Γ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ *

 

 Ο Αντίποδας: ο Εωσφόρος και οι δικοί του Άγγελοι

Η αποκάλυψη στον Λόρμπερ θα ήταν ελλιπής και μονόπλευρη, αν δεν περιλάμβανε και εκείνες τις σκοτεινές δυνάμεις οι οποίες αποτελούν τον αντίποδα στο Θεό και στις φωτεινές στρατιές του.

Μάθαμε πρωτύτερα για τον Εωσφόρο ή Σατανά, πως κάπο­τε είχε τη μεγαλύτερη δύναμη και εξουσία απ’ όλα τ’ αρχέ­γονα πνεύματα.

«Όταν τούτο το πνεύμα λεγόταν Σατανά, η θέση του απέ­ναντι στη Θεότητα ήταν σαν της γυναίκας απέναντι στον άν­δρα», διαβάζουμε στο «Γη και Σελήνη». «Η Θεότητα θα φύ­τευε τις ατέλειωτες, αέναες ιδέες Της μέσα σ’ αυτό το πνεύ­μα για να ωριμάσουν μέσα στο συγκεντρωμένο φως του. Από το φως αυτού του πνεύματος θα είχε πηγάσει μία δημιουργία από αγνότατα όντα και τούτο το ζωντανό φως θα πλήθαινε και θ’ απλωνόταν σε όλη την απεραντοσύνη.

Το πνεύμα αυτό είχε ένα μεγάλο προορισμό, να γίνει σχε­δόν ένας δεύτερος θεός δίπλα στο Δημιουργό. Γι’ αυτό έ­πρεπε να υποβληθεί σε μία δοκιμασία της ελευθερίας του ανάλογη με τη σπουδαιότητα του προορισμού του. Όμως δεν τα κατάφερε, γιατί θέλησε να υψωθεί πάνω από τη Θε­ότητα και να Την κάνει υποτελή του. Αυτό που διέπραξε δη­λαδή ήταν ότι θέλησε να πάρει τα πρωτεία από το Θεό! Επει­δή όμως η Θεότητα δεν μπορούσε να του παραδώσει την πρωτοκαθεδρία, εξοργίστηκε πάρα πολύ κι ήθελε πραγματι­κά να Την καταστρέψει. Τότε η Θεότητα το συνέλαβε από όλα τα μέρη του και του πήρε όλες τις οντότητες που ήταν μέσα του. Μ’ αυτές τις οντότητες για υλικό έπλασε τα ουράνια σώ­ματα. Και το πνεύμα αυτής της απέραντης ψυχής το φυλάκι­σε με τα πιο δυνατά δεσμά στα κατάβαθα της ύλης.

Κι αν θέλετε να ξέρετε πού κατοικεί αυτό το καταχθόνιο πνεύμα με το ουσιαστικό εγώ του, ή το ζωτικό του κέντρο, δεν είναι δύσκολο να το μάθετε. Η έδρα, που είναι συνάμα και η φυλακή του, είναι το πιο σκληρό, κεντρικό σημείο της Γης σας. Πάνω σ’ αυτό το σημείο πιέζουν τα πάντα, ώστε να μην μπορεί ο εγκάθειρκτος να κουνηθεί πολύ και να κα­ταστρέψει ό,τι έχει και δεν έχει πάνω της η Γη.

• Αποσπάσματα από τα βιβλία : Β. Λουτς “ Θεός και Δημιουρ­γία” και “ Το Μεγάλο Μυστήριο” εκδόσεις Πύρινος Κόσμος.

Ακόμη και σήμερα παραμένει διπλοδεμένος σ’ αυτή τη φυ­λακή. Ωστόσο δεν παραλείπει να φυσάει την ανάσα του, που είναι δηλητηριασμένη απ’ την κακία του, στις δυνάμεις ζωής που αναρριχώνται στα στάδια της ύλης. Κι αυτή η πνοή της θέλησής του είναι ακόμη αρκετά ισχυρή για να φυτέψει το θάνατο σ’ όλα τα ψυχικά στοιχεία. Και αυτό το μαρτυρούν ολοφάνερα όλα τα πλάσματα της Γης, γιατί οτιδήποτε είναι οργανικό, είναι φθαρτό. κι όλη η ύλη μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή και το θάνατο. Όλ’ αυτά προέρχονται από την πνοή της θέλησής του. Η κακία του είναι τόσο απερίγρα­πτη, που είναι ολωσδιόλου αδύνατο να τη διανοηθείτε. Όσα ξέρετε γι’ αυτό το πνεύμα δεν είναι παρά μία αμυδρή σκιά της αλήθειας. Ο Θεός σας σπλαχνίζεται και σας την κρύβει, κι αφήνει μόνο να φανούν όσα χρειάζεσθε για να μαντέψετε το ποιόν αυτού του πνεύματος».

Ένα άλλο νεοαποκαλυπτικό κείμενο εμβαθύνει στο θέμα της γένεσης του σύμπαντος ως παρεπόμενο της εωσφορικής πτώ­σης: «…Για το λόγο αυτό έγινε ο υλικός κόσμος, ολόκληρο το σύμπαν, δηλαδή ο υλικός Άνθρωπος της Δημιουργίας*.

Τα πνεύματα τοποθετήθηκαν μέσα σε αυτό τον Άνθρωπο και περιβλήθηκαν με ύλη ανάλογα με το βαθμό της κακής τους βού­λησης, όπου έχουν να αντιμετωπίσουν αγώνες, πειρασμούς και δεινά. Σκοπός είναι κατά πρώτο να τους κάνουν οι συνθήκες που υφίστανται να συνειδητοποιήσουν τα σφάλματα τους και κατά δεύτερο με αυτό τον τρόπο να δρομολογήσουν από μό­νοι τους την εκούσια επιστροφή τους κοντά Μου… Παντού σε όλα τα πράγματα διαπιστώνει κανείς αυτή τη δεύτερη αρχή της τελειοποίησης.

… Επομένως ολόκληρο το σώμα της γης όπως και τα αμέ­τρητα άλλα ουράνια σώματα έχουν συγκροτηθεί από τη μία και μοναδική, μεγάλη ψυχή του Σατανά, η οποία κατακερμα­τίστηκε μέσα σε αυτά τα σώματα σε αμέτρητα κομμάτια. Εφό­σον η κάθε ψυχή μπορεί να διαιρεθεί, άρα το ίδιο ισχύει και για την αρχέγονη ψυχή του πρωτοδημιούργητου πνεύματος. Κι από αυτή την ψυχή τώρα αποσπώνται συνεχώς ένα ατέλειω­το πλήθος από νέες ψυχές που μία – μία επανασυγκροτείται σε ένα ενιαίο σύνολο.

…Ολόκληρη η ορατή δημιουργία αποτελείται μόνο από μό­ρια του μεγάλου έκπτωτου πνεύματος, του Εωσφόρου, που έχει φυλακιστεί μαζί με την ακολουθία του μέσα στην ύλη».

* Σ.τ.μ. βλ. σχετικά τα «Μυστήρια της Ζωής και της Δημιουργίας» του Λόρμπερ και «Θεός και Δημιουργία» του Βάλτερ Λουτς στις εκδόσεις ‘‘Πύρινος Κόσμος’’.

“…Κάθε ορατό στον άνθρωπο δημιούργημα είναι φυλακισμέ­νο πνευματικό το οποίο έχει τον προορισμό αφού διατρέξει μία μακριά σειρά κάθε είδους μορφών να περάσει τελικά σε μία ελεύθερη και ανεξάρτητη ζωή. Οι μορφές αυτές αρχίζουν από τα πετρώματα και αφού διασχίσουν τα βασίλεια των ορυκτών, των φυτών και των ζώων, καταλήγουν στον άνθρωπο. Όλες αυτές οι μορφές αποτελούν φόρμες ή δοχεία που δέχο­νται στο εσωτερικό τους τη ζωή από τον Θεό. Στην κάθε φόρ­μα αντιστοιχεί μία ορισμένη ευφυΐα. Όσο πιο απλές είναι οι φόρμες τόσο πιο απλή και ελάχιστη είναι επίσης η ευφυΐα που περιλαμβάνει.

…Οι ψυχές των φυτών και των ζώων έχουν τον προορισμό να γίνουν μία μέρα με τη σειρά τους ανθρώπινες ψυχές, αν και είναι αλήθεια ότι το γεγονός αυτό σας είναι ακόμη άγνωστο” .

Θα πρέπει να τονισθεί πάντως ότι «ποτέ δεν μπορεί μόνο α­πό μία απλή ψυχή ενός ζώου να γίνει μία ανθρώπινη ψυχή». Τουναντίον, για να συγκροτηθεί μία ανθρώπινη ψυχή χρειάζονται πολλές διαφορετικές ψυχές ζώων, στις οποίες ο Θεός προσθέτει ακόμη αμέτρητους ψυχικούς σπινθήρες και έτσι εκπηγάζει από το χέρι του κάθε μία ανθρώπινη ψυχή.

“…Δεν υπάρχει σε όλη την Αγία Γραφή εδάφιο ή κεφάλαιο που να περιλαμβάνει κάτι το πιο μεγάλο από την παραβολή του άσωτου υιού. Αλλά ούτε υπάρχει ένα άλλο σημείο στη Γραφή που να είναι πιο δύσκολα κατανοητό από αυτό.

…Στο όνομα ‘‘Εωσφόρος’’ κρύβεται ολόκληρο το απέραντο περιεχόμενο του άσωτου υιού που για σας θα μείνει παντοτι­νά ακατάληπτο. Σκεφθείτε μόνο ότι σχεδόν εξ ολοκλήρου η σημερινή ανθρωπότητα δεν είναι άλλο από μέλη αυτού του απολωλότος υιού και συγκεκριμένα μάλιστα οι άνθρωποι που κατάγονται από το ανευλόγητο γενεαλογικό δέντρο του Αδάμ. Αυτός ο ‘‘άσωτος υιός’’ πήρε όλη την περιουσία που του πα­ραχωρήθηκε και την κατασπαταλεί εδώ και αιωνιότητες τώ­ρα. …Αλλά ως ‘‘απολωλώς υιός’’ εννοείται επίσης και ο κάθε άνθρωπος χωριστά».

Τέλος υπό τον ίδιο όρο εννοείται και ολόκληρος ο κόσμος με τα δισεκατομμύρια γαλαξίες, ο καθένας εκ των οποίων πε­ριλαμβάνει πενήντα ως εκατό δισεκατομμύρια ήλιους. Σύμ­φωνα με όσα καταμαρτυρούν οι νέοι προφήτες το σύμπαν ειδωμένο από «έξω» παριστάνει «μία τέλεια ανθρώπινη μορ­φή», το Μεγάλο Άνθρωπο της Δημιουργίας, αλλά κανείς εκτός από τον Θεό «δεν μπορεί να το δει σε αυτή του την πραγμα­τική διάσταση». «Η Θεότητα συνέλαβε τον Εωσφόρο με όλη του την ακολουθία και του αφαίρεσε όλες τις οντότητες που περιέκλειε. Από αυτές έφτιαξε κοσμικά σώματα τα οποία εγκατέσπειρε σε όλη την απεραντοσύνη. Στη συνέχεια, έδεσε το πνεύμα αυτής της απέραντης ψυχής η οποία αποτελείται από αμέτρητα όντα με ισχυρότατα δεσμά και το εξόρισε στα βάθη της ύλης».

“…Ασφαλώς όλη η ύλη από την οποία αποτελείται το σύμπαν είναι κι αυτή έργο του Θεού και κρύβει επίσης θεϊκά στοιχεία μέσα της. Αλλά παράλληλα περικλείει επίσης ψέμα, απάτη και παραπλάνηση, από όπου ύστερα προκύπτει φθόνος, απληστία, μίσος, αλαζονεία, καταπίεση και όλων των ειδών τα ελαττώμα­τα που δεν έχουν ούτε αριθμό ούτε μέτρο. Όλα αυτά ακριβώς τα κακά, το ψέμα κι η απάτη είναι από πνευματική άποψη ο «Σατανάς», ενώ τα υπόλοιπα ελαττώματα που αναγκαστικά προκύπτουν από αυτά είναι ό,τι ονομάζει κανείς «διαβόλους»”.

Το σχέδιο του Θεού που είναι να κάνει να επιστρέψουν όλοι οι στασιαστές πίσω στο γενέθλιο χώρο τους περνώντας μέσα από την ύλη θα απαιτήσει ασύλληπτα μακρύ χρόνο ώσπου να ολοκληρωθεί. Εντούτοις κάποτε θα έρθει ο καιρός «όπου κα­νένας ήλιος από ύλη και κανένας υλικός πλανήτης δεν θα πε­ριστρέφεται πλέον στο άπειρο. Αντ’ αυτού θα υπάρχει μία υπέ­ροχη νέα πνευματική δημιουργία με μακάρια ελεύθερα όντα που θα γεμίζουν την απεραντοσύνη, ενώ Εγώ θα είμαι ο Θεός και Πατέρας όλων των όντων από τη μία αιωνιότητα στην άλ­λη. Κι αυτή η τρισμακάριστη κατάσταση δεν θα έχει ποτέ τέ­λος. Τότε θα είναι πλέον ένα ποίμνιο, ένας στάβλος και ένας Ποιμένας. Εντούτοις είναι αδύνατο να υπολογισθεί με τη γή­ινη μέτρηση του χρόνου το πότε θα συμβούν όλα αυτά. Ακό­μη κι αν σου φανέρωνα τον αριθμό δεν θα μπορούσες με κα­νένα τρόπο να τον συλλάβεις».

Στις προηγούμενες σελίδες αναλύθηκε το πως οι ψυχικές ουσίες των έκπτωτων αρχέγονων πνευμάτων χρειάστηκαν ανυ­πολόγιστα μεγάλο διάστημα εξέλιξης μέσα από τα τρία φυ­σικά βασίλεια ώσπου να αποκτήσουν πάλι την ωριμότητα εκεί­νη που τους επέτρεπε να ενσαρκωθούν πάνω στη γη ως ανθρώ­πινες ψυχές, προκειμένου να περάσουν άλλη μία φορά τις εξετάσεις της βούλησής τους και να διαλέξουν στρατόπεδα. Η μακρόχρονη προεργασία στην οποία υποβλήθηκε η γη μέχρι να φθάσει στο επίπεδο εκείνο που να μπορεί να παράσχει δυ­νατότητα ύπαρξης στον ολοκληρωμένο πλέον, δηλαδή εμπλου­τισμένο με ένα θεϊκό σπινθήρα άνθρωπο, περιγράφεται διεξο­δικά στο λορμπερικό έργο «Γη και Σελήνη». Στη συνέχεια ακολουθούν ορισμένες πληροφορίες από τις νέες αποκαλύψεις για την πορεία του πρώτου ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Για την παραδείσια κατάσταση που ζούσαν οι πρωτόπλαστοι αλλά και για την πτώση τους από αυτή, αναφέρεται συνοπτι­κά στο «Μεγάλο Ευαγγέλιο του Ιωάννη»:

«Στην αρχή ο Δημιουργός έβαλε μόνο ένα ζευγάρι ανθρώ­πων στη γη, αλλά το εφοδίασε με όλες τις απαραίτητες ικανό­τητες. Διέθετε βαθιές διορατικές γνώσεις, έναν πεντακάθαρο νου και μια πανίσχυρη ελεύθερη θέληση στην οποία υποτάσ­σονταν υποχρεωτικά όλα τα άλλα πλάσματα. Μαζί μ’ αυτές τις ιδιότητες, παρέλαβαν από το Δημιουργό και μία ολοκάθα­ρη, ευκολονόητη αποκάλυψη. Η αποκάλυψη αυτή τους έδει­χνε ανοιχτά και απροκάλυπτα τι χρειαζόταν να κάνουν για να φθάσουν στον προορισμό που τους είχε ορίσει ο Θεός, από τον πιο σύντομο και ευκολοδιάβατο δρόμο. Παράλληλα όμως ο Θεός τους έδειξε πως ήταν απόλυτα ελεύθεροι και πως μπο­ρούσαν εξίσου να πράξουν ενάντια στο θέλημά Του, που το γνώριζαν καλά, αν ήθελαν να ακολουθήσουν τις προτροπές της σάρκας και της ύλης αυτού του κόσμου. Σ’ αυτή την πε­ρίπτωση όμως, θα προκαλούσαν μόνοι τους την τιμωρία τους και θα γνώριζαν το θάνατο.

Για ένα διάστημα τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά. Κι αυ­τό ήταν με την πνευματική έννοια ο παράδεισος, δηλαδή η τέ­λεια αρμονία της ψυχής με το θείο Πνεύμα. Η εικόνα δηλαδή του Αδάμ και της Εύας στον παράδεισο, συμβολίζει τους πρω­τόπλαστους που είναι εντελώς εναρμονισμένοι με τη θεία Τάξη. Σύντομα όμως η. φιληδονία, (που ο Μωυσής παρίστανε με το φίδι), υπερίσχυσε πάνω στη συνείδηση τού τι ήταν καλό και αληθινό όπως τους το είχε αποκαλύψει ο Θεός. Και τότε το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι παρέβη την εντολή του Θεού, για να δει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτό λοιπόν που έκαναν οι πρωτόπλαστοι, το επαναλαμβάνουν τώρα σχεδόν όλοι οι άνθρωποι!»

“Αν ο Αδάμ είχε σεβαστεί τη θετική εντολή, η ανθρωπότη­τα, δηλαδή η τέλεια ψυχή του ανθρώπου, δεν θα είχε καταλή­ξει να έχει ένα τέτοιο σκληρό, βαρύ και ασθενικό σώμα. Όμως η απείθεια απέναντι στο Νόμο του Θεού οδήγησε αναγκαστι­κά τον άνθρωπο να παρεκκλίνει σημαντικά από το δρόμο του. Έτσι τώρα φτάνει πιο δύσκολα και πιο αργά στον προορισμό του”.

Για το πώς θα είχε εξελιχθεί το ανθρώπινο γένος εάν το πρώ­το ζεύγος ανθρώπων δεν είχε αποτύχει στη δοκιμασία της βού­λησής του πληροφορεί ενδεικτικά μία μετάδοση στην Μπέρ­τα Ντούντε από τις 16.11.1963:

«…Η ενοχή των πνευμάτων που αποσχίστηκαν από Μένα ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Κι αυτό που έφταιγε κυρίως ήταν ότι δεν ήθελαν πια να Με αναγνωρίζουν ως Θεό, μολονότι βρί­σκονταν σε μια κατάσταση φωτός χάρη στην οποία έβλεπαν καθαρά το πως είχαν δημιουργηθεί. Δηλαδή η αμαρτία τους ήταν ότι στράφηκαν εναντίον Μου, παρ’ όλο που είχαν την απαραίτητη γνώση για να μην το κάνουν. Ωστόσο τους είχα τόσο μεγάλη αγάπη, που παρ’ όλα αυτά έθεσα σαν μόνη προϋπόθεση για την επιστροφή τους την πλήρη αναγνώρισή Μου από πλευράς τους και την παραδοχή της ενοχής τους απένα­ντι στον Θεό και Πατέρα τους. Θα πρέπει να τονιστεί όμως ότι τα όντα με την πτώση τους είχαν περάσει στην κατοχή του αντιπάλου Μου και ήταν πολύ αδύναμα πλέον για να ξεφύγουν από την εξουσία του. Τη δύναμη για να ελευθερωθούν απ’ αυ­τόν μόνο η αγάπη μπορούσε να τους τη δώσει, γιατί η αγάπη ήταν το μοναδικό πράγμα, μπροστά στο οποίο ο εχθρός ήταν ανίσχυρος, καθώς αυτή μόνο ήταν σε θέση να τον νικήσει.

Αυτά τα όντα είχαν αρνηθεί εθελοντικά την αγάπη, αφού απέκρουσαν την αγάπη με την οποία τ’ ακτινοβολούσα, με αποτέλεσμα να είναι πλήρως υποταγμένα στον εχθρό τους· αλ­λά στους πρώτους ανθρώπους έδωσα τη δυνατότητα να δεχθούν πάλι την αγάπη Μου. Τους προίκισα με κάθε είδους χαρί­σματα και ικανότητες και είχαν επιπλέον τη δύναμη να κάνουν ολόκληρη τη γη υποτελή τους. Η αγάπη που τους προσέφερα ήταν χωρίς περιορισμούς και για να Μου την ανταποδώσουν, αρκούσε να ακολουθήσουν την πολύ απλή εντολή Μου. Εάν ανταπέδιδαν δε την αγάπη Μου, θα είχαν ενισχυθεί με τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε θα τους ήταν πανεύκολο ν’ αντισταθούν στον αντίπαλο και να ελευθερωθούν από τα δεσμά του. Επι­πλέον με το να εκπληρώσουν το θέλημά Μου θα είχαν ανα­γνωρίσει την αλλοτινή ενοχή τους και θα είχαν εναρμονιστεί πάλι με τη βούλησή Μου. Έτσι το κάθε ον που θα ενσαρκωνόταν ως άνθρωπος στη γη μετά από κείνους θ’ ακολουθούσε την ίδια πορεία, και με αυτό τον τρόπο μέσα σε σύντομο διά­στημα η ανθρωπότητα θα είχε επιστρέψει μετανοημένη κοντά Μου. Γιατί η δύναμη που θα διέθετε ο Αδάμ χάρη στη σωστή αγάπη του, θα την είχαν κληρονομήσει όλοι οι απόγονοι του. Η πλήρης πνευματοποίηση των έκπτωτων όντων θα είχε ολοκληρωθεί πολύ γρήγορα, ακριβώς επειδή εκείνοι οι πρώτοι άν­θρωποι θα είχαν αναγνωρίσει την τεράστια ενοχή τους απένα­ντι Μου και με το να Με αγαπούν πάλι θερμά θα την είχαν εξι­λεώσει πολύ γρήγορα. Γιατί μόνο με την αγάπη μπορούσε να εξιλεωθεί η ενοχή των έκπτωτων αγγέλων.

Οι πρώτοι άνθρωποι είχαν πραγματικά τη δυνατότητα να Μου προσφέρουν αυτή την αγάπη. Αλλά έπρεπε να παραχωρήσω και στον αντίπαλο Μου το δι­καίωμα να παλέψει για να κρατήσει τους υποτελείς του κατά τη διάρκεια της επίγειας ενσάρκωσής τους, προκειμένου να δοκιμαστεί η θέλησή τους την οποία είχαν κάποτε καταχρα­στεί. Και για να δείξω στους ανθρώπους το μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχαν, εάν υπέπιπταν σε ένα νέο ανόμημα απέναντι Μου, τους έδωσα μονάχα μια απλή εντολή. Αυτή την εντολή μπορούσαν και θα έπρεπε να την τηρήσουν, εφόσον η αγάπη τους θα είχε φθάσει σ’ έναν τέτοιο βαθμό που θα εξασφάλιζε την απόλυτη αφοσίωση τους σε Μένα και συνεπώς θα στερού­σε στον αντίπαλο κάθε εξουσία πάνω τους. Αυτός λοιπόν δοκιμάζοντας τα πάντα για να παγιδέψει τους πρώτους ανθρώ­πους, απέναντι στην εύκολη εντολή Μου πρόβαλε μια υπόσχε­ση, η οποία όμως υπόσχεση, αφού ήταν εχθρός Μου, ήταν βέβαια ψέμα και έτσι τους παρέσυρε σε μια λανθασμένη αγά­πη. Τους υποσχέθηκε ότι εάν παρέβαιναν την εντολή Μου, θα γίνονταν όμοιοι με τον Θεό. Με εμφάνισε δηλαδή σαν ψεύτη, επειδή τους είχα επισημάνει ότι θα πέθαιναν εάν θα παραβία­ζαν την εντολή Μου. Όμως οι άνθρωποι πίστεψαν εκείνον αντί για Μένα. Κι αυτή ήταν η δεύτερη βαριά αμαρτία τους, εξαι­τίας της οποίας έμειναν αδύναμοι και όλοι επίσης οι απόγονοι τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν ν’ απελευθερωθούν από την εξουσία του εχθρού με τις δικές τους δυνάμεις. Αυτό συναποτέλεσε την αιτία αργότερα για το απελευθερωτικό έργο του Ιησού Χριστού, ώστε να μπορέσουν να γλυτώσουν τελι­κά οι άνθρωποι από το πλήρες αδιέξοδό τους.

Αυτό το πράγμα το τονίζω επανειλημμένα, ότι δηλαδή μό­νο η αγάπη μπορούσε να εξιλεώσει την πρώτη μεγάλη ενοχή. Ο δε Αδάμ είχε κάθε δυνατότητα να Μου δείξει αυτή την αγά­πη. Όμως, εξαιτίας και σαν συνέπεια της πτώσης του, κανένα πλάσμα δεν ήταν ικανό να επιδείξει μια αγάπη τόσο μεγάλη που θα εξασφάλιζε τον εξιλασμό της αρχικής ενοχής. Για το λόγο αυτό έπρεπε Εγώ ο Ίδιος με την αγάπη Μου να φέρω σε πέρας το έργο της απελευθέρωσης ενεργώντας μέσα από τον άνθρωπο Ιησού. Ο άνθρωπος Ιησούς ήταν επομένως γεμάτος με τη θεία αγάπη και γι’ αυτό προσφέρθηκε να πεθάνει στο σταυρό. Γιατί χωρίς αυτή τη θυσία, κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να επιστρέψει κοντά Μου, μια και ο αντίπαλος Μου δεν αφήνει καμία ψυχή ελεύθερη, ενώ η ίδια από μόνη της εί­ναι πολύ αδύναμη για να απελευθερωθεί απ’ αυτόν. Επειδή λοιπόν Εγώ γνώριζα από αιωνιότητες για την αποτυχία των πρώτων ανθρώπων, γι’ αυτό ο Ιησούς, ό μονογενής Υιός του Θεού, προσφέρθηκε να πραγματοποιήσει αυτό το λυτρωτικό έργο και το έφερε εν τέλει σε πέρας, γιατί η αγάπη Του για Μέ­να και για όλα τα δυστυχισμένα αδέρφια Του ήταν τεράστια.

Αμήν»

Η ενανθρώπιση

Από τη Βίβλο και τις νεότερες αποκαλύψεις γνωρίζουμε πως περίπου 2.000 χρόνια πριν, ο Θεός ενσαρκώθηκε μέσα στην ψυχή και το σώμα του Ιησού Χριστού. Σαν Χριστός δηλαδή, ο Δημιουργός έγινε ορατός με το Κέντρο Ζωής του σε όλα τα πνεύματα της πλάσης.

Σε όλους τους καιρούς υπήρχαν αθεϊστές, οι οποίοι αμφι­σβήτησαν αυτό το γεγονός που εξιστορεί η Αγία Γραφή, ισχυ­ριζόμενοι πως η ιστορία του Υιού του Θεού που θυσιάστηκε στη γη για το καλό της ανθρωπότητας, ανήκει στο χώρο της μυθολογίας. Αυτόν το μύθο, που υπήρξε σε πολλές παλιές θρη­σκείες και παραδόσεις, οι χριστιανοί απλά τον προσάρμοσαν αργότερα στο πρόσωπο του Ιησού, ενός προφήτη. Η χριστια­νική διδασκαλία της ενανθρώπισης του Θεού αποτελεί κατ’ αυτούς μία βελτιωμένη έκδοση παλιότερων μύθων και όχι ιστο­ρική αλήθεια.

Είναι αλήθεια πως στις αρχαίες θρησκείες των Αιγυπτίων, Περσών, Ινδών, Ελλήνων κ.λπ., υπάρχουν παρόμοιες μυθικές διηγήσεις και διδασκαλίες. Αλλά γιατί; Πού οφείλεται αυτή η ομοιότη­τα; Στον Λόρμπερ μαθαίνουμε πως αυτό το ανεπανάληπτο γε­γονός της καθόδου του ύψιστου Πνεύματος στον υλικό κόσμο είχε ήδη προαναγγελθεί στους προηγούμενους αιώνες σ’ όλους τους λαούς της γης μέσα από ενορατικούς ανθρώπους και προ­φήτες.

«Ο τωρινός Μου ερχομός είχε προαναγγελθεί απ’ τους πρώ­τους ανθρώπους κιόλας σε όλους τους λαούς που είναι σκορ­πισμένοι στις τέσσερις άκρες της γης. Οι ιερείς τους, που γνώ­ριζαν τους μύθους κι ένιωθαν μία εσωτερική παρόρμηση στα βάθη της καρδιάς τους, κατάφεραν να το δουν πνευματικά σαν όραμα.

Είναι αλήθεια πως συχνά περιέγραφαν αυτά που είχαν δει μέσα από πολύ ασαφείς εικόνες, που στο τέλος δεν τις κατα­λάβαιναν ούτε αυτοί οι ίδιοι. Ορισμένοι απ’ αυτούς που ήταν πραγματικά θεόπνευστοι, πολλές φορές έπεφταν σε λατρευτι­κή έκσταση· έτσι οι εικόνες που έβλεπαν ήταν καθαρές και μπορούσαν να εξηγήσουν καλύτερα τα οράματά τους».

Παράλληλα όμως, ο ερχομός του Κυρίου, η κάθοδος δηλα­δή του Πατέρα-Θεού στον υλικό κόσμο, ήταν ένα γεγονός που δεν αφορούσε αποκλειστικά τους ανθρώπους της μικρής γης αλλά κι όλα τα όντα σε όλη τη Δημιουργία σε μία χρονική στιγ­μή που όλη η πλάση ήταν ώριμη γι’ αυτό, και την οποία η Θε­ότητα είχε προγραμματίσει από πολύ πριν. Αυτή η χρονική στιγμή υπονοείται στην παραβολή του «άσωτου υιού».

Αυτό το νόημα είχε λοιπόν η ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού:

«Στον κάθε άνθρωπο που εξελίσσεται κανονικά, κάποτε έρ­χεται υποχρεωτικά η στιγμή που είναι άξιος να δεχθεί μία ανώτερη Αλήθεια. Έτσι και τώρα έφθασε αυτή η στιγμή για όλη την Πλάση. Τούτη τη στιγμή, που την έχει υπολογίσει καλά ο Θεός, θα δοθεί σε όλα τα ώριμα πλάσματα η ευκαιρία να βγουν απ’ τον τάφο όπου είναι καταδικασμένα και να γίνουν όμοια με τον Θεό. Γι’ αυτό λέει η Γραφή, πως όλοι όσοι είναι ακό­μα στον τάφο, θα εγερθούν και θα περάσουν στην αθανασία».

Από τα κείμενα της νέας αποκάλυψης μπορούμε εξάλλου να καταλάβουμε πώς ήταν δυνατό, το απέραντο Πνεύμα να πε­ριορισθεί σ’ ένα ανθρώπινο σώμα. Υπάρχει ο βασικός κανό­νας που λέει ότι ο άνθρωπος, όπως άλλωστε και κάθε πλάσμα, απαρτίζεται από τρία μέρη. Το ένα απ’ αυτά είναι το πνεύμα, το οποίο συνιστά τη θεμελιακή δύναμη της ζωής, αυτή που σαν διευθυντικό και οργανωτικό κέντρο κατευθύνει τα πάντα.

Πρόκειται συγκεκριμένα για τον σπινθήρα θείου πνεύματος που εμφυτεύει ο Θεός στον άνθρωπο ταυτόχρονα με τη γέν­νηση του στον υλικό κόσμο για να αποτελεί τον ομφάλιο λώ­ρο και συνδετικό μίτο με τον ουράνιο Πατέρα του. Κατά δεύ­τερο απαρτίζεται από την ψυχή, η οποία συγκροτείται από τα πιο αιθέρια-λεπτοουσιακά και πιο αγαθά συστατικά που προ­ήλθαν από την ύλη· και τέλος από το σώμα, που έχει διαμορ­φωθεί απ’ τα πιο χονδροειδή μέρη της ύλης, που είναι και τα πιο απείθαρχα.

Στο πρόσωπο του Ιησού κατοίκησε το προαιώνιο Κέντρο Δύναμης και Ισχύος που ονομάζεται «Πατέρας» ή «Αιώνια Αγάπη». Το φως που ξεχυνόταν από τη Φωτιά αυτής της Αγά­πης ήταν η θεϊκή Ψυχή του Ιησού ή ο «Υιός του Θεού» μέσα Του. Ως προς το γήινο, σαρκικό σώμα του, ήταν ο «Υιός του Ανθρώπου».

Το Πνεύμα του Ιησού, όντας το προαιώνιο Κέντρο Δύναμης και Ισχύος του Θεού που δρούσε σε όλη τη Δημιουργία, πε­ριείχε όντως το «πλήρωμα του Θεού». Γι’ αυτό ήταν και εξ ολοκλήρου αληθινός Θεός. Σαν ψυχοσωματική υπόσταση ο Ιησούς όμως ήταν εξ ολοκλήρου ανθρώπινος, κι όχι μόνο ως προς τις ικανότητες και την εμφάνιση, αλλά και ως προς την ανάγκη να τελειοποιηθεί πνευματικά.

Αληθινός άνθρωπος κι αληθινός Θεός

Ο Ιησούς αποτελούσε ένα αίνιγμα για τους σύγχρονούς του Ιουδαίους όπως και για τους περισσότερους ανθρώπους σήμε­ρα. Οι απόψεις για την προσωπικότητα και τη φύση του διίστα­νται τώρα όπως και τότε. Στους αποστόλους του είχε αποκα­λύψει ότι είναι γιος του Θεού αλλά τους απαγόρευσε να μιλή­σουν γι’ αυτό δημόσια. Άλλωστε δεν το ήξερε ούτε ο Ιούδας -ο οποίος ήταν συχνά απών- καθώς δεν έπρεπε να το ξέρει. Για το πώς έγινε άνθρωπος, ο Ιησούς λέει στο «Μ.Ε.Ι.»:

Σαν άνθρωπος, όπως στέκομαι τώρα εδώ μπροστά σας δεν είμαι Θεός αλλά ένας Υιός του Θεού, αυτό που ουσιαστικά πρέπει να γίνει ο κάθε άνθρωπος. Γιατί οι άνθρωποι αυτής της γης έχουν την αποστολή να γίνουν παιδιά του Θεού με το να ζουν σύμφωνα με το Θέλημά Του. Ένα όμως απ’ τα παιδιά του (σ.σ. δηλαδή ένα δημιουργημένο πνεύμα, όπως εμείς) ήταν προορισμένο προαιώνια να είναι το πρώτο που να έχει όλη τη θεϊκή Ζωή μέσα του και να τη δώσει στον καθένα που πιστεύει σ’ Αυτόν και ζει σύμφωνα με τη διδασκαλία του. Κι αυτός ο πρώτος είμαι Εγώ.

Αλλά όταν ήρθα στον κόσμο, δεν είχα από την αρχή μέσα Μου αυτή τη θεϊκή Ζωή. Ο σπόρος βέβαια υπήρχε μέσα Μου, αλλά έπρεπε πρώτα να καρπίσει, πράγμα που Μου κόστισε σχεδόν τριάντα χρόνια απ’ τη ζωή Μου και μεγάλο κόπο. Τώ­ρα όμως που στέκομαι μπροστά σας, είμαι τέλειος και μπορώ να πω πως Μου έχει δοθεί όλη η Εξουσία και η Ισχύς σε Ουρα­νό και γη. Και πως το Πνεύμα μέσα Μου έχει γίνει ένα με το Πνεύμα του Θεού. Γι’ αυτό μπορώ να κάνω τέτοια θαύματα, που κανένας άνθρωπος πριν από Εμένα δεν έκανε ποτέ. Όμως αυτό στο μέλλον δεν θα είναι αποκλειστικά προνόμιο δικό Μου. Θα το έχει και ο καθένας που πιστεύει πως Μ’ έστειλε ο Θεός σ’ αυτή τη γη για να φέρω στους ανθρώπους το φως της ζωής κι ακολουθεί τη διδασκαλία Μου. Αυτή η διδασκα­λία εξηγεί πεντακάθαρα ποιο είναι το θέλημα του θεϊκού Πνεύ­ματος που κατοικεί μέσα Μου με όλη του την πληρότητα.

Αυτό το Πνεύμα είναι Θεός, Εγώ όμως, ως απλός Υιός του Ανθρώπου, δεν είμαι. Γιατί κι Εγώ παιδεύτηκα και ασκήθηκα πολύ ως άνθρωπος, σαν κάθε άλλον, μέχρι να γίνω άξιος για να σηκώσω τη θεία φύση. Κι αφού ωρίμασα έτσι ως άν­θρωπος μπόρεσα πια να γίνω ένα με το Πνεύμα του Θεού. Τώρα βέβαια έχω ενωθεί ολότελα με τον Θεό στο Πνεύμα, αλ­λά στο σώμα όχι ακόμη. Αλλά και σ’ αυτό θα ενωθώ μαζί Του. Πρώτα όμως πρέπει να περάσω μία μεγάλη δοκιμασία. Η ψυχή Μου πρέπει να ταπεινωθεί βαθιά και ν’ απαρνηθεί τον εαυτό της».

Στον πρόλογο του πρωτευαγγέλιου του Ιακώβου το οποίο υπαγορεύτηκε εκ νέου στον Ιάκωβο Λόρμπερ ο Ιησούς Χρι­στός μιλάει για τα παιδικά και νεανικά του χρόνια καθώς και για το μυστήριο του θανάτου του: «Έζησα τη γνωστή εποχή μέχρι τα τριάντα Μου χρόνια, αρχικά ακριβώς όπως καθένας που έχει καλή ανατροφή σαν παιδί, μετά σαν νεαρός και μετά σαν άντρας. Και μέσα στην πορεία της ζωής Μου, σύμφωνα με το Μωυσαϊκό Νόμο, έπρεπε να αφυπνίσω μέσα Μου το Θείο όπως ο κάθε άνθρωπος έχει χρέος να αφυπνίσει Εμένα μέσα του. Όπως κάθε κοινός άνθρωπος, έτσι και Εγώ έπρεπε να αρχίσω να πιστεύω στον Θεό και έπρεπε να τον αγκαλιά­σω με όλο και περισσότερη αγάπη με κάθε δυνατή αυταπάρ­νηση, ώστε με τον τρόπο αυτό να αφυπνίσω πλήρως το Θείο που είχα μέσα Μου.

Με αυτό τον τρόπο έγινα Εγώ ο ίδιος ο Κύριος, ένα ζωντα­νό παράδειγμα για τον κάθε άνθρωπο. Σαν συνέπεια λοιπόν μπορεί τώρα ο καθένας να Με ελκύσει κοντά του, έτσι όπως είχα και Εγώ ελκύσει τη Θεότητα μέσα Μου, και μπορεί να ενωθεί πλήρως μαζί Μου μέσω της Αγάπης και της Πίστης, όπως Εγώ ως θεάνθρωπος είμαι ολοκληρωτικά ΕΝΑ με το Θείο σε ατέλειωτη πληρότητα.»

“ Συχνά προβάλλει η ερώτηση: Εφόσον τον Ιησού πρέπει να Τον θεωρούμε ως άνθρωπο, τότε πώς μπορεί κανείς να εξη­γήσει τα θαύματα και τη θεϊκή πνευματική Του δράση από την παιδική Του κιόλας ηλικία;

Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση που πηγάζει από την απο­κλειστικά ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού στα χρόνια εκείνα, είναι η μελέτη της πορείας ενός δένδρου από την άνοιξη μέ­χρι και το φθινόπωρο. Την άνοιξη το δένδρο ανθίζει με τρόπο θαυμαστό και επιδεικνύει μεγάλη δραστηριότητα. Όταν πέ­σουν οι ανθοί του, το δένδρο φαίνεται να αδρανεί. Κατά το φθινόπωρο ξαναεμφανίζεται το ίδιο δένδρο στη μέγιστη ενεργητικότητα του: με τους θαυμάσιους καρπούς, που παίρνουν γεύση και χρώμα πιο όμορφο από τους πρώτους ανθούς και τελικά ωρι­μάζουν. Και η ευλογία που περιέχεται στον καρπό ελευθερώ­νεται από τα δεσμά της και έτσι ελεύθερη πέφτει στην αγκαλιά των πεινασμένων παιδιών.

Αυτή την εικόνα μπορεί να την καταλάβει κάποιος μόνο εάν την κοιτάξει με τα μάτια της καρδιάς του και όχι εάν προσπα­θήσει να την αντιληφθεί με τα μάτια της εγκόσμιας αντίληψής του.

Όταν λοιπόν η καρδιά είναι καθαρή, καταλαβαίνει ότι η πλή­ρης ένωση ολόκληρης της θείας υπόστασης με τον άνθρωπο Ιησού, έγινε σταδιακά και όχι από τη μια στιγμή στην άλλη. Έγινε, όπως όλα, κάτω από την καθοδήγηση του Θείου, στα­διακά και συνεχόμενα, όμοια με το βαθμιαίο ξύπνημα του θείου Πνεύματος μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Η δε πλήρης ένω­ση ολοκληρώθηκε με το σταυρικό θάνατο, παρόλο που ολό­κληρη η Θεότητα κατοικούσε μέσα στον Ιησού από την παι­δική του ηλικία. Εμφανιζόταν όμως θαυματουργώντας μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης.

Ο σωματικός θάνατος του Ιησού αποτελεί την πιο βαθιά τα­πείνωση της Θεότητας δεδομένου ότι κατήλθε μέσα στην καταδίκη που αποτελεί η ύλη και με τον τρόπο αυτό δημιούργησε νέες δυνατότητες σχέσεων μεταξύ Δημιουργού και δημιουργήμα­τος. Με το θάνατο του Ιησού γίνεται για πρώτη φορά ο ίδιος ο Θεός πλήρης άνθρωπος και το πλάσμα άνθρωπος ένα νεοδημιούργητο παιδί Θεού χάρη σε αυτό το θείο ύψιστο Έλεος. Ο άνθρωπος ανυψώθηκε λοιπόν σε Θεό και μπορεί με τον τρό­πο αυτό να στέκεται απέναντι στον Πλάστη σαν τέλειο ομοίωμά Του. Μέσα από αυτό το ομοίωμα μπορεί τώρα να βλέπει, να μιλά, να αναγνωρίζει και να αγαπά πάνω από κάθε τι τον Θεό, Πλάστη και Πατέρα του. Μόνο έτσι μπορεί να κερδίζει την τέλεια, αιώνια, ακατάλυτη ζωή μέσα στον Θεό, από τον Θεό και μαζί με τον Θεό. Με αυτό τον τρόπο έχει καταλυθεί σε αυτό το σημείο και η εξουσία του Σατανά (ή καλύτερα η θέλησή του) ώστε δεν μπορεί πια να εμποδίσει την πλήρη προ­σέγγιση του Θεού προς τους ανθρώπους όπως επίσης και των ανθρώπων προς τον Θεό.

Σε συντομία, με το θάνατο του Ιησού μπορεί τώρα ο άνθρω­πος να συσχετίζεται με τον Θεό σαν αδελφός προς αδελφό χω­ρίς να μπορεί ο Σατανάς να παρεμποδίσει τη σχέση αυτή. Γι’ αυτό εξάλλου αναφέρεται στο λόγο προς τις γυναίκες που γύ­ρευαν τον Ιησού στον τάφο Του: «Πηγαίνετε και πέστε στους αδελφούς Μου…»” ( “Τα Παιδικά Χρόνια του Ιησού” ).

Το Φως στον Κόσμο

Επειδή λοιπόν ο Ιησούς ήταν Θεός στο πνεύμα αλλά άνθρω­πος, δηλαδή δημιουργημένο ον, ως προς την ψυχή και το σώ­μα, όπως εμείς, μπόρεσε να υλοποιηθεί ο στόχος της ενανθρώπισης του Θεού. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε ένας τέλειος Θεός, που δεν τον αγγίζουν πειρασμοί και προκλήσεις, να χρη­σιμεύσει σαν πρότυπο ζωής σε μας που παλεύουμε αδιάκοπα με τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης μας; Αν ο Θεός είχε εμφανισθεί φανερά στη γη, με όλη του τη μεγαλοσύνη, η ελεύ­θερη βούλησή μας θα είχε παραλύσει. Κι αντί να γίνουμε αυ­τεξούσια παιδιά όμοια με τον Πατέρα, θα είχαμε καταδικασθεί να στερηθούμε την ελευθερία μας.

Από την άλλη, πώς θα ήταν αληθινή θυσία ο θάνατος στο σταυρό, αν δεν ήταν πραγματικά ένας άνθρωπος που άφησε τη ζωή του στο Γολγοθά;

Γι’ αυτό η Βίβλος (κι ακόμη περισσότερο η νέα αποκάλυ­ψη), αναφέρεται επανειλημμένα στα καθαρά ανθρώπινα χα­ρακτηριστικά του. Πολλούς αναγνώστες τούς ξενίζουν αυτές οι ανθρώπινες πλευρές του Ιησού, γιατί τις βρίσκουν αταίρια­στες με τη θεϊκή του φύση. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο πολλοί αμφισβητούν τις σχετικές αναφορές στη Βίβλο. Πώς μπορεί, ρωτούν οι αμφισβητίες, ένας Θεός «να δειλιάζει και να τρέμει στη Γεθσημανή;» Ή να φωνάζει στο σταυρό: «Πατέρα, γιατί μ’ εγκατέλειψες;»

Τα κείμενα της νέας αποκάλυψης απαντούν σ’ αυτές τις απο­ρίες έτσι που το σημαντικό ερώτημα της ανθρώπινης φύσης του Χριστού φωτίζεται απ’ όλες τις πλευρές. Γι’ αυτό γίνεται κατανοητό π.χ. το πώς και γιατί ο άνθρωπος Ιησούς δεν γνώ­ριζε πάντα εξαρχής όσα γνώριζε και σχεδίαζε ο Πατέρας, το θεϊκό Πνεύμα μέσα του. Αν γνώριζε προκαταβολικά το μέλ­λον σε όλες του τις λεπτομέρειες, η ψυχή του Ιησού θα ήταν παραπάνω ευνοημένη από τους άλλους ανθρώπους στον αγώ­να προς την τελείωση. Έτσι ο Ιησούς εξηγεί αυτό το γεγονός σ’ ένα μαθητή του ο οποίος είχε παραξενευτεί: «Έχεις βέβαια απόλυτο δίκιο που λες πως ο Πατέρας είναι μέσα Μου σε όλη του την πληρότητα. Όμως σαν εξωτερικός άνθρωπος είμαι απλά ένας γιος Του και μέσα στην ψυχή Μου γνωρίζω μόνο αυτά που Μου αποκαλύπτει Εκείνος. Εγώ είμαι βέβαια η Φλό­γα της Αγάπης Του και η ψυχή Μου είναι το Φως που πηγάζει απ’ τη Φωτιά της Αγάπης Του. Αλλά κι ο ήλιος απ’ όπου πη­γάζει το φως, διαθέτει μία καταπληκτική εσωτερική και εσώτατη διαμόρφωση. Όμως μόνο στο εσωτερικό του ήλιου είναι γνωστή. Το φως απ’ έξω δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτή ούτε προβάλ­λει κάπου μία κάποια εικόνα για να δει κανείς πώς είναι φτιαγ­μένος ο ήλιος στο εσωτερικό του. Το ίδιο συμβαίνει στη δική Μου περίπτωση. Ο Πατέρας είναι μεν μέσα Μου, αλλά το ε­σωτερικό Του φανερώνεται στην ψυχή Μου μονάχα όταν το θέλει ο Ίδιος. Στ’ απύθμενα βάθη Του περιλαμβάνει πολλά που ο Γιος Του δεν τα ξέρει. Αν θέλει λοιπόν ο Γιος να τα μάθει, πρέπει να ρωτήσει τον Πατέρα! Αλλά πλησιάζει η ώρα όπου ο Πατέρας, με όλα όσα κρύβει στα βάθη Του, θα γίνει ένα μα­ζί Μου, τον προαιώνιο Υιό Του.

Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο το Πνεύμα του Πατέρα που έ­χετε μέσα στις ψυχές σας θα γίνει σε λίγο καιρό ένα μαζί τους ενόσω ζείτε ακόμη μέσα στα σώματά σας. Και μόνο τότε θα σας αποκαλυφθούν από το Πνεύμα του Πατέρα στο εσωτε­ρικό σας όλα όσα θα ήταν αδύνατο να σας αποκαλυφθούν τώ­ρα. Γι’ αυτό λοιπόν ο Πατέρας που είναι μέσα Μου γνωρίζει μερικά πράγματα επιπλέον που ο Υιός δεν τα γνωρίζει!

Εξάλλου στα λόγια και στις πράξεις του Ιησού φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στο απέραντο θεϊκό Πνεύμα και στο Γιο του ανθρώπου. Στις μεγάλες διδαχές, στα σημάδια και τα θαύμα­τα, δρούσε το πρώτο. Στις ενέργειες της καθημερινότητας, στο δείλιασμα και την εσωτερική πάλη στη Γεθσημανή, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις που αφηγούνται τα Ευαγγέλια, ήταν φα­νερό πως μιλούσε και ενεργούσε ο Υιός του Ανθρώπου. Πρό­κειται για μια διαφορά η οποία αποτελεί κοινή διαπίστωση και για τους προφήτες όλων των εποχών. Όταν υπάκουαν στο θεί­ο κάλεσμα, εκδηλωνόταν το Πνεύμα μέσα τους, ειδάλλως επι­κρατούσε η ανθρώπινη ψυχή. Στο «Μ.Ε.Ι.» ο Ιησούς τονίζει αυτή τη διαφορά στους μαθητές του: «Τώρα δεν είναι ο θαυματουργός γιατρός από τη Ναζαρέτ που σας μιλάει. Είναι Εκεί­νος που κατοικούσε προαιώνια μέσα Μου, ο Πατέρας που εί­ναι γεμάτος αγάπη και ευσπλαχνία, ο μοναδικός Θεός, ο οποίος λέει: ‘‘Εγώ είμαι το Α και το Ω, η Αρχή και το Τέλος του Απεί­ρου, δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από Μένα!’’»

Θα πρέπει κανείς να προσεγγίσει με μεγάλη ενδελέχεια και προσοχή τόσο τη Βίβλο όσο και τις νέες αποκαλύψεις προκει­μένου να διεισδύσει στο πολυσύνθετο μυστήριο της οντότη­τας του Ιησού Χριστού. Όπως διαπιστώθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο οι ίδιοι οι μαθητές του Ιησού είχαν μεγάλες δυσκο­λίες όσον αφορά αυτό το θέμα. Άλλωστε στην ουσία το ίδιο πρόβλημα καθρεφτίζεται στα πολλά και ποικίλα δόγματα πί­στης των διαφόρων ομολογιών αλλά και στο πλήθος των θεω­ριών που κυκλοφορούν κυρίως τελευταία γύρω από το πρό­σωπο του Ιησού Χριστού.

Ένα παράδειγμα για την αδυναμία κατανόησης αυτού του θέματος αποτελεί μία ερώτηση που του απευθύνει ο Πέτρος στο «Μ.Ε.Ι.»: «Ένα πράγμα που δεν έχω ακόμη καταλάβει κα­λά είναι γιατί τη μία φορά λες για Σένα ότι είσαι ο Υιός του Ανθρώπου, την άλλη ο Υιός του Θεού και άλλοτε πάλι λες ότι είσαι ο ίδιος ο Ιεχωβά;»

Η απάντηση του Ιησού σε αυτό είναι η ακόλουθη: «Ούτε ο Ιεχωβά που είναι μέσα Μου, ούτε η ψυχή Μου που είναι ο αιώνιος Υιός του θα θανατωθεί στην Ιερουσαλήμ, αλλά μόνο τούτο εδώ το σώμα του Υιού του Ανθρώπου. Την τρίτη ημέ­ρα όμως θα αναστηθεί τελείως μετουσιωμένο και θα είναι πλέον εσαεί ένα με Αυτόν που είναι μέσα Μου και που Μου α­ποκαλύπτει όλα όσα έχω να κάνω ή να πω ως Υιός του Ανθρώπου. Αυτόν λοιπόν εσείς ακόμη δεν τον γνωρίζετε πλήρως, μ’ όλο που μιλάει και δρα ανάμεσα σας εδώ και αρκετό και­ρό».

Ένας άλλος μαθητής τού έθεσε μία ενδιαφέρουσα ερώτηση η οποία έχει απασχολήσει πάρα πολλούς ανθρώπους μέχρι σή­μερα: «Πώς μπόρεσες Εσύ, ο άπειρος Ιεχωβά, να αφήσεις την απεραντοσύνη Σου και να περιοριστείς σε μία τόσο περιορι­σμένη φόρμα όπως είναι η ανθρώπινη μορφή;»

Στη δε απάντηση του ο Ιησούς είπε: “Είμαι παντού το αιώ­νιο Εγώ, όμως εδώ μαζί σας βρίσκομαι με το αιώνιο κέντρο της Ύπαρξής Μου το οποίο συντηρεί ολόκληρη την απερα­ντοσύνη στην άπειρη αιώνια έκτασή της ίδια κι απαράλλακτα για αιώνες και αιώνες.”

Για να καταλάβει κανείς τη λυτρωτική δράση του Χριστού σε σχέση με τον ίδιο τον εαυτό του πρέπει να ξεκινήσει από τα θε­μέλια, από το ζήτημα της ύπαρξης του κακού. Είναι γνωστό ότι το κακό δεν μπορούσε ποτέ και σε καμία περίπτωση να προέλ­θει από τον Θεό, αλλά προέκυψε αποκλειστικά και μόνο εξαι­τίας της κατάχρησης της ελευθερίας της βούλησης από τη στιγ­μή που στις πνευματικές οντότητες άρχισε να κυριαρχεί ο εγωι­σμός. Όσο πιο πολύ λοιπόν απομακρύνονταν από το Δημιουργό τους ολισθαίνοντας προς τη φιλαυτία τόσο πιο πολύ ο κόσμος τους έπαιρνε αντίθεα χαρακτηριστικά. Άμα γνωρίζει κανείς ποιες είναι οι ιδιότητες της θεϊκής οντότητας μπορεί να βάλει με το νου του τι όψη έχει ένας κόσμος που βρίσκεται στον αντί­ποδα του Θεού. Η ομορφιά μεταμορφώνεται σε ασχήμια, η πληθώρα σε ανέχεια, η χαρά σε πόνο, η αγάπη σε μίσος. Η ειρήνη παύει, η γενικευμένη δυσαρμονία παίρνει τη θέση ενός αρμο­νικού συνόλου μέσα και έξω από το κάθε πλάσμα. Με τον τρό­πο αυτό γεννήθηκε η κόλαση εντελώς από μόνη της.

Κι εντούτοις, τόσο κατά την πρωταρχική πτώση των αγγέ­λων, όσο και στη δεύτερη πτώση των πρωτόπλαστων, όλοι απολάμβαναν, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια, ασύλληπτη δύ­ναμη, γνώση και ελευθερία – με ένα μόνο περιορισμό: μία απλή εντολή που έπρεπε να γίνει σεβαστή.

Και τις δύο φορές απέτυχε η δοκιμασία με την εντολή αυτή που είχε καθαρά παιδαγωγική σημασία.

Συγκεφαλαιώνοντας λοιπόν, θάνατος, πόνος και δυστυχία προήλθαν από το προπατορικό αμάρτημα· από το θάνατο, τον πόνο και τη δυστυχία γεννήθηκε στους ανθρώπους η επιθυμία να μπει ένα τέλος σε αυτά και να λυτρωθούν. Ένας μόνο όμως μπορούσε να είναι ο λυτρωτής: ο ίδιος ο Θεός. Οι άνθρωποι όλοι έχουν ένα μερίδιο στη συλλογική ενοχή λόγω της πτώ­σης, της πρώτης, της δεύτερης και συνακόλουθα της καθημε­ρινής που απορρέει από την εγγενή πλέον αδυναμία τους. Γι’ αυτό το λόγο χρειαζόταν να έρθει ένας νέος Αδάμ που όντας ελεύθερος από τα κάθε λογής συμπτώματα του εκφυλισμού θα είχε τη δύναμη να γίνει ο πατριάρχης ενός νέου «βασιλικού ανθρώπινου γένους» (κατά τον Πέτρο) και να επιβληθεί στο κακό σε όλες τις μορφές του. Η θυσία αυτού του νέου Αδάμ, του Ιησού, έγινε δεκτή από τον Θεό σαν εξιλασμός τόσο για την πρώτη πτώση των αρχέγονων πνευμάτων όσο και για την αποτυχία του Αδάμ. Η εξιλαστήρια πράξη του Ιησού άνοιξε εκτός αυτού και στα πνεύματα τα φυλακισμένα μέσα στην ύλη τη δυνατότητα να φτάσουν επίσης μια μέρα στην «ένδοξη ελευ­θερία των παιδιών του Θεού».

Ο Πέτρος συλλογιζόταν συχνά την προφητεία του Ιησού για το θάνατο του, μάταια όμως έψαχνε να ανακα­λύψει για ποια αιτία θα οδηγούνταν εκεί τα πράγματα, για αυτό τον ρώτησε:

“Μπορεί μία τέτοια πράξη να είναι πράγματι αναγκαία προ­κειμένου να επιτευχθεί ένας βασικός στόχος που έχεις θέσει από αιώνων. Αλλά αυτό δεν βοηθάει σχεδόν καθόλου στο να διαφωτιστεί με τρόπο που να μείνει ικανοποιημένη η λογική του ανθρώπου η οποία θα αναρωτιέται και τώρα και πάντοτε: ‘‘Γιατί έπρεπε άραγε ο Παντοδύναμος να κακοπάθει με τέτοιο τρόπο από τα πλάσματά του προκειμένου να μπορέσει να τους δώσει τη μακαριότητα και την αιώνια ζωή; Δεν αρκούσε η καθαρότατη διδασκαλία και τα θαύματα που τέτοια μόνο για το Θεό είναι δυνατά; Αν όλα αυτά δεν καλυτερεύουν τους ανθρώ­πους, τότε πώς θα τους καλυτερέψουν τα πάθη και ο θάνατος του;!’’

Η δε απάντηση που έλαβε ο Πέτρος ήταν η ακόλουθη: «Αυ­τό που Με ρωτάς είναι καλό και σωστό. Αλλά όσο καλά κι αν σου το εξηγήσω οπωσδήποτε δεν πρόκειται ποτέ να το κατα­λάβεις εντελώς καλά, εφόσον είσαι κοινός άνθρωπος. Μόνο μετά την ανάστασή Μου, όταν θα έχεις αναγεννηθεί πνευμα­τικά, θα αντιληφθείς το μεγάλο Γιατί με κάθε σαφήνεια. Εφό­σον είμαι ο μοναδικός Φορέας κάθε ύπαρξης και ζωής πρέπει Εγώ να λυτρώσω τώρα αυτούς που έχουν εξαναγκαστεί εδώ και αιωνιότητες από τη σταθερή Μου βούληση να βιώνουν την καταδίκη και το θάνατο. Γι’ αυτό πρέπει περνώντας μέσα από την καταδίκη και το θάνατο της σάρκας και του αίματός Μου να εισχωρήσω στην παλιά καταδίκη και στον παλιό θάνατο. Με αυτό τον τρόπο θα ικανοποιηθούν οι όροι που έχει θέσει η βούλησή Μου και θα χαλαρώσω τα δεσμά που έχει επιβάλ­λει η ίδια στον υλικό κόσμο, ώστε θα μπορεί να ελευθερωθεί η ύλη των πραγμάτων που έχει γίνει πλέον ώριμη για την ελευ­θερία. Έτσι μετά θα μπορεί όλη η κτίση να περάσει από τον αιώνιο θάνατο στην ελεύθερη και ανεξάρτητη ζωή. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν ήρθε ο Υιός του Ανθρώπου σε τούτο τον κό­σμο, με σκοπό να αναζητήσει αυτούς που έχουν χαθεί εδώ και αιωνιότητες, να τους λυτρώσει και να τους κάνει ικανούς να γίνουν μακάριοι”.

To γεγονός ότι ο Ιησούς γνώριζε από πριν για την αποστο­λή του και την επέλεξε τελείως συνειδητά αναλύεται σε μία μετάδοση προς την Μπέρτα Ντούντε στις 24.10.1954:

«Ήθελα να υποφέρω για σας, γι’ αυτό και προετοιμάστηκα συνειδητά για το θάνατο στο σταυρό. Γνώριζα ότι ήταν πολύ δύσκολος ο δρόμος του μαρτυρίου που έπρεπε να βαδίσω για να σας απαλλάξω από τη δυστυχία και το θάνατο. Έβλεπα τα πάντα μπροστά Μου, τίποτα από όσα έπρεπε να τραβήξω δεν Μου ήταν κρυφό και παρ’ όλα αυτά είχα βάλει πορεία κατευθείαν για το στόχο Μου, δεν αντιστεκόμουν ούτε απέφευγα τον κίνδυνο, τουναντίον πήγα να τον αντιμετωπίσω συνειδη­τά. Γιατί δεν έβλεπα μόνο πως θα διαγραφόταν η πορεία του λυτρωτικού έργου Μου, παρά έβλεπα παράλληλα την αδυνα­μία και την υποδούλωση των πλασμάτων Μου τα οποία βρί­σκονταν σε τρομερή εξαθλίωση και είχαν μεγάλη ανάγκη από βοήθεια για να ξεφύγουν από την καταδίκη τους. Κι ο μόνος τρόπος για να τα ελευθερώσω ήταν με τα μαρτύρια και το θά­νατο στο σταυρό.

Τα πάντα στέκονταν καθαρά μπροστά στα πνευματικά Μου μάτια, η βάναυση εξουσία του αντιπάλου Μου, η αβυσσαλέα απόσταση που χώριζε τους αποστάτες από τον Θεό, η οποία μεγάλωνε διαρκώς. Έβλεπα βαθύτατο σκοτάδι από τη μία πλευρά ενώ αντίθετα διαυγέστατο φως και ευδαιμονία από την άλλη. Εγώ ερχόμουν από το φως και ήθελα να το φέρω μέσα στο σκοτάδι, αλλά χρειαζόταν μία γέφυρα, έπρεπε να καταβάλω κάποιο αντίτιμο για να έχω το δικαίωμα να ανασύρω τις βασανισμένες ψυχές από τα έγκατα ως το φως.

Έπρεπε να καταθέσω τη δική Μου τη ζωή για να εξαγοράσω τη ζωή για τα δυστυχισμένα πλάσματα. Ένας δρόμος υπήρχε μόνο, αυτός της αυτοθυσίας, να θυσιάσω το πιο πολύτιμο που κατείχα, τη ζωή Μου, από αγάπη για εκείνους που ήταν νεκροί σαν συνέπεια της ανομίας. Με τη δική Μου τη ζωή έπρεπε να πληρώσω για τη δική τους. Όλα παρουσιάζονταν καθαρά μπρο­στά στα μάτια Μου και γι’ αυτό υπόφερα απερίγραπτα από πριν, αφού ως άνθρωπος ήμουν φτιαγμένος με τα ίδια αισθή­ματα όπως εσείς. Γιατί είχα κι Εγώ το φόβο του θανάτου, των ανυπόφορων μαρτυρίων, αλλά φοβόμουν επίσης για Μένα τον ίδιο, ότι θα μπορούσα να λυγίσω ή ότι η δύναμη Μου δεν θα ήταν αρκετή, ώστε τα πεσμένα αδέλφια Μου θα έπρεπε να πα­ραμείνουν κάτω από την τυραννία εάν αποτύχαινα. Ωστόσο όσο πλησίαζε η μέρα η δύναμή Μου μεγάλωνε. Η δύναμή Μου με­γάλωνε όσο μεγάλωνε αντίστοιχα η αγάπη Μου για τη δύσμοι­ρη ανθρωπότητα αφού μέρα με τη μέρα συνειδητοποιούσα πιο πολύ την εξαθλίωσή της. Και μολονότι κατά καιρούς Με κα­ταλάμβανε μία αδυναμία εν όψει αυτών που Με περίμεναν, εντούτοις δεν μειωνόταν η θέλησή Μου να τελειώσω αυτό που είχα αρχίσει. Γιατί το ανθρώπινο στοιχείο μέσα Μου παρέμε­νε συνεχώς συνδεδεμένο με τον Πατέρα, ο Οποίος Με πλημ­μύριζε με δύναμη κι έτσι η αγάπη Μου γινόταν διαρκώς πιο ισχυρή. Έτσι στο τέλος πήγα εντελώς συνειδητά προς το θά­νατο επειδή είχα συνειδητοποιήσει πια ότι ο θάνατος έπρεπε να νικηθεί κι ότι αυτό ήταν επίσης δικό Μου καθήκον.

Ο δρόμος προς το σταυρό ήταν πικρός και μαρτυρικός, για­τί έπρεπε να διασχίσω το πιο βαθύ σκοτάδι για να ανοίξω την πύλη προς το φωτεινό βασίλειο για όλους αυτούς που θέλουν να ανέβουν από τα έγκατα στο φως. Πρώτα όμως έπρεπε να υποφέρω ως άνθρωπος τα πιο πικρά βάσανα και μαρτύρια προ­κειμένου να σας βοηθήσω, καθώς χωρίς την απολυτρωτική Μου πράξη, χωρίς το θάνατο Μου στο σταυρό, θα ήσασταν χαμένοι δίχως ελπίδα σωτηρίας…

Αμήν»

Στο πρόσωπο του Υιού του Ανθρώπου έγινε πάλι δυνατή η συμφιλίωση μεταξύ Θεού και έκπτωτης δημιουργίας.

Η ζωή του Ιησού είναι η γέφυρα από την ύλη προς το πνεύμα. Συνάμα ο Ιησούς είναι η γέφυρα της συμφιλίωσης μεταξύ της Αιώνιας Αγάπης αφενός -η οποία ως υπεύθυνη για τη δη­μιουργία είναι αυτή που εκπόνησε το σχέδιο για τη λύτρωση- και της Αγιότητας του Θεού αφετέρου, δηλαδή της Δικαιοσύ­νης, η οποία απαιτεί εξιλασμό για την παράβαση του νόμου που έχει θέσει.

Ο Ιησούς ως Υιός του Ανθρώπου, αντιπροσωπεύει την έκπτωτη δημιουργία, ο οποίος Υιός από αγάπη προς τους αδελφούς του, δηλαδή τα άλλα δημιουργημένα όντα, και από αγάπη προς τον Θεό πραγματοποιεί το έργο της συμφιλίωσης. Υπό αυτό το πρίσμα το σώμα του Ιησού εκπροσωπεί τις ψυ­χές των ανθρώπων, αφού πάσχει για λογαριασμό τους.

Έτσι η αιώνια Αγάπη και η έκπτωτη δημιουργία συμφιλιώνε­ται με την Αγιότητα του Θεού χάρη στο λυτρωτικό έργο και την άνευ όρων υπακοή του Υιού του Ανθρώπου και όλες αυτές οι πλευρές συγχωνεύονται εντός του Ιησού, ο οποίος μετά την ανάληψή του γίνεται ο ορατός για όλα τα πλάσματα Θεός.

Το πώς η κάθε πλευρά, ήτοι ο Υιός του Ανθρώπου, η αιώνια Αγάπη και η Αγιότητα του Θεού, συνετέλεσε με τον τρόπο της για να επιτευχθεί αυτή η συμφιλίωση θα αναλυθεί πιο εκτεταμένα στις επόμενες σελίδες. Πρώτα ακολουθεί ένα απόσπα­σμα από τα «Δώρα του Ουρανού»:

«Όσον αφορά τα πάθη Μου, σωματικά υπέφερα όπως κάθε άλλος άνθρωπος και μάλιστα με τη σειρά που αναφέρεται στα Ευαγγέλια. Επειδή, όμως, το ανθρώπινο εγώ που υπέφερε έκλεινε μέσα του ένα άλλο, Θείο Εγώ, τα πάθη αυτά ήταν δι­πλά, δηλαδή εξωτερικά -σωματικά, και εσωτερικά- Θεία.

Τι ήταν τα εξωτερικά πάθη, το ξέρετε. Όμως, σε τι συνίσταντο τα Θεία Πάθη, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Για να μπορέσε­τε να το συλλάβετε, φανταστείτε τι σημαίνει το ότι ο άπειρος Θεός κατά τη διάρκεια των παθών, αποσύρθηκε από την άπει­ρη κι αιώνια ελευθερία Του και κατοίκησε μέσα στην καρδιά του πάσχοντος ‘‘Υιού’’!

Ξέρετε ότι το εξωτερικό Μου έφθασε μέσα από τα πικρά πά­θη έως το σημείο του θανάτου. Μα η Θεότητα που έδρευε στην καρδιά έπρεπε να νικήσει από το εσώτατο σημείο το θάνατο και την κόλαση. Σκεφτείτε τώρα τον πάσχοντα Θεάνθρωπο να βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πυρά: από έξω, ο θάνατος και η κόλαση Με πίεζαν με όλη τους τη δύναμη, μέχρι που η φυσι­κή Μου ζωή ωθήθηκε έως το εσώτατο σημείο της καρδιάς Μου. Από μέσα, όμως, η Θεότητα δρούσε με όλη την άπειρη ισχύ και δύναμή της ενάντια στην πίεση αυτή και άφησε μο­νάχα την αγάπη να την συγκεντρώσει σε ένα μόνο σημείο.

Τώρα σκεφτείτε και πάλι: η ίδια ισχύς και δύναμη που θα μπορούσε να καταστρέψει στη στιγμή με μια πνοή της όλα όσα υπάρχουν μέσα στο άπειρο, αυτή η ισχύς και δύναμη που δεν μπορούν να συλλάβουν όλες οι αιωνιότητες και όλα τα άπει­ρα, αυτή που έκανε να γίνει από τον εαυτό της η άπειρη Δη­μιουργία· αυτή η δύναμη και η ισχύς στην πληρέστερη ολότητά της αφέθηκε να περιοριστεί από την απειροσύνη της σε ένα σημείο. Και αυτός ο περιορισμός ήταν η μεγαλύτερη εκούσια ταπείνωση της Θεότητας μέσα σε Μένα!

Αν μπορείτε να το καταλάβετε αυτό έστω και λίγο μέσα στη καρδιά σας, δηλαδή τι παθιασμένο αγώνα έπρεπε να διεξαγά­γω ως Αιώνια Αγάπη, τότε θα μπορείτε επίσης να σχηματίσε­τε μια μικρή εικόνα για το τι σημαίνουν τα πάθη Μου.

Τα πάθη αυτά διήρκεσαν μέχρι τη στιγμή που αναφώνησα πάνω στο σταυρό: ‘‘Τετέλεσται! Πατέρα, στα χέρια Σου παρα­δίδω το πνεύμα μου!’’ ή, με άλλα λόγια: ‘‘Κοίτα, Πατέρα! Η Αγάπη Σου επιστρέφει σε Σένα!’’ Κι αμέσως, η άπειρη ισχύς του Θεού κατέλυσε όλα τα δεσμά του θανάτου και της κόλα­σης. Η αιώνια ισχύς όρμησε προς τα έξω με άπειρα πολλαπλασιασμένη δύναμη. Ολόκληρη η γη σείστηκε από το άγγιγμα της Θείας παντοδυναμίας, κι άνοιξε εκούσια τα μνήματα, στέλ­νοντας αυτούς που ήταν φυλακισμένοι εκεί πίσω στη ζωή.

Και αυτή η παντοδυναμία συνέχισε να ορμά προς τα έξω, πέρα από όλη την ορατή Δημιουργία. Εκείνη τη στιγμή, γέμι­σε ξανά το άπειρο. Κι όλοι οι ήλιοι σε όλους τους απέραντους χώρους απέσυραν το φως τους, συγκεντρώνοντάς το μέσα στον εαυτό τους, από το μεγάλο τους δέος μπροστά στη Θεία πα­ντοδυναμία που τους άγγιζε εκ νέου. Όμως, το ότι η Θεότητα κατ’ αυτήν της τη νέα έξοδο δεν κατέστρεψε και δεν εκμηδέ­νισε εκείνη τη στιγμή τα πάντα, οφείλεται αποκλειστικά στην Αγάπη, που είχε τότε και πάλι ενωθεί πλήρως μαζί της.

Αυτά σημαίνουν, λοιπόν, τα πάθη Μου στο μέτρο που μπο­ρείτε να τα καταλάβετε. Όμως, υπάρχουν άπειρα πράγματα κρυμμένα ακόμη εκεί και μάλιστα διαρκώς πιο μεγάλα και πιο απέραντα, που θα έχετε αρκετές αιωνιότητες στη διάθεσή σας για να τα διερευνήσετε. Γιατί όσα σας είπα τώρα, είναι, ως προς το σύνολο, όπως το σημείο σε σχέση με το άπειρο».

Έως εδώ παρουσιάστηκε εμπεριστατωμένα το έργο του αν­θρώπου Ιησού και της Αιώνιας Αγάπης. Στη συνέχεια θα φωτι­στεί η συμμετοχή της Σοφίας του Θεού στο μεγάλο μυστήριο της ενανθρώπισής του και της λύτρωσης μέσα από ένα κείμενο του Λόρμπερ στο βιβλίο «Εσωτερική ερμηνεία των Ευαγγελί­ων».

 

 «Αυτά δεν έπρεπε να πάθει ο Χριστός και να δοξαστεί;»

 

Κατά Λουκά 24,26

«…Σαφώς εδώ θα μπορούσε κανείς να θέσει την εξής ερώ­τηση: ‘‘Αφού ο Χριστός ήταν έτσι κι αλλιώς αυτή καθ’ αυτήν η αιώνια Ζωή προσωποποιημένη, κατέχοντας όλη τη Δόξα της μέσα στον ίδιο Του τον Εαυτό, τότε γιατί έπρεπε να περάσει από τα πάθη, ώστε να κατακτήσει αυτή τη Δόξα;’’

Ακούστε: Ο Χριστός δεν ήταν παρά ένας απλός άνθρωπος και σαν το πρώτο και βασικό πρότυπο έπρεπε να κατακτήσει αυτή την ολοκληρωμένη θεϊκή Δόξα μέσα από τις ίδιες Του τις πράξεις. Και αν δεν είχε κάνει αυτό το πράγμα, τότε θα εί­χε καταστραφεί ολόκληρη η Δημιουργία, γιατί σε Αυτόν συ­νενώθηκαν ξανά Πατέρας και Υιός σε Ένα -ή πράγμα που εί­ναι ένα και το αυτό- σε Αυτόν συνενώθηκαν ξανά μεταξύ τους η θεϊκή Αγάπη και η θεϊκή Σοφία. Γιατί παλαιότερα η Αγάπη είχε αποτραβηχτεί από τη Σοφία, επειδή η Σοφία λόγω της Αγιότητας της, είχε υπερυψώσει τον εαυτό της σε άφταστο ση­μείο, με αποτέλεσμα οι απαιτήσεις της να υπερβαίνουν κάθε δυνατότητα εκπλήρωσης. Όμως η Σοφία χωρίς την εσωτερι­κή της ένωση με την Αγάπη, ήταν άγονη όπως η έρημος. Με ποιο τρόπο θα μπορούσε λοιπόν να ενοποιηθεί ξανά η Σοφία με την Αγάπη; Η ίδια η Σοφία έπρεπε να εκπληρώσει μέσα στον άνθρωπο Ιησού όλες αυτές τις απαιτήσεις της προκειμέ­νου να δεχθεί να συμφιλιωθεί, και να ταπεινωθεί μέχρι το απειροελάχιστο σημείο, ώστε με αυτό τον τρόπο να ξαναγίνει Ένα με την Αγάπη της, που είναι ο “Πατέρας’’.

Γι’ αυτό το λόγο ο Χριστός, ως αυτή καθ’ αυτήν η αιώνια και παντοδύναμη βασική Σοφία του Πατέρα, καταφρονούσε όλη τη σοφία αυτού του κόσμου και οι γνώστες της Γραφής πα­ρουσιάζονταν στα μάτια Του σαν βδέλυγμα, αν οι πράξεις τους δεν συμβάδιζαν με τις θεμελιακές εντολές της Ζωής, με τον τρόπο που αυτές αναφέρονται στις Γραφές.

Αυτός ως η αιώνια Σοφία του Πατέρα, έπρεπε να επιτελεί έργα Αγάπης και να διδάσκει τους ανθρώπους το μοναδικό της Νόμο. Έπρεπε μάλιστα να δεχτεί να αιχμαλωτιστεί και να σταυρωθεί από τη σοφία των μορφωμένων ιερέων, ώστε με αυτό τον τρόπο, Αυτός, που είναι το προαιώνιο Φως του Πα­τέρα, ή της ίδιας της Αγάπης, να υποστεί πάνω Του τη μεγα­λύτερη δυνατή ταπείνωση και να υποφέρει τη μέγιστη δυνατή συσκότιση – γι’ αυτό και πάνω στο σταυρό εκφώνησε το γνω­στό: ‘‘Πατέρα! Γιατί Με εγκατέλειψες;’’

Το γεγονός ότι Αυτός, ως το προαιώνιο Φως όλης της απε­ραντοσύνης, έπρεπε να υποστεί στον ίδιο του τον Εαυτό μία ολοκληρωτική συσκότιση, αποδεικνύεται από το γεγονός -που μέχρι και σήμερα δεν έχει κατανοηθεί από κανέναν- ότι τη στιγμή που ο Χριστός εξέπνευσε επάνω στο σταυρό, επήλθε μία ολοκληρωτική συσκότιση σε ολόκληρο τον απέραντο χώ­ρο της Δημιουργίας. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν συσκοτίστη­κε απλά και μόνο το φως του ήλιου της γης, αλλά για μία διάρ­κεια τριών ωρών, συσκοτίστηκε και το φως όλων των άλλων ήλιων σε ολόκληρη την απεραντοσύνη!

Και αυτή η στιγμή της συσκότισης ισοδυναμεί ακριβώς με εκείνη, κατά την οποία, όπως γνωρίζετε, η ψυχή του Ιησού με­τά το θάνατό Του κατέβηκε στην κόλαση για να λυτρώσει όλα αυτά τα πνεύματα που ήταν δέσμια της παλιάς σοφίας, οδηγώντας τα προς το νέο Φως που μόλις τώρα άρχιζε να πληροί ολόκληρη την απεραντοσύνη, σαν συνέπεια της επανένωσης του Υιού με τον Πατέρα.

Έτσι ο Χριστός έπρεπε να εκπληρώσει στον Ίδιο του τον Εαυτό τον παλαιό νόμο της Σοφίας, μέχρι κεραίας , ώστε να εξευμενιστεί ενώπιον του Πατέρα κάθε παλαιό παράπτωμα ενάντια σ’ αυτό το νόμο, ή με άλλα λόγια, ήταν απαραίτητο να σταυρωθεί όλη η Σοφία, ώστε μέσα απ’ αυτό να δικαιωθεί η Αγάπη του Πατέρα.

Αφού λοιπόν αυτό το έπραξε ο Ίδιος ο Θεός, τότε εσείς τι θα ’πρεπε να κάνετε; Πιστεύετε ότι μπορείτε να εισέλθετε στη Δόξα της αιώνιας Ζωής χάρη στη δικαίωση της δικής σας σοφίας;

Τη στιγμή που ο Ίδιος ο Χριστός, ως η Ίδια η θεϊκή Σοφία, έπρεπε να κάνει και να κηρύττει ζωντανά έργα αγάπης και να αφήσει να σταυρωθεί όλη Του η Σοφία και να περάσει μέσα από όλο το πυκνότατο σκοτάδι, ώστε μέσα απ’ αυτό να εισέλ­θει πάλι στη δόξα του Πατέρα, ο οποίος Πατέρας ήταν η διαχωρισμένη Αγάπη μέσα στον Ίδιο τον Χριστό, τότε και οι άν­θρωποι θα πρέπει να βαδίσουν επάνω στον ίδιο δρόμο ακολουθώντας τον Χριστό, αν επιθυμούν να εισέλθουν μαζί Του στη Δόξα της Πατρικής Του Αγάπης.

Στην αρχαία εκκλησία του κόσμου υπήρχε η εξής ρήση: ‘‘Εσείς οι άνθρωποι μπορείτε να φτάσετε στη θεϊκή Σοφία, η οποία με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόρθητη, μόνον μέ­σα από την αγάπη για τον Θεό!’’ Με τον Χριστό όμως λέγεται το εξής: ‘‘Τώρα Εγώ, ως η Ίδια η θεϊκή Σοφία, όντας η Οδός και η Ζωή, είμαι η πύλη προς την Αγάπη, ή με άλλα λόγια προς τον Πατέρα. Όποιος επιθυμεί πλέον να έλθει στον Πατέρα, πρέπει να εισέλθει διά μέσου Εμού!’’

Πώς θα μπορούσε λοιπόν να έλθει κανείς στον Πατέρα; Μή­πως διά μέσου της Σοφίας, επειδή ο Χριστός ως η Πύλη, είναι η Ίδια η θεϊκή Σοφία; Όχι βέβαια! Γιατί ακριβώς αυτή η Σο­φία είναι που ταπεινώθηκε μέχρι το τελευταίο της ατομικό σωματίδιο. Αυτή καίτοι ούσα η απαραβίαστη θεϊκή Αγιότητα, κα­τήλθε σε χαμηλότερο σημείο απ’ όλους τους αμαρτωλούς. Αυτή η Σοφία, την οποία πριν δεν επιτρεπόταν να τη δει στο πλήρες της Φως ούτε καν το πιο ολοκληρωμένο αγγελικό πνεύ­μα, συναναστρεφόταν πλέον με αμαρτωλούς, τρώγοντας μάλιστα μαζί τους κάτω από τη δική τους στέγη και τελικά έπρε­πε να καρφωθεί στο σταυρό από ειδωλολάτρες μισθοφόρους και πληρωμένους εκτελεστές!

Από αυτή την απέραντη ταπείνωση της θεϊκής Σοφίας, προ­κύπτει ολοφάνερα ότι κανένας δεν μπορεί να εισέλθει στη Δό­ξα της αιώνιας Ζωής με τη σπουδαιοφανή του σοφία. Τα βιβλία που έχει μελετήσει κανείς δεν πρόκειται να του γίνουν σκαλο­πάτι προς τη βασιλεία των Ουρανών σε καμία περίπτωση, αλ­λά το μόνο που μπορεί να τον βοηθήσει είναι η πραγματική ταπεινότητα και η πραγματική έμπρακτη αγάπη για τον Πατέ­ρα.

Στον Χριστό, όλη η θεϊκή Σοφία προσχώρησε στην Αγάπη για τον Πατέρα και έτσι Πατέρας και Υιός έγιναν Ένα. Το ίδιο λοιπόν θα πρέπει να συμβεί και με τον άνθρωπο, γιατί δεν μπο­ρεί να εισέλθει στη Δόξα του Πατέρα, προτού ταπεινώσει μέχρι και την τελευταία σταγόνα υπεροψίας, όλους τους πόθους του υπερφίαλου νου του, οι οποίοι στοχεύουν σε κάθε είδους δόξα εφήμερη και μεγαλεία, και προτού αποθέσει τα πάντα στα πόδια της Αγάπης, πράγμα που θα έχει σαν συνέπεια να υποφέρει για ένα σύντομο διάστημα μία συσκότιση όλης της εγκόσμιας σοφίας του.

Ο Χριστός έπρεπε να υποφέρει και να πράξει όλα αυτά, ώστε να εισέλθει στη Δόξα του Πατέρα. Έτσι λοιπόν, και κάθε άνθρω­πος που επιθυμεί να εισέλθει στη Δόξα του Πατέρα, οφείλει να μιμηθεί τον Χριστό, ακολουθώντάς Τον με ζωντανό τρόπο.

Ο Χριστός δεν είχε σπουδάσει σε πανεπιστήμια, ώστε να ει­σέλθει στη Δόξα του Πατέρα σαν πολυμαθής σοφός, αλλά η σχολή Του ονομαζόταν ταπεινοφροσύνη και έμπρακτη αγάπη! Όμως, εφ’ όσον ο Ίδιος ο Χριστός έδωσε το παράδειγμα μέ­σα από αυτή τη σχολή πώς θέλετε εσείς να εισέλθετε στη βα­σιλεία των Ουρανών μέσα από μια διαφορετική;

Πιστεύω ότι πάνω σ’ αυτό το θέμα δεν χρειάζεται να ειπω­θεί τίποτα περισσότερο, γιατί έχει διαφωτιστεί με τον πιο ξε­κάθαρο δυνατό τρόπο από τα βάθη της Σοφίας. Πράξτε και εσείς παρόμοια και θα ζήσετε.

Αμήν».