ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥΣ

Η Ομοιοπαθητική

Ορισμένοι συγκαταλέγουν την ομοιοπαθητική και το βελονισμό στο χώρο των εκδηλώσεων του δαιμονικού κόσμου, μία κατηγορία που μαρτυρεί πλήρη άγνοια και προκατάληψη απέναντι σε αυτές τις ολιστικές θεραπείες.

Η ομοιοπαθητική ανακαλύφθηκε στο τέλος του 18ου αιώνα από τον Σάμουελ Χάνεμαν (1755-1843). Καθώς μετέφραζε ένα βιβλίο φαρμακολογίας τον κατέλαβαν αμφιβολίες ως προς τα αποτελέ­σματα που αποδίδονταν στην κινίνη σε σχέση με την καταπολέμη­ση της ελονοσίας. Έτσι αποφάσισε να πειραματιστεί πάνω στον ε­αυτό του παίρνοντας καθημερινά επανειλημμένα μία ορισμένη δό­ση κινίνης. Ως επακόλουθο παρουσίασε όλα τα συμπτώματα μίας εμπύρετης κατάστασης. Από αυτό συμπέρανε ότι το ίδιο ίαμα που προκαλεί τα συμπτώματα μίας νόσου σε έναν υγιή οργανισμό μπο­ρεί να θεραπεύσει τον πάσχοντα από τη συγκεκριμένη πάθηση. Έ­τσι βρήκε την αρχή της ομοιοπαθητικής, μία αρχή που ήταν ήδη γνωστή στον Ιπποκράτη.

Ο Χάνεμαν εξέτασε με αυτό τον τρόπο τις ιδιότητες 51 φυτών και 3 ανόργανων ουσιών. Όλες αυτές οι ουσίες αραιώνονται ή «δυναμοποιούνται» κατά τον όρο του Χάνεμαν. Η δυναμοποίηση α­ποδεικνύει πόσο σφάλλουν οι επικριτές αυτής της θεραπευτικής μεθόδου που την κατηγορούν ότι βασίζεται στη συνεργασία «κο­σμικών δυνάμεων».

Εξίσου λανθασμένη είναι η άποψη ότι η ίαση οφείλεται στο σύν­δρομο του πλασέμπο, με άλλα λόγια στην αυθυποβολή, όπως ισχυρί­ζονται οι υλιστικά σκεπτόμενοι, γιατί τότε τα ομοιοπαθητικά πα­ρασκευάσματα δεν θα επενεργούσαν σε βρέφη ή σε ζώα, αν και δεν αποκλείεται να γίνονται όντως τέτοιες ιάσεις, ιδίως σε ψυχι­κές παθήσεις. Στην περίπτωση ψυχικών παθήσεων το ίαμα λειτουρ­γεί σαν καταλύτης, οπότε αντί να έρθει από έξω η πνευματική θε­ραπευτική δύναμη μέσω του ιάματος, διεγείρονται οι αυτοθεραπευτικές δυνάμεις της ψυχής και έτσι επέρχεται η ίαση. Συνήθως το αίτιο στις περιπτώσεις αυτές είναι μία ψυχογενής διαταραχή της ροής της ενέργειας στο σώμα- παραμερίζοντας το εμπόδιο αυτό η δύναμη της ψυχής μπορεί να ρεύσει πάλι απρόσκοπτα προς το σώ­μα και να επιφέρει την ίαση.

Μία τέτοια ίαση με πλασέμπο, δηλαδή απομιμήσεις φαρμάκων, μπορεί να επέλθει εξάλλου και με αλλοπαθητικά φάρμακα, δεν είναι δηλαδή αποκλειστικά φαινόμενο της ομοιοπαθητικής. Ως φαι­νόμενο αποδεικνύει απλώς ότι ο άνθρωπος αποτελεί μία ενότητα σώματος, ψυχής και πνεύματος και ότι αυτή η ενότητα συνιστά το κλειδί για κάθε είδους θεραπεία.

Ο θεμελιωτής της ομοιοπαθητικής υπήρξε αναμφισβήτητα ο Σάμουελ Χάνεμαν αλλά η ομοιοπαθητική δεν ήταν άγνωστη και στο θεόσοφο και σπαγυριστή γιατρό Παράκελσο του Χόχενχαϊμ (1493-1541). Ο αξιωματικός νόμος της ομοιοπαθητικής όμως, ότι «τα ό­μοια θεραπεύουν τα όμοια» προέρχεται ουσιαστικά από τον Ιπποκράτη. Ο Χάνεμαν ανακάλυψε εκ νέου αυτή τη βασική αρχή και τη συστηματοποίησε ως επιστήμη. Τρεις βασικές ιδέες διαφορο­ποιούν την ομοιοπαθητική από τις άλλες θεραπευτικές μεθόδους:

  1. η διδασκαλία περί ζωτικής ενέργειας ή δύναμης
  2. ο νόμος της ομοιότητας
  3. η ομοιοπαθητική ενεργειακή παρασκευή δυναμοποιημένων φαρμάκων

Η αρχική ουσία (φυτικής, ζωικής ή ορυκτής προέλευσης και τε­λευταία επίσης χημικής ή ισοπαθητικής προέλευσης όπως είναι π.χ. τα αντισώματα) αραιώνεται επανειλημμένα μέσα σε ένα φορέα (νερό, αλκοόλ, έλαιο, λακτόζη) που ανανεώνεται συνεχώς και μέ­σω δονήσεων δυναμοποιείται σε όλο και μεγάλυτερο βαθμό. Σχηματικά, αυτό γίνεται ως εξής: ένα μέρος θεραπευτικής ουσίας α­ραιώνεται σε εννέα μέρη της ύλης – φορέα (π.χ. νερό). Η πρώτη αυτή αραίωση ονομάζεται D1. Αραιώνοντας το προϊόν της D1 πά­λι σε σχέση 1 προς 10, προκύπτει η D2 κ.ο.κ. Όταν η σχέση είναι 1 προς 100 τότε η αραίωση λέγεται C1, C2 κ.ο.κ. και στην πράξη φτάνει ως C1000. Ο Χάνεμαν στο βιβλίο του «Η πνευματοποίηση της φύσης» θεωρεί τη δύναμη C 30 ως το βασικό κανόνα. Κάθε νέα αραίωση συνοδεύεται από ρυθμικές δονήσεις.

Ο Χάνεμαν δεν αρκέστηκε στον πλήρη συγκερασμό της θερα­πευτικής ουσίας με το φορέα της, αλλά εφάρμοσε όλο και μεγαλύ­τερες αραιώσεις – δυναμοποιήσεις, ώσπου κατέληξε σε απειροε­λάχιστες δόσεις χάρη στις οποίες είχε όλο και μεγαλύτερα θερα­πευτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα βαθμό αραίωσης και μετά από την αρχική θεραπευτική ουσία (π.χ. τον χρυσό) δεν έχει μεί­νει πια κανένα υλικό στοιχείο στο διάλυμα, παρά μόνο το πνευμα­τικό της στοιχείο.

Η νέα αυτή θεραπευτική μέθοδος συνάντησε εντούτοις ισχυρή αντίδραση από το ιατρικό κατεστημένο της εποχής εκείνης, διότι την θεωρούσαν μη ορθολογιστική και άρα αντιεπιστημονική. Αξί­ζει να σημειωθεί ότι πριν διακόσια χρόνια η ιατρική επιστήμη δεν έχαιρε καλής φήμης, δεδομένου ότι περιοριζόταν σχεδόν αποκλει­στικά σε τομές, εγχειρήσεις και αφαιμάξεις. Ο Χάνεμαν εισήγαγε την ακριβή παρατήρηση του ασθενή και την καταγραφή των συμπτωμάτων του. Σε αντίθεση με την αλλοπαθητική ιατρική, σπά­νια η πάθηση ονομαζόταν από τον Χάνεμαν με ένα συγκεκριμένο χαρακτηρισμό, διότι την θεωρούσε σαν μία συνολική διαταραχή του οργανισμού και της ζωτικής ενέργειας, μία διαταραχή που εκ­δηλωνόταν με σωματικά αλλά και ψυχικά συμπτώματα.

Με τις διαφορετικές δυναμοποιήσεις των ιαμάτων και την εξα­τομικευμένη εφαρμογή τους, με βάση την εμπειρία από τα παρα­σκευάσματα και τη λεπτομερέστατη καταγραφή των συμπτωμάτων, ο Χάνεμαν αποκτούσε μία συνολική εικόνα του ασθενή και μπο­ρούσε να του προσφέρει μία ολιστική θεραπεία.

Χάρη στην εμπεριστατωμένη έρευνα της φαρμακολογίας ο Χά­νεμαν ήταν ένας από τους πρώτους που αναγνώρισε αφενός τις πα­ρενέργειες πολλών φαρμάκων και αφετέρου το γεγονός ότι στην ουσία μάλλον βλάπτουν παρά ωφελούν τον ασθενή, αφού δεν βα­σίζονται στην αρχή της ομοιότητας και έτσι απλά εμποδίζουν την εκδήλωση των συμπτωμάτων και δεν επιδιώκουν την απάλειψη των νοσογόνων αιτίων. Αντίθετα στην ομοιοπαθητική οι φυσικές αντι­δράσεις (π.χ. πυρετός) που διαλέγει ο οργανισμός για την άμυνα του υποβοηθούνται από τις ομοιοπαθητικές ουσίες που είναι πά­ντα επιλεγμένες σε συσχετισμό με την ιδιοσυστασία του. Ο γιατρός δηλαδή οφείλει να ενδυναμώσει τις φυσιολογικές αντιδράσεις του οργανισμού αντί να τις καταστείλει, όπως είναι η συνηθισμένη πρα­κτική της αλλοπαθητικής.

Ο Χάνεμαν ανακάλυψε ότι στην καταστολή παλαιότερων νοσο­γόνων παραγόντων ή μολύνσεων του οργανισμού (τα λεγόμενα μιά­σματα), οφείλονται μετέπειτα χρόνιες δερματικές παθήσεις όπως η ψώρα, αφροδίσια νοσήματα όπως η σύφιλις και φλυκταινώδεις δερματοπάθειες όπως η σύκωσις. Αυτές οι τρεις είναι κατά τον Χάνεμαν οι πρωταρχικές ασθένειες της ανθρωπότητας από τις οποίες προέκυψαν στη συνέχεια λίγο ως πολύ μασκαρεμένες πολλές άλ­λες παθήσεις.

Η επιτυχία της ομοιοπαθητικής είναι αναμφισβήτητη και σε αυ­τές τις δύσκολες περιπτώσεις, όπως και σε πολλές χρόνιες παθή­σεις, σε αντίθεση με την κλασική ιατρική.

Οι αντίπαλοι της ομοιοπαθητικής δεν μπορούν να καταλάβουν το πώς όσο μεγαλύτερη είναι η αραίωση της πρωταρχικής ουσίας μέσα στο διάλυμα, δηλαδή στο αραιωτικό μέσο -φορέα, τόσο με­γαλύτερη είναι η αποτελεσματικότητα του παρασκευάσματος. Αυ­τή η έλλειψη κατανόησης εξηγείται επειδή οι υλιστές δεν αναγνω­ρίζουν τους πνευματικούς νόμους που διέπουν τη φύση και έτσι ο­ρισμένες εκφάνσεις τους, τους φαίνονται παράδοξες και για αυτό απίστευτες. Γιατί για την υλιστική λογική όσο περισσότερο αραιώ­νεται ένα ίαμα, τόσο ελαττώνεται η αποτελεσματικότητά του, ώ­σπου στο τέλος εξαφανίζεται τελείως. Η λογική αυτή όμως αναι­ρείται από την πρόταση στα μαθηματικά που λέει ότι «το μηδέν εί­ναι η πύλη εισόδου από τα θετικά προς τα αρνητικά μεγέθη».

Η φύση των αρνητικών μεγεθών είναι ότι είναι αντίθετα στα θε­τικά, ενεργούν δηλαδή προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτή η αλ­λαγή πολικότητας -κάτι που παρουσιάζεται συχνά στη φύση- είναι ο νόμος που εξηγεί τη δραστικότητα των ομοιοπαθητικών πα­ρασκευασμάτων κατ’ αναλογία προς το βαθμό της δυναμοποίησης, διότι κατά τη διαδικασία της δόνησης του παρασκευάσματος απελευθερώνονται πνευματικές δυνάμεις.

Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: όταν ένα αρχικά τοξικό διάλυ­μα αραιώνεται και δονείται πέρα από το σημείο μηδέν, παρουσιά­ζει τότε τελείως νέες ιδιότητες. Οι ιδιότητες αυτές, όπως έχει απο­δειχθεί πειραματικά σε ανθρώπινους ή άλλους οργανισμούς, προ­καλούν τις ακριβώς αντίθετες αντιδράσεις από ό,τι το αρχικό διά­λυμα. Φερ’ ειπείν ένα μέσο που στη συμπυκνωμένη μορφή προκαλεί διάρροια, αραιωμένο ομοιοπαθητικά έχει την αντίθετη δράση. Κατ’ αυτό τον τρόπο παρασκευάσματα που στην αρχική τους μορφή εί­ναι τοξικά για τον ανθρώπινο οργανισμό, αποβάλλουν κάθε επι­βλαβές χαρακτηριστικό- γι’ αυτό και η ομοιοπαθητική είναι μία ή­πια ιατρική, καθώς μάλιστα όσον αφορά στα ομοιοπαθητικά φάρ­μακα στα 200 περίπου χρόνια της ύπαρξής της δεν έχουν σημειωθεί παρενέργειες.

Το γεγονός ότι η ομοιοπαθητική είναι μία ημιπνευματική μορφή θεραπείας αποδεικνύεται και από το εξής δεδομένο: ότι λειτουρ­γεί θεραπευτικά και πέρα από τη σχέση 6X10 έτσι ώστε μπορεί να πει κανείς ότι στη δυναμοποίηση D23 δεν υπάρχει πια ούτε ένα μό­ριο της πρωταρχικής ύλης και παρ’ όλα αυτά τα θεραπευτικά αποτελέσματα είναι εκπληκτικά και ριζικά στους μεγαλύτερους και μέ­γιστους βαθμούς δυναμοποίησης.

Οι «Κολλυβάδες» επικριτές της ομοιοπαθητικής τής προσάπτουν επίσης ότι ένας μεγάλος αριθμός των ασθενών που καταφεύγουν σε αυτήν πάσχουν από κατάθλιψη στη συνέχεια- αυτό αποδεικνύ­ει κατά την αντίληψή τους ότι η θεραπεία γίνεται με τη βοήθεια δαιμονικών οντοτήτων. Αυτός όμως ο ισχυρισμός δεν έχει αποδει­χθεί, αντίθετα είναι γνωστή η αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθη­τικής όσον αφορά την απάλειψη ψυχο­σωματικών προβλημάτων.

Δεν αποκλείεται βέβαια εξαιτίας μίας λανθασμένης επιλογής φαρμάκων από την πλευρά του ομοιοπαθητικού ιατρού να προ­κληθούν παροδικά τα συμπτώματα μιας άλλης ασθένειας. Ο κίν­δυνος αυτός όμως δεν έχει καμία σχέση με «δράση δαιμόνων» ό­πως ισχυρίζονται ορισμένοι με περιορισμένους πνευματικούς ορί­ζοντες. Οι φονταμενταλιστές αυτοί τολμούν ένα τέτοιο ισχυρισμό επειδή στην ουσία δεν γνωρίζουν καν τι είναι στην πραγματικότη­τα οι δαίμονες. Απλά επειδή διάβασαν κάτι περί δαιμόνων στην Αγία Γραφή θεωρούν εαυτούς αυθεντίες επί του θέματος και ως εκ τούτου «δαιμονοποιούν» κατά το δοκούν ό,τι δεν καταλαβαί­νουν.

Αν πραγματικά λάβαινε χώρα μία δαιμονική επίδραση, σίγουρα δεν θα ήταν μόνο σύντομης, παροδικής διάρκειας, αφού ως γνω­στό η δαιμονοληψία είναι η χειρότερη μορφή κατάληψης από το κακό που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Αλλά τα αποτελέσματά της δείχνουν ότι η ομοιοπαθητική δεν προκαλεί το δαιμονι­σμό, δηλαδή την κατάληψη του ασθενούς από δαιμονικές δυνάμεις, αντίθετα «λυτρώνει» την πάσχουσα ύλη σε αρμονία με το θεϊκό νό­μο και την ανυψώνει σε ένα υψηλότερο επίπεδο πνευματικότητας. Γιατί η θεραπευτική βάση της ομοιοπαθητικής είναι ότι η νοσογόνος ενέργεια υποχωρεί αναγκαστικά εμπρός σε μία άλλη παρό­μοιας δράσης αλλά ισχυρότερη. Αυτό γίνεται για το λόγο ότι όσο περισσότερο δυναμοποιείται η θεραπευτική ουσία (η ύλη) τόσο πε­ρισσότερο πνευματοποιείται και μετατρέπεται πάλι σε ενέργεια.

Τούτο βέβαια μπορεί να το καταλάβει τελείως μόνο όποιος γνω­ρίζει το λυτρωτικό σχέδιο του Θεού για την πνευματοποίηση της ύ­λης. Επομένως, όσοι θρησκομανείς δαιμονοποιούν την ομοιοπα­θητική στην ουσία αποδεικνύουν την άγνοιά τους για το θεϊκό σχέ­διο και για τη φύση του πνεύματος, όπως και για την εκ νέου με­ταμόρφωση της ύλης σε πνεύμα. Γιατί αναμφισβήτητα η ύλη δεν συνιστά το σκοπό της θείας δημιουργίας, αλλά μόνο το μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Για το λόγο αυτό είναι τραγικό στην ουσία όταν θεολόγοι μετα­τρέπουν το ευαγγέλιο σε μία υλιστική διδασκαλία, όπου ο κόσμος των πνευμάτων γίνεται ταμπού και όλα, συμπεριλαμβανομένων της ψυχής και του πνεύματος, ερμηνεύονται υλιστικά – κοσμικά, πράγ­μα που αποδεικνύει άλλη μία πλευρά γενικής πνευματικής απαξίας.

Ένας άλλος επιστημονικός ορισμός της ομοιοπαθητικής είναι ό­τι αποτελεί μία θεραπευτική που βασίζεται στις συχνότητες, καθώς καθετί στη φύση έχει τη δική του ακτινοβολία, δηλαδή δόνηση, και το ίδιο ισχύει για τα θεραπευτικά μέσα. Κατ’ επέκταση τα πάντα στη δημιουργία είναι δομημένα πάνω σε αριθμούς που είναι με­τρήσιμα μεγέθη. Έτσι όποιος διαθέτει τη διαισθητική ικανότητα να θεραπεύει «βάσει των αριθμών» μπορεί να επιτύχει μία ήπια α­ναστροφή της πορείας μιας ασθένειας και υπό ορισμένες συνθή­κες την οριστική ίαση της, κάτι που είναι αδύνατο για την κλασική ιατρική με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς είναι λάθος να λέει κανείς «ο Χ γιατρός με θεράπευσε» γιατί είναι το ίδιο το σώμα του που πραγματοποιεί τη θεραπεία. Ο γιατρός μπορεί μόνο να αναχαιτίσει, δη­λαδή να σταματήσει τα συμπτώματα μίας ασθένειας, ούτως ώστε να μπει σε κίνηση πάλι ο μηχανισμός αυτοθεραπείας.

Εν ολίγοις είναι φανερό ότι οι επικριτές της ομοιοπαθητικής την επικρίνουν, επειδή δεν την καταλαβαίνουν, γιατί τους λείπει η α­παραίτητη γνώση και διαίσθηση. Είναι ως ένα βαθμό δικαιολογη­μένοι, καθώς τους λείπει μεταξύ όλων η γνώση για το πνευματικό στοιχείο που είναι φυλακισμένο μέσα στην ύλη. αλλά τούτο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ισοπεδωτικά αυτομάτως ως δαιμονικό, καθόσον βρίσκεται σε πολλές διαφορετικές βαθμίδες εξέλιξης.

Τις διαβαθμίσεις αυτές τις λαμβάνει πολύ καλά υπόψη της η φαρ­μακολογία της ομοιοπαθητικής. Έτσι οι αληθινοί θεραπευτές μπο­ρούν να εξαλείψουν από τη ρίζα τους τις ασθένειες και όχι απλά να τις σκεπάσουν, όπως γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις των αλλοπαθητικών φαρμάκων, που συνήθως συγκαλύπτουν επιφα­νειακά το πρόβλημα και ταυτόχρονα ανοίγουν άλλες πληγές. Το γεγονός αυτό το επέκρινε και ο Χάνεμαν στο «Όργανο της θερα­πευτικής» όπου προσέθετε: «Οι αληθινές, ήπιες θεραπείες επιτυγ­χάνονται μόνο μέσω της ομοιοπαθητικής οδού. Την οδό αυτή την ανακαλύψαμε μέσα από τα πορίσματα της εμπειρίας μας και για αυτό είναι αναμφισβήτητα σωστή. Από την οδό αυτή εξαλείφει κα­νείς τις ασθένειες με τον πιο ασφαλή, σύντομο και διαρκή τρόπο, για το λόγο ότι η θεραπευτική αυτή στηρίζεται σε έναν αιώνιο, α­λάνθαστο νόμο!»

Προς χάριν της αλήθειας θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η ομοιοπαθητική αποτελεί μία εξαιρετικά λεπτή και υψηλή τέχνη που λίγοι μόνο θεραπευτές την κατέχουν σωστά. Γιατί π.χ. δεν είναι σωστό από ομοιοπαθητική άποψη να επιλέγει κανείς μία θεραπεία στηριζόμενος μόνο σε ενδείξεις. Για το πώς πρέπει να είναι μία σωστή αγωγή αλλά και για την κατάταξη των θεραπευτικών μεθό­δων με κριτήριο την πνευματικότητά τους, μας πληροφορεί ένα κεί­μενο εσωτερικού Λόγου προς τον Γκότφριντ Μαγερχόφερ από το 19ο αιώνα, το οποίο θα ακολουθήσει στο τέλος του κεφαλαίου αυ­τού.

Είναι αδιάψευστο γεγονός ότι υπάρχει ένα παγιωμένο μέτωπο κατά της ομοιοπαθητικής, αν σκεφτεί κανείς ότι π.χ. ακόμη σήμε­ρα σε πολλές χώρες δεν διδάσκεται, στο πανεπιστήμιο, επειδή υ­ποτίθεται ότι δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Στην πραγμα­τικότητα όμως, οι πολέμιοι της δεν έχουν την ικανότητα να οικο­δομήσουν μία ολιστική, δηλαδή πνευματική θεώρηση του κόσμου και να αναγνωρίσουν τη σημασία της ασθένειας για την τελειοποί­ηση του ανθρώπου. Η στάση ετούτη είναι δικαιολογημένη από την άποψη ότι όλοι σχεδόν οι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι της ύλης, ού­τως ώστε σε μικρό ή μεγάλο βαθμό μάς συνδέει μαζί της η ομοιο­γένεια.

Η δε ύλη είναι εχθρός του πνεύματος, αν και ουσιαστικά το υπη­ρετεί, αφού λειτουργεί ως το όχημα για την επαναφορά του στο θεϊ­κό βασίλειο. Αυτός είναι ο ρόλος της υλικής δημιουργίας η οποία προήλθε από τη «συμπύκνωση θεϊκής ακτινοβολίας» στο «ιδιαίτε­ρο πνεύμα του Θεού» (δηλαδή τα ηλεκτρόνια) σύμφωνα με την ο­ρολογία της Ντούντε. Έτσι το πνευματικό που σκλήρυνε μετά α­πό την πτώση του από τον Θεό περιβάλλεται από θεϊκή δύναμη και κάτω από την ακτινοβολία της αγάπης του ξαναζωντανεύει, ώστε σιγά-σιγά μεταμορφώνεται, δηλαδή πνευματοποιείται πάλι.

Άρα σωστά είχε διαβλέψει ο Παράκελσος ότι το πραγματικό βα­σικό φάρμακο είναι η αγάπη γιατί αυτή απαλλάσσει όλα τα πλά­σματα από την ασθένεια. Για αυτό άλλωστε η επιστημονική κατάρτιση από μόνη της δεν αρκεί για να θεραπεύει πραγματικά ένας θεραπευτής- διότι χρειάζεται κυρίως αγάπη, αυταπάρνηση, που ση­μαίνει ταπεινοφροσύνη, εργατικότητα, υπομονή και εμπιστοσύνη στον Θεό, όλα αυτά που οι άνθρωποι του κόσμου ονομάζουν με μία λέξη ιδεαλισμό. Ο ιδεαλισμός όμως δεν είναι ορθολογιστικός ούτε οικονομικά αποδοτικός και εκεί βασίζεται ο πόλεμος του ια­τρικού κατεστημένου ενάντια σε κάθε πνευματική μορφή θεραπεί­ας. Αλλά αυτός ο πόλεμος σε τελευταία ανάλυση έχει ως θύμα τον ασθενή, όσο και αν καλύπτεται από το μανδύα της βοήθειας προς τον άνθρωπο, όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στην περίπτωση της κλωνοποίησης.

Η κριτική που γίνεται εδώ δεν αφορά συνολικά στην κλασική ια­τρική ως επιστήμη, αλλά στο γεγονός ότι συνεχώς βομβαρδίζονται οι άνθρωποι με νέες ανακαλύψεις και «επιτυχίες» των επιστημό­νων, που την μεθεπομένη έχουν ανακληθεί ή υπερκεραστεί από τη συνήθως δεινή πραγματικότητα και με αυτές της ημιαλήθειες ή αναλήθειες βαυκαλίζουν τους ασθενείς, ενώ στην πράξη το κίνητρο είναι το κέρδος, η εξουσία και τα διάφορα άλλα διαπλεκόμενα συμ­φέροντα. Έτσι διαβάλλονται οι εναλλακτικές θεραπείες, οι θερα­πευτές και τα μέσα που χρησιμοποιούν, παρ’ όλο που είναι προ­φανές ότι οι πάσχοντες έχουν την ελευθερία να επιλέξουν αυτό που θα τους κάνει καλά κατά την κρίση τους και άρα κάθε αναπο­τελεσματική μέθοδος περιπίπτει από μόνη της σε αχρησία.

 

Αλλοπαθητική, ομοιοπαθητική, ηλιοπαθητική, υδροπαθητική, σωματικός, ψυχικός και θεϊκός μαγνητισμός

«Οτιδήποτε υπάρχει στον κόσμο εμπεριέχει την έμφυτη ροπή της αυτοσυντήρησης, της αλλαγής, της αποσύνθεσης και της μετατρο­πής σε πνεύμα. Στον οργανισμό κάθε πράγματος έχει δοθεί τόση ζωτική ενέργεια ώστε οι καταστροφικές επιδράσεις του εξωτερι­κού κόσμου να μην μπορούν να επιτελέσουν τόσο γρήγορα το σκο­πό τους. Έτσι οι διαδικασίες μεταμόρφωσης και αποσύνθεσης συν­τελούνται πάντα σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους εξέλιξης και γήρανσης. Για αυτό το λόγο για όση περίοδο δυσλειτουργεί ή ασθε­νεί κάποιο πράγμα ή πλάσμα, δέχεται σαν εξισορρόπηση συνεχώς νέα ζωτική ενέργεια. Και αυτό διαρκεί μέχρι να εκπληρώσει το ον που πάσχει, το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε μέσα στα πλαί­σια της μεγάλης αλυσίδας της δημιουργίας. Τα τεχνητά λάθη ενά­ντια στο Νόμο της φύσης επιταχύνουν αυτές τις διαδικασίες και προκαλούν την καθαυτό ασθένεια. Η ασθένεια τότε αποτελεί το ο­ρατό σημάδι ότι δεν έχει γίνει σεβαστή η φυσική Τάξη.

Ο άνθρωπος σαν τελευταίος κρίκος της αλυσίδας στη Γη, είναι μεν προικισμένος με ελεύθερη θέληση, αλλά ωθούμενος από τις υλι­κές του ορέξεις λειτουργεί εντελώς καταστρεπτικά απ’ αυτή τη σκο­πιά. Και αυτό όχι μόνο με τον αφύσικο τρόπο ζωής του, αλλά και με τις ολέθριες επεμβάσεις του στην επιφάνεια της γήινης σφαίρας. Μ’ αυτές τις επεμβάσεις του, όπου μεταξύ άλλων απελευθερώνει διάφορες μορφές εσωτερικών δυνάμεων από μέσα της, αλλάζει α­ναγκαστικά η δομή της φύσης. Τούτη η αλλαγή πάλι, σαν αντίκτυ­πο, εντατικοποιεί τις διαδικασίες μεταβολής των διαφόρων κατοί­κων της Γης, πράγμα που αποδεικνύουν οι ορατές πια ασθένειες σε φυτά, ζώα και σε ανθρώπους. Οι άνθρωποι άρχισαν από πολύ νω­ρίς να αναζητούν τρόπους να αποκαταστήσουν την ταραγμένη ισορ­ροπία.

Η ανθρωπότητα τους πανάρχαιους χρόνους ζούσε σε αρμονία με τους φυσικούς νόμους. Ο οργανισμός της δεν έπασχε από άλλες δια­ταραχές, εκτός από αυτές της φυσιολογικής φθοράς, η οποία και τελικά επέφερε το θάνατο του σώματος με τη διαδοχική αχρήστευ­ση των ζωτικών οργάνων. Όλες οι άλλες καταστρεπτικές επιδρά­σεις εξισορροπούνταν από την αντίστοιχη καθημερινή ροή φυσικής ζωτικής ενέργειας, ως τα βαθιά γεράματα. Όσο περισσότερο όμως οι άνθρωποι απομακρύνονταν από την αρχέγονη Τάξη, τόσο πιο α­ναποτελεσματικά γίνονταν τα απλά φυσικά μέσα για την αποκατά­σταση της υγείας τους. Έπρεπε λοιπόν να καταφεύγουν σε όλο και πιο δραστικά μέσα. Και έτσι οι άνθρωποι εκφυλίστηκαν, μίκρυναν μόνοι τους τη ζωή τους, πολλαπλασιάζοντας από δικό τους φταίξι­μο τα δεινά τους. Κατά αυτό τον τρόπο σιγά-σιγά, προέκυψε σαν ε­πιστήμη, αυτό το οποίο σε προηγούμενες εποχές γνώριζε ο καθέ­νας, που ζούσε σε αρμονία με τη φύση, μέσα από τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι λοιπόν με τον καιρό αναδύθηκε από το έργο μεμονω­μένων ερευνητών, οι οποίοι αφιερώθηκαν εντελώς σε αυτή, η θερα­πευτική επιστήμη.

Η πρωταρχική και απλούστερη θεραπευτική μέθοδος, συνίστατο στην αναζήτηση των θεραπευτικών ουσιών μέσα στα τρόφιμα. Και επειδή οι άνθρωποι συνήθως αρρώσταιναν σαν συνέπεια της υπέρ­μετρης κατανάλωσης υλικής τροφής και ποτών, για αυτό το λόγο α­ναζητούσαν τις θεραπευτικές ουσίες μέσα από αυτόν ακριβώς το χώρο που προκάλεσε την ασθένεια. Έτσι με τον καιρό ήρθε στο φως η «θεραπευτική τέχνη της ύλης», η οποία σήμερα είναι γνωστή με το όνομα αλλοπαθητική. Σε αυτή την αγωγή το σκεπτικό είναι, ότι ε­φόσον η ασθένεια προκλήθηκε από την ύλη, άρα οφείλει να κατα­πολεμηθεί από την ίδια. Η ύλη αρρώστησε τον άνθρωπο, άρα η ύ­λη έπρεπε να τον ξανακάνει καλά. Επειδή οι άνθρωποι είχαν γίνει οι ίδιοι υλιστές, για αυτό το λόγο η πιο κατάλληλη θεραπευτική μέ­θοδος ήταν αυτή που ανταποκρινόταν περισσότερο στον οργανισμό του χονδρφυούς υλικού σώματος. Σε γενικές γραμμές οι θεραπευ­τές χάρη στη σωστή γνώση της ουσίας των διαφόρων βοτάνων κ.λπ. αποκαταστούσαν την τάξη στην ύλη του σώματος, και αυτό έως ό­του οι άνθρωποι την ξανακαταστρέψουν από μόνοι τους..

Γι’ αυτό και τούτη η μέθοδος (με τη μορφή και την εξέλιξη που έ­χει πάρει στις μέρες μας), είναι σήμερα η πιο πλατιά διαδεδομένη και αυτή η οποία παρέχει παροδικά την πιο εύκολη λύση, τόσο για τους ασθενείς, όσο και για τους γιατρούς.

Όσον αφορά τη σημερινή μορφή της αλλοπαθητικής μεθόδου, η πορεία της επηρεάστηκε από την ολοένα αυξανόμενη καταβύθιση της ανθρωπότητας μέσα στον υλισμό. Όσο πιο περίπλοκη γινόταν η ζωή τους, η οποία παλιότερα ήταν εντελώς λιτή, τόσο περισσότε­ρο έχαναν αυτά τα θεραπευτικά μέσα και την ικανότητα να αποκαταστήσουν την τάξη σε έναν οργανισμό, ο οποίος είχε αποδιοργα­νωθεί από την άτακτη διαβίωση. Έτσι στη συνέχεια κατέφυγαν στα φάρμακα τα οποία οφείλουν να επιφέρουν αυτό που δεν μπορούν πια τα απλά αθώα και ήπια θεραπευτικά βότανα. Εάν σήμερα πε­θαίνουν τόσοι πολλοί στη διάρκεια της αλλοπαθητικής νοσηλείας και εάν θεραπεύοντας μία ασθένεια, προκαλούνται στο σώμα του ασθενή δέκα άλλες, οι οποίες με τον καιρό θα βγουν στην επιφά­νεια, τότε είναι φυσικό πως η κράση, και με αυτή η διάρκεια της ζωής του ανθρώπινου γένους μειώνεται διαρκώς. Και συνέπεια εί­ναι επίσης ότι οι απόγονοι που φέρνουν στον κόσμο οι εξασθενημέ­νοι γονείς γίνονται όλο και πιο φιλάσθενοι.

Μέσα σε αυτόν τον υλιστικό εκφυλισμό ξεχώρισαν μεμονωμένοι, φωτισμένοι άνδρες, οι οποίοι βρήκαν μία άλλη θεραπευτική μέθο­δο, η οποία δεν επιδρά επάνω στο σωματικό, αλλά στον ψυχικό ορ­γανισμό. Σε αυτή την αγωγή η ισορροπία στον οργανισμό του φυσι­κού σώματος επιτυγχάνεται μέσα από ένα υψηλότερο δυναμικό, τη δύναμη της ψυχής. Η μέθοδος αυτή βασίζεται στην ενδυνάμωση των ψυχικών δυνάμεων και διαδόθηκε με το όνομα ομοιοπαθητική. Η ψυχή που λειτουργεί σαν θεραπευτής διεγείρεται από τα λεγόμενα ομοιοπαθητικά φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούν σε ελάχιστη κλίμακα αυτά τα στοιχεία, τα οποία σε μεγάλη κλίμακα προκάλε­σαν την ασθένεια. Από πού όμως προέρχεται αυτή η επενέργεια; Στη φύση την οποία έφτιαξε ο Θεός, δεν υπάρχει κάτι που να είναι αυτό καθεαυτό βλαβερό. Η αιτία για την οποία μία ουσία μπορεί να γίνει βλαβερή, εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, την ποιότητα και την ποσότητα με την οποία λαμβάνεται. Στα φάρμακα της ομοιο­παθητικής δεν ενεργεί το χονδροφυές υλικό, αλλά μόνο το πνευμα­τικό στοιχείο της ύλης. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη συγγένεια με ε­κείνες τις ουσίες οι οποίες συνθέτουν την ψυχή του ανθρώπου και των ζώων. Όταν λοιπόν σε μία ασθένεια παρουσιάζει το ένα ή το άλλο στοιχείο κάποια έλλειψη, αυτό συμπληρώνεται ομοιοπαθητι­κά, δηλαδή κατευθείαν στην ψυχή. Η ανανεωμένη πλέον δύναμη της ψυχής αντιμετωπίζει τότε και την αταξία που επικρατεί στο σώμα.

…Η ηλιοθεραπευτική η οποία ονομάζεται και ηλιοπαθητική, εί­ναι η πιο συγγενής αγωγή με την ομοιοπαθητική. Η ηλιοπαθητική είναι μία μέθοδος η οποία επαναφέρει στον ανθρώπινο οργανισμό την τάξη μέσω τον ηλιακού φωτός. Αυτό γίνεται είτε με την απευ­θείας έκθεση του ασθενούς στην ηλιακή ακτινοβολία, είτε μέσα α­πό υλικές ουσίες που έχουν δεσμεύσει ενέργεια από τον Ήλιο (βλ. το σύγγραμμα του Λόρμπερ «Η θεραπευτική δύναμη του ηλιακού φωτός»). Ο Ήλιος είναι ο φορέας κάθε μορφής ζωής και το φως του τη συντηρεί. Χωρίς το φως και τη θερμότητα του Ήλιου, δεν θα υ­πήρχε ούτε η Γη ούτε και κανένας από τους άλλους πλανήτες που περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Εφόσον διατηρεί στη ζωή ολόκλη­ρο το σύστημα, πρέπει αναγκαστικά να διαθέτει όλα αυτά τα στοι­χεία που χρειάζονται για τη συντήρηση του. Το ότι το διατηρεί στη ζωή σημαίνει ότι όλα βρίσκονται μέσα στην έννομη τάξη, επομένως ο Ήλιος πρέπει να εξισορροπεί κάθε είδους έλλειψη και αταξία, δε­δομένου ότι όλοι οι πλανήτες που εξαρτώνται απ’ αυτόν και μαζί με αυτούς όλα τα πλάσματα που ζουν επάνω τους, μπορούν να ε­πιβιώσουν μόνο σε αρμονία με τη θεϊκή Τάξη ως τον ύψιστο Νόμο. Συνεπώς ο Ήλιος διαθέτει τη δύναμη και την ικανότητα να εξισορ­ροπεί κάθε διαταραχή και παράλληλα να αποκαθιστά κάθε είδος έλλειψης.

Γι’ αυτό το λόγο και η ηλιοπαθητική είναι μία από τις απλούστε­ρες και δραστικότερες μεθόδους, γιατί όπως και η ομοιοπαθητική, ξαναδίνει στην ψυχή με απλά πνευματικά δομικά στοιχεία, από τη δημιουργία, αυτό που έχασε μέσα από τα διάφορα ολισθήματά της. Έτσι βλέπουμε απέναντι στα χιλιάδες φάρμακα που παρατάσσει η αλλοπαθητική, την ομοιοπαθητική να αντιτάσσει πολύ μικρότε­ρο αριθμό ουσιών. Στην ηλιοπαθητική πάλι, αυτές απλουστεύονται ακόμη περισσότερο, πράγμα που αποδεικνύει ότι το τεράστιο οι­κοδόμημα της πλάσης στηρίζεται μόνο σε λίγους βασικούς νόμους. Όσο περισσότερο λοιπόν πνευματοποιείται πάλι ο άνθρωπος και όσο περισσότερο πλησιάζει προς αυτή τη σφαίρα από την οποία προήλθε σαν ον, τόσο λιγότερα μέσα απαιτούνται για την επανα­φορά της διαταραγμένης τάξης στον οργανισμό του. Έτσι η ψυχή του μέσα σε ένα υγιές σώμα μπορεί να ανυψώνεται όλο και περισ­σότερο προς το δημιουργό της, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον.

Μετά την ηλιοπαθητική ακολουθεί σε σπουδαιότητα η υδροθεραπευτική μέθοδος, η οποία ονομάζεται επίσης υδροπαθητική… Ό­πως η ηλιοπαθητική λειτουργεί με βάση το φως, έτσι η υδροπαθη­τική επιδρά θεραπευτικά με το συμπυκνωμένο φως ή τη συμπυκνω­μένη ατμόσφαιρα πάνω στο άρρωστο σώμα και μάλιστα κυρίως μέ­σω της επιδερμίδας επιδρά στον εσωτερικό οργανισμό. Αυτό που επιτυγχάνει η ηλιοθεραπευτική με τον κοσμικό αιθέρα ή το ηλιακό φως, το ίδιο κατορθώνει η υδροθεραπευτική με στοιχεία της ψυχής της Γης. Γιατί αυτή, ως μητέρα όλων των δημιουργημάτων που βρί­σκονται επάνω της, έχει στο νερό την ίδια δημιουργική και γεννητική δύναμη όπως τότε όταν από τον υγρό κόλπο του νερού προήλ­θε όλη η ξηρά, η οποία εξακολουθεί ακόμη σήμερα να συντηρείται και να τρέφεται από αυτή τη μητέρα.

Οι άνθρωποι είναι παιδιά της Γης, και για αυτό το λόγο τόσο η Γη όπως και καθετί που βρίσκεται επάνω της ή, που την περιβάλλει, ασκεί την επιρροή του επάνω στη γήινη ύπαρξη. Από αυτά γίνεται κατανοητό γιατί η Γη έχει τη δυνατότητα να επιδρά επάνω στον άν­θρωπο και γιατί η δύναμη του νερού είναι τόσο καταλυτική για ό­λα τα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Δεδομένου ότι το ίδιο το ανθρώπινο σώμα ανήκει κατά τα τρία τέταρτα στο νερό, η πνευ­ματικά δημιουργική δύναμη αυτού του στοιχείου επιδρά σημαντι­κά πάνω του και διαμέσου της επιδερμίδας στην εσωτερική οργά­νωση του σώματος. Ζωογονεί εσωτερικά και εξωτερικά και η επίδραση του έχει την ικανότητα να βοηθάει την ψυχή να διατηρήσει ένα υγιές φόρεμα κατά την γήινη ύπαρξή της.

Ήδη στην ηλιοθεραπευτική μέθοδο έχουν μειωθεί δραστικά οι ου­σίες που χρησιμοποιούνται ως βοηθητικά μέσα, ενώ στην υδροθεραπευτική υπάρχει πια μόνο ένα, το οποίο σε ορισμένες περιπτώ­σεις είναι ιδιαίτερο αποτελεσματικό (ιαματικά λουτρά, θέρμες), αλ­λά και γενικά στην κοινή του μορφή δεν πρέπει ποτέ να παραγνωρίζεται.

Τα μόνα κριτήρια, βάσει των οποίων μας δίνεται η δυνατότητα της επιλογής της μίας ή της άλλης μεθόδου, είναι τα λίγο ως πολύ καλά αποτελέσματα, η χρονική διάρκεια που χρειάζονται οι θερα­πευτικές μέθοδοι που εξετάσαμε ως εδώ, προκειμένου να αντιμε­τωπίσουμε αποτελεσματικά τη μία ή την άλλη ασθένεια, καθώς και όλα τα δυσάρεστα επακόλουθα που την ακολουθούν. Ταυτόχρονα όμως, με την επιλογή του ο άνθρωπος δείχνει και εάν είναι περισ­σότερο δέσμιος της ύλης, ή εάν πρόσκειται περισσότερο προς το Πνεύμα.

Ωστόσο υπάρχουν ακόμη πιο εξευγενισμένες και υψηλότερα ι­στάμενες θεραπευτικές πρακτικές, μέχρι αυτές τις καθαρά πνευμα­τικές, οι οποίες συνενώνουν τα πάντα και εκπληρώνουν όλες τις προϋποθέσεις. Τούτες εδώ δεν προκαλούν καμία παρενέργεια, αλ­λά επιφέρουν πάντοτε μόνο το καλό. Μία τέτοια μέθοδος είναι και η λεγόμενη μαγνητική θεραπεία η οποία είναι επίσης γνωστή με το όνομα ζωικός ή σωματικός μαγνητισμός.

Το κάθε πράγμα έχει το δικό του πεδίο μέσα από το οποίο μπο­ρεί να επιδράσει με τη δύναμή του προς τα έξω, και αυτή είναι η αιθέρια ατμόσφαιρα που περιβάλλει το καθετί και στον Λόρμπερ ονομάζεται «αιθερική σφαίρα ζωής». Μέσω αυτής της ατομικής α­τμόσφαιρας κάθε πράγμα απομονώνεται στον εαυτό του και ταυ­τόχρονα συνδέεται με το περιβάλλον του. Με τη δύναμη αυτή επι­δρά πάνω σε άλλα έμβια όντα ή ακόμη και σε άψυχα πράγματα. Στα ανόργανα πράγματα αυτό γίνεται παθητικά, χωρίς τη θέληση τους, ενώ στα οργανικά λιγότερο ή περισσότερο θεληματικά, με τη θέληση τους δηλαδή μπορούν να εντείνουν ή να μειώσουν αυτή την επίδραση. Μια τέτοια ζωτική ατμόσφαιρα διαθέτει επίσης κάθε άν­θρωπος. Μέσω αυτής συνδέεται με τους άλλους και με τον κόσμο που τον περιβάλλει.

Από τη βαθιά αρχαιότητα η αύρα ήταν επίσης θεραπευτικό μέ­σον. Πολλοί χρησιμοποίησαν ή καταχράστηκαν αυτή τη δύναμη, χω­ρίς ουσιαστικά να ξέρουν τι έκαναν και τι θα μπορούσαν να πετύ­χουν αν την χρησιμοποιούσαν συνειδητά. Με το όνομα «ζωικός» ή «σωματικός» μαγνητισμός εννοείται αυτό το φαινόμενο όπου η προ­σωπική αιθερική ατμόσφαιρα εισρέει λίγο ως πολύ στους άλλους κατά βούληση για καλό ή για κακό σκοπό.

Σε αυτή τη θεραπευτική μέθοδο αρχίζουν πλέον να δραστηριο­ποιούνται αυτές οι λεπτές ουσίες της Δημιουργίας, που κάτω από την επίδραση τους ζουν και αναπτύσσονται όλα τα φυσικά πράγ­ματα χωρίς καμία εξαίρεση. Σε αυτή τη μέθοδο πρόκειται ήδη για πνευματική επίδραση που ασκούν λεπτοφυέστατα υλικά στοιχεία, τα οποία προσφέρει ο μαγνητιστής σε εκείνον που πάσχει από την έλλειψη τους. Και πάλι ούτε και αυτό είναι το τελευταίο μέσον για να υπάρξει θεραπεία και αποκατάσταση της υγείας. Διότι ο ζωικός μαγνητισμός συνορεύει με ένα πολύ πιο εκλεπτυσμένο και πιο δρα­στικό, τον «ψυχικό μαγνητισμό». Είναι η δύναμη που υπάρχει στην ψυχή με την οποία μπορεί να επιδρά επάνω σε μία άλλη ψυχή, προ­κειμένου να προκαλέσει την κατάλληλη διάθεση και κατάσταση, α­πό όπου θα μπορεί και η ίδια από μόνη της να γίνει γιατρός και θε­ραπευτής της ασθένειάς της. Σε αυτή τη θεραπευτική μέθοδο ήδη απουσιάζει εντελώς το υλικό-σωματικό στοιχείο. Εδώ πλέον προ­βάλλει το ανώτατο πνευματικό στοιχείο που διαθέτει η ψυχή και εί­ναι ο θεϊκός πνευματικός σπινθήρας της. Τούτος χορηγεί στην ψυ­χή του πάσχοντος τη δύναμη να χαλαρώσει τα δεσμά τα οποία τη δένουν με το σώμα της. Ο ψυχικός μαγνητισμός ανοίγει την πνευ­ματική όραση της ψυχής, ώστε να μπορέσει από μόνη της να ανα­γνωρίσει τις φθορές που εμποδίζουν την επανάκτηση της ισορροπί­ας της. Με αυτόν τον τρόπο η ψυχή ουσιαστικά αυτοθεραπεύεται, ενώ στις προηγούμενες μεθόδους έπρεπε άλλοι να τη θεραπεύσουν από τα προβλήματά της.

Σε αυτή τη θεραπευτική μέθοδο λύνονται τα δεσμά τα οποία δέ­νουν τον άνθρωπο, τόσο με το εγώ του, όσο και με τα πράγματα του εξωτερικού φλοιού της Γης και της γήινης ζωής. Χώρος και χρόνος συνενώνονται και εξαφανίζονται, μέσα στην έννοια της αιωνιότη­τας. Η ψυχή αναγνωρίζει το πνεύμα της, το σώμα της, τη σύνδεση της με τις σφαίρες του Πνεύματος, καθώς και τη θέση της απέναντι στον έναν και μοναδικό Δημιουργό των κόσμων και Πατέρα της. Το επίπεδο αυτό δεν μπορεί να το φθάσει κανείς εύκολα, καθότι α­παιτεί έναν υψηλό βαθμό πνευματικότητας.

Προτού μπορέσει κάποιος να κάνει χρήση αυτών των δυνάμεων οι οποίες μπορούν να αφυπνίσουν ακόμη και στον πλησίον του ό,τι πιο υψηλό διαθέτει, πρέπει πρώτα ο ίδιος να εξευγενίσει το είναι τον. Μα όπως δεν είναι εύκολο για το θεραπευτή να φτάσει σε αυ­τή την κατάσταση, παρόμοια δεν είναι πολύ εύκολο να λειτουργή­σει θεραπευτικά σε ανθρώπους που στην ψυχή τους δεν δείχνει ότι μπορεί να αφυπνισθεί μία λεπτότερη χορδή.

Είναι πολύ εύκολο να επιτευχθεί θεραπεία όταν έχει κατακτηθεί αυτό το επίπεδο στο οποίο όλα τα στοιχεία της φύσης υπακούουν στη θέληση του ανθρώπου. Αυτή η Πνευματική Αναγέννηση δεν κατακτιέται όμως εύκολα, για αυτό το λόγο είναι σπάνια η εμφάνιση τόσο μεγάλων θεραπευτών. Εκεί όμως όπου το επίπεδο αυτό έχει κατακτηθεί, βλέπουμε να ανοίγει η δυνατότητα του υψηλότερου εί­δους μαγνητισμού, του λεγόμενου Θεϊκού μαγνητισμού ή ενέργειας του Θεού.

Σε αυτή την περίπτωση εξουσιάζει η δύναμη του Θεού μέσα από τα χέρια του θεραπευτή. Αρκεί ένας λόγος ή μία σκέψη για να προκληθεί ίαση, όταν ο θεραπευτής προσεύχεται για αυτήν με κα­θαρή καρδιά και ανιδιοτελείς προθέσεις. Εννοείται πως πρέπει να συμφωνεί με το σχέδιο του Θεού το να θεραπευτεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος από την ασθένειά του. Για αυτή την τελευταία ανώτερη μέθοδο, απαιτούνται πολύ περισσότερα από ό,τι πιστεύουν μερικοί οι οποίοι θα ήθελαν να θεραπεύουν με το θεϊκό μαγνητισμό. Γιατί όσο περισσότερη δύναμη και εξουσία δίνεται σε έναν άνθρωπο να κυριαρχεί επάνω στα στοιχεία της ψυχής και της φύσης, και όσο πε­ρισσότερο μπορεί αυτός να ξεχωρίζει τα πνευματικά από τα εγκό­σμια πράγματα, τόσο δυσχερέστερη γίνεται η θέση του μέσα στο γήι­νο κόσμο. Όσο μεγαλύτεροι οι πειρασμοί τόσο περισσότερη αυτα­πάρνηση απαιτείται, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει μέσα στις συνθήκες στις οποίες τον έβαλε ο Θεός. Έχουμε λοιπόν επτά θερα­πευτικές πρακτικές, όπου η αλλοπαθητική, ομοιοπαθητική, ηλιοπαθητική, υδροπαθητική, ο σωματικός, ο ψυχικός και θεϊκός μα­γνητισμός, αποτελούν διαφορετικές βαθμίδες προς την ύψιστη πνευ­ματική συνειδητότητα και γνώση.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ανεβαίνει η επιστήμη και η ανθρωπότητα σαν σύνολο όπως και κάθε μεμονωμένος άνθρωπος χωριστά, από την ύλη προς την ψυχική συνείδηση, και από την ψυχική προς την πνευματική, μέχρι τον ανώτερο σκοπό που είναι η ένωση με τον Θεό-Πατέρα.

Κατά την ίδια αναλογία αυξάνονται οι δυνάμεις και οι ικανότη­τες μέσα στον άνθρωπο. Όταν πνευματοποιηθεί η ψυχή, οι ιδιότητες της διευρύνονται και μπορούν να επιτύχουν πράγματα τα οποία ο κοινός άνθρωπος τα θεωρεί σαν θαύματα. Όποιος όμως είναι εξοι­κειωμένος με τους πνευματικούς νόμους που διέπουν ολόκληρη την κτίση, θα καταλάβει ότι ο λόγος της θεϊκής θέλησης «γενηθήτω» υ­πάρχει εμφυτευμένος μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά σαν δύνα­μη, βέβαια, ακόμη σε δεσμευμένη μορφή. Όμως για να γίνει συνει­δητή αυτή η δύναμη, απαιτείται προηγουμένως μία μεγάλη κάθαρ­ση της ψυχής. Τότε το θεϊκό πνεύμα, συνενωμένο με τον άνθρωπο μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από έναν τέτοιο θεραπευτή, σαν ακατα­νίκητη δύναμη ενάντια σε καθετί κακό και άρρωστο».

Σ.τ.μ. Αναλυτικότερα βλ. «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη» IV, 40 κ.εξ.

 

Ένα πνευματικό επίμετρο

Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη λέγεται ότι όλα τα πράγματα έγιναν διά του Λόγου, του Λόγου που ήταν με τον Θεό και κρύβει όλες τις σκέψεις της δημιουργίας μέσα του. Κατά την εκδίπλωσή του στη δημιουργία ο Λόγος είναι αυτό που δίνει μορφή και την πνοή ζωής σε όλα τα δημιουργήματα. Ο μαγνητισμός είναι και αυτός εκδήλωση του Λόγου. Στην αρχέγονη γλώσσα της ανθρωπότητας «μα» σή­μαινε μορφή και «-γνητισμός» είναι παραφθορά του «γεννήτορα». Και έτσι ο Γιάκομπ Λόρμπερ στο τέλος του έργου του «Γη και Σελήνη» έλαβε την παρακάτω υπαγόρευση μέσω του εσωτερικού Λόγου:

«Ο μαγνητισμός ή πιο σωστά το μαγνητικό ρευστό, στην πραγμα­τικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά Η ΙΔΙΑ ΜΟΥ Η ΘΕΛΗΣΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΡΚΩΣ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΟΥ, γιατί η θέληση Μου διατηρεί και καθοδηγεί ολόκληρη τη δημιουργία. Και αυτή εί­ναι που διατηρεί κάθε ορατό ον, όσον αφορά τη μορφή και την ο­μαλή του λειτουργία. Εσείς οι ίδιοι υπόκεισθε στην παντοτινή εξου­σία της θέλησής Μου όσον αφορά τη μορφή της οντότητάς σας. Ε­άν δεν ήσασταν υπό την εξουσία της, τότε θα ήσασταν σαν εκείνες τις σκέψεις τις οποίες δεν έχει σκεφθεί ακόμη κανείς! Σε σας όμως υπάρχει κάτι που είναι πολύ περισσότερο από ό,τι απλά και μόνον η παντοδύναμη και παντοτινά ενεργή Θέληση Μου. Και αυτό το ε­πιπλέον είναι ότι εσείς είσαστε οι πιο αγαπημένες σκέψεις Μου. Για αυτό και η αγάπη Μου η οποία είναι η ίδια η βάση της Ζωής Μου, μεταβιβάζεται και σε σας και σας διαμορφώνει σαν ανεξάρτητα ό­ντα, όπως είμαι Εγώ, εφόσον αυτά τα όντα αποδεχθούν την Αγάπη Μου.

Όπως γνωρίζετε για το λεγόμενο μαγνητισμό (σαν μορφή θερα­πείας) απαιτείται μια σταθερή θέληση και η πειστική δύναμη της Πίστης, ώστε να μπορείτε να βοηθήσετε κάποιον με αυτόν τον τρό­πο. Έτσι λοιπόν αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση του μαγνητι­σμού είναι ότι ο μαγνητιστής συνενώνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, τη δύναμη της θέλησής του με τη Δική Μου. Η θέλησή Μου ρέει μέσω του μαγνητιστή προς τον πάσχοντα, ο οποίος, χάρη στην εισροή αυ­τή, αποκτά βαθμηδόν μια όλο και μεγαλύτερη καθαρότητα, σταθε­ρότητα και υγεία. Και αυτό με λίγα λόγια είναι όλο και όλο το θέμα του μαγνητισμού! Η θέληση Μου είναι εκείνος ο μεγάλος δεσμός ο οποίος συνδέει όλα τα κοσμικά σώματα μεταξύ τους, καθορίζοντας ταυτόχρονα τις ποικίλες τροχιές τους. Η θέληση Μου είναι θετικά πολωμένη ως επιδρούσα ενεργητικά και αρνητικά πολωμένη ως η αμετάβλητη αυτοσυντήρηση των πάντων, η οποία είναι η Ίδια η Αιώ­νια Τάξη. Η πολωμένη Θέλησή Μου λοιπόν είναι η πρώτη ύλη όλων των πραγμάτων, όπως και αν είναι φτιαγμένα, είτε είναι μεγάλα, μικρά, στερεά, σκληρά, μαλακά, βαριά ή ελαφριά, δεν είναι τίπο­τα άλλο παρά οι σκέψεις της σοφίας Μου, οι οποίες χρωστούν την ορατή τους σωματική ύπαρξη στη γνωστή σας πλέον πολικότητα της αέναης θέλησης Μου.

Εάν καθήσετε και σκεφτείτε πάνω σε όλα αυτά, τότε θα μπορέ­σετε να καταλάβετε όλα τα φαινόμενα! Αλλά όλες τις άλλες ερμη­νείες που σας δίνουν οι σοφοί του κόσμου σας πρέπει να τις βγάλε­τε από το μυαλό σας γιατί αλήθεια σας λέω, απέχουν από την Αλή­θεια όσο ο ένας πόλος της Δημιουργίας από τον άλλο».

Ο Βελονισμός

Ο βελονισμός επιδιώκει την εξισορρόπηση του πνευματικού ε­νεργειακού δυναμικού του σώματος, -για τους Κινέζους γιανγκ και γιν- που μεταφέρεται παντού από τους αγωγούς ή μεσημβρινούς της ενέργειας (που βέβαια δεν πρέπει να συγχέονται με το νευρι­κό σύστημα). Το σώμα αποτελεί ένα ενιαίο ενεργειακό πεδίο και όλα τα κύτταρα συνδέονται ηλεκτρικώς μεταξύ τους, και σε αυτό βασίζεται μεταξύ άλλων και η ρεφλεξολογία. Αυτό που οι Κινέζοι εδώ και χιλιετίες ονομάζουν πλεόνασμα γιανγκ και έλλειψη γιν, οι φυσικοί επιστήμονες σήμερα το μεταφράζουν αντιστοιχίζοντας το γιανγκ με τη θετική πολικότητα της ιοντόσφαιρας και το γιν με τη αρνητική πολικότητα της επιφάνειας της Γης.

Επομένως επιδίωξη του βελονιστή είναι να εξισορροπήσει ενερ­γειακά το σώμα, στην ουσία τα διάφορα ηλεκτρομαγνητικά και ηλε­κτρικά πεδία που περιλαμβάνονται στο σώμα. Ας σημειωθεί ότι ταυτόχρονα με την εσωτερική ισορροπία επιτυγχάνεται παράλλη­λα και η ενεργειακή εναρμόνιση με το περιβάλλον.

Σήμερα υπάρχει μία εκτεταμένη βιβλιογραφία γύρω από την αρ­χαία αυτή θεραπευτική τέχνη και ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί άνετα να εμβαθύνει στο θέμα του βελονισμού ή συγγενι­κών μεθόδων όπως είναι το σιάτσου, ο ηλεκτροβελονισμός, ο ομοιοβελονισμός και η βιομαγνητική θεραπεία.

Θεραπευτές και δρόμοι προς τη θεραπεία

Η εποχή μας κατακλύζεται από μία υπερπροσφορά «πνευματι­κών θεραπειών» και μία πληθώρα θεραπευτών που ισχυρίζονται ότι θεραπεύουν λίγο ως πολύ αποκλειστικά με τη δύναμη του πνεύ­ματος. Το θέμα είναι βέβαια εξαιρετικά πολύπλευρο και πολύπλο­κο, γι’ αυτό θα ασχοληθούμε μόνο με ορισμένες πτυχές του επιλέ­γοντας γι’ αυτό μερικά τυπικά παραδείγματα.

Ένα φαινόμενο που γεννά πολλά ερωτηματικά είναι λόγου χά­ρη οι «θαυματουργικές θεραπείες» που λαμβάνουν χώρα σε μεγά­λες συναθροίσεις πιστών, οργανωμένες από «χαρισματικούς» ευαγ­γελιστές κήρυκες -όπως είναι π.χ. γνωστοί στους κύκλους των πεντηκοστιανών- οι οποίοι ισχυρίζονται ότι με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που κατέχουν, θεραπεύουν και εξορκίζουν δαιμόνια. Επίσης, καθώς φέρουν σε κατάσταση έκστασης το ακροατήριο τους, παρατηρούνται συχνά περιστατικά «γλωσσολαλίας», «προφη­τείας» κ.τ.ό.

Οι παρεκκλησιαστικές αυτές συγκεντρώσεις είναι ένα φαινόμε­νο με αναρίθμητους οπαδούς στις ΗΠΑ αλλά και με διαρκώς μεγα­λύτερη εξάπλωση στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, καθότι, όπως είναι ευνόητο, η προσδοκία της θεραπείας ή έστω της θέα­σης ενός παρόμοιου θαύματος προσελκύει μεγάλες μάζες περίερ­γων ανά την υδρόγειο.

Σχεδόν όλοι αυτοί οι θεραπευτές ευαγγελιστές υποστηρίζουν την άποψη ότι η ασθένεια και ο πόνος αντίκεινται στο σχέδιο του Θεού. Ισχυρίζονται δε μάλιστα ότι αυτά είναι έργα του Σατανά και των διαβόλων βασιζόμενοι στα χωρία κατά Μάρκο 1,34 και κατά Λου­κά 13,16, αλλά αποσιωπούν άλλα βιβλικά χωρία που αναφέρονται στην προέλευση αυτών των δεινών. Το αποτέλεσμα είναι μία μο­νόπλευρη θεώρηση των πραγμάτων που οδηγεί τελικά στη στρεβλωμένη και ισοπεδωτική άποψη ότι οποιοσδήποτε μ π ο ρ ε ί να γίνει καλά, φτάνει να πιστεύει αρκετά βαθιά.

Η θεώρηση αυτή όμως λειτουργεί σε τελευταία ανάλυση τραυ­ματικά και αρνητικά. Κατά πρώτον συνεπάγεται μία τεράστια απο­γοήτευση και εσωτερική παραίτηση που επιδεινώνουν το ήδη υφι­στάμενο πρόβλημα υγείας του ασθενή, όταν ο θεραπευτής του δη­λώνει απερίφραστα ότι δεν θεραπεύεται επειδή δεν πιστεύει αρκετά. Εκτός του ότι ο άρρωστος θα αισθάνεται ότι μειονεκτεί, έχει αποτύχει ή σφάλλει, αυτό μπορεί να κλονίσει επίσης την όποιου βαθμού πίστη διαθέτει.

Το αξίωμα ότι «τα παιδιά του Θεού δεν μπορεί να είναι άρρω­στα» αντιφάσκει καταρχάς με τον ίδιο το λόγο της Βίβλου. Στον α­σθενή υποβάλλεται η ιδέα ότι είναι ο μόνος υπεύθυνος για τα δεινοπαθήματά του. Ανάλογη με αυτή την ιδέα είναι η αντίληψη που καλ­λιεργείται από πολλούς εσωτεριστές, όπως από «τη Χριστιανική επιστήμη», τη «Χριστιανική Ενότητα» (Unity) και τον κύκλο του Φίντχορν στη Σκωτία, ότι η ασθένεια είναι αποτέλεσμα μιας λαν­θασμένης σκέψης και συνεπώς ο ασθενής είναι ο μοναδικός υπεύ­θυνος για αυτήν. Σίγουρα παρόμοιες αξιωματικές θέσεις είναι τραυματικές και προσβλητικές, πράγμα που προφανώς δεν συνει­δητοποιούν όσοι προβαίνουν αβασάνιστα σε τέτοιες απόλυτες κρί­σεις, γιατί διαφορετικά θα επεδείκνυαν μεγαλύτερη αυτοσυγκρά­τηση και ευαισθησία απέναντι στην κατάσταση αυτού που πάσχει.

Προκύπτει καταρχάς το ερώτημα εάν η πνευματικότητα ενός α­τόμου είναι ασύμβατη με την οποιαδήποτε σωματική ή ψυχική α­σθένεια και πόνο ή μήπως αντίθετα αυτά αποτελούν πιθανόν μία απαραίτητη βαθμίδα στην ατραπό της τελείωσης;

Οι αποκαλύψεις στην Ντούντε είναι σαφείς στην απάντηση αυ­τού του ερωτήματος και μάλιστα αντίθετες με εκείνες που δίνουν οι ευαγγελιστές θεραπευτές και ορισμένοι εσωτεριστές που αποδί­δουν την πλήρη ευθύνη για την ασθένεια στον ίδιο τον ασθενή. Συ­γκεκριμένα οι νέες αποκαλύψεις τονίζουν την αναγκαιότητα του πόνου ως μέσου επίτευξης της ολοκληρωμένης υιοθεσίας από τον Θεό, για το λόγο ότι η αγάπη και ο πόνος είναι οι μόνες καθαρτή­ριες δυνάμεις που εξαϋλώνουν πλήρως την ψυχή. Κανονικά γι’ αυ­τό αρκεί μόνο η αγάπη, αλλά επειδή κανένας σχεδόν δεν έχει τόσο μεγάλη αγάπη που να εξαγνιστεί μόνο χάρη σε αυτήν, χρειάζεται επικουρικά ο πόνος για να προωθήσει την κάθαρση της ψυχής από κάθε κατάλοιπο, δηλαδή ακαθαρσία, ώστε να γίνει δεκτική στο φως.

Κατ’ ακολουθία η υγεία δεν είναι κριτήριο ενδεικτικό της βαθμί­δας που βρίσκεται κάποιος πνευματικά, δεδομένου ότι επιπλέον, ό­πως λέγεται στην Ντούντε: «δεν είναι σωστό να εκλαμβάνεται το σώ­μα ως κριτήριο της αγάπης που δίνω σε έναν άνθρωπο, καθώς ένα άρρωστο σώμα μπορεί κάλλιστα να κρύβει μία υγιή ψυχή μέσα του…»

Και επίσης:

«Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο η σύσταση του σώματος να αντα­ποκρίνεται σε εκείνη της ψυχής όταν αυτή ενσαρκώνεται σε ένα φυ­σικό φορέα. Είναι δυνατό η ψυχή να φθάνει νωρίτερα στην ωριμό­τητα, ενώ το σώμα χρειάζεται περισσότερο χρόνο ώσπου να προ­σαρμοστεί στις επιθυμίες της ψυχής και ως εκ τούτου και του πνεύ­ματος της».

Το ίδιο εκφράζεται επίσης στη βιβλική ιστορία της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού: «Καθώς περπατούσε ο Ιησούς είδε έναν εκ γενετή τυφλό και οι μαθητές του τον ρώτησαν: “Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε, αυτός ο ίδιος ή οι γονείς του που γεννήθηκε τυφλός;” Ο Ιησούς αποκρίθηκε: “Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του, αλλά γεννή­θηκε τυφλός για να φανερωθεί πάνω του η δύναμη των έργων του Θεού”» (Κατά Ιωάννη 9, 1-3).

Πρόθεση αυτού του κεφαλαίου είναι να καταφανεί ότι η δοκι­μασία ή ο πόνος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μονοσήμαντα ως κάτι το αρνητικό, αλλά ότι έχει και πολλές θετικές ευεργετικές πλευρές, όπως είναι άλλωστε γνωστό και από τα αρχαία μυητικά μυστήρια. Μία τέτοια παρατήρηση βέβαια αποτελεί σκάνδαλο στη σημερινή εποχή του υλισμού και του ηδονισμού. Τον τελευταίο και­ρό μάλιστα ακούγονται διθύραμβοι από την πλευρά της επιστήμης για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γενετικού κώδικα. Τα ΜΜΕ οραματίζονται ήδη τη μελλοντική κοινωνία όπου θα έχουν διορθωθεί τα σφάλματα και οι ελλείψεις της «τυφλής» φύσης.

Σύμφωνα με την εξελικτική θεωρία που επικρατούσε έως τώρα, ασθένεια και θάνατος ήταν αναπόδραστα δεδομένα και ήταν άρ­ρηκτα συνδεδεμένα με το ανθρώπινο πεπρωμένο. Στο μέλλον όμως αυτά θα ανατραπούν, ελπίζουν οι επιστήμονες, αφού ανακαλύφθη­κε το μυστικό της γενετικής δομής του ανθρώπου. Το επόμενο βή­μα θα είναι λογικά η «κατά βούληση» επέμβαση σε αυτή τη δο­μή, με σκοπό να νικηθεί η αρρώστια και ο θάνατος. Η ευφορία που επικρατεί είναι κατανοητή δεδομένου ότι οι δύο αυτές «μάστι­γες» βασανίζουν την ανθρωπότητα σχεδόν από καταβολής κόσμου χωρίς ελπίδα απαλλαγής. Με εξαίρεση μεμονωμένες φωνές που προβάλλουν ορισμένες αντιρρήσεις κυρίως ηθικής φύσης, η πλειο­ψηφία τηρεί μία θετική στάση και αγνοεί συνειδητά ή παρακάμπτει με ευκολία την πνευματική διάσταση του θέματος.

Τούτο είναι λογικό, καθότι ο υλισμός και η υλιστική επιστήμη έ­χουν τη δική τους κοσμοθεώρηση. Η πνευματική, θεϊκής προέλευ­σης, επιστήμη έχει μία άλλη. Για αυτήν ο άνθρωπος έχει δημιουρ­γηθεί ως ομοίωμα του Θεού, εφοδιασμένος με θεϊκές ιδιότητες. Εί­ναι προικισμένος με τέλεια υγεία και κυρίως με μία αιώνια πνευ­ματική ζωή. Επειδή όμως η προίκα του περιλαμβάνει και μία ελεύθερη θέληση, έχει τη δυνατότητα, εάν το θέλει, να παραβαί­νει τους κανόνες της ζωής. Τότε η συνέπεια είναι συχνά σωματι­κές ή ψυχικές ασθένειες και ένας πρόωρος γήινος θάνατος. Για το λόγο αυτό ο άνθρωπος -παραβάτης της θεϊκής αρμονίας και τάξης δεν πρόκειται να επιτύχει το καλό παίζοντας με το γενετικό υλικό τού είδους του, το αντίθετο μάλιστα. Έτσι κι αλλιώς την αιώνια ζωή στη Γη δεν μπορεί να την χαρίσει στον εαυτό του και ακόμη κι αν πετύχει να επιμηκύνει τη διάρκεια της γήινης ζωής του, το θάνατο δεν θα μπορεί να τον αποφύγει.

Σύμφωνα με τη θεία οικονομία, όπως γνωρίζουμε από τις νέες αποκαλύψεις, οι υλικές μορφές δεν αποτελούν αυτοσκοπό της δημιουργίας, απλά φιλοξενούν ψυχικές δυνάμεις που πρέπει να ω­ριμάσουν. Γι’ αυτό οι υλικές μορφές πρέπει να διαλυθούν ώστε να μπορέσουν οι ψυχές να περάσουν στην καθαυτό ύπαρξή τους.

Πολλοί άγιοι, μυστικοί, άγνωστοι και γνωστοί πνευματικοί άν­θρωποι, όπως ο γέροντας Πορφύριος, είχαν συλλάβει τη λειτουρ­γία αυτή της ασθένειας και του πόνου. Η λειτουργία τους αυτή α­ναλύεται εμπεριστατωμένα στις αποκαλύψεις της Ντούντε, όπου προβάλλονται οι εξής θετικές πλευρές ή αιτίες της αναγκαιότητας τους:

  • η μεταστροφή και η κάθαρση της ψυχής ενός ανθρώπου που δεν έχει προχωρήσει στον πνευματικό του δρόμο ή δεν πιστεύει
  • η ψυχική κάθαρση ενός ανθρώπου που πιστεύει με σκοπό να ωριμάσει και να τελειωθεί, για να γίνει παιδί του Θεού
  • η απόφαση της ψυχής πριν την ενσάρκωση της να επωμιστεί μία ιδιαίτερα δυσβάστακτη μοίρα προκειμένου να επιταχυνθεί η ωρίμανση της.
  • η προσφορά της ψυχής πριν την ενσάρκωση της να υποβληθεί σε μία επώδυνη πορεία στη Γη προς χάρη των γονέων, των συγ­γενών ή των συνανθρώπων της
  • το γεγονός ότι για διάφορους λόγους ο άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα ή την προοπτική να επιβιώσει στη Γη και για αυτό απομακρύνεται πρόωρα από εδώ
  • το γεγονός ότι όταν ήταν ακόμη άγγελος η ψυχή στην πνευμα­τική δημιουργία, επιβαρύνθηκε με μία ιδιαίτερα βαριά ενοχή και για αυτό πρέπει να πάσχει ιδιαίτερα σε αυτή τη ζωή
  • επειδή ορισμένοι άνθρωποι λόγω ψυχοσύνθεσης ωριμάζουν κα­λύτερα υπό το βάρος των δεινών παρά χωρίς αυτά
  • ορισμένοι άνθρωποι δέχονται συνειδητά να υποφέρουν στη θέ­ση ενός συνανθρώπου τους καθώς η απόρροια μιας τέτοιας αυ­τοθυσίας είναι μία ζωογόνος δύναμη που μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία του συνανθρώπου
  • ο άνθρωπος επανακτά μεν την υγεία του, όμως ο Θεός διαβλέ­πει ότι η ασθένεια είναι απαραίτητη για την πνευματική του σωτηρία και έτσι τα συμπτώματα παρατείνονται προκειμένου να δοξαστεί ο Θεός (Κατά Ιωάννη 9, 3. Ιώβ)

Όποιος λοιπόν στοχαστεί πάνω στο νόημα του πόνου διαπιστώ­νει ότι πρόκειται για ένα πολύπλευρο θέμα που δεν επιδέχεται μιας μονοσήμαντης ερμηνείας. Το πολυδιάστατο του θέματος αναδει­κνύουν τα παρακάτω αποσπάσματα από την Ντούντε:

«Όποιος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα είναι απερίγραπτα φτω­χός, τόσο ήδη πάνω στη Γη όσο και στον άλλο κόσμο αργότερα· και για αυτό ευθύνεται ο ίδιος διότι, αφού δεν έδωσε αγάπη στους συ­νανθρώπους του, δεν λαμβάνει ούτε από Μένα.

….Για το λόγο αυτό μη φθονείτε ποτέ τους ανθρώπους εκείνους που κατά τα φαινόμενα όλα τους πηγαίνουν καλά, γιατί η ζωή τους με αυτές τις συνθήκες δεν είναι παραγωγική. Δεν αποθησαυρίζουν τίποτα για την αιωνιότητα, δεν κάνουν τίποτα για την ψυχή τους, ε­νώ κάνουν τα πάντα για την καταστροφή και τον πνευματικό θά­νατο τους»

«Κάθε άνθρωπος στη Γη που πάσχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πλεονεκτεί απέναντι σε εκείνους που ζουν εύκολα και αβασάνιστα».

«Η αγάπη και ο πόνος εξαγνίζουν την ανθρώπινη ψυχή. Είναι τα καθαρτήρια μέσα που κάνουν την ψυχή περατή από το φως, απο­βάλλουν καθετί ακάθαρτο και την μεταλλάσσουν έτσι που να μπο­ρεί να περάσει στο βασίλειο του φωτός, χωρίς να διαλυθεί αναγκα­στικά μπροστά στη φωτεινή ακτινοβολία που θα τη διαπεράσει».

«Γι’ αυτό μην αφήνετε να σας τρομάζει μία δύσκολη επίγεια ζωή. Πιστέψτε το ότι η ευλογία και το όφελος που θα έχετε θα αντισταθ­μίζει κάθε πόνο. Δείξτε λοιπόν υπομονή διότι η ανταμοιβή είναι υ­περμεγέθης, ο δε χρόνος που ο άνθρωπος υποφέρει στη Γη είναι σύ­ντομος σε σύγκριση με την εξαίσια μοίρα που περιμένει την ψυχή για όλη την αιωνιότητα. Γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να δέχεστε πρό­θυμα μία ζωή φορτωμένη με δεινά. Να γνωρίζετε ότι μία τέτοια ζωή στη Γη σάς την επιβάλλει η υπέρογκη αγάπη Μου για να σας προω­θήσει ώστε να επιτύχετε σε ελάχιστο χρόνο το στόχο που έχω θέσει για σας στον Εαυτό Μου εδώ και αιωνιότητες.

Χρειάζεται λοιπόν να δέχεστε ακόμη και τις πιο σκληρές συν­θήκες στη ζωή και πρέπει να αντέχετε ακόμη και στο μεγαλύτε­ρο πόνο και να ξέρετε πάντοτε ότι μόνο η μεγάλη αγάπη για Μέ­να και για το διπλανό μπορεί να μειώσει τα δεινά σας. Όμως επειδή δεν είσαστε ικανοί να νιώσετε τέτοια αγάπη που να μπορεί να καταστήσει τελείως περιττό τον πόνο, για αυτό θα πρέπει να είσαστε ευγνώμονες που μπορείτε να περνάτε επίσης από βάσα­να, γιατί αυτά προωθούν αποκλειστικά και μόνο την τελειοποίη­ση σας».

Εάν όμως ισχύουν όλα τα δύσπεπτα μεν αλλά ευλογοφανή που αναφέρθηκαν παραπάνω, τότε πώς εξηγούνται οι θεραπείες που επιτυγχάνονται σωρηδόν στις μαζικές συναθροίσεις των ευαγγε­λιστών; Στις συγκεντρώσεις αυτές που γίνονται κυρίως στις ΗΠΑ, πράγματι παρουσιάζονται στο ακροατήριο γυναίκες, άντρες και παιδιά που δηλώνουν ότι θεραπεύτηκαν από τη μία ή την άλλη πά­θηση θαυματουργικά.

Ας σημειωθεί ωστόσο ότι ο αριθμός τους συχνά είναι πολύ κα­τώτερος αυτού που διατυμπανίζεται από τα μεγάφωνα. Επιπλέον θα πρέπει να παρακολουθήσει κανείς τους «θεραπευμένους» και στη μετέπειτα πορεία τους, γιατί ναι μεν ο θεραπεύων ευαγγελι­στής «θεραπεύει» εκείνη την ώρα ορισμένους από τους παρόντες, όμως καμία θεραπεία δεν έχει αποδειχτεί στη συνέχεια, ούτε για πόσο διήρκεσε. Μερικοί από αυτούς αυθυποβάλλονται απλά ότι η κατάσταση τους βελτιώθηκε, ενώ άλλοι που παρουσιάζουν όντως βελτίωση, αργότερα υποτροπιάζουν πάλι.

Η εξήγηση που δίνει τότε ο θεραπευτής συνήθως είναι ότι η πί­στη του αρρώστου δεν ήταν αρκετά ισχυρή ή ότι υπέπεσε πάλι σε αμαρτίες. Σε καμία περίπτωση βέβαια δεν εξετάζει καν το ενδε­χόμενο να πρόκειται για αυθυποβολή, που καλλιεργήθηκε από τον ίδιο το θεραπευτή ή ότι η ίαση ήταν μόνο φαινομενική.

Είναι παρατηρημένο ότι ο αριθμός των θεραπευμένων αυξάνε­ται όσο περισσότερο ο θεραπευτής επιτυγχάνει να πείσει το ακροα­τήριο του με τις ρητορικές του ικανότητες. Έτσι ο πόθος των ασθε­νών να θεραπευτούν, η επιθυμία της μάζας να δει ζωντανά κάποια θαύματα, η επιτηδειότητα του κήρυκα να επηρεάσει τις ψυχές του ακροατηρίου και η πεποίθησή του ότι επιτελεί μία ιερή αποστολή για την οποία έχει κληθεί, ο υποβλητικός, ενθουσιαστικός ρυθμός της χορωδίας, τα χειροκροτήματα, οι επικλήσεις, οι εκστατικές κραυγές, τα βογγητά, τα ποδοκροτήματα του πλήθους, όλα αυτά δημιουργούν μία υψηλά φορτισμένη ατμόσφαιρα έντασης γεμάτη προσδοκίες. Τότε δεν είναι πια ο Χριστός με τα λόγια του στο επί­κεντρο του όλου γίγνεσθαι αλλά τα πάντα εστιάζονται στη μαζική υποβολή που ασκεί ο ομιλητής.

Η παραπάνω κριτική στους ευαγγελιστές θεραπευτές δεν έχει σκοπό να αμφισβητήσει τις αληθινές περιπτώσεις θαυμάτων που οφείλονται στην πίστη, αλλά να δείξει ότι εξετάζοντας μία πνευ­ματική θεραπεία θα πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη του όλες τις παραμέτρους. Όποιος λοιπόν σκέφτεται νηφάλια και κριτικά αντιλαμβάνεται ότι ο αληθινός πιστός σέβεται τη θέληση του Θεού, οπότε οι παρακλήσεις του δεν μετατρέπονται σε απαιτήσεις ή σε εξεζητημένες προσδοκίες. Όμως αυτό παρατηρείται συχνά στις μαζικές συναθροίσεις θαυματομανών, που χαρακτηρίζονται συ­νήθως από κραυγαλέο θέαμα, θεατρικότητα και ουρανομήκεις φω­νές και όπου το πλήθος καμία φορά ξεπερνά τις εκατοντάδες χι­λιάδες. Αλλά, όπως λέγεται στο ευαγγέλιο, ο Θεός δεν έρχεται «μετά παρατηρήσεως»… Στην Μπέρτα Ντούντε η διαπίστωση αυ­τή επιβεβαιώνεται με τα παρακάτω λόγια:

«Δεν πρόκειται ωστόσο να σας κάνω να γιατρευτείτε δια μιας, και αυτό για χάρη της ελευθερίας της βούλησης σας, γιατί τότε θα πι­στεύατε υπό πίεση σε Μένα και στη δύναμη Μου. Το ζητούμενο εί­ναι ωστόσο να αποκτήσετε αυτή την πίστη δίχως βία».

Και επίσης τα παρακάτω λόγια προσφέρονται για αναστοχασμό:

«Σε τελευταία ανάλυση κάθε θεραπεία προϋποθέτει τη σύμφωνη θέλησή Μου’ και αυτή θέτει περιορισμούς στο τι μπορεί να επιτύ­χει ένας θεραπευτής, εάν Εγώ κρίνω ότι η επίδραση μιας μακριάς ασθένειας είναι πολύτιμη για την ψυχή του αρρώστου. Η θέλησή Μου είναι που καθορίζει τη μοίρα ενός ανθρώπου και στη μοίρα συμπεριλαμβάνονται επίσης και οι αρρώστιες ενάντια στις οποίες η ανθρώπινη θέληση δεν μπορεί να κάνει τίποτα, παρ’ όλα τα μέσα που μπαίνουν σε εφαρμογή».

«Ως εκ τούτου ορισμένοι άρρωστοι δεν είναι παρά εργαλεία που έχω επιλέξει, που εξαιτίας της πίστης τους Μου επιτρέπουν να ε­νεργήσω επάνω τους και ταυτόχρονα, με τη δυνατότητα αυτή που Μου παρέχουν, οφείλουν να συμβάλουν με το παράδειγμά τους ώ­στε να πιστέψει και ο περίγυρος τους.

Σε έναν άνθρωπο που δεν πιστεύει καθόλου δεν πρόκειται ποτέ να αφήσω να ενεργήσει η δύναμή Μου. Για αυτό και οι θεραπευτές που τους έχω δώσει Εγώ το χάρισμα να θεραπεύουν μπορούν μέσω της πνευματικής τους όρασης (σ.τ.μ. ή μέσω του εσωτερικού Λόγου) να διακρίνουν εάν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα να λάβει χώρα η θε­ραπεία του αρρώστου χάρη στην πίστη του. Για αυτό το λόγο άλλω­στε δεν θεραπεύονται πάντοτε όλοι οι ασθενείς, ακόμη και αν ο θε­ραπευτής είναι κάποιος που έχει αφυπνιστεί από Μένα, εξαιτίας του ότι η θεραπεία της ψυχής είναι πολύ πιο σημαντική….»

Σύμφωνα με τα προηγούμενα επομένως, όταν όντως συμβαίνουν τέτοιες αυθεντικές ιάσεις που οφείλονται στην πίστη του αρρώστου και γιατί πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για αυτό, τούτο δεν γί­νεται ποτέ μαζικά, αλλά κατά κανόνα πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις.

Επιπλέον θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η δυνατότητα αυτοθεραπείας της ψυχής, όπου δηλαδή ψυχολογικά προβλήματα, εμπό­δια, απωθημένα κ.τ.ό. ο ασθενής τα ξεπερνά από μόνος του, απε­λευθερώνοντας μία μεγάλη καταπιεσμένη ενέργεια. Πιο συγκεκρι­μένα, τα σφάλματα, δηλαδή οι αμαρτίες που διαπράττει ο ίδιος ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του, μπορεί να τα θεραπεύσει από μόνος του. Η αντίληψη αυτή ως γνωστόν είναι εξαιρετικά διαδεδο­μένη σήμερα στην ψυχοθεραπεία και εφαρμόζεται επίσης στη θε­τική σκέψη.

Τα πράγματα είναι πιο δύσκολα με τις αμαρτίες που διαπράττο­νται ενάντια σε άλλους. Αυτές δεν μπορεί να τις εξαλείψει ο δρά­στης από μόνος του επειδή χρειάζεται επίσης να πάρει απαλλαγή από το θύμα και από τον Ιησού Χριστό.

Τέλος, οι αμαρτίες ενάντια στον θεό ή ενάντια στο Πνεύμα του είναι πλέον τόσο βαρύνουσες που κανένας, όσο ευσεβής κι αν είναι, δεν μπορεί να τις εξαλείψει με τις δικές του δυνάμεις, ούτε και ε­άν τις επωμιστεί για χάρη ενός συνανθρώπου του.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει λοιπόν να συγχέονται οι ιά­σεις που οφείλονται στο Άγιο Πνεύμα με αυτοθεραπείες της ψυ­χής και του σώματος που γίνονται μέσω της θετικής σκέψης ή με θεραπείες που γίνονται με τη βοήθεια πνευμάτων του άλλου κόσμου.

Με το Άγιο Πνεύμα ενεργεί η καθαρά πνευματική δύναμη του Θεού, ενώ στις άλλες περιπτώσεις της αυτοΐασης ή της πνευματιστικής θεραπείας, λειτουργούν οι (λιγότερο) πνευματικές δυνάμεις της ψυχής ή των υπερκόσμιων πνευμάτων. Μπορεί μεν η ψυχή του ανθρώπου να κατακλυστεί από το Άγιο Πνεύμα, όμως εκείνο που παίζει ρόλο είναι σε ποιο βαθμό το πνεύμα της έχει ενωθεί με το θείο Πνεύμα και ο βαθμός αυτός φαίνεται από τα διάφορα πνευ­ματικά χαρίσματα που έχει αποκτήσει.

Για όποια περίπτωση θεραπείας και αν πρόκειται, κανείς πρέ­πει να είναι προσεχτικός στην κρίση του, ιδίως εκεί όπου απο­δεδειγμένα επικρατεί σύγχυση και πλάνη. Γιατί ένα γεγονός που είναι άγνωστο στους περισσότερους, είναι ότι και ο αντίπαλος του Θεού θεραπεύει, αν και μόνο το σώμα και αυτό συχνά όχι για μό­νιμα. Επιπλέον, τέτοιες φαινομενικές θεραπείες πολλές φορές συ­νοδεύονται από ψυχικές διαταραχές και σε κάθε περίπτωση εμπο­δίζουν την πνευματοποίηση της ψυχής.

Ο Θεός απεναντίας θεραπεύει καταρχάς την ψυχή και -εάν δεν είναι ανασταλτικό ή επιβλαβές για την ωρίμανσή της- κατά δεύ­τερο λόγο το σώμα του ασθενούς. Η θεϊκή θεραπεία ταυτόχρονα απελευθερώνει τον άρρωστο από τα σκοτεινά σημεία του και τα ανομήματά του και τον μεταμορφώνει σε έναν καινούργιο άνθρω­πο.

Κατά συνέπεια τα «θαύματα» δεν είναι απαραίτητα σημάδι της εκδήλωσης θεϊκής δύναμης, καθώς μπορούν επίσης να προέρχο­νται από τον παράγοντα του κακού.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι ωθούνται από το θερα­πευτή κατά κύριο λόγο σε μία εξωτερική τυφλή πίστη και λιγότε­ρο σε μία εσωτερική ζωντανή πίστη. Η αυτοθεραπεία αντίθετα εί­ναι μεν αυθεντική, όμως, όπως προειπώθηκε, δεν είναι σωστό να ταυτίζεται με τη θεραπευτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, κα­θότι ο καθένας μπορεί ανεξάρτητα από τη σχέση του με το Δη­μιουργό του να την επιτύχει στον εαυτό του, αρκεί να πιστεύει ότι θα γίνει καλά. Ας δούμε λοιπόν τι υπαγορεύτηκε μέσω του εσωτε­ρικού Λόγου για το θέμα των θαυματοποιών και των θεραπειών τους στην Μπέρτα Ντούντε στις 4.7.1949:

Πώς μπορεί να ελεγχθεί μία υπερφυσική ενέργεια;

«Μην απασχολείστε με σκέψεις σχετικά με κάποια περιστατικά που δείχνουν υπερφυσικά, που εσείς δεν μπορείτε να κρίνετε την αξία ή τη μορφή τους όσο δεν σας είναι δυνατό να ελέγξετε το υπό­βαθρο όπου βασίζονται. Όταν κάποιος συνάπτει μαζί Μου μία σχέ­ση έτσι που μεταξύ μας να δημιουργείται ένας πολύ στενός δεσμός, τότε η δύναμη του είναι απεριόριστη και οτιδήποτε κάνει, το πραγ­ματοποιεί κάνοντας χρήση της δικής Μου δύναμης, δηλαδή σε σύν­δεση μαζί Μου.

Σε μία τέτοια περίπτωση είναι επίσης θέλησή Μου να αποκαλυ­φθεί φανερά στην ανθρωπότητα αυτή η εκδήλωση της δύναμής Μου. Είμαι Εγώ επομένως πίσω από κάθε υπερφυσική πράξη και είναι η δύναμη της πίστης που κάνει δυνατή την πραγματοποίηση της. Αλλά τη δυνατότητα να μεταβιβάσω τη δύναμη για ένα τέτοιο επί­τευγμα την κρατώ Εγώ στα χέρια Μου.

Αυτό σημαίνει ότι όπου ξέρω ότι κάποιος εκπροσωπεί τη διδα­σκαλία Μου και ότι η θέλησή του Μου είναι αφοσιωμένη πλήρως, ούτως ώστε να δρα επ’ ονόματι Μου στη Γη, εκεί, και μόνο εκεί, ε­νεργώ από κοινού μαζί του. Με βάση αυτό το κριτήριο επομένως θα μπορείτε να διακρίνετε από μόνοι σας αν πρόκειται για δική Μου σύμπραξη ή του αντιπάλου Μου σε κάθε περιστατικό που φαί­νεται ότι δρα μία υπερφυσική δύναμη και μπορεί κανείς να το χα­ρακτηρίσει ως θαύμα.

Η πίστη και η αγάπη είναι τα γνωρίσματα της παρουσίας Μου και της συνδρομής Μου. Όπου κάποιον τον παρακινεί να βοηθήσει το διπλανό του η βαθιά πίστη και η αληθινή αγάπη του για αυτόν αποκλείεται να μην είμαι κι Εγώ παρών, δεδομένου ότι η αγάπη εί­μαι Εγώ ο Ίδιος και άρα θα είμαι πάντοτε παρών οπουδήποτε εκ­φράζεται έμπρακτα αγάπη. Αλλά ούτε εμποδίζω και τον αντίπαλο Μου να μεταβιβάσει δύναμη σε έναν άνθρωπο, του οποίου η θέλη­ση είναι στραμμένη προς τη δική του πλευρά. Φυσικά όμως, και τη δική του την ενέργεια θα την αναγνωρίσετε επίσης, από το ποιόν του ατόμου που τη χρησιμοποιεί.

Ένα τέτοιο άτομο, έστω και αν ισχυρίζεται ότι θεραπεύει με τη δύναμή Μου δεν θα κηρύσσει τη διδασκαλία Μου, άρα ούτε θα ε­νεργεί επ’ ονόματι Μου, γιατί τότε θα πρέπει να μιλά για Μένα και να πρεσβεύει μονάχα το όνομά Μου.

Έστω λοιπόν και αν με το στόμα αναφέρεται στο όνομα «θεός» δεν πρόκειται να διαδίδει το Λόγο Μου. Για αυτό μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τους αληθινούς από τους ψεύτικους υπηρέτες του θεού και οποιοδήποτε θαύμα από το γεγονός ότι όπου χαρίζω τη δύναμή Μου για το καλό της ανθρωπότητας που υποφέρει, εκεί πρέπει να κηρύσσεται παράλληλα ο Λόγος Μου. Γιατί εκεί ενεργώ θαύμα­τα για να υποστηρίξω το Λόγο Μου, επειδή αυτό είναι που χρειά­ζονται οι άνθρωποι πάνω από όλα.

Εφόσον λοιπόν σας δίνεται η δυνατότητα να κρίνετε από μόνοι σας, φροντίστε να πληροφορηθείτε εάν και σε ποια έκταση διδάσκε­ται το Ευαγγέλιο Μου.

Όπου δρα ο αντίπαλος Μου θα είναι δύσκολο να διδάσκεται ο Λόγος Μου, γιατί τότε θα ήταν υποχρεωμένος να διδάσκει την αγά­πη και έτσι αυτομάτως θα έπαυε να είναι αντίπαλος Μου. Εν πάση περιπτώσει Εγώ αφήνω σε σας τον έλεγχο αυτόν για να μάθετε να αντιμετωπίζετε με εξαιρετική προσοχή οτιδήποτε μυστηριώδες συ­ναντάτε. Έτσι θα πρέπει να το σκεφτείτε σε βάθος και να Με πα­ρακαλέσετε για τη βοήθειά Μου, προκειμένου να μπορέσετε να κρί­νετε σωστά, θέλω να ζητήσετε τη συμπαράσταση Μου προκειμένου να διακρίνετε πού είναι ενεργό το Πνεύμα Μου και να απορρίψε­τε οτιδήποτε προέρχεται από τη δραστηριότητα του αντιπάλου Μου. Και Εγώ θα κατευθύνω τις σκέψεις σας στη σωστή κατεύθυνση, ε­άν θέλετε να γνωρίσετε τι είναι το σωστό, γιατί θα σας δοθεί η αλή­θεια, εφόσον πράγματι την ποθείτε».

Με άλλα λόγια, όποιος θεραπεύει μέσω του Αγίου Πνεύματος, αυτός καταθέτει μαρτυρία για τον Ιησού Χριστό, γιατί για έναν τέτοιον θεραπευτή το υπέρτατο καθήκον είναι η διάδοση της χριστικής διδασκαλίας, ενώ η θεραπεία είναι απλά μία ανταμοιβή για όσους πιστεύουν. Είναι αδιανόητο επομένως να γίνεται θεραπεία μέσω του Αγίου Πνεύματος δίχως αναφορά στον Χριστό. Γι’ αυ­τό άλλωστε ο Ινδός χριστιανός δάσκαλος και μύστης Σάντου Σού- νταρ Σινγκ (1889-1929) έπαψε να θεραπεύει και αποστασιοποιή­θηκε από τον ινδικό λαό που ζητούσε από αυτόν όλο και περισ­σότερο τη θαυματουργική ενέργειά του αντί για τη διδασκαλία του.

Μεταξύ άλλων και ο χαρισματικός θεραπευτής πάτερ Εμίλιο Ταρντίφ τονίζει στα γραπτά του ότι η θεραπεία δεν είναι νοητή χωρίς διδασκαλία. Και εάν αυτή λείπει, προβάλλει εύλογα το ερώ­τημα με ποια δύναμη συντελείται μία θεραπεία.

Γεωακτινοβολία και ραδιαισθησία

Παλιότερα όταν οι άνθρωποι ζούσαν εναρμονισμένοι με τη φύ­ση, ήταν γενικά γνωστές οι βλαβερές ακτινοβολίες που προέρχο­νται από το εσωτερικό της Γης. Η ακτινοβολία που πηγάζει από ραδιενεργές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα στον πυρήνα της γεώσφαιρας ονομάζεται γεωακτινοβολία. Εάν παρατηρήσει κα­νείς τα οικιακά του ζώα θα προσέξει ότι ενστικτωδώς αποφεύγουν (ή και προτιμούν) συστηματικά ορισμένα σημεία του σπιτιού. Η γε­ωακτινοβολία δεν είναι όμως βλαβερή μόνο για τα ζώα (και τα φυ­τά, δέντρα κ.λπ.) αλλά και για τον άνθρωπο, ιδίως αν περνά ένα μεγάλο μέρος της ημέρας του σε ένα χώρο όπου υπάρχει ισχυρή γήινη ακτινοβολία, σε μία λεγόμενη γεωπαθογόνο ζώνη.

Εκφυλιστικές ασθένειες και κυρίως ο καρκίνος συνδέονται άμε­σα με την μακροχρόνια παραμονή σε ένα τέτοιο χώρο και γι’ αυ­τό ονομάζονται γεωπάθειες. Από έρευνες που έχουν γίνει στη Γερ­μανία ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα έχει διαπιστωθεί ότι οι γεωπαθογόνες ζώνες, δηλαδή οι περιοχές όπου υπάρχει έντονη ή διαταραγμένη γήινη ακτινοβολία, ευθύνονται για ένα σταθερά με­γάλο ποσοστό θνησιμότητας από καρκίνο σε ορισμένα χωριά της Βαυαρίας.

Την ύπαρξη τέτοιων ζωνών στο περιβάλλον του μπορεί κάποιος να την διαπιστώσει παρατηρώντας με προσοχή και ευαισθησία τον περίγυρό του ή και με πιο εξειδικευμένες μεθόδους, όπως είναι η ραδιαισθησία. Όπως προδίδει η ετυμολογία της λέξης, η ραδιαι­σθησία είναι η ευαισθησία που έχουν ορισμένα άτομα απέναντι σε κάποια είδη ακτινοβολίας. Πιο συγκεκριμένα, ραδιαισθητικός εί­ναι ο άνθρωπος που έχει τη ραδιαισθητική ευαισθησία, δηλαδή την ικανότητα να καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με συ­γκεκριμένες ακτινοβολίες βασιζόμενος στις ενδείξεις, δηλαδή τις ταλαντώσεις της ράβδου ή του εκκρεμούς που χρησιμοποιεί ως όρ­γανο. Ο ραδιαισθησιολόγος πάλι είναι εκείνος που μπορεί να α­ξιοποιεί τις γνώσεις του της ραδιαισθησίας στη διάγνωση και θε­ραπεία ασθενειών. Ο ραδιαισθησιολόγος μπορεί να διαγνώσει μία ασθένεια περιφέροντας ένα εκκρεμές ή μία ράβδο γύρω από το σώμα του ασθενούς. Ορισμένοι μάλιστα μπορούν να καταλήξουν σε μία διάγνωση εξ αποστάσεως, χρησιμοποιώντας μόνο ένα προ­σωπικό αντικείμενο του ασθενή ή π.χ. μία φωτογραφία του.

Η ραδιαισθησία βασίζεται σε φυσικούς νόμους, και ως εκ τού­του δεν πρόκειται για μία μέθοδο μαγείας ή θαυματουργίας. Η λει­τουργία της ραδιαισθησίας βασίζεται κατά πρώτον στις λεπτές δονήσεις των ατόμων των «στοιχειακών ή πνευμάτων της ύλης», με άλλα λόγια των ατόμων αερίου που είναι πλήρως ιοντισμένα και σχηματίζουν μία αέρια «μάζα». Έτσι μπορούν να ανιχνευθούν ραδιαισθητικά από την ακτινοβολία της αύρας που περιβάλλει τα υ­λικά σώματα.

Εντούτοις είναι επίσης δυνατό μέσω του εκκρεμούς ή της ράβδου να εκφράζονται και ψυχές πεθαμένων, αν και αυτό είναι κάτι που οι ίδιοι οι ραδιαισθητικοί δεν θέλουν να το δεχτούν. Έτσι ή αλλιώς πάντως, η ύλη είναι γεμάτη από άτομα «πνευμάτων της ύλης» ή «μικροπνευμάτων», δηλαδή απειροελάχιστων πνευμάτων χωρίς συ­νείδηση του εγώ τους, όπως είδαμε πιο πριν. αυτά προέρχονται α­πό τη διάλυση της ψυχής ενός αρχέγονου πνεύματος, όταν κατα­κερματίστηκε προκειμένου να περάσει από την πορεία πνευματοποίησης μέσω της ύλης. Διακρίνονται δε σε πνεύματα της φωτιάς, της γης, του νερού και του αέρα και όταν με τον καιρό εξελιχθούν ώστε να αποτελέσουν πάλι μια «μερική» ψυχή, δηλαδή τμήμα μίας ψυχής που θα ενανθρωπιστεί στο μέλλον, ονομάζονται πλέον «πνεύματα της φύσης».

Αναφερόμενος σε αυτά ακριβώς τα πνεύματα της ύλης που πε­ριέχονται π.χ. μέσα στις πέτρες είχε πει ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω άτι ο Θεός μπορεί να κάνει απογόνους του Αβραάμ και από αυτές εδώ τις πέτρες» (Ματθ. 3, 9 και πβλ. επίσης Λουκ. 19, 40).

Όποια κι αν είναι τα αποτελέσματα της ραδιαισθησίας, καλά ή κακά, πρέπει κανείς οπωσδήποτε να έχει πάντοτε υπ’ όψιν του ό­τι και η ραδιαισθησία στηρίζεται στη δράση πνευμάτων από τον άλλο κόσμο και ως εκ τούτου δεν προσφέρει καμία απόλυτη εγγύ­ηση για την αλήθεια των πορισμάτων της. Οι κριτικά σκεπτόμενοι και ευσυνείδητοι ραδιαισθητικοί το γνωρίζουν αυτό και για το λό­γο αυτό ελέγχουν τα πορίσματά τους παραβάλλοντάς τα με εκείνα συναδέλφων τους ή άλλων βοηθητικών μέσων, χωρίς να ξεχνούν βέβαια να χρησιμοποιούν επίσης και την κρίση τους.

Αξίζει να παρατηρηθεί ότι η ποιότητα των πορισμάτων δεν εξαρ­τάται από την ευαισθησία ή τη δύναμη του ραδιαισθητικού αλλά α­πό την πνευματικότητά του, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο στο κατά πόσον ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

Η ακτινοβολία του ηλεκτρικού ρευστού που εκπέμπεται από τον υλικό κόσμο αυτή καθαυτήν είναι από πνευματική άποψη μία ακα­τέργαστη φυσική δύναμη. Απεναντίας η φορτισμένη ηλεκτρομα­γνητικά ζωτική δύναμη της ψυχής που περιβάλλει εξωτερικά τον άνθρωπο διαθέτει ήδη μία ορισμένη νοημοσύνη που είναι λίγο ως πολύ καθαρμένη και έχει συνείδηση του εαυτού της.

Κατά συνέπεια, αυτό που καθιστά αξιόπιστη ή όχι τη ραδιαισθη­σία είναι το αν η απάντηση που βρίσκει ένας ραδιαισθητικός προ­έρχεται από τη σφαίρα των «πνευμάτων της ύλης» ή από τη δική του εξωτερική ψυχική σφαίρα. Και εκεί έχει σημασία η ωριμότη­τα του ανθρώπου αυτού, καθότι π.χ. κάποιος που είναι κοντά στην πλήρη αναγέννηση του πνεύματος του μπορεί να λειτουργήσει με την καθαρά πνευματική σφαίρα και να έχει τελείως αξιόπιστα α­ποτελέσματα. Εδώ όμως προβάλλει ο γνωστός περιορισμός, ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο -και σπάνιο- να επιτύχει κάποιος την πλήρη πνευματική αναγέννηση εδώ στη Γη

Εκτός αυτού, όταν κάποιος έχει αναγεννηθεί πλήρως κατά το πνεύμα του, τότε δεν εργάζεται πλέον πνευματιστικά ή με τη βοή­θεια πνευματιστικών μέσων αλλά μόνο απευθείας μέσω του πνευ­ματικού σπινθήρα στην καρδιά του. Γιατί από την καρδιά μπορεί να πάρει επίσης όλες τις απαντήσεις που θέλει, με την προϋπόθε­ση ότι εναποθέτει τα πάντα στη βούληση του Θεού.

Η δυνατότητα αυτή ωστόσο απαιτεί ένα υψηλό επίπεδο πνευμα­τικότητας, δηλαδή αγάπης, υπομονής και ταπεινότητας, ώστε αυ­τός που ρωτά μέσα στην καρδιά του να λάβει εκεί ως σκέψη, ήχο ή εικόνα την απάντηση που προβλέπει η θεϊκή αρμονία και πρόνοια.

Αντίθετα, για το μέσο ραδιαισθητικό δεν είναι απολύτως ανα­γκαίο να διαθέτει υψηλή πνευματικότητα. Για να λειτουργήσει του αρκεί να έχει τη σχετική ευαισθησία

και τα απαραίτητα όργανα και να ξέρει να εξηγήσει τις αντιδράσεις του εκκρεμούς ή της ρά­βδου. Το εκκρεμές είναι μία ράβδος ή σφαίρα η οποία κρέμεται με ένα νήμα από το κέντρο βάρους της και αιωρείται οριζόντια υ­πό την επίδραση του γήινου μαγνητικού πεδίου ή ενός ομοιογενούς μαγνητικού πεδίου.

Το εκκρεμές και η ράβδος είναι από την αρχαιότητα γνωστά μέ­σα για τον εντοπισμό κυρίως υπόγειων στρωμάτων νερού, μεταλ­λευμάτων, σπηλαίων κ.α. για τη διάγνωση των ασθενειών, αλλά και ως μαντικά εργαλεία για την πρόβλεψη του μέλλοντος ή για να πά­ρει ο χρήστης τους απαντήσεις σε ερωτήματα που τον απασχολούν. Η τελευταία αυτή χρήση είναι η πιο γνωστή και διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια και έχει πάρει τη μορφή μόδας. Από την εφαρμο­γή του για μαντικούς σκοπούς προκύπτουν ορισμένοι κίνδυνοι που θα παρουσιαστούν εν συντομία στη συνέχεια.

Ένας διαπιστωμένος κίνδυνος που προκύπτει από τη χρήση του εκκρεμούς -αλλά και κάθε άλλου μαντικού μέσου- είναι ο εξής: Ο χρήστης του, που μπορεί στην αρχή να κατέφυγε στο εκκρεμές για μία περίπτωση ανάγκης ή για ένα πρόβλημα υγείας, μπορεί εύκο­λα να χάσει τον έλεγχο και να το συμβουλεύεται καθ’ έξιν για όλα τα πράγματα. Η εμπειρία δείχνει επανειλημμένα ότι η σχετική ευ­κολία να βρει κανείς έτοιμες απαντήσεις σε λίγο ως πολύ δύσκο­λα ερωτήματα οδηγούν συχνά στο ότι το εκκρεμές τελικά υποκα­θιστά τη σωστή κρίση, την καρδιά (συνείδηση, διαίσθηση κ.λπ.) και την υπομονή, με αποτέλεσμα όχι μόνο να το συμβουλεύεται ο χρή­στης του για τα πάντα, αλλά και να δέχεται αβασάνιστα κάθε απά­ντηση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ατροφία της προσωπικής κρί­σης και σε πλήρη εξάρτηση, με συνέπεια την απώλεια της ελευθε­ρίας του ατόμου.

Έτσι η περιέργεια και ο ελλιπής αυτοέλεγχος μπορούν να οδη­γήσουν σε ένα επιβλαβή εθισμό. Από την άλλη πλευρά πάλι, εκεί όπου κάποιος θεωρεί ότι ελέγχει πλήρως την κατάσταση, είναι δυ­νατό με τον καιρό να υπερεκτιμήσει τις δυνατότητές του, πράγμα που παρατηρείται συχνά με τα μέντιουμ, ιδίως όταν δεν υφίστα­νται κάποιον έλεγχο από τρίτους και βασίζονται μόνο στις δικές τους εκτιμήσεις.

Παρ’ όλο που όποιος πιστεύει στον Χριστό αυθεντικά δεν έχει ανάγκη να πειραματίζεται με το εκκρεμές (ή τον πνευματισμό), εντούτοις δεν πρέπει κανείς να καταδικάζει τέτοιες εκδηλώσεις της ζωτικής ενέργειας όπως αυτή που εκδηλώνεται μέσω του εκ­κρεμούς, γιατί είναι η ίδια ενέργεια που τον κρατά στη ζωή και αυτή καθαυτήν είναι βασικά ουδέτερη. Σίγουρα όμως όποιος πι­στεύει βαθιά και ζωντανά και έχει τη δυνατότητα να διδαχθεί α­πευθείας από τον Θεό μέσω του πνευματικού του σπινθήρα, δεν έχει ανάγκη να καταφύγει στο εκκρεμές ή σε κάποια άλλη μορφή πνευματισμού για να καθοδηγηθεί ή να βρει λύσεις στα προβλήματά του.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι στο Βυζάντιο οι μάντεις χρησιμοποιούσαν τη ράβδο περίπου όπως πετάμε εμείς σήμερα κο­ρώνα ή γράμματα ένα νόμισμα, προκειμένου να μαντέψουν το θείο θέλημα. Σίγουρα κάτι τέτοιο καταλήγει σε αβουλία και αδράνεια σκέψης, το αντίθετο δηλαδή από την ελευθερία σκέψης και βούλη­σης και την ανάπτυξη των ικανοτήτων που συνάδει σε έναν άνθρω­πο που ωριμάζει πνευματικά.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει λόγος για ένα άλλο συνα­φές θέμα: Υπάρχουν πολλοί οπαδοί του εκκρεμούς που θεωρούν ότι με βάση τις ταλαντώσεις του είναι δυνατό να αξιολογηθεί από απόσταση τοπική ή και χρονική η ποιότητα του πνεύματος ενός α­τόμου, φτάνει να έχει μία ανεπτυγμένη ευαισθησία ο χρήστης του. Μία ανάλογη τάση υπάρχει και σε ορισμένα μέντιουμ που επιχει­ρούν με πνευματιστικό τρόπο να «βαθμολογήσουν» την πνευματι­κότητα προσώπων όπως του Ιησού, του Λόρμπερ και άλλων γνω­στών μορφών.

Είναι προφανής η τυφλότητα αλλά και η έπαρση που μαρτυρεί το να κρίνεται κάποιος όχι με βάση την αγάπη αλλά με πνευματιστικές μεθόδους. Και αποτελεί άλλο ένα δείγμα για το πώς παρα­σύρονται ορισμένοι από την περιέργειά τους αλλά και τη μανία εντυπωσιασμού και αυτοπροβολής απέναντι σε τρίτους.

Όπως διαπιστώσαμε ξανά στο πλαίσιο αυτού του βιβλίου, υπάρ­χουν περιορισμοί που έχουν τεθεί στην ανθρώπινη φιλομάθεια και περιέργεια όταν τα κίνητρα δεν είναι άδολα. Αυτοί οι περιορισμοί μπορεί να αρθούν στην ουσία μόνο όταν δίνεται η φώτιση από τον Θεό με τη χαρισματική ενέργεια του Πνεύματος. Όταν επιζητεί­ται η γνώση εκτός και κατά παράβαση των ορίων αυτών το αποτέ­λεσμα είναι αμφίβολο και δεν υπάρχει καμία εγγύηση αλήθειας.

«Το Πνεύμα ερευνά τα πάντα, ακόμη και τα βάθη του Θεού» λέ­γεται στην επιστολή προς Κορινθίους Α’ 2, 10. Όταν λοιπόν κά­ποιος πληροί τις προϋποθέσεις της αγάπης και της ταπεινότητας, το Πνεύμα τον διδάσκει και μπορεί να του δώσει επίσης το χάρι­σμα της ανθρωπογνωσίας και της σωστής κρίσης. Αλλά αυτό δεν γίνεται ποτέ για να ικανοποιηθεί η περιέργεια ή η διάθεση εντυ­πωσιασμού της ομήγυρης ή χάριν αυτοπροβολής.

Και σε αυτό -όπως και σε κάθε άλλο θέμα- θα πρέπει να θέ­σει κανείς το ερώτημα, σε τι ωφελείται ο άνθρωπος πνευματικά όταν ικανοποιεί μία τέτοιας μορφής περιέργεια. Είναι εύλογο ό­τι τα κίνητρα δεν μπορεί παρά να είναι χαμηλά, έστω και αν κρύ­βονται πίσω από μία πρόσοψη υποτιθέμενης αναζήτησης της α­λήθειας.

Σε οποιοδήποτε τομέα επομένως παρατηρείται μία τάση να α­ποκτηθεί γνώση ή δύναμη με τρόπο ασύμβατο προς τη συμπαντική τάξη πραγμάτων, είναι φανερό ότι εκεί δρα ο αντίθεος παράγο­ντας. Γιατί όσο προχωρημένος πνευματικά κι αν είναι ένας ραδιαισθητικός, ο «αιθέρας των νεύρων» ή «του αίματος» του (βλ. το πρώ­το κεφάλαιο του βιβλίου) που είναι η ενέργεια που φέρει σε ταλά­ντωση το εκκρεμές, δεν είναι μία καθαρά πνευματική δύναμη, αλλά σύμμεικτη με ακάθαρτα, χαμηλών δονήσεων στοιχεία μέσα από τα οποία μπορεί να παρεισφρύσει ο παράγοντας του κακού και ως εκ τούτου τα πορίσματα της ραδιαισθησίας θα είναι πάντοτε αμφίβολα.

Αυτό που λέγεται εδώ για την περιορισμένη αξιοπιστία της ραδιαισθησίας ισχύει αναλογικά για τις ερωτήσεις που γίνονται μέ­σω μέντιουμ, με τη διαφορά ότι εκεί είναι φανερά πνεύματα του άλλου κόσμου που δίνουν τις απαντήσεις. Και είναι ευνόητο ότι οι φωτεινές ή αγγελικές οντότητες δεν σπεύδουν να ικανοποιήσουν τα κατώτερα κίνητρα και την περιέργεια των ανθρώπων, παρά μό­νο τους διδάσκουν αυτά που χρειάζονται για την ανέλιξή τους, και βέβαια ενώ είναι σε κατάσταση εγρήγορσης.

Συνακόλουθα, η αξία ενός ανθρώπου δεν αντικατοπτρίζεται στην ικανότητα που πιθανόν έχει να επικοινωνεί με πνεύματα ή στη ζω­τική δύναμη που διαθέτει, αλλά μετριέται με βάση τις πράξεις και τους καρπούς του (Ματθ. 7,16-20). Η αλήθεια της παραπάνω πρό­τασης αποδεικνύεται εύγλωττα και από τη γνωστή αντιπαράθεση των Αιγύπτιων μάγων με τον Ααρών και το Μωυσή (Μωυσή Έξοδος 7, 8-13).

Η Ραβδοσκοπία

Εάν εξαιρέσει κανείς τη σπάνια- καταχρηστική χρήση της ρά­βδου για πνευματιστικές ερωτήσεις, όπως γίνεται και με το εκκρε­μές, η ράβδος της ραβδοσκοπίας χρησιμοποιείται κυρίως αφενός για τον εντοπισμό νερού, πετρελαίου, αερίων κ.τ.λ. στο υπέδαφος και αφετέρου για να διαπιστωθεί η ύπαρξη αρνητικών σημείων στη γη, σημείων δηλαδή όπου η γήινη ενέργεια ή ακτινοβολία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανθρώπινη υγεία.

Ο Υβ Ροκάρ, καθηγητής φυσικής στη Σορβόννη, έχει αποδείξει ότι η μαγνητική διέγερση της ράβδου βασίζεται σε ηλεκτρομαγνητι­κά ερεθίσματα, γι’ αυτό άλλωστε εμποδίζεται όταν ο χειριστής φο­ρέσει μάλλινα ή μεταξωτά γάντια. Κατά την επιτόπου έρευνα μιας περιοχής η βιολογική επίδραση που ασκεί η γήινη ακτινοβολία πά­νω στο αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι φανερή και μπορεί να με­τρηθεί με τη βοήθεια κατάλληλων οργάνων.

Η περίπτωση όμως που η ανίχνευση γίνεται εξ αποστάσεως, ό­που δηλαδή ο ραβδοσκόπος βρίσκεται μακριά από την περιοχή (ή το πρόσωπο που εξετάζει), παραμένει ανεξήγητη, τουλάχιστον για το σημερινό επίπεδο της φυσικής επιστήμης.

Είναι γεγονός ότι πάρα πολλοί ραβδοσκόποι έχουν φανεί χρή­σιμοι σε αμέτρητους ανθρώπους στην πάροδο του χρόνου. Ωστό­σο και η ραβδοσκοπία υποκρύπτει κινδύνους, κυρίως για την υγεία του ίδιου του ραβδοσκόπου, για το λόγο ότι πάντοτε χάνει ενέρ­γεια όσο χρησιμοποιεί τη ράβδο. ανάλογα δε με το υλικό της μπο­ρεί να απωλέσει επίσης μέταλλα από τον οργανισμό του, π.χ. σί­δηρο. Εκτός αυτού σίγουρα επιβαρύνεται επιπρόσθετα με μία α­κτινοβολία που είναι επικίνδυνη για την υγεία του, εάν δεν έχει λά­βει τα απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα.

Ακόμη δύο άλλα επιβαρυντικά στοιχεία μπορεί να είναι η συχνότητα και το μακροχρόνιο της ενασχόλησης με τη ραβδοσκοπία Είναι δυνατό αυτά τα δύο στοιχεία να συμβάλουν επίσης ώστε η αρ­χικά φυσική ευαισθησία του ραβδοσκόπου να εξελιχθεί με τον και­ρό σε μία νοσηρή υπερευαισθησία, η οποία είναι πολύ ενοχλητι­κή, καθώς προκαλεί υπερδιεγερσιμότητα του νευρικού συστήμα­τος με τις αντίστοιχες επιπτώσεις στην υγεία.

Επιπλέον, ένα ουσιωδέστερο αρνητικό στοιχείο για το ραβδο­σκόπο είναι το γεγονός ότι αναζητά τις λύσεις στο εξωτερικό πεδίο, ενώ ο πνευματικά προχωρημένος άνθρωπος τις αναζητεί στο εσω­τερικό του και τις λαμβάνει εντός ή εκτός του εαυτού του ανάλογα με το βαθμό της ωριμότητάς του.

Εκτός από τα παραπάνω, ένα άλλο πρόβλημα που συνήθως πα­ραγνωρίζεται, αν και αφορά κάθε μορφή πνευματικής θεραπείας, εί­ναι το ερώτημα εάν από πνευματική άποψη είναι θεμιτή η βοήθεια που προσφέρεται, δεδομένου ότι το να απαλλαγεί ένας ασθενής α­πό τις παθήσεις του δεν είναι πάντα αυτό που χρειάζεται για την τελειοποίηση του.

Ο θεραπευτής που είναι συντονισμένος με το θεϊκό νόμο της τάξης διδάσκεται από το εσωτερικό του κέντρο εάν η θεραπεία είναι ή όχι ευκταία και άρα δυνατή. Ο ραβδοσκόπος αντίθετα, όπως και κάθε θεραπευτής που βασίζεται σε εξωτερικά μόνο δεδομένα, εδράζεται αποκλειστικά στην πείρα και την ανθρωπογνωστική του ικανότητα.

Ορισμένοι απορρίπτουν αναφανδόν τη ραβδοσκοπία και άλλοι την επικροτούν ανεπιφύλακτα. Η κρίση αυτού του θέματος όμως δεν είναι μονοσήμαντη αφού δεν μπορεί να απαντηθεί κατηγορη­ματικά με ένα ναι ή με ένα όχι. Ασφαλώς δεν είναι σωστό να κα­ταδικάζεται ως «δαιμονική συνεργία» η ευαισθησία στην αντίλη­ψη κάποιων φυσικών δυνάμεων και η αξιοποίησή τους μόνο και μόνο επειδή είναι ένα πεδίο όπου δεν έχει διεισδύσει ακόμη η ε­πιστήμη σε βάθος. Από την άλλη πλευρά πάλι δεν πρέπει να παρα­γνωρίζεται το γεγονός ότι τα πορίσματα μιας ραβδοσκοπικής εξέτα­σης μπορεί να έχουν επηρεαστεί από πνευματιστικές ακάθαρτες δυνάμεις.

Για το λόγο αυτό η κριτική αξιολόγηση της ραβδοσκοπίας πρέ­πει να γίνεται σφαιρικά, λαμβάνοντας όλες τις παραμέτρους υπ’ ό­ψιν. Και το πιο βασικό κριτήριο είναι το κίνητρο του ραβδοσκό­που, εάν είναι μόνο το κέρδος και η προσωπική του προβολή ή η γνήσια πρόθεση να φανεί αλληλέγγυος σε κάποιον που πάσχει.

Διαβάζοντας το θεϊκό Λόγο παρατηρεί κανείς ότι καμία πράξη που γίνεται από αγάπη δεν είναι κατακριτέα, αφού η αγάπη είναι η βασική ουσία του Θεού. Τούτο όμως δεν σημαίνει αυτόματα ότι κάθε πράξη αγάπης είναι και η σωστή για το συγκεκριμένο πρό­σωπο που αφορά, στο πλαίσιο του θεϊκού σχεδίου.

Σίγουρα αυτό που εκτιμάται είναι η πρόθεση η οποία παρακινεί σε μία πράξη αγάπης. Εάν τώρα το μέσο που επιλέγεται για να εκτελεστεί η πράξη δεν είναι το σωστό, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ο καλοπροαίρετος αλλά όχι συνετός άνθρωπος, έχει ακόμη με­ρικά πράγματα να μάθει, και άρα ο δρόμος του ως την ωρίμανση θα είναι πιο μακρύς. Εξυπακούεται βέβαια ότι η εκτίμηση της κα­λής πρόθεσης εξαρτάται και από το εάν τα μέσα που έχει επιλέξει είναι θεμιτά γιατί σίγουρα ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Και ένα τέτοιο αθέμιτο, απαγορευμένο μέσο είναι η συνεργασία με πνεύ­ματα νεκρών.

Οι ανθυγιεινές γεωπαθογόνες ζώνες

Ορισμένοι άνθρωποι θεωρούν το θέμα της γήινης ακτινοβολίας μύθο ή απάτη ενώ μερικοί φονταμενταλιστές φτάνουν στο σημείο να το κατατάσσουν στα φαινόμενα της μαγείας ή να το θεωρούν α­ποκύημα της κόλασης. Ασφαλώς δεν είναι τίποτα από όλα αυτά, πρόκειται απλά για ένα πεδίο φυσικών δυνάμεων που δεν έχουν διερευνηθεί ακόμη σε βάθος από την επιστήμη, για το λόγο ότι το αντικείμενο αυτό βρίσκεται πέρα από τα έως τώρα όρια της γνώ­σης της. Παρ’ όλα αυτά έχουν ήδη συγκεντρωθεί πολλά στοιχεία για τις γεωπαθογόνες ζώνες τα οποία αποδεικνύουν ότι πρόκειται για μία σοβαρή υπόθεση που αξίζει ενδελεχέστερης μελέτης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε εξάλλου ότι η ραβδοσκοπία βασίζεται σε μία αιωνόβια παράδοση αφού δεν έχει περάσει τόσο πολύς καιρός από τότε που, για να ανατεθεί το κτίσιμο ενός σπιτιού σε ένα μά­στορα, έπρεπε να ανιχνεύσει πού υπήρχε νερό για πηγάδι και πού δεν υπήρχε υπόγεια φλέβα νερού, ώστε να τοποθετηθεί εκεί το οί­κημα χωρίς πρόβλημα. Οι παλιότεροι γνώριζαν ότι υπόγεια ρεύ­ματα νερού επιδρούσαν αρνητικά στην υγεία.

Τις παλαιότερες εποχές ήταν συνηθισμένη η ανίχνευση του οι­κοπέδου για αρνητικά γεωπαθητικά ρεύματα, ιδίως όπου επρό­κειτο να κτιστεί ένα παλάτι ή μία εκκλησία. Η πρακτική αυτή ε­γκαταλείφθηκε μεταπολεμικά και απεναντίας μάλιστα το μπετόν αρμέ και οι πολυκατοικίες επέτειναν την ένταση της ακτινοβολίας με δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία, κυρίως ραγδαία αύξηση των περιπτώσεων καρκινογενέσεων.

Παρά την κρισιμότητά του, οι αρμόδιες αρχές δεν αντιμετωπίζουν το θέμα με μεγαλύτερη υπευθυνότητα και απροκατάληπτα, όπως θα άρμοζε, για το λόγο ότι είναι εν πολλοίς άγνωστο ή αμφιλεγόμενο. Στο μεταξύ ωστόσο υπάρχουν πολλές γνωστές προσωπικότητες που ασχολούνται σοβαρότατα με το θέμα αυτό και εργάζονται με συνέ­πεια για την ερεύνησή του. Οι γεωπαθογόνες ζώνες μπορεί να επη­ρεάζουν δυσμενώς το χώρο κατοικίας αλλά και το χώρο εργασίας και βασικά εκείνο που παίζει ρόλο είναι για πόσο διάστημα παρα­μένει κανείς σε μία παθογόνο περιοχή. Ο χώρος του ύπνου πάντως, όπου κανείς μένει συνεχώς ακίνητος για πολλές ώρες κάθε μέρα, εί­ναι εκείνος που χρειάζεται κυρίως να ανιχνευτεί ραβδοσκοπικά. Ας σημειωθεί άλλωστε ότι οι γεωπαθογόνες ζώνες είναι σαν λωρίδες που καταλαμβάνουν μία σχετικά μικρή επιφάνεια.

Θα πρέπει να παρατηρηθεί επίσης ότι η γήινη ακτινοβολία δεν είναι πάντα ίδιας έντασης, ποιότητας κ.λπ. Οι ειδήμονες την κατα­τάσσουν σε πολλές κατηγορίες. Επιπλέον υπάρχει μία θετική ακτι­νοβολία (όπου η ενέργεια ρέει από πάνω προς τα κάτω και έχει θετική πολικότητα) και μία αρνητική ακτινοβολία (όπου η ενέρ­γεια ρέει από κάτω προς τα πάνω, με αρνητική πολικότητα) και οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στις διάφορες μορφές ενέργειας.

Εκτός αυτού η ένταση της ακτινοβολίας αυξάνεται σημαντικά ό­που διασταυρώνονται υπογείως τέτοια ρεύματα, κοιτάσματα, ρήγ­ματα κ.τ.ό. Αλλά οι παθογόνοι παράγοντες δεν τελειώνουν εδώ. Πεδία που προκαλούν διαταραχές προκύπτουν επίσης από το δο­μημένο περιβάλλον των πόλεων, όπως λόγου χάρη από τις γραμ­μές υψηλής τάσης ή από τις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηροδρό­μου.

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα επίσης συνιστά η αντανάκλαση της ακτινοβολίας η οποία διαχέεται οριζόντια και εκπέμπεται από με­ταλλικά αντικείμενα, καθρέπτες, οθόνες τηλεόρασης ή υπολογιστή και οτιδήποτε άλλο μπορεί να αντανακλά ακτινοβολία στο χώρο του σπιτιού.

Από τους παραπάνω παράγοντες και επίσης από το γεγονός πως λίγοι είναι οι πραγματικά καλοί ραβδοσκόποι που επιτυγχάνουν ακριβείς ανιχνεύσεις ενός χώρου, είναι εύλογα πολύ δύσκολο να εξάγει κάποιος ένα βέβαιο συμπέρασμα για τη ραβδοσκοπία αλ­λά και για τις γεωπαθογόνες ζώνες. Εκτός αυτού δεν αντιδρούν ό­λοι οι άνθρωποι το ίδιο απέναντι τους, καθότι παίζουν επίσης ρό­λο η έμφυτη ευαισθησία, το ανοσοποιητικό σύστημα και οι συνή­θειες του καθενός.

Πρέπει να επισημανθεί πάντως ότι οι γεωπαθογόνες ζώνες δεν είναι προϊόν της ανθρώπινης φαντασίας ή αυθυποβολής, δεδομέ­νου ότι ως γνωστό και τα ζώα αντιδρούν σε αυτές, είτε αποφεύγοντάς τες είτε αναζητώντας τες όπως π.χ. οι γάτες, τα μυρμήγκια, οι μέλισσες και τα φίδια. Μία αντίστοιχη ευπάθεια παρουσιάζουν δε φυτά και δέντρα, αλλά και βράχοι, τοίχοι, το κράσπεδο των δρό­μων κ.ο.κ. γεγονός που γίνεται οφθαλμοφανές από τρύπες, ρωγ­μές, σχισμές, ανώμαλη ανάπτυξη του κορμού ενός δέντρου κ.λπ.

Ένας άλλος τοξικός παράγοντας αναφέρεται εξάλλου στο «Με­γάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη» VIII189,16:

«Υπάρχουν στη γη ορισμένα σημεία, συχνά δε μεγάλες εκτάσεις, που δεν ενδείκνυνται για τόποι κατοικίας των ανθρώπων αλλά ού­τε και των ζώων διότι στα σημεία αυτά σε ορισμένες περιόδους α­νέρχονται ως την επιφάνεια τη γης από το εσωτερικό της βλαβερές αναθυμιάσεις που προέρχονται από υπόγεια κοιτάσματα θειούχου άνθρακα και τοξικών μετάλλων…»

Τα ενεργειακά πεδία τόπων λατρείας, ναών, ανακτόρων κ.λπ.

Είναι γνωστό στους ραδιαισθητικούς ότι σε πάρα πολλούς τό­πους λατρείας, σε σημεία όπου βρίσκονται παλιές εκκλησίες ή α­νάκτορα, υπάρχουν πολύ ισχυρά πεδία ακτινοβολίας και ενέργειας. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι αυτό ισχύει κυρίως για καθολικές εκκλησίες που συνήθως έχουν κτιστεί πάνω σε αρχαιότερους τό­πους λατρείας των Κελτών, όπως απέδειξαν πολλοί γνωστοί ρα­βδοσκόποι στη Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία και Γαλλία. Σχεδόν ανεξαίρετα όλες αυτές σι εκκλησίες βρίσκονται σε τοποθεσίες που περιβάλλονται σχεδόν ολόγυρα από υπόγεια ρεύματα νερού. Τέτοια παραδείγματα είναι η Σάντα Κρότσε στη Φλωρεντία, η Σαν Βιτάλε στη Ραβέννα, οι καθεδρικοί ναοί της Πίζας, του Μιλάνου, της Βαρκελώνης, του Τολέδο, της Ρεμς και το αββαείο του Γουέστμινστερ στο Λονδίνο. Τόποι δύναμης βέβαια θεωρούνται και οι Πυραμίδες, η Ακρόπολη, το Πάνθεον κ.α.

Άτομα με ανεπτυγμένη ευαισθησία στις ακτινοβολίες αυτές α­ναζητούν συστηματικά τέτοιους τόπους για δύναμη και αυτο­συγκέντρωση. Πρόσφατα αποδείχτηκε επίσης με βάση μετρήσεις των εκκρίσεων των ενδοκρινών αδένων ότι πρόκειται για ένα ψυ­χοσωματικό φαινόμενο. Χαρακτηριστική είναι η εμφανής αύξηση της δραστηριότητας του θύμου αδένα, πράγμα που αντανακλά στο ανοσοποιητικό σύστημα και στην ψυχική διάθεση του ανθρώ­που.

Αναδύεται φυσικά το ερώτημα ποια είναι η πραγματική αξία και σημασία αυτών των τόπων δύναμης, δοθέντος ότι υπάρχουν ως γνω­στό πολλοί δάσκαλοι, θεραπευτές κ.λπ. που ανάγουν τέτοιους τό­πους, που συχνά μάλιστα είναι το δικό τους κέντρο ή καταφύγιο, σε «ομφαλό του κόσμου» είτε για λόγους αυτοπροβολής είτε κα­θαρά για κερδοσκοπικούς λόγους.

Υπάρχουν ωστόσο έμπειροι γεωμάντεις που δεν συμφωνούν με μία τέτοια υπερεκτίμηση των τόπων δύναμης. Για παράδειγμα, έ­νας πολύ γνωστός μηχανικός και ραβδοσκόπος στην Αυστρία με τριαντάχρονη πείρα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πιο ισχυρό ενεργειακό πεδίο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και ως εκ τούτου τέτοιες ενεργειακές τοποθεσίες δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία όσο τους απο­δίδουν ορισμένοι. Το δίδαγμα από την παραπάνω διαπίστωση εί­ναι προφανές για όποιον γνωρίζει ότι είναι ο άνθρωπος που μπο­ρεί να αναπτύξει μέσω του θεϊκού του σπινθήρα τη μεγαλύτερη δυ­νατή πνευματική δύναμη- δεν είναι δηλαδή η ύλη, η οποία μπορεί μεν να ζωντανέψει πνευματικά ως ένα βαθμό και έτσι να παρου­σιάσει μία ορισμένη δύναμη, όχι όμως όπως εκείνη μιας καρδιάς με αγάπη όπου μπορεί να εγκατοικήσει ο Θεός. Γι’ αυτό λέγεται σε ένα σύγγραμμα της Μπέρτα Ντούντε:

«Πρέπει να καταλάβετε ότι δεν μπορώ να περιοριστώ σε ένα στε­νό, περιορισμένο χώρο, μέσα σε γήινη ύλη, σε συγκεκριμένους τό­πους και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, αλλά αντίθετα είμαι παντού όπου υπάρχει μία καρδιά που έχει μεταμορφώσει τη φύση της σε αγάπη».

Επομένως υπάρχουν τέτοιοι τόποι ιδιαίτερης δύναμης που μπο­ρούν να τονώσουν το σώμα του ανθρώπου ή να του προσφέρουν μεγαλύτερη αυτοσυγκέντρωση κατά την προσευχή ή το διαλογισμό, εντούτοις η επίδραση που ασκούν στην ψυχή είναι μόνο έμμεση, κα­θώς επενεργούν αποκλειστικά στο φυσικό σώμα του ανθρώπου.

Γι’ αυτό επιβάλλεται επιφύλαξη όπου εκκλησιαστικές ή εσωτεριστικές οργανώσεις ή κέντρα πνευματικής θεραπείας υπόσχονται κάπου την παρουσία και τη δύναμη του Θεού, γιατί δεν είναι πα­ρά φενάκες και λόγια χωρίς ουσία, καθώς, όπως λέγεται στην Ντούντε, «ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι παρά το προϊόν σκέψης πνευ­ματικά τυφλών ανθρώπων…»

Πρέπει να έχει γίνει κοινή συνείδηση πια ότι η πλάση προσφέρει πολλούς φυσικούς τρόπους για να υγιαίνει το σώμα, όμως η εξυγί­ανση της ψυχής μόνο από μέσα μπορεί να προκύψει, ποτέ από έξω.