Ιησού είχε περάσει από κάποια άλλη ενσάρκωση πριν από τη γνωστή μας ενανθρώπιση του Θεού. Η απάντηση που δόθηκε στην Μπέρτα Ντούντε στις 11.2.1964 ήταν κατά λέξη η εξής:

«Σας απασχολούν ακόμη ορισμένα ερωτήματα που μόνο Εγώ μπορώ να απαντήσω, γιατί είμαι ο μόνος που γνωρίζει αυτούς τους χώρους στους οποίους Θέλετε να διεισδύσετε: Πάνω στη γη ενσαρκώνονται επίσης και όλα τα υψηλά πνεύ­ματα, παρ’ όλο που δεν είχαν αποστατήσει, επειδή θέλουν να επιτύχουν κι αυτά τον υπέρτατο στόχο, την υιοθεσία τους α­πό τον Θεό, πραγματοποιώντας το πέρασμα μέσα από τα βά­θη τούτου του κόσμου. Για να φτάσουν δε σε αυτό το στόχο πρέπει υποχρεωτικά να περάσουν ένσαρκα από τη γη, δηλα­δή παίρνουν το ανθρώπινο σώμα και ζουν επί γης ακριβώς όπως κάθε άλλο έκπτωτο πνεύμα. Πρέπει κι αυτά να αγωνι­στούν και να αντισταθούν σε όλες τις προκλήσεις που τους θέ­τει ο αντίπαλος Μου. Με άλλα λόγια οφείλουν να διασχίσουν αληθινά “την άβυσσο αυτού του κόσμου” προκειμένου να επι­στρέψουν κοντά Μου, τον προαιώνιο Πατέρα τους. σαν παι­διά του Θεού πλέον, όταν θα έρθει τελικά η ώρα τους να ανα­κληθούν από αυτόν τον κόσμο.

Σε κάθε εποχή υπήρχαν φωτεινές οντότητες που κατέβαιναν στη γη για να συμπαρασταθούν στους ανθρώπους που πρέπει κάποτε να πάψουν να είναι έκπτωτα πνεύματα και να επιστρέ­ψουν κοντά Μου. Η αγάπη αυτών των οντοτήτων είναι πάρα πολύ βαθιά και δυνατή ώστε είναι και ανά πάσα στιγμή πρό­θυμα να βοηθήσουν καθώς η μοναδική τους φροντίδα πάντο­τε είναι να Μου ξαναφέρουν κοντά Μου τα χαμένα παιδιά Μου. Ούτε Εγώ τις εμποδίζω να κατέβουν στη γη όταν θέλουν να προσφέρουν τη βοήθεια τους που είναι πάντοτε χρειαζούμενη. Πρόκειται χωρίς εξαίρεση για οντότητες που έχουν προ­έλθει από Μένα, δηλαδή είναι πλάσματα ύψιστης τελειότητας τα οποία τα πλημμυρίζει το φως της αγάπης Μου και ενεργούν εναρμονισμένα με τη βούληση Μου τόσο στο χώρο του πνεύ­ματος όσο και όταν κατεβαίνουν στη γη για να διεκπεραιώ­σουν μία συγκεκριμένη αποστολή.

Δεν υπάρχει δε ούτε μία φωτεινή οντότητα που να μη θέλει να συμμετέχει σε μία τέτοια αποστολή που έχει ως σκοπό να δοθεί φως στους κατοίκους της γης. Έτσι κι εκείνη η ψυχή που ως άνθρωπος Ιησούς πραγματοποίησε στη γη το έργο της λύτρωσης των αποστατών ήταν επίσης ένα τέτοιο φωτεινό πνεύ­μα, που στην αρχή είχε εκπηγάσει από Μένα σαν μία ακτίνα από το Φως της Αγάπης Μου στην οποία έδωσα στη συνέχεια μία ανεξάρτητη ζωή. Το πνεύμα αυτό συγκεκριμένα είχε ανα­λάβει μία εντελώς ξεχωριστή αποστολή επειδή είχε διακρίνει εξ αρχής ότι η πεσμένη πλάση θα τη χρειαζόταν· είχε δει εκ των προτέρων ότι ο πρωτόπλαστος άνθρωπος θα αποτύχαινε στη δοκιμασία που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει, γι’ αυτό ήθε­λε να βοηθήσει την ανθρωπότητα κατερχόμενος ως “άνθρω­πος Ιησούς”.

Βέβαια είχα συμμετάσχει εξ αρχής στη δημιουργία του υλι­κού κόσμου, γιατί διοχέτευα τη βούληση και τη δύναμη Μου σε όλα εκείνα τα όντα που Μου είχαν μείνει πιστά και ως εκ τούτου δρούσαν σαν ανεξάρτητες υπάρξεις μέσα στο άπειρο. Επίσης η ψυχή αυτή Με είχε υπηρετήσει ήδη προηγουμένως με το να εκτελεί χρέη συνδέσμου μεταξύ Θεού κι ανθρώπων, δηλαδή ερχόταν στους ανθρώπους ως φωτεινό πνεύμα μέσω του οποίου μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί τους. Εκείνο λοι­πόν το φωτεινό πνεύμα Μού πρόσφερε κατά καιρούς ένα πε­ρίβλημα, ένα φορέα για να εμφανισθώ στους κατοίκους της γης. έτσι αν και δεν επρόκειτο για μία πραγματική ενσάρκω­ση, ήταν ωστόσο προσωρινά ορατό στους ανθρώπους. Βέβαια η παρουσία του δεν ήταν μόνιμη, δηλαδή δεν ζούσε κανονικά στη γη σαν “άνθρωπος”, παρά δρούσε ανάμεσα τους έχοντας φαινομενικά ίδια σωματική υπόσταση μ’ εκείνους. Εντούτοις ήταν και παρέμενε όλη την ώρα ένα πνευματικό ον το οποίο στη συνέχεια εξαφανιζόταν από τα μάτια εκείνων που είχε βοη­θήσει με τις διδαχές και τις συμβουλές του.

Φυσικά υπήρξαν επίσης πολλές περιπτώσεις όπου ενσαρκώ­θηκαν επί γης τέτοιες υψηλές φωτεινές οντότητες οι οποίες ως προσωπικοί απεσταλμένοι Μου γνωστοποιούσαν τη βούληση Μου στους ανθρώπους. γιατί ήταν αναγκαίο γι’ αυτούς να πλη­ροφορηθούν για ποιο λόγο πορεύονταν στη γη, γιατί υπέφε­ραν ψυχικά και σε τι αποσκοπούσε αυτή η πορεία.

Αλλά, εδώ θα πρέπει να τονιστεί η διαφορά μεταξύ ενός φω­τεινού όντος που πορεύεται επί γης ως άνθρωπος με σάρκα και οστά κι ενός που εμφανίζεται προσωρινά προκειμένου να μιλήσω μέσα από το στόμα του. Γιατί στη δεύτερη περίπτω­ση ένα τέτοιο φωτεινό πνεύμα δεν αποτελούσε ένα ένσαρκο ορατό εξωτερικό περίβλημα για Μένα τον ίδιο όπως έγινε με τον άνθρωπο Ιησού. Απλά η υπηρεσία που Μου προσέφερε ήταν να φτάνει εκάστοτε με φυσικό τρόπο ο Λόγος Μου στους ανθρώπους· γιατί ναι μεν είχα επίσης τη δυνατότητα να τους μιλήσω από ψηλά, αλλά τότε θα είχε καταλυθεί η ελευθερία της βούλησης τους.

Επομένως πάντοτε περιβαλλόμουν με μία εξωτερική μορφή για να εμφανισθώ, είτε επρόκειτο για τη μορφή ενός ενσαρ­κωμένου ανθρώπου είτε ενός πνευματικού. Ο πρώτος ζούσε φυσιολογικά την ανθρώπινη ζωή του στη γη ενώ ο δεύτερος ήταν μόνο πρόσκαιρα ορατός στους ανθρώπους επειδή χρειά­ζονταν να επικοινωνήσω επειγόντως μαζί τους.

Κατά συνέπεια όταν γίνεται λόγος για επανειλημμένες εν­σαρκώσεις της ψυχής του Ιησού πριν την ενανθρώπισή Μου μέσα σ’ αυτόν, να είσαστε βέβαιοι ότι πρόκειται αποκλειστι­κά για πνευματικές μόνο εμφανίσεις, όπου Εγώ, η Αγάπη, θέλοντας να επικοινωνήσω με σας τους ανθρώπους επέλεγα ένα πνευματικό περίβλημα για να μπορέσω να εμφανιστώ στο δι­κό σας επίπεδο. Σίγουρα όμως η ψυχή του Ιησού δεν είχε πά­ρει άλλη φορά σάρκα πριν από την ενανθρώπισή Μου στη γη, καίτοι μπορούσα επίσης να παρέχω το Λόγο Μου μέσω ενός ανθρώπου που είχε κατέλθει από το φωτεινό βασίλειο.

Η ψυχή του Ιησού είχε επιλεχθεί εξ αρχής για να Μου δώ­σει τη δυνατότητα να ενανθρωπισθώ επί γης αφού ήταν αλη­θινά το πιο υψηλό φωτεινό πνεύμα το οποίο είχε εκπορευτεί ως πρωτότοκος Υιός Μου από τη δική Μου δύναμη κι από τη βούληση εκείνου που η υπέρμετρη Αγάπη Μου είχε τοποθε­τήσει έξω από Μένα ως το πρώτο δημιουργημένο ον.

Εγώ προσωπικά, ως το Αιώνιο Θείο Πνεύμα, εκδηλώθηκα μόνο μέσα στον Ιησού, σε αυτή την ύψιστη ψυχή του Φωτός. Βέβαια ως φωτεινό πνεύμα Με είχε ήδη υπηρετήσει στο πα­ρελθόν δίνοντας Μου τη δυνατότητα να μιλήσω μέσα από το στόμα του σε ανθρώπους οι οποίοι φυσικά ήταν επίσης υψη­λού βαθμού ωριμότητας ώστε μπορούσα να τους στέλνω τέ­τοιες φωτεινές οντότητες μέσω των οποίων ήταν δυνατό να εκφραστώ απευθείας Εγώ ο ίδιος.

Ωστόσο είναι γεγονός ότι και πριν τον Ιησού είχαν ενανθρωπιστεί αμέτρητες φωτεινές οντότητες οι οποίες διατήρησαν επίσης ζωντανή τη σύνδεση ανάμεσα στους ανθρώπους και σε Μένα μεταφέροντας τους το Λόγο Μου, αφού κατά κάποιον τρόπο ήταν τα επίγεια φερέφωνα Μου. Το γεγονός όμως αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει σε λανθασμένες υποθέσεις γιατί η ψυ­χή του Ιησού είχε επιλεγεί αποκλειστικά για την ενανθρώπι­σή Μου δεδομένου ότι είχε προσφερθεί εξ αρχής για λόγους ευσπλαχνίας για το συγκεκριμένο έργο επειδή γνώριζε εκ προ­οιμίου ότι οι πρωτόπλαστοι θα αποτύχαιναν στην αποστολή τους.

Είναι λάθος λοιπόν ο ισχυρισμός ότι έχω ενσαρκωθεί “ως Θεός ” περισσότερες από μία φορές. Γιατί η ενανθρώπισή Μου μέσα στον Ιησού είναι και θα παραμείνει μία ανεπανάληπτη πρά­ξη την οποία οι μεν άνθρωποι δεν μπορούν να τη συλλάβουν καθόλου ενώ μόλις και μετά βίας μπορεί να την καταλάβει κι αυτός ακόμη ο κόσμος του Φωτός, αφού κάτι τέτοιο δεν υπήρ­ξε ποτέ στο παρελθόν αλλά ούτε και θα υπάρξει ουδέποτε στο μέλλον. Γιατί ο Ιησούς δεν ήταν ένας από τους πολλούς, αλλά ήταν Αυτός που είχε την αποστολή να γίνει ο ορατός Θεός για σας τους ανθρώπους και επίσης για όλα τα όντα του φωτεινού βασιλείου, για το λόγο ότι τον είχα επιλέξει Εγώ ο ίδιος ως το περίβλημα Μου που θα έμενε ορατό στους αιώνες των αιώνων.

Το ον αυτό είχε μία εξέχουσα θέση επειδή ήταν το πρώτο πνεύμα που εκπήγασε από την αγάπη τη δική Μου και του Εωσφόρου· για το λόγο αυτό και η δική του η αγάπη ήταν τό­σο απέραντα βαθιά ώστε ήταν το μόνο ον που ενδεικνυόταν για την ενανθρώπισή Μου κι ως εκ τούτου αποκλειόταν μία προηγούμενη ενανθρώπιση στη γη. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι είχε επίσης συμμετάσχει στη δημιουργία του υλι­κού κόσμου, καθότι γνώριζε το σχέδιο Μου για την παλινόστηση των έκπτωτων πνευμάτων. Επιπλέον κάθε φορά ασπα­ζόταν τελείως τη δική Μου βούληση την οποία και μπορούσε να εκτελέσει αφού ήταν ένα ον πλημμυρισμένο από φως και δύναμη.

Το πνεύμα αυτό ήταν τόσο πολύ κοντά Μου που μπόρεσε να συγχωνευτεί τελείως μαζί Μου ώστε τελικά Αυτός κι Εγώ γί­ναμε υποχρεωτικά ένα, καθώς Εγώ αφομοιώθηκα ολοκληρω­τικά από Αυτόν κι Αυτός αφομοιώθηκε ολοκληρωτικά από Μένα. Αυτό είναι το μυστήριο της ενανθρώπισής Μου στον Ιησού που αποκαλύπτεται στον άνθρωπο όταν αποκτά ξανά το βαθμό φωτεινότητας όπου κατέχει πλέον την καθαρότητα της Γνώσης.

Αμήν»

Στο σημείο αυτό αξίζει να επαναληφθεί συνοπτικά η διαδι­κασία της δημιουργίας αλλά και της πτώσης των αρχέγονων πνευμάτων όπως αποκαλύφθηκε στον Ιάκωβο Λόρμπερ και περιλαμβάνεται στο βασικό έργο του «Η Οικονομία του Θεού» και ίσως ο αναγνώστης να μπορέσει να εμβαθύνει περισσότε­ρο στο θέμα από ένα νέο, πιο πολυδιάστατο πρίσμα. «Και ιδού, τότε έγιναν τρεις κι από αυτούς προήλθαν άλλοι επτά! Και οι τρεις αντιστοιχούσαν στην Αγάπη, στο Φως και στη Θεότητα. οι δε επτά αντιστοιχούσαν στα επτά πνεύματα του Θεού και το όνομα τους είναι και θα μείνει για πάντα:

1.     Να αγαπάτε την Αγάπη,

2.     Να φοβάστε τη Θεότητα που θανατώνει για να μην θανα­τωθείτε.

3.     Η αγάπη μέσα σας είναι ιερή. γι’ αυτό να εκτιμάτε ο ένας τον άλλο, όπως σας εκτιμά η Αγάπη μέσα στη Θεότητα και χαίρεται μαζί σας.

4.     Ο καθένας είναι ιδιοκτησία του εαυτού του και ιδιοκτησία της Αγάπης του Θεού· γι’ αυτό κανένας να μη γίνεται με κα­νένα τρόπο κλέφτης του άλλου.

5.     Κανένας να μην κρύβει το πρόσωπο του από τον άλλο έτσι που ο άλλος να μην ξέρει πώς είναι η αγάπη, ώστε να είσα­στε όπως η Αγάπη που σας έφερε στη ζωή.

6.     Το εσωτερικό σας να είναι ίδιο με το εξωτερικό σας για να μην γεννηθεί μέσα σας καμία εσφαλμένη προαίρεση κι έτσι καταστραφείτε.

7.     Το εξωτερικό σας να είναι η πιστή αντανάκλαση του εσω­τερικού σας καθρέφτη μέσα στον οποίο βλέπει καθρεφτι­σμένο τον εαυτό της η Αγάπη της Θεότητας- διαφορετικά ο εσωτερικός καθρέφτης θα σπάσει και η μορφή σας θα γίνει τρομακτική.

Με βροντερή φωνή που βοούσε στους χώρους του απείρου η Θεότητα προειδοποίησε τα όντα για την τρομερή τιμωρία που περίμενε τους παραβάτες και τους δόθηκε η εντολή να λα­τρεύουν τη Θεότητα με φόβο και δέος και να αγαπούν την Αγά­πη. Και ύστερα τα όντα αφέθηκαν στην απόλυτη ελευθερία όπου μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν και τίποτα δεν τα εμπόδιζε. Κι αυτό μέχρι τον καιρό που θα αποκτούσαν τη γνώση του εαυτού τους μέσα από την ελευθερία και την ταπεινότητά τους, οπότε θα έκαναν κτήμα τους το Νόμο και τότε θα γίνονταν πλέον τελείως ελεύθερα.

Αλλά τότε αντιλήφθηκαν τη μεγάλη τους δύναμη, την ωραιότητα που ξεπερνούσε με τη λάμψη της τα πάντα και τη μεγα­λοπρέπεια τους. Έτσι ο ανώτερος από τους τρεις, που αντι­στοιχούσε στο Φως της Θεότητας, φλογίστηκε από τον πόθο να κυριαρχήσει πλήρως πάνω στη Θεότητα. Κι από αυτόν πή­ραν φωτιά με τη σειρά τους πολλά από τα πνεύματα που είχαν γίνει από τη δική του θέληση. Τότε πήρε φωτιά από το θυμό της και η Θεότητα και μαζί της πήραν φωτιά οι δύο επόμενοι στη σειρά από τους τρεις πρωτοδημιούργητους αγγέλους και εκσφενδόνισε τον κακό συρφετό στα βάθη της αβύσσου της οργής της.

Οι δύο όμως, μαζί με όσους είχαν εκπορευτεί από αυτούς., και οι άλλοι επτά, που ήταν όλοι δίκαιοι, βρέθηκαν να έχουν μείνει πιστοί και ταπεινοί και γι’ αυτό έγιναν δεκτοί στον κύ­κλο της εξουσίας του Θεού. Η δε Αγάπη βλέποντας ότι βρέ­θηκαν αγνοί χάρηκε με την τελειοποίηση τους. Και τότε η δύ­ναμη της Θεότητας αναδύθηκε μέσα στην Αγάπη και η Θεό­τητα κινήθηκε και οι Δημιουργημένοι αντιλήφθηκαν την κίνηση της Θεότητας και η Θεότητα κινήθηκε προς την Αγά­πη της οπότε ανοίχτηκαν τα μάτια των όντων και είδαν για πρώτη φορά την Αιώνια Αγάπη.

Έκθαμβες έμειναν τότε οι στρατιές των Αμέτρητων και έγι­ναν μεγάλοι πανηγυρισμοί κι αγαλλιασμοί. Γιατί είδαν την ισχύ του Θεού μέσα στην Αγάπη και είδαν την Αγάπη εντός τους και τη δύναμη που τους είχε δώσει τη ζωή. Έτσι αναγνώρισαν τον εαυτό τους και αναγνώρισαν την Αγάπη και αναγνώρισαν τον Θεό.

Τότε κινήθηκε η Θεότητα και οι Δημιουργημένοι τη φοβή­θηκαν και η Αγάπη που είδε το φόβο τους είδε ότι (ο φόβος τους) ήταν δίκαιος. Και ο φόβος μετατράπηκε σε υπακοή και η υπακοή ήταν η ταπεινοσύνη και η ταπεινοσύνη ήταν η αγά­πη τους και η αγάπη έγινε ο νόμος τους και ο νόμος η αιώνια ελευθερία τους και η ελευθερία έγινε η ζωή τους και η ζωή η μακαριότητα τους αιώνια.

Τότε η Αιώνια Αγάπη τους μίλησε και αυτοί κατάλαβαν το Λόγο. Κι ύστερα λύθηκαν οι γλώσσες τους και η πρώτη λέξη που ανάβλυσε από τα χείλη τους ήταν: Αγάπη. Στη Θεότητα ά­ρεσε ο ήχος της ομιλίας τους και συγκινήθηκε από την Αγά­πη και η συγκίνηση πήρε μορφή μέσα στα δημιουργημένα όντα, η δε μορφή έγινε ήχος και ο ήχος ήταν η δεύτερη λέξη και λεγόταν: Θεός.

Τότε πλέον είχαν τελειοποιηθεί τα όντα. Και η Αγάπη τους είπε: “Αυτός που ήταν ο πρώτος ανάμεσα σας έχει πάρει το δρόμο του χαμού. γι’ αυτό θα πάρω Εγώ τη θέση του και θα είμαι αιώνια ανάμεσα σας!” Τότε λύθηκαν εκ νέου οι γλώσσες τους και λύγισαν τα γόνατα τους για να λατρέψουν την Αγάπη.

Άκου λοιπόν παρακάτω όλα όσα έκανε η Αγάπη και ο Θεός μέσα στην Αγάπη και η Αγάπη μέσα στον Θεό! Αλλά ενώ η Αγάπη λυπόταν για τους χαμένους η Θεότητα έτρεμε από την οργή της και σε όλους τους χώρους της απεραντοσύνης του Θεού ακούστηκε μια μεγάλη βροντή. Και η βροντή εισχώρησε έως τα κατάβαθα της Αιώνιας Αγάπης και μόνο η Αγάπη κατά­λαβε τη βροντή της Θεότητας που έγινε μέσα της Λόγος που είπε: “Ας γίνει δική Σου κάθε εξουσία. πράξε όπως Σε ευαρεστεί και όταν πεις Γενηθήτω! Θα γίνει!” Τότε η Αγάπη συ­γκινήθηκε έως τα κατάβαθα της και έτσι ανάβλυσε το πρώτο δάκρυ από τον οφθαλμό της Αιώνιας Αγάπης και το δάκρυ αυ­τό ανάβλυσε από την καρδιά της Θεότητας και ονομάστηκε και ονομάζεται και θα ονομάζεται πάντα Ευσπλαχνία…»

Περισσότερες διευκρινίσεις για το ρόλο του Ιησού πριν την ενανθρώπισή του δίνονται σε ένα άλλο κείμενο της Μπέρτα Ντούντε:

«Επειδή Εγώ ο Ίδιος είμαι ο Λόγος, γι’ αυτό Εγώ ο Ίδιος ερχόμουν στη γη σε εκείνους που είχαν την καρδιά τους γεμά­τη αγάπη. Και για το σκοπό αυτό έπαιρνα τη μορφή ενός φω­τεινού πνεύματος που όμως δεν ήταν ενσαρκωμένο ως άνθρω­πος επί γης, αλλά ήταν απλά ένα αγνό πνεύμα που είχε τη δύ­ναμη να παρουσιάζεται στους ανθρώπους με ορατή μορφή  προκειμένου να δράσει και ύστερα να τη διαλύει πάλι με τη θέληση του.

Με τον τρόπο αυτό λοιπόν βρισκόμουν συχνά αναμεταξύ των ανθρώπων. επίσης και η ψυχή του Ιησού που ήταν αυτός με τη μεγαλύτερη αγάπη από όσους είχαν εκπορευτεί από Μέ­να, Μου πρόσφερε αυτήν την υπηρεσία καθόσον ο Λόγος Μου μπορούσε να ακούγεται από μέσα του ενόσω αυτός φαινομε­νικά ζούσε μία κανονική ζωή με τους ανθρώπους (σ.τ.μ. ως Αβεδάμ, Εμμανουήλ και Μελχισεδέκ).

Η ενανθρώπισή Μου μέσα στον Ιησού είχε τέτοια εξαιρετι­κή σημασία ώστε θα πρέπει επίσης να τονιστεί ιδιαίτερα κι αυ­τό το σημείο. Γιατί για το σκοπό αυτό επέλεξα το πιο υψηλό και πιο τέλειο πνεύμα του Φωτός που όφειλε αυτήν την προεξάρχουσα θέση στην υπέρμετρη αγάπη του.

Για το λόγο αυτό ενσαρκώθηκε για πρώτη φορά ως άνθρω­πος όταν χρειάστηκε να γίνει το περίβλημα του Ύψιστου και Υπερτέλειου Πνεύματος του Απείρου αφού η ενανθρώπισή Μου μέσα του ήταν και θα παραμείνει ένα μοναδικό και ανε­πανάληπτο γεγονός. Ήδη πριν κατεβεί στη γη απολάμβανε την ύψιστη πληρότητα σε Φως, ήταν δηλαδή αληθινά ο Υιός Μου ο οποίος Μου έδινε ευχαρίστηση…»

Από όσα γνωστοποιούν οι νέες αποκαλύψεις είναι σαφές ότι η δημιουργία του Εωσφόρου δεν πρέπει να εξισωθεί με τη δη­μιουργία του πρώτου αρχέγονου πνεύματος το οποίο τονίζε­ται με έμφαση ότι είναι ο «Υιός του Θεού». Στην Μπέρτα Ντούντε λόγου χάρη η ψυχή του Ιησού χαρακτηρίζεται ως «το πιο υψηλό πνεύμα (ή ψυχή) του Φωτός», ή ως «το πιο τέλειο φωτεινό πνεύμα», Συνεπώς η ψυχή του Ιησού ήταν η πρώτη ανάμεσα σε όλα τα αρχέγονα πνεύματα, όπως ήταν και η πρώ­τη μεταξύ των αναστημένων.

Από τις γνωστοποιήσεις αυτές είναι εμφανές ότι η ψυχή του Ιησού αλλά και ο Εωσφόρος κατείχαν μία ξεχωριστή θέση στην αρχέγονη πνευματική δημιουργία- ως εκ τούτου η ψυχή του Ιησού δεν ήταν ένα αγγελικό πνεύμα μεταξύ πολλών άλλων, μολονότι σε όλα είχε δοθεί από τον Θεό η ίδια τελειότητα. Ούτε οι άγγελοι παρουσίαζαν οποιαδήποτε ατέλεια, υστέρηση ή ελλειπή γνώση αφού ο Θεός, όντας ο ίδιος υπερτέλειος, δεν μπο­ρούσε να φέρει στη ζωή κάτι το ατελές ή το κακό. Διαφορετικά οι έκπτωτοι άγγελοι δεν θα ήταν υπεύθυνοι ενώπιον του για την αποστασία τους. Όλοι οι άγγελοι χωρίς εξαίρεση είχαν τη δυ­νατότητα να επικοινωνήσουν μαζί του μέσω του «εσωτερικού Λόγου», να του θέσουν τα ερωτήματα τους και να πάρουν απά­ντηση. Αλλά οι άγγελοι εκείνοι οι οποίοι αργότερα συστρατεύτηκαν γύρω από τον Εωσφόρο και επαναστάτησαν εναντίον του Θεού, με την πάροδο του χρόνου κατέφευγαν όλο και λιγότε­ρο στον Πατέρα τους για να λάβουν το Λόγο του και μαζί με αυτόν τη δύναμη που τους παρείχε η αγάπη του. Έτσι όπως ήταν φυσικό με την εθελούσια απομάκρυνση τους από τον Θεό έχα­σαν επίσης την πληρότητα της γνώσης που κατείχαν πρώτα.

Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι ναι μεν ο Εωσφόρος μπορού­σε να δημιουργεί τέλεια ζωντανά όντα χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τη δύναμη του Θεού, αλλά το καθαυτό θείο πνεύμα μό­νο ο ίδιος ο Θεός μπορούσε να τους το δώσει κι έτσι να τα φέ­ρει στη ζωή ως αυτοσυνείδητα όντα, όπως ακριβώς έκανε αρ­γότερα με τον Αδάμ στη γη εμφυσώντας του «πνοή ζωής».

Σε μία μετάδοση στον Λόρμπερ στις 20.3.1847 σχετικά με Την ψυχή και το πνεύμα κατά την υπαγόρευση του βιβλίου «Γη και Σελήνη» λέγεται διευκρινιστικά:

«Η ψυχή είναι το όργανο με το οποίο προσλαμβάνονται οι απειράριθμες ιδέες της Πρωταρχικής Αιτίας από την οποία προήλθε και η ίδια η ψυχή σαν μία πνοή. Η ψυχή είναι ο φο­ρέας των μορφών, των σχέσεων και των τρόπων δράσης… Το πνεύμα αυτό καθαυτό δεν διαθέτει μορφή, αλλά είναι εκείνο που δημιουργεί τις μορφές. Αφού λοιπόν δημιουργηθούν οι μορφές μπορεί τότε να δραστηριοποιηθεί και το ίδιο μέσα τους και να γίνει εμφανές ως μορφή».

Το ίδιο ίσχυε επίσης για την ψυχή του Ιησού· ο Εωσφόρος δημιούργησε αποκλειστικά και μόνο το σκεύος ενώ ο Θεός τής έδωσε την καθαυτό αυτοσυνείδητη ζωή και έθεσε μέσα της όλες τις άπειρες ιδέες του. Ακριβώς δε σε αυτό το σημεί­ο κρύβεται ένα μεγάλο μυστήριο, ότι δηλαδή το κτιστό δεχό­ταν μέσα του το άκτιστο   γεγονός που εξηγεί επίσης την ατομικότητα κάθε πλάσματος παρ’ όλο που όλα δημιουργήθηκαν εξίσου τέλεια. ένα μυστήριο που εμείς οι άνθρωποι δεν μπο­ρούμε να συλλάβουμε.  άλλωστε πάνω στη γη μπορούμε να διεισδύσουμε μόνο ατελώς στο μυστήριο του Ιησού Χριστού, μια και γι’ αυτό απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός αγάπης δηλαδή φωτεινότητας, ο οποίος μόνο στο φωτεινό βασίλειο μπορεί να αποκτηθεί. Επιπλέον η έννοια «αγάπη» είναι ως ε­πί το πλείστον ακατάλληπτη για τους ανθρώπους, επειδή δεν τη ζουν στο σωστό βαθμό κι ως εκ τούτου ούτε την ενανθρώπιση του Θεού μπορούν να τη συλλάβουν τελείως.

Οπωσδήποτε ο Θεός μέσω του Λόγου του, τον Ιησού Χρι­στό, έχει εξασφαλίσει όλες τις προϋποθέσεις για τον καθένα ώστε να προφυλαχτεί από την πλάνη και βρίσκοντας τον Πα­τέρα μέσα στον Ιησού να επιτύχει ήδη πάνω στη γη την ένω­ση με το Προαιώνιο Πνεύμα του Πατέρα.

Ο απροκατάληπτος και αυτοκριτικός παρατηρητής θα ανα­γκαστεί να παραδεχτεί ότι αυτές τις αποκαλύψεις δεν μπορεί κανένας να τις εξιχνιάσει και να τις καταλάβει μόνο με το νου του γιατί το μυστήριο του Ιησού Χριστού -όπως και την προ­γενέστερη υπόσταση του- μόνο η αγάπη, δηλαδή το θεϊκό πνεύμα μέσα στον άνθρωπο μπορεί να το ερευνήσει, να το βιώ­σει και να το κατανοήσει. Γι’ αυτό λέει ο απόστολος στην πρώ­τη του Επιστολή στους Κορίνθιους 2,10: «Σε μας όμως τα φα­νέρωσε ο Θεός με το Αγιο Πνεύμα. Γιατί το Πνεύμα ερευνά τα πάντα, ακόμη και τα βάθη του Θεού!»

Μία μετάδοση στην Μπέρτα Ντούντε στις 8.1.1964

εξηγεί την έννοια της λέξης «Χριστός»

«Πολλά πράγματα τα έχετε παρανοήσει σεις οι άνθρωποι επειδή δεν έχετε λάβει τη σωστή διαφώτιση, παρά με την αν­θρώπινη λογική σας προσπαθείτε να βρείτε απαντήσεις σε θέ­ματα όπου θα αρκούσε απλά να ρωτήσετε το πνεύμα σας για να μάθετε την αλήθεια. Συν τοις άλλοις έχει επίσης γίνει χρή­ση διαφορετικών εκφράσεων ή λέξεων για να αποδοθεί η ίδια έννοια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση και να επικρατεί πλήρες χάος στις σκέψεις σας.

Αλλά κι αυτό επίσης υπήρξε έργο του αντιπάλου Μου, για­τί όσο περισσότερο ασαφή γίνονται για σας τα πνευματικά ερωτήματα τόσο μεγαλύτερη δυνατότητα είχε τότε εκείνος να απλώσει τη σπορά του ψεύδους και να φέρει ακόμη μεγαλύ­τερη σύγχυση στις έννοιες. αντίθετα Εγώ περιμένω απλά να θέσετε ερωτήσεις και να θέλετε να βρείτε τις απαντήσεις επει­δή είναι ακριβώς αυτή η επιθυμία σας να έχετε την αλήθεια που Μου δίνει τη δυνατότητα να σας την παρέχω. Επιπλέον θα πρέπει κι εσείς οι ίδιοι να συνειδητοποιείτε ότι έχετε ανα­πάντητα ερωτήματα γιατί μονάχα τότε θα εκτιμήσετε και θα καταλάβετε μια σωστή απάντηση.

Σας διοχετεύω από ψηλά μέσω του Λόγου Μου μία γνώση σχετικά με την αιτία και τη σημασία του απελευθερωτικού Μου έργου, την ενανθρώπισή Μου μέσα στον Ιησού και την ένωση του μαζί Μου. Επιπλέον σας δίνω να καταλάβετε με ποια μέσα θα μπορέσετε να πετύχετε κι εσείς την ενοποίηση μαζί Μου γιατί κι ο δικός σας ο σκοπός στη ζωή θα πρέπει να είναι να επανακτήσετε την ενότητα με Μένα που κάποτε δια­λύσατε με δική σας πρωτοβουλία. Κι ο λόγος που σας διαφω­τίζω για το πως γίνεται η θέωση των δημιουργημάτων Μου, η μεταμόρφωση τους από απλά πλάσματα σε απευθείας παιδιά Μου, είναι για να επιδιώξετε συνειδητά όλοι σας να πετύχετε αυτό το προνόμιο κι έτσι να φθάσετε στην αιώνια μακαριότη­τα. Σας εξηγώ λοιπόν ποια είναι τα αποτελέσματα μιας ζωής εμφορούμενης από αγάπη, όπως φανερώθηκαν στον άνθρωπο Ιησού. Προσπαθώ να σας εισάγω στην Αλήθεια την οποία έχε­τε χάσει από καιρό, μια και το να σκέφτεστε σωστά σημαίνει ένα βαθμό φωτεινότητας τον οποίο όλοι σας έχετε χρέος να πετύχετε και να αυξήσετε όσο ζείτε στη γη. Είναι πρωταρχι­κή ανάγκη να σας αποκαλυφθεί το μυστήριο της ενανθρώπισής Μου μέσα στον Ιησού, στο βαθμό που μπορείτε να το συλ­λάβετε· γιατί πρέπει να ξέρετε ότι η αφορμή για την πτώση των πλασμάτων Μου από κοντά Μου ήταν το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να Με δουν. Έτσι μέσα στον Ιησού έγινα ορατός Θεός για όλους κι ως εκ τούτου δεν πρέπει να Με σκέφτεστε χωριστά από τον Ιησού ή να νομίζετε ότι είμαστε δυο χωρι­στές ή διαφορετικές οντότητες.

Γιατί αυτό ακριβώς το γεγονός ότι ο Ιησούς έγινε ένα μαζί Μου αποτελεί το μεγάλο μυστήριο για το οποίο μπορούν να σας γίνουν μόνο κάποιες νύξεις αλλά δεν θα μπορέσετε ποτέ να το συλλάβετε σε όλο του το βάθος. Ήταν όντως ολόκληρη η Θεότητα μέσα στον άνθρωπο Ιησού, για το λόγο ότι αυτόν μεν τον κατέκλυζε η αγάπη, Εμένα δε η πρωταρχική Μου ου­σία είναι η αγάπη. Επομένως η αγάπη ήταν το φως μέσα στον Ιησού που τον έκανε να γίνει Θεός, όπως άλλωστε και όλα ε­πίσης τα όντα που δημιούργησα κάποτε οφείλουν να γίνουν θεοί χάρη στην αγάπη τους, οπότε θα έχουν φτάσει και στον τελι­κό προορισμό τους.

Χρειάζεται πρώτα λοιπόν να σας εξηγηθεί τι σημαίνει η έν­νοια “Χριστός”. Αυτό που μπορεί να σας ειπωθεί είναι ότι με τη λέξη “Χριστός” δηλώνεται η ολοκληρωμένη πλέον ένωση με τον Θεό. Επομένως ως “Ιησούς” μπορεί να εννοηθεί μόνο ο άνθρωπος ο οποίος δεν είχε φτάσει ακόμη στην πλήρη συγ­χώνευση και ταύτιση με τον Θεό, ενώ όταν λέγεται η λέξη “Χριστός” μ’ αυτό αναγνωρίζεται ότι η ενανθρώπιση του Θε­ού μέσα στον Ιησού έχει ήδη λάβει χώρα, οπότε το όνομα “Ιησούς Χριστός” είναι ταυτόσημο με το “Θεός”.

Όταν μιλούν λοιπόν οι άνθρωποι για τον “Χριστό μέσα τους” με αυτό εννοούν το “θεϊκό πνευματικό σπινθήρα” που υπάρ­χει στο εσωτερικό κάθε ανθρώπινης καρδιάς. Ο σπινθήρας αυ­τός έχει χρέος να κυριαρχήσει σε ολόκληρο τον άνθρωπο σαν αποτέλεσμα της αγάπης του, οφείλει δηλαδή να φθάσει σε τέ­τοιο βαθμό φωτεινότητας ώστε να είναι δυνατή η θέωση του ανθρώπου, με άλλα λόγια η ένωση μαζί Μου.

Ο άνθρωπος Ιησούς Με περιέλαβε με όλη Μου την πληρότη­τα κι ως εκ τούτου μέσα σ’ αυτόν ήταν ο Χριστός ή ο Θεός. Κι ο κάθε άνθρωπος κρύβει στο εσωτερικό του ένα θεϊκό σπινθή­ρα, όμως πρέπει πρώτα να τον κάνει να γίνει μία λαμπερή φλό­γα ώστε να τον πλημμυρίσει τελείως η δύναμη της θείας αγά­πης. Έτσι κατακτά από μόνος του τη θέωσή του και τότε μπο­ρεί να πει “Ο Χριστός είναι μέσα μου!” (προς Γαλάτες 2, 20) κι Εγώ να είμαι αληθινά με όλη Μου την πληρότητα μέσα του.

Άρα η παρουσία Μου στο εσωτερικό του ανθρώπου εξαρ­τάται αποκλειστικά από το αν και κατά πόσο πραγματοποιεί έργα αγάπης, γιατί κάθε πράξη που γίνεται από αγάπη επιβεβαιώνει την παρουσία Μου, αφού ο καθένας Με ελκύει κοντά του με τέτοια έργα επειδή “όποιος ζει μέσα στην αγάπη ζει μέσα στον Θεό, κι ο Θεός μέσα σ’ αυτόν” (Επιστολή Ιωάννη Α’ 4,16). Ανάμεσα στον Ιησού και σε Μένα δεν υπήρχε κανέ­νας διαχωρισμός, καθώς είχε συγχωνευτεί ολοκληρωτικά με την Οντότητα Μου κι άρα ήταν ο Ιησούς Χριστός, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός. κι αυτή είναι η βαθιά έννοια του ονόματος “Χρι­στός” το οποίο μόνο ο Ιησούς μπορούσε και μπορεί να διεκ­δικήσει για τον εαυτό του. Γιατί μπορώ βέβαια να είμαι με ό­λη Μου την πληρότητα μέσα σε έναν άνθρωπο που χάρη στην αγάπη του έχει κατορθώσει την τέλεια ένωση μαζί Μου, παρ’ όλα αυτά αυτός θα παραμείνει ένα μεμονωμένο άτομο που θα απολαμβάνει μεν ασύγκριτες μακαριότητες, ενώ ο Ιησούς εί­ναι και θα παραμείνει Θεός σε όλη την αιωνιότητα.

Θεός-Χριστός-Αγάπη-Θείο Πνεύμα, είναι όλα ένα και το αυ­τό, μόνο που εσείς οι άνθρωποι χρειάζεται να γνωρίζετε πώς είναι αλληλένδετες αυτές οι έννοιες ή λέξεις προκειμένου να τις κατανοήσετε σωστά. Τις πιο πολλές φορές όμως η γνώση αυτή δεν υπάρχει, σε πολλούς ανθρώπους δεν είναι καν γνω­στό ποια ήταν η πραγματική αποστολή του Ιησού και η ιδιαί­τερη θέση του στο πνευματικό βασίλειο, αλλά επίσης οι πε­ρισσότεροι αρνούνται να δεχτούν οποιαδήποτε σχετική δια­φώτιση. Τελικά παραμένουν προσκολλημένοι σε αυτά που τους υπαγορεύει ο εγκέφαλος τους ώστε στα μάτια τους ο Ιησούς είναι απλά ένας από τους πολλούς που πέρασαν από τη γη και πέτυχαν την ύψιστη τελείωση. Σαν συνέπεια τοποθετούν πά­ντοτε ένα διαχωριστικό όριο ανάμεσα σ’ Εκείνον και σε Μέ­να και εξακολουθούν να Με βλέπουν έξω από το ανθρώπινο πρόσωπο Του.

Συνεπώς δεν μπορούν να συλλάβουν την ενανθρώπισή Μου μέσα Του αλλά ούτε δέχονται και τη σωστή εξήγηση. Παρα­δέχονται βέβαια ότι κατέκτησε την ύψιστη τελειοποίηση πάνω στη γη και τον ονομάζουν “διδάσκαλο”, αλλά τον ίδιο χαρακτηρισμό δίνουν και σε πολλούς άλλους επίσης οι οποίοι έζησαν παρόμοια ένα βίο αυταπάρνησης και αγάπης. Ωστόσο δεν ξέρουν ότι ο Ιησούς δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί τους για­τί έχει ταυτιστεί τόσο απόλυτα με Μένα, την Αιώνια Αγάπη, ώ­στε ο Θεός που μπορεί να λατρέψει και να επικαλεσθεί ο κάθε άνθρωπος είναι ένα και μοναδικό Ον, για. το λόγο ότι Αυτός κι Εγώ είμαστε Ένα.

Υπάρχει λόγος που σας χορηγώ αυτή τη γνώση, γιατί η μελ­λοντική σας μακαριότητα εξαρτάται από την αλήθεια των σκέ­ψεων σας, από την καθαρότητα της κατανόησης σας, από το φως που φωτίζει μέσα σας. Γι’ αυτό θα πρέπει πρώτα να απο­βάλετε οποιαδήποτε λανθασμένη ιδέα που πρεσβεύετε ακό­μη για να μπορέσετε να χαρείτε τη γνήσια ευτυχία και την αιώνια μακαριότητα στον άλλο κόσμο. Κι υπάρχει ένα μονά­χα πράγμα που μπορείτε να κάνετε γι’ αυτό, το να ασκείτε τον εαυτό σας να ζει με αγάπη. γιατί με την αγάπη μέσα σας φω­τίζεται το πνεύμα σας κι έτσι όταν περάσετε στο υπερκόσμιο βασίλειο εφοδιασμένοι με έναν υψηλό βαθμό αγάπης, θα απο­κτήσετε δια μιας την τέλεια κατανόηση. Αλλά μπορείτε και πάνω στη γη να φτάσετε σε μία ορισμένη γνώση, αρκεί να Με παρακαλέσετε γι’ αυτό θερμά και να ποθείτε πραγματικά να κατέχετε την καθαρή Αλήθεια.

Αμήν»

[1] Αναλυτικότερα πάνω σ’ αυτό το ενδιαφέρον σημείο  βλ. το κεφάλαιο: «Γιατί μόνο ο Ιησούς Χριστός και κανένας άλλος διδάσκαλος πριν από αυτόν;»
[2] Πύρινος Κόσμος, 1998.
[3] Σχετικά με την πραγματική ταυτότητα των Ευαγγελιστών βλ. «Τα Δώρα του Ουρανού του Γιάκομπ Λόρμπερ, Πύρινος Κόσμος 1998.

* Σχετικά με το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στη δημιουργία των αρ­χέγονων πνευμάτων και τον εφοδιασμό τους μι: πλήρη ελευθερία βούλησης έως την οριστική πτώση ενός μεγάλου μέρους τους, στον Ιάκωβο Λόρμπερ αναφέ­ρεται μία διευκρίνηση του Ιησού προς τον Κυρήνιο, ανώτατο Ρωμαίο αξιωμα­τούχο: «Ο συλλογισμός σου είναι τελείως λανθασμένος εάν νομίζεις ότι ο Θεός άφησε τα δημιουργημένα όντα να διαπαιδαγωγηθούν από μόνα τους πριν α­ποκτήσουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν πλήρως μέσα τους τη θεία Τάξη και να την καταλαβαίνουν σι; όλο της το βάθος. Πολλά μαθήματα προηγήθηκαν και μεσολάβησαν τεράστια διαστήματα ανάμεσα στην αρχική Τάξη που δόθηκε στα πρώτα όντα και στην περίοδο όπου αυτά τα πνεύματα αφέθηκαν να αναλάβουν μόνα τους την ανάπτυξη τους.

Το χρονικό διάστημα από τον Α8άμ μέχρι τις μέρες μας είναι μηδαμινό σε σύγκριση με τη σχεδόν ατέλειωτη για τα ανθρώπινα δεδομένα περίοδο που με­σολάβησε από την αρχική γένεση των πνευμάτων έως το σημείο όπου τους ε­πετράπη να κάνουν πλήρη χρήση της ελεύθερη; βούλησης τους. Και επιπλέον ήταν ανυπολόγιστα μεγάλο το διάστημα που πέρασε από την πτώση τους έως την εποχή του Αδάμ και τη δική μας.

Κοίτα, στον απέραντο χώρο της δημιουργίας υπάρχουν ορισμένοι αρχέγονοι κι ως εκ τούτου κύριοι κεντρικοί ήλιοι, οι οποίοι αν και αφάνταστα μεγαλύτεροι από αυτή τη Γη, εξαιτίας της τεράστιας απόστασης από εδώ μόλις που είναι ορατοί σαν μικρά γυαλιστερά σημαδάκια και μάλιστα μόνο από ανθρώπους με οξύτατη όραση. Η ηλικία αυτών των αρχέγονων ήλιων είναι περίπου η ίδια με την περίοδο που μεσολάβησε από την πτώση των πνευμάτων μέχρι τον και­ρό που ζούμε. Εάν ήθελε κανείς λοιπόν να προσδιορίσει την ηλικία αυτών των ήλιων παίρνοντας ως μονάδα μέτρησης τα γήινα χρόνια, ούτε που θα ήταν καν σε θέση να γράψει έναν αριθμό πάνω σε όλη την έκταση της γης που να περι­λαμβάνει το ατελείωτο πλήθος των χρόνων που πέρασαν από τότε. Ακόμη και αν για κάθε εκατομμύριο γήινα χρόνια έπαιρνες αντίστοιχα από ένα απειροελά­χιστο κόκκο άμμου και άθροιζες όσους κόκκους χρειάζονται για να αποτελέ­σουν ολόκληρη τη Γη και στις τρεις διαστάσεις της – της θάλασσας μη εξαιρου­μένης – και πάλι ο αριθμός στον οποίο θα κατέληγες θα ήταν υπερβολικά μικρός για έναν τέτοιον ήλιο.

Μία τέτοια περίοδος λοιπόν αναμφισβήτητα είναι πολύ μεγάλη και μολαταύ­τα δεν μετράει σχεδόν τίποτα σε σχέση με τη διάρκεια εκείνης της πρωταρχι­κής περιόδου κατά την οποία ο Θεός άρχισε να διαμορφώνει τα πρώτα πνεύμα­τα με βάση τις σκάψεις και τις ιδέες Του και να τους δίνει ανεξαρτησία. Είναι ασύλληπτο το πόσα συνέβησαν σε αυτή την ατέλειωτα μεγάλη περίοδο με σκο­πό την πλήρη διάπλαση της ελεύθερης βούλησης των πνευμάτων!»
1 Σφαιρικά περιβλήματα είναι, σύμφωνα με τον Λόρμπερ, εκείνες οι ασύλληπτα γι­γάντιες ενότητες στη δημιουργία οι οποίες σαν κύτταρο, απαρτίζουν το σύμπαν. Το καθένα έχει έναν πρωταρχικό κεντρικό ήλιο σαν κεντρικό σημείο κι αμέτρητους υποδεέστερους αστερισμούς. Και η επιστήμη επίσης έχει διαπιστώσει πως το γαλαξιακό σύστημα μας ανήκει σε μία τέτοια ανυπολόγιστα μεγάλη μονάδα της δη­μιουργίας.
* Σ.τ.μ. βλ. σχκτικά τα «Μυστήρια της ζωής και της δημιουργίας» του Λόρμπερ και «Θεός και Δημιουργία» του Βάλτερ Λουτς στις εκδόσεις “Πύρινος Κόσμος”.
* «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη».
* Μία περιγραφή “εκ των έσω” της προετοιμασίας του Ιησού για το διδακτικό έργο βλ. στο βιβλίο “Η άγνωστη ζωή του Ιησού” του Μαξ Ζέλτμαν, Πύρινος Κόσμος 1999.
* Βλ. κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 6,5